Legislator Case Law & Legislation
1911/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on provocation defense but dismisses it due to lack of specific reasoning.

Case Number 1911/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a mixed court's criminal judgment. The appellant argued the court failed to provide specific reasoning for rejecting his claim of provocation and self-defense. The court found the defense of provocation inadmissible because the appellant did not adequately explain how the victim's prior misconduct caused him to lose control, whereas the self-defense claim was rejected for lacking detailed justification.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(d) and 84(2)(c) of the Criminal Code; The court must provide specific and detailed reasoning when rejecting a defense of provocation, and such a defense is inadmissible if the appellant fails to demonstrate a causal link between the victim's prior misconduct and the loss of control.

Keywords

AI generated
provocation defense self-defense rejection lack of reasoning criminal appeal loss of control

Cited Legislation

AI generated
Article 513(1)(c) of the Code of Criminal Procedure
Article 515(2)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 22 of the Penal Code
Article 84(2)(c) of the Penal Code
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1911 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1911/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα-Εισηγητή, Μαρία Γκανιάτσου και Μαρία Παπασωτηρίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Π. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πλεύρη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 396Α, 419, 526/2017 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον P. N., κάτοικο ... ο οποίος δεν εμφανίστηκε.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 29 Δεκεμβρίου 2017 και με αριθμό 8/2017 αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 24/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ. γ' του Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμη και αν κάποιος απ' αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 12 Ιανουαρίου 2018 αποδεικτικό επιδόσεως του Αστυφύλακα (Π.Σ) του Α.Τ. ...

Β. Σ., ο πολιτικώς ενάγων, N. P., κλητεύθηκε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμ. 24/2018 κλήση της, νόμιμα και εμπρόθεσμα κατά τα άρθρα 155 και 166 του Κ.Ποιν.Δ., για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως αυτός δεν εμφανίσθηκε καθόλου κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά την εμφάνιση και νομότυπη παράσταση του αναιρεσείοντος, πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν παρών και ο πολιτικώς ενάγων, αφού ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. Από τις διατάξεις του άρθρου 22 του Π.Κ., προκύπτει ότι, για να υπάρξει άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, απαιτείται:

α) άδικη επίθεση, δηλαδή επίθεση, συνιστάμενη σε ανθρώπινη ενέργεια, με την οποία εκτίθεται σε κίνδυνο έννομο αγαθό ορισμένου προσώπου, η οποία αντικειμενικά αντιφάσκει προς το δίκαιο, β) η επίθεση να είναι παρούσα και ως τέτοια θεωρείται εκείνη που έχει αρχίσει να πραγματοποιείται και να εξακολουθεί, καθώς και όταν αμέσως και ασφαλώς επίκειται η πραγμάτωσή της, όπως, όταν βασίμως και δικαιολογημένα μπορεί κάποιος να φοβάται άμεση έναρξη επιθετικής ενέργειας και γ) η προσβολή του επιτιθέμενου να είναι αναγκαία προς υπεράσπιση του ατόμου που εκτίθεται στον κίνδυνο της επιθέσεως.

Συντρεχόντων δε των ανωτέρω όρων της καταστάσεως άμυνας, ο υφιστάμενος την επίθεση ή οποιοσδήποτε τρίτος δικαιούται προς απόκρουση αυτής να προσβάλει οποιοδήποτε αγαθό του επιτιθεμένου, όπως την προσωπική ελευθερία, την ιδιοκτησία ή ακόμη και τη ζωή του, αρκεί μόνο κατά την εν λόγω απόκρουση της επιθέσεως να μην υπερβεί τα όρια, που ορίζονται από τη διάταξη της παραγράφου 3 του ανωτέρω άρθρου, σύμφωνα με την οποία το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βαθμό επικινδυνότητας της επιθέσεως, από το είδος της βλάβης που απειλείται, από τον τρόπο και την ένταση της επιθέσεως και τις λοιπές περιστάσεις.

Δηλαδή, από τις διατάξεις του ως άνω άρθρου, συνάγεται ότι για την ύπαρξη άμυνας, ως λόγου που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, απαιτείται, εκτός των άλλων, παρούσα άδικη επίθεση που στρέφεται κατά του αμυνομένου ή άλλου και εκθέτει σε άμεσο κίνδυνο έννομα αγαθά αυτών, παρούσα δε είναι η άδικη επίθεση που έχει αρχίσει και συνεχίζεται ή έληξε μεν, αλλά υπάρχει κίνδυνος συνεχίσεως ή επαναλήψεώς της.

Επομένως, δεν θεωρείται παρούσα η επίθεση, όταν εξέλιπε εντελώς ο κίνδυνος που απείλησε τα έννομα αγαθά, γιατί κατέπαυσε κάθε ενέργεια εκ μέρους του επιτεθέντος, οπότε η μετά από αυτήν αντίδραση του προσβληθέντος δεν είναι άμυνα, αλλά εκδίκηση ανεπίτρεπτη. Περαιτέρω, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ των άλλων και η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του Π.Κ.

με στοιχείο γ', ήτοι το ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη. Η ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος μπορεί να είναι αληθινή ή νομιζόμενη και πρέπει να προκύπτει ότι ο δράστης, χωρίς αυτήν την ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος, δεν θα ενεργούσε.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που στοιχειοθετούν την αξιόποινη πράξη και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει άμεσο δόλο (εν γνώσει) ή υπερχειλή δόλο (σκοπό) ως πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου.

Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ.. Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Ακόμη, η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη (από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ. και 139 του Κ.Ποιν.Δ.) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφέρεται, τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ.

και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής κ.λπ.. Αντίθετα, δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί συνιστούν απλώς νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή αρνούνται ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή.

Η μη απάντηση του Δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., που επιφέρει σχετική ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας και στοιχειοθετεί το λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Ποιν.Δ., ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του Κ.Ποιν.Δ.. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο από το άρθρο 22 του Π.Κ., ότι, δηλαδή, ο δράστης, κατά την τέλεση της πράξεως, βρισκόταν σε νόμιμη άμυνα, αφού η παραδοχή του οδηγεί στον αποκλεισμό του αδίκου και, κατά συνέπεια, στην απαλλαγή του δράστη. Επίσης, αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός για τη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 396A, 419, 526/2017 αποφάσεώς του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, σχετικά με τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, δέχθηκε ανελέγκτως, επί λέξει, τα εξής: "Επειδή από την αποδεικτική διαδικασία, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, από την υπ' αριθ.

πρωτ. 01/01-01-2010 ιατροδικαστική έκθεση της Διευθύντριας και Καθηγήτριας του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου ….., Χ. Σ. καθώς και από τα λοιπά έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την αρχή της ηθικής αποδείξεως και την απολογία των κατηγορουμένων και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Την 01-01-2010, και περί ώρα 10.00', διακομίσθηκε, με ασθενοφόρο στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου …. "...", το οποίο εκείνη την ημερομηνία είχε 'γενική εφημερία', ο αλλοδαπός, υπήκοος …., N. P., από το Α/Τ. …. στο οποίο κρατείτο, λόγω αναφερόμενου ξυλοδαρμού, με άλγος κατά την ψηλάφηση στέρνου (Αρ) ημιθωρακίου (Αρ) κοιλία και εκδορές (Αρ) ημιθωρακίου, εκχύμωση (Αρ.) βραχιονίου, οίδημα και εκχύμωση πρόσθιας επιφάνειας κνημών άμφω, επίσης εκδορές καρπών, επιγαστρίου και οπίσθιας επιφάνειας θώρακα.

Κατά τον ως άνω χρόνο, τον ασθενή, ως ο ιατρός εφημερίας, παρέλαβε ο Γ. Ζ. του Ν. και ο Επιμελητής Β' του ανωτέρω νοσοκομείου Τ., ο οποίος με βάση τον ανωτέρω ιατρό εφημερίας, είχε εικόνα πολλαπλών εκχυμώσεων άνω και κάτω άκρων, θώρακα (εμπρόσθιας και οπίσθιας επιφάνειας) που είχαν προκληθεί από αμβλύ όργανο είτε από αστυνομική ράβδο ή από πόδια ή από χέρια.

Αμέσως ο ασθενής, υπεβλήθη σε πλήρη απεικονιστικό και εργαστηριακό έλεγχο και αξονική τομογραφία θώρακος και κοιλίας, όπου και προέκυψε ότι πάσχει από οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Κατόπιν τούτου εισήχθη προς νοσηλεία, στην Γ' Χειρουργική Κλινική του ανωτέρω νοσοκομείου, παρακολουθούμενος από νεφρολόγους, νοσηλεύθηκε δε έως την 12-01-2010, έχοντας αντιμετωπιστεί η ανωτέρω οξεία νεφρική ανεπάρκεια με συντηρητική παρακολούθηση.

Την ημέρα της εισαγωγής του στο ανωτέρω Νοσοκομείο, ήτοι την 01-01-2010, τον ασθενή επισκέφθηκε και εξέτασε, μετά από σχετική εντολή του τμήματος ανθρωποκτονιών της ΕΛ.ΑΣ., η Διευθύντρια και Καθηγήτρια του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου …., Χ. Σ., η οποία διαπίστωσε, και κατέγραψε στην υπ' αριθ.

πρωτ. 01/01-01-2010 ιατροδικαστική έκθεση την οποία συνέταξε, ότι ο ασθενής, φέρει πολλαπλές θλαστικές κακώσεις στο σώμα, κεφαλή, άνω άκρα, κορμό ( πρόσθια και ραχιαία επιφάνεια) καθώς και στα κάτω άκρα. Οι περιοχές των υποδορίων αιμορραγικών διηθήσεων είναι μελανού χρώματος και οιδηματώδεις, με αποτέλεσμα να μην δύναται να κινήσει τα άκρα (δεν μπορεί περπατήσει ή να κάμψει το πέλμα).

Εντόπισε δε ως το κύριο πρόβλημα του ασθενούς στους νεφρούς, όπου λόγω της εκτεταμένης μυϊκής καταστροφής ο ασθενής παρουσίαζε οξεία νεφρική ανεπάρκεια, λόγω ραβδομυόλυσης. Ας σημειωθεί ότι με τον όρο 'οξεία νεφρική ανεπάρκεια' νοείται ιατρικώς η 'αιφνίδια' νεφρική ανεπάρκεια η οποία στην προκειμένη περίπτωση επήλθε συνεπεία της ραβδομυόλυσης, ήτοι της μυϊκής καταστροφής και της εντεύθεν απελευθέρωσης αιμοσφαιρίνης η οποία επικάθεται πάνω στους νεφρούς (βλ.

ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων Χ. Σ. και ιατρού Γ. Ζ.). Ως αιτία δε πρόκλησης των θλαστικών τραυμάτων, η ως άνω ιατροδικαστής διέγνωσε ότι αυτά προκλήθηκαν με πολλαπλές πλήξεις έχοντας χρησιμοποιηθεί και επιμήκης ράβδος, το αποτύπωμα δε του οργάνου εμφανιζόταν στο αριστερό πλάγιο και δεξιό πρόσθια θωρακικό τοίχωμα στην πρόσθια επιφάνεια του αριστερού μηρού και πολλαπλώς στο οπίσθιο θωρακικό τοίχωμα, αποτυπώματα τα οποία είναι εμφανώς ορατά από τις φωτογραφίες που η ανωτέρω ιατροδικαστής πήρε από τον ασθενή κατά τον χρόνο της εξέτασης και περιλαμβάνονται στην δικογραφία.

Κατά την διάρκεια της εξέτασης, ο ασθενής επικοινωνούσε με την ιατροδικαστή στην Ισπανική γλώσσα, την οποία η ανωτέρω ομιλεί άριστα, ενώ ο ασθενής δεν ομιλούσε την Ελληνική, ο ίδιος δε, δεν παρουσίαζε σύγχυση, δεν είχε απώλεια μνήμης και ως εκ τούτου η επικοινωνία του ήταν πλήρης. Την ίδια ως άνω ημέρα, ήτοι την 01-01-2010, ο ανωτέρω ασθενής εξετάστηκε ενόρκως, στο ως άνω νοσοκομείο, από τα αρμόδια προανακριτικά όργανα τα οποία στο μεταξύ είχαν μεταβεί στα πλαίσια της διερεύνησης των αιτίων τραυματισμού του, με παρουσία διερμηνεία Ισπανικής γλώσσας, όπου ο ανωτέρω ανέφερε ότι ο πολλαπλός τραυματισμός του είχε λάβει χώρα ένεκα ξυλοδαρμού του στο Α/Τ ..., όπου και κρατείτο, την προηγούμενη ημέρα ήτοι την 31-12-2009, από αστυνομικούς του τμήματος, γεγονός, που ήδη είχε αναφέρει και στην ιατροδικαστή που τον εξέτασε, ζητώντας στην ένορκη εξέταση του και την ποινική δίωξη των αστυνομικών που τον χτύπησαν.

Συγκεκριμένα, την 23-12-2009, ο εγκαλών συνελήφθη και οδηγήθηκε στο Α/Τ ... για παράβαση του νόμου περί όπλων, την 27-12-2009 οδηγήθηκε στα Δικαστήρια και αφέθηκε ελεύθερος, συνέχισε όμως να κρατείται στο ως άνω Α/Τ, καθόσον κατά την προσαγωγή του διαπιστώθηκε ότι είχε λήξει η διάρκεια της βίζας εισόδου του στην Ελληνική Επικράτεια, και ως εκ τούτου έπρεπε να απελαθεί.

Την 31-12-2009, και περί ώρα 13.45', ο εγκαλών, ο οποίος ευρίσκετο στο κελί κρατουμένων, με άλλους συγκρατούμενους, ζήτησε από τον σκοπό κρατητηρίων να κάνει ένα τηλεφώνημα από το καρτοτηλέφωνο που βρίσκεται στον όροφο των κρατητηρίων (2ος όροφος), προς εξυπηρέτηση των κρατουμένων, πλην όμως το τηλέφωνο ήταν χαλασμένο, γεγονός που τον εξόργισε, κάνοντας τον να εκδηλώσει επιθετική συμπεριφορά και φωνές, έτσι ώστε ο σκοπός κρατητηρίων, που ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος Α.

Π., ο οποίος λίγο πριν είχε αναλάβει την βάρδια του στο Α/Τ (από 14.00' έως 22.00' μ.μ.), να κρίνει ότι πρέπει να απομονωθεί σε σχέση με τους άλλους συγκρατούμενούς του, ήτοι να οδηγηθεί σε ένα μικρότερο κρατητήριο (κελί) που προοριζόταν για μικρότερης χρονικής διάρκειας κράτηση κρατουμένων, το οποίο ευρίσκετο σε μικρή απόσταση και απέναντι από το κυρίως κρατητήριο κρατουμένων.

Ο πρώτος κατηγορούμενος Α. Π., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε εκτελούσε υπηρεσία σκοπού κρατητηρίων, κατά παράβαση των υποχρεώσεών του, όπως προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 66 του Π.Δ. 141/1991, ήτοι της υποχρεώσεώς του να φέρει υπηρεσιακή περιβολή καθώς και το υπηρεσιακό περίστροφο ή πιστόλι, αστυνομική ράβδο και αστυνομική σφυρίχτρα, να παρίσταται ένοπλος σε κάθε περίπτωση ανοίγματος του κρατητηρίου (χωρίς να εισέρχεται ένοπλος στο κρατητήριο) και αν απαιτηθεί να εισέλθει στο κρατητήριο να ζητήσει τη συνδρομή του δεσμοφύλακα, προκειμένου έτσι να προληφθεί ενδεχόμενη απόδραση των κρατουμένων και να τηρηθεί η τάξη και η ησυχία του κρατητηρίου, αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) παρότι δεν είχε φορέσει ακόμη τον εξοπλισμό του, ντυμένος με πολιτικά ρούχα, άνοιξε το κρατητήριο κρατουμένων μόνος του, παρότι ο συνάδελφός του Σ.

Σ. βρισκόταν σε διπλανό θάλαμο σε πολύ μικρή απόσταση και άλλαζε γιατί είχε τελειώσει η βάρδιά του, άνοιξε το κρατητήριο κρατουμένων, στο οποίο κρατούνταν περίπου τριάντα (30) άτομα, κατά το πλείστον αλλοδαποί, έβγαλε από κει τον παθόντα N. P., τον χτύπησε με το χέρι του στο πρόσωπο δύο φορές, κλείδωσε το κρατητήριο κρατουμένων και σκόπευε στη συνέχεια να οδηγήσει τον N. P. στο κελί προσωρινής κράτησης, πλην όμως, δεδομένου ότι ο εγκαλών, ήταν αρκετά πιο εύσωμος σε σχέση με αυτόν, κατάφερε, και όταν βγήκαν από το κελί, πριν ο ανωτέρω κατηγορούμενος-αστυνομικός προλάβει να τον οδηγήσει στο κρατητήριο προσωρινής κράτησης- απομόνωσης, ο εγκαλών να τον πιάσει από το λαιμό, να τον ακινητοποιήσει στο τοίχο και να μεσολαβήσει πάλη μεταξύ των δύο ανδρών με 'γυμνά χέρια', όπως χαρακτηριστικά ανέφερε και ο ανωτέρω κατηγορούμενος, απολογούμενος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια της οποίας ο εγκαλών δάγκωσε τον κατηγορούμενο στον αριστερό δείκτη του χεριού του.

Ενόψει αυτών, και επειδή συγχρόνως ο εγκαλών προσπάθησε να διαφύγει από τις σκάλες του ορόφου, τότε και ενόψει της κατάστασης αυτής, ο πρώτος κατηγορούμενος, φώναξε τον συνάδελφό του Σ. Δ., ο οποίος στο μεταξύ βρισκόταν στον όροφο, όπως ήδη προαναφέρθηκε και έτσι οι δύο ειδικοί φρουροί κατόπιν προσπάθειας και πάλης με τον εγκαλούντα τον ακινητοποίησαν, τον χειροπέδησαν, με τα χέρια πίσω, και τον έβαλαν να καθίσει σε ένα παγκάκι που βρισκόταν στον προθάλαμο του δευτέρου ορόφου, ο οποίος δεν επικοινωνεί με το εσωτερικό του ορόφου όπου βρίσκονται τα κρατητήρια, καθόσον υπάρχει τοίχος και πόρτα σε σημείο που δεν υπήρχε οπτική επαφή με τους λοιπούς κρατουμένους.

Στο σημείο εκείνο, ο πρώτος κατηγορούμενος προέτρεψε τον συνάδελφό του Δ. Σ. να αποχωρήσει καθώς, όπως του δήλωσε, δεν χρειαζόταν άλλο την βοήθειά του. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος φόρεσε στον εγκαλούντα ένα κράνος στο κεφάλι του, καθόσον στο σημείο αυτό βρίσκεται μεταλλική ντουλάπα στην οροφή της οποίας οι υπηρετούντες αστυνομικοί τοποθετούν τα κράνη από τις ιδιωτικές δίκυκλες μοτοσικλέτες τους αλλά βρίσκονται και κράνη που έχουν κατασχεθεί, και τότε αφού εφοδιάσθηκε από παρακείμενο τραπέζι μια αστυνομική ράβδο και με την συνδρομή και άλλου προσώπου, τα στοιχεία του οποίου δεν διακριβώθηκαν, άρχισαν να χτυπούν τον εγκαλούντα, μεθοδευμένα σε διάφορα σημεία του σώματός του, με αστυνομικές ράβδους και με τα χέρια τους, καθώς και να τον κλωτσούν, σε όλο του το σώμα.

Τον χτυπούσαν για αρκετή ώρα, συστηματικά και με μεθοδικότητα, προκειμένου να του προκαλέσουν έντονο πόνο, στον θώρακα, στην κοιλιά, στα πόδια, στα χέρια και στην πλάτη. Είναι ενδεικτική δε η αποστροφή της απολογίας του πρώτου κατηγορουμένου Π. στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου αλλά και ενώπιον του πρωτοβαθμίου τοιούτου, κατά την οποία αυτός ομολογεί ότι χτύπησε τον εγκαλούντα στο στάδιο αυτό (που ήταν με χειροπέδες με τα χέρια πίσω, με κράνος στο κεφάλι και καθισμένος στο παγκάκι) καταφέροντάς του τουλάχιστον τρία 'σετ' χτυπήματα 'σεμιναριακού' τύπου, που καθένα περιλαμβάνει απώθηση στο στήθος και από δύο χτυπήματα σε καθένα από τα άνω και κάτω άκρα με την αστυνομική ράβδο.

Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε παράλληλα ότι ο εγκαλών, χειροπεδεμένος με τα χέρια πίσω του επιτίθετο με τον όγκο του σώματός του και έτσι αυτός αναγκάσθηκε να τον χτυπά με την αστυνομική ράβδο και δη επανειλημμένως. Καθ' όλη τη διάρκεια, του σφοδρού ξυλοδαρμού του, ο εγκαλών, είχε κράνος, ήταν σκυμμένος λόγω των χτυπημάτων που δεχόταν σε όλο του το σώμα, με αποτέλεσμα να μην έχει σαφή εικόνα των ατόμων που τον χτυπούσαν, δοθέντος ότι κατά τη διάρκεια αυτή προσήλθαν και άλλοι αστυνομικοί που χτυπούσαν 'περιστασιακά' τον εγκαλούντα, γεγονός το οποίο και εξηγεί, γιατί στις μετέπειτα ανακριτικές καταθέσεις, δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει τους δράστες του ξυλοδαρμού, παρά μόνον τον κατηγορούμενο Π., ο οποίος τον έβαλε με χειροπέδες στο παγκάκι, του φόρεσε κράνος, και άρχισε να τον χτυπάει μαζί με τους άλλους.

Ειδικά, τον κατηγορούμενο αυτόν, ο εγκαλών από την πρώτη προανακριτική του κατάθεση, η οποία έλαβε χώρα ακριβώς μία μέρα μετά τον ξυλοδαρμό του, αλλά και στις μετέπειτα ανακριτικές του καταθέσεις, τον περιγράφει με πληρότητα και σαφήνεια ως προς τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά, εμμένοντας στην συμμετοχή του στον επίδικο ξυλοδαρμό του.

Σε ερώτηση του Δικαστηρίου προς τον πρώτο κατηγορούμενο γιατί δεν έσπευσε να βάλει τον εγκαλούντα στο κρατητήριο προσωρινής κράτησης (απομόνωνοντάς τον κατά τον αρχικό σχεδίασμά του) αφού τον είχε ήδη χειροπεδήσει και ενώ και κατά το στάδιο αυτό (κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου) ο εγκαλών συνέχιζε να προσπαθεί να αποδράσει, αυτός απάντησε ότι δήθεν "περίμενε να ηρεμήσει ο κρατούμενος για να μην κάνει κακό στον εαυτό του", χωρίς όμως να εισφέρει μια κοινώς λογική και πειστική εκδοχή πώς θα ήταν δυνατόν αυτός να ηρεμήσει ενώ ο κατηγορούμενος συνέχιζε να τον χτυπά με την αστυνομική ράβδο αλλά και με κλωτσιές και γροθιές.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου Π. - παρά την ως άνω ομολογία του - ότι τα 'δικά' του χτυπήματα δεν ήσαν ικανά να επιφέρουν τα αποτελέσματα που διαγνώσθηκαν την επομένη ημέρα το πρωί στο νοσοκομείο αλλά πιθανόν ο εγκαλών να αυτοτραυματίστηκε ή να τραυματίστηκε από συγκρατουμένους του με το βιβλίο του κορανίου, είναι απορριπτέος ως παντελώς αβάσιμος κατ' ουσίαν αφού, εκτός άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και από την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο της ιατροδικαστή Χ.

Σ. προέκυψαν τα εξής: "...Ο παθών είχε πολλαπλές θλαστικές κακώσεις στο σώμα οι οποίες είχαν γίνει εντός των τελευταίων 24 ωρών. Είχε μεγάλο οίδημα στα άκρα και στο χέρι, φώναζε και έλεγε ότι πονάει πολύ και ότι δεν μπορεί να κουνήσει τα πόδια του. Είχε φοβερό πρήξιμο στο μπούτι που δεν έβγαινε το παντελόνι του, και αποτυπωνόταν στο σώμα του αποτυπώματα που είχαν προέλθει από ράβδο. ...Υπήρχαν πολλές κακώσεις στο θώρακα, διαπιστώθηκε πνευμοθώρακας μικρής έκτασης, και τα συμπτώματα εμφανίζονται αμέσως με έντονο πόνο.

Βλάβες από αυτοτραυματισμό δεν διαπίστωσα, όλες οι κακώσεις είναι του ίδιου τύπου. Έντονη εικόνα υπήρχε από τη ράβδο και θλών όργανο. Οι εκτεταμένες εκχυμώσεις στο σώμα δεν μπορούν να προκληθούν από αυτοτραυματισμό, στη ράχη δεν μπορεί να χτυπηθεί κάποιος από μόνος του με τη ράβδο. Δεν υπάρχουν χτυπήματα από νήσσων όργανο...." ενώ επίσης από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε συμπλοκή και τραυματισμός του εγκαλούντος από συγκρατουμένους του.

Το περιστατικό έληξε όταν εμφανίστηκε ο ήδη δεύτερος κατηγορούμενος Σ. Κ., εμπειρότερος αστυνομικός που υπηρετούσε ήδη επί έξι (6) έτη ως φρουρός κρατητηρίων, ο οποίος έφτασε στο Α/Τ περίπου την 14.30' ώρα (καθυστερημένος λόγω του ότι τον είχαν ειδοποιήσει εκτάκτως για τη συγκεκριμένη βάρδια) και ο οποίος αφού φρόντισε να αποπέμψει από το χώρο των κρατητηρίων τον πρώτο κατηγορούμενο καθώς και δύο άλλους συναδέλφους του, έναν από την Ασφάλεια και έναν από την Τροχαία που ευρίσκονταν εκεί για υπηρεσιακούς λόγους, ρώτησε τον παθόντα αν χρειάζεται κάτι, του έδωσε νερό που ο τελευταίος του ζήτησε, του έβγαλε τις χειροπέδες και τον οδήγησε στο κρατητήριο προσωρινής κράτησης (απομόνωσης) ενώ στη συνέχεια φρόντισε για τη σίτιση των κρατουμένων και έδωσε και στον εγκαλούντα φαγητό, ο οποίος το παρέλαβε από το ειδικό παράθυρο του κρατητηρίου απομόνωσης.

Είναι επίσης αποκαλυπτική η αποστροφή της απολογίας του δευτέρου κατηγορουμένου Σ. Κ. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αναφορικά με το περιστατικό και τη συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου: "... ο Π. πιθανολογώ να έπραξε λίγο με υπερβάλλοντα ζήλο, για να αποτρέψει αυτή την απόπειρα απόδρασης, η οποία ανασχέθηκε από τη στιγμή που του έβαλε χειροπέδες, στην επόμενη φάση μπορούσε να μην τον ξαναχτυπήσει ο Π....".

Από το επεισόδιο αυτό, ο κατηγορούμενος Π., τραυματίστηκε στο δεξί του χέρι, όπου τον δάγκωσε ο εγκαλών κατά την διάρκεια της συμπλοκής, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Στο μεταξύ, ο αξιωματικός υπηρεσίας του τμήματος, ο οποίος κατά την βάρδια αυτή ήταν ο Α. Β., ο οποίος βρισκόταν στο γραφείο του στον πρώτο όροφο του Α/Τ, άκουσε τον θόρυβο που προκλήθηκε στο δεύτερο όροφο από την ανωτέρω συμπλοκή, και ανέβηκε προκειμένου να διαπιστώσει τι είχε συμβεί.

Εκεί ενημερώθηκε από τον Π. για το συμβάν, ο οποίος του ανέφερε και για τον τραυματισμό του στο χέρι από το δάγκωμα του εγκαλούντος, και του γνωστοποίησε ότι επιθυμεί να υποβάλει μήνυση σε βάρος του εγκαλούντος. Τότε ο αξιωματικός υπηρεσίας του είπε να μεταβεί πρώτα στο νοσοκομείο για να περιποιηθεί το τραύμα του και μετά την επιστροφή του να υποβάλει τη μήνυση ώστε να σχηματισθεί δικογραφία σε βάρος του εγκαλούντος και να γίνουν οι νόμιμες ενέργειες, και κατόπιν επέστρεψε στο γραφείο του στον πρώτο όροφο όπου και παρέμεινε μέχρι την αποχώρηση του στο τέλος της βάρδιας του (22.00' μ.μ).

Ο Π. κατόπιν μετέβη άμεσα με την συνοδεία συναδέλφου του με δίκυκλη μοτοσικλέτα στο ..., όπου αφού διαπιστώθηκε ο τραυματισμός του, του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες, και του χορηγήθηκε αντιβίωση για τον κίνδυνο μολύνσεων, κατόπιν δε αυτού, επέστρεψε στο Α/Τ περί ώρα 16.30' -17.00' στο οποίο βρισκόταν ήδη η Ε.

συζ. Ι. Μ., υπήκοος ..., η οποία είχε επισκεφθεί τον εγκαλούντα, κατόπιν αιτήματος κοινού τους φίλου (με το όνομα Π.), ο οποίος την είχε παρακαλέσει να επισκεφθεί τον εγκαλούντα προκειμένου να συνεννοηθεί μαζί του καθόσον μιλούσαν και οι δύο την Ισπανική γλώσσα αλλά επιπλέον αυτή μιλούσε και ελληνικά αλλά κυρίως είχε νόμιμη άδεια παραμονής και συνεπώς μπορούσε να πάει στο Αστυνομικό Τμήμα.

Τότε ο δεύτερος κατηγορούμενος Σ. Κ. οδήγησε την ως άνω γυναίκα στον χώρο επισκεπτηρίου και αυτή συνομίλησε με τον εγκαλούντα, του πρόσφερε φαγητό και εσώρουχα και τον ρώτησε αν χρειαζόταν κάτι πλην όμως ο τελευταίος της απάντησε αρνητικά ζητώντας μόνον να τον επισκεφθεί ο φίλος του Π., η συνομιλία τους δε κράτησε για πολύ λίγο, περί τα πέντε λεπτά, και αυτή αποχώρησε.

Ο εγκαλών, όταν συνάντησε την ανωτέρω, ήταν σε καλή κατάσταση, περπατούσε, δεν έφερε μώλωπες, και δεν της ανέφερε κάτι για σχετικό ξυλοδαρμό του από τους αστυνομικούς. Περί την 18.30' ώρα περίπου ο κατηγορούμενος Π. κατέβηκε στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας, στον πρώτο όροφο του Α/Τ, υπέβαλε μήνυση για απόπειρα απόδρασης και για τον τραυματισμό του από τον εγκαλούντα, και επέστρεψε στον όροφο κρατητηρίων.

Ο αξιωματικός υπηρεσίας προέβη στην κατάρτιση φακέλου δικογραφίας, ενόψει της υποβληθείσας μηνύσεως, και ζήτησε να προσέλθει ο εγκαλών στο γραφείο του, προκειμένου να υπογράψει έκθεση συλλήψεως για τον τραυματισμό του κατηγορούμενου Π. από αυτόν. Περί ώρα περίπου 19.30 μ.μ. ο Π., κατέβασε με το ασανσέρ τον εγκαλούντα στον πρώτο όροφο και τον οδήγησε στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας, προκειμένου να υπογράψει την έκθεση συλλήψεως, κάτι το οποίο ο εγκαλών αρνήθηκε, καθόσον δεν υπήρχε διερμηνέας Ισπανικής γλώσσας.

Με βάση την ίδια την από 01-01-2010 ένορκη κατάθεση του εγκαλούντα, αυτός μετέβη στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας με το ασανσέρ. Περπατούσε, δεν είχε εμφανείς μώλωπες καθόσον δεν ήταν χτυπημένος στο πρόσωπο, αφού κατά τον ξυλοδαρμό του φορούσε κράνος, φορούσε μακρύ παντελόνι, και μακρυμάνικη ζακέτα, ήρθε ελάχιστη ώρα σε επαφή με τον αξιωματικό υπηρεσίας, στον οποίο δεν ανέφερε τίποτα για τον ξυλοδαρμό του, δεν συνομίλησε καθόλου μαζί του, παρά μόνον αρνήθηκε να υπογράψει την έκθεση συλλήψεως που του έδωσε, και αμέσως αποχώρησε από το γραφείο.

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος, ότι ο κατηγορούμενος Π., τον έσυρε στον πρώτο όροφο, τραβώντας τον είτε από τα μαλλιά είτε από τα πόδια είτε από τα ρούχα, δεν κρίνονται πειστικοί, όχι μόνον διότι ο ίδιος στην ανωτέρω κατάθεση του αναφέρει ότι πήγε με το ασανσέρ στον πρώτο όροφο του Α/Τ, αλλά δεν μπορεί να γίνει δεκτό, ότι η αναφορά αυτή στην κατάθεση, οφείλεται σε λάθος της διερμηνέως, όπως ο ίδιος επικαλείται.

Μάλιστα, η μετάβαση του εγκαλούντος με ασανσέρ στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας, υποδηλώνει ότι αυτός, μπορούσε να περπατήσει, χωρίς να υπάρχουν εμφανείς ενδείξεις του προηγηθέντος ξυλοδαρμού του. Επίσης, το γεγονός, ότι ο εγκαλών, περπατούσε κανονικά όταν πήγε στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας εξηγείται και από γεγονός, όπως όλοι οι μάρτυρες γιατροί καταθέτουν αλλά και η ίδια η ιατροδικαστής, ότι τα συμπτώματα, ένεκα τέτοιου είδους χτυπημάτων ήτοι ο έντονος πόνος και το οίδημα εμφανίζονται προοδευτικά και όχι αμέσως μετά τον τραυματισμό, οπότε και κατά την πάροδο της ώρας γίνονται και πιο έντονα.

Μετά την αποχώρηση του εγκαλούντος, με τον κατηγορούμενο Π. από το γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας, αυτός οδηγήθηκε στο χώρο λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων, όπου με την βοήθεια και του δευτέρου κατηγορουμένου Κ., ελήφθησαν δακτυλικά αποτυπώματα από τον εγκαλούντα. Περί ώρα 20.30' ο δεύτερος κατηγορούμενος Σ.

Κ.ς, μετά από σχετική άδεια, αποχώρησε από την Υπηρεσία του προκειμένου να προλάβει το τελευταίο υπεραστικό λεωφορείο για τον τόπο καταγωγής του προκειμένου να εορτάσει με την οικογένειά του, ενώ ο Π. απεχώρησε περί ώρα 21.30' από το Α/Τ ... και αυτοί αντικαταστάθηκαν από την επόμενη βάρδια, που αποτελείτο από τους τρίτο και τέταρτο των κατηγορουμένων ήτοι τους Χ.

Κ. και Β. Κ.. Όταν οι τελευταίοι αυτοί ανέλαβαν υπηρεσία ο Π. ενημέρωσε τον τέταρτο τούτων Β. Κ. ότι ένας κρατούμενος εκρατείτο στο κρατητήριο απομόνωσης γιατί είχε κάνει απόπειρα απόδρασης και είχε γίνει συμπλοκή μεταξύ τους, στη συνέχεια δε έγινε καταμέτρηση των κρατουμένων και ο εγκαλών, ευρισκόμενος στο κρατητήριο απομόνωσης και καθιστός σε ένα παγκάκι που βρίσκεται μέσα στο χώρο του κρατητηρίου, σήκωσε το χέρι του και δήλωσε την παρουσία του κατά την εκφώνηση του ονόματος του.

Περί ώρα 21.30' - 22.00' σβήνουν τα φώτα στα κρατητήρια και οι σκοποί κρατητηρίων παρακολουθούν από παρακείμενο δωμάτιο-γραφείο μέσω κάμερας την κατάσταση στα κρατητήρια και τους. αντίστοιχους διαδρόμους, διαδικασία που ακολούθησαν και οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων. Καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας, ο εγκαλών ζήτησε από τους ως άνω σκοπούς μία-δύο φορές να επισκεφθεί την τουαλέτα, η οποία προκειμένου για το κρατητήριο προσωρινής κράτησης βρίσκεται σε διαφορετικό χώρο, σε μικρή απόσταση από το κρατητήριο, και αυτός περπάτησε μόνος του, επισκέφθηκε την τουαλέτα ενώ δεν παραπονέθηκε για κάποιο πρόβλημα ούτε επικαλέσθηκε ότι πονάει ή οτιδήποτε άλλο ούτε διαπιστώθηκε να κάνει εμετό αλλά ούτε και κάποιος από τους συγκρατούμενούς του στο κρατητήριο προσωρινής κράτησης ανέφερε κάποιο πρόβλημα του εγκαλούντος.

Περί ώρα 04.30'- 05.00' ανέβηκε στον όροφο των κρατητηρίων ο αξιωματικός υπηρεσίας Κ. Χ. από το γραφείο του στον πρώτο όροφο, προκειμένου να καταμετρήσει τους κρατουμένους, όπως γίνεται σε κάθε αλλαγή βάρδιας και επίσης να απελευθερώσει κάποιους κρατουμένους που είχαν προσαχθεί για εξακρίβωση στοιχείων και κρατούνταν προσωρινά στο ίδιο κρατητήριο με τον εγκαλούντα, ο δε αξιωματικός υπηρεσίας ρώτησε τους σκοπούς (τρίτο και τέταρτο των κατηγορουμένων) αν ο εγκαλών ήταν ήρεμος ή είχε δημιουργήσει περαιτέρω φασαρία, στην αρνητική δε απάντηση αυτών έδωσε εντολή να μεταφερθεί ο εγκαλών στο απέναντι ευρισκόμενο κρατητήριο με τους λοιπούς κρατουμένους, εντολή που εκτελέσθηκε οπότε και πάλι ο εγκαλών μόνος του περπάτησε και πήγε στο κρατητήριο χωρίς να εμφανίσει κάποιο πρόβλημα ή να παραπονεθεί για κάτι ούτε αυτός ούτε οι λοιποί συγκροτούμενοι του.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι σύμφωνα και με την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του εξετασθέντος μάρτυρα Γ. Ζ., ιατρού-χειρουργού του Νοσοκομείου '...', ο εμετός δεν είναι χαρακτηριστικό σύμπτωμα της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας και λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπήρχε κάκωση του πεπτικού συστήματος και οι ιατροί δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσουν από πότε άρχισε ο εγκαλών να κάνει εμετούς (που εμφανίσθηκαν κατά την διακομιδή του στο νοσοκομείο) ακόμα και αν θεωρηθεί ότι ο εγκαλών έκανε έναν εμετό κατά τη διάρκεια της νύχτας στην τουαλέτα που είχε πάει, τούτο δεν θα έδειχνε ενδείξεις ότι έχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα που να χρειαζόταν ιατρική βοήθεια κλπ.

Πρέπει δε να τονισθεί ότι ο εγκαλών, καθ' όλη την διάρκεια της νύχτας, δεν ζήτησε βοήθεια από τους σκοπούς κρατητηρίων, τρίτο και τέταρτο κατηγορουμένους, όπως ο ίδιος αναφέρει στην ίδια ως άνω από 01-01-2010 προανακριτική του κατάθεση, η οποία σημειωτέον ελήφθη μία ημέρα μετά τον ξυλοδαρμό του, μετά την εξέταση του από ιατροδικαστή, ευρισκόμενος σε ασφαλές περιβάλλον, αφού ήδη ενοσηλεύετο στο νοσοκομείο, χωρίς να τελεί σε σύγχυση, αλλά έχοντας πλήρη διαύγεια και επικοινωνία.

Το πρωί της 01-01-2010, και περί ώρα 8.30' με 9.00' π.μ, και ενώ στο μεταξύ είχαν αποχωρήσει κατά την λήξη της βάρδιας τους την 06.00'και οι ανωτέρω τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι, μετέβη στο κελί κρατουμένων ο ειδικός φρουρός Ε. Π., προκειμένου να παραλάβει τον εγκαλούντα και να τον οδηγήσει συνοδεία στην Εισαγγελία Αθηνών.

Όταν ο ανωτέρω ειδικός φρουρός είδε τον εγκαλούντα, αυτός ήταν καθισμένος σε ένα κρεβάτι, σκεπασμένος με κουβέρτα, ήταν χλωμός και δεν μπορούσε να σηκωθεί, δεν μπορούσε να βαδίσει, και γενικά διαπίστωσε ότι δεν ήταν καλά στην υγεία του. Αμέσως, ενημέρωσε την αξιωματικό υπηρεσίας της βάρδιας, Δ. Κ., η οποία κάλεσε ασθενοφόρο, το οποίο και κατέφθασε προκειμένου να μεταφέρει τον εγκαλούντα στο νοσοκομείο, επειδή δε ο εγκαλών αδυνατούσε να βαδίσει μεταφέρθηκε, από τους τραυματιοφορείς, με τροχήλατη καρέκλα στο ασθενοφόρο.

Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε, ότι ο εγκαλών υπέστη βασανιστήρια από τον πρώτο κατηγορούμενο Α. Π., ο οποίος εκτελούσε βάρδια σκοπού κρατητηρίων και ήταν υπεύθυνος για τη φύλαξη και ασφάλεια του κρατουμένου-εγκαλούντος με την συμμετοχή και άλλων άγνωστων αστυνομικών στο Α/Τ ..., την 31-12-2009, οι οποίοι τον χτυπούσαν για αρκετή ώρα συνεχώς, συστηματικά και μεθοδευμένα ώστε να του προκαλέσουν ιδιαίτερο αίσθημα πόνου, έχοντάς τον καθήμενο με χειροπέδες, ακινητοποιημένο, φορώντας κράνος στο κεφάλι του με σκοπό να τον εκφοβίσουν και συνακόλουθα ο ανωτέρω κατηγορούμενος, πρέπει να κριθεί ένοχος για την πράξη αυτή ήτοι την υποβολή σε βασανιστήρια του εγκαλούντος κατ' αρθρ. 137 Α' ΠΚ.

Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι από την προπεριγραφείσα συμπεριφορά του ως άνω πρώτου κατηγορουμένου, ο εγκαλών υπέστη βαριά σωματική βλάβη, όπως η αντίστοιχη έννοια στοιχειοθετείται στη διάταξη του άρθρου 310 παρ.2 ΠΚ, ήτοι ότι η πράξη του κατηγορουμένου προξένησε βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του.

Ειδικότερα, εναργής είναι η ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου του μάρτυρα ιατρού Γ. Ζ. ο οποίος κατέθεσε σχετικά: "...είχε κακώσεις από αμβλύ όργανο στα μαλακά μόρια σε μεγάλη έκταση του σώματός του, στο θώρακα, στα άκρα και εκχυμώσεις, δεν ,. μπορούσε να περπατήσει, πονούσε και τον βάλαμε σε παυσίπονα.

Από τα εργαστηριακά αποτελέσματα προέκυψε οξεία νεφρική ανεπάρκεια... Μετά από τέσσερις-πέντε ημέρες ομαλοποιήθηκε η κατάσταση της υγείας του, νοσηλεύθηκε συνολικά 12 ημέρες, όμως μετά από 6-7 ημέρες ήταν καλά, τον κρατήσαμε παραπάνω επειδή μας το ζήτησε η Χ. Π.. Η οξεία νεφρική ανεπάρκεια προήλθε από ραβδομυόλυση η οποία προέρχεται όταν από διάφορους λόγους συμπιεστεί ο μυς ο όποιος απελευθερώνει αιμοσφαιρίνη που κάθεται πάνω στα νεφρά.

Στην αξονική τομογραφία διαγνώστηκε πνευμοθώρακας ο οποίος ήταν ήπιας εντάσεως και δεν χρειάστηκε να κάνουμε κάτι για αυτό. Η ζωή του δεν κινδύνευσε, το περιστατικό αυτό είναι μικρής με μέσης βαρύτητας. Εάν δεν ερχόταν στο νοσοκομείο δεν ξέρουμε την εξέλιξη, βάσει του αποτελέσματος ήταν αδιάφορο για το πότε μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. ...

Κάκωση του πεπτικού δεν υπήρχε, και δεν θεωρώ ότι είχε σχέση με το καθεαυτό γεγονός, δεν υπήρχαν κατάγματα. Δεν είναι χαρακτηριστικό σύμπτωμα ο εμετός της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας.... Στο νοσοκομείο μας ήρθε γύρω στις 9:30' με 10:00', βογκούσε, πονούσε, ο κάθε άνθρωπος έχει διαφορετική αντίδραση στον πόνο.

Με χορήγηση νερού και μόνο και εκτός νοσοκομείου θα μπορούσε πιθανόν να πάει καλά όσον αφορά την νεφρική ανεπάρκεια. Βαριά σωματική βλάβη εννοούμε όταν χρειαστεί εντατική ή επέμβαση... Ο πόνος είναι ένα υποκειμενικό στοιχείο.... Όσο ήταν στο αστυνομικό τμήμα δεν υπήρχε πρόβλημα για τη ζωή του, με το όργανο το κλομπ που χτυπήθηκε στα μαλακά μόρια δεν έχει κίνδυνο ζωής...".

Επίσης, η εξετασθείσα στο ακροατήριο μάρτυρας Χ. Σ. κατέθεσε: ".... Ο παθών είχε πολλαπλές θλαστικές κακώσεις στο σώμα οι οποίες είχαν γίνει εντός των τελευταίων 24 ωρών. Είχε μεγάλο οίδημα στα άκρα και στο χέρι, φώναζε και έλεγε ότι πονάει πολύ και ότι δεν μπορεί να κουνήσει τα πόδια του. Είχε φοβερό πρήξιμο στο μπούτι που δεν έβγαινε το παντελόνι του, και αποτυπωνόταν στο σώμα του αποτυπώματα που είχαν προέλθει από ράβδο.

Η ραβδομυόλυση είναι ένα σύνδρομο που διαταράσσονται τα πάντα, και προέρχεται όταν καταστρέφονται τα μυϊκά κύτταρα και απελευθερώνονται μυϊκά μόρια που πάνε και φράζουν τα σωληνάρια των νεφρών και προκαλείται οξεία νεφρική ανεπάρκεια που όταν το άτομο είναι νεαρό, μέσα σε χρονικό διάστημα 8 έως 10 ημερών αποκαθίσταται.

Στο προηγούμενο δικαστήριο άκουσα ότι το πρόβλημα του αποκαταστάθηκε μέσα στον προβλεπόμενο χρόνο των 8 με 10 ημερών, και από αυτό βγαίνει το συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε από πριν πρόβλημα.... Δεν χτυπήθηκαν τα νεφρά, μυϊκό τμήμα είχε χτυπηθεί, στο θώρακα δεν υπήρξε κάταγμα.... όταν παθαίνεις νεφρική ανεπάρκεια χρειάζεται ενυδάτωση.

Η οξεία νεφρική ανεπάρκεια σε αυτή την περίπτωση οφείλεται στη ραβδομυόλυση που προήλθε από τα κτυπήματα...... Ο πρώτος κατηγορούμενος Α.. Π., με αυτοτελή ισχυρισμό που προέβαλε και κατέθεσε και εγγράφως ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του ισχυρίσθηκε α) ότι η πράξη που τέλεσε δεν είναι άδικη γιατί αυτός βρισκόταν σε άμυνα καθόσον ο εγκαλών του είχε επιτεθεί και τον είχε δαγκώσει στο χέρι β) ότι αλλιώς υπερέβη τα όρια αυτής, εξ αιτίας του φόβου και της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση του παθόντος.

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς αυτούς λεκτέα τα εξής: Κατά το άρθρο 22 του ΠΚ: "1. Δεν είναι άδικη η πράξη που τελείται σε περίπτωση άμυνας. 2. Άμυνα είναι η αναγκαία προβολή του επιτιθέμενου στην οποία προβαίνει το άτομο, για να υπερασπισθεί τον εαυτό του ή άλλον από άδικη και παρούσα επίθεση που στρέφεται εναντίον τους. 3.

Το αναγκαίο μέτρο της άμυνας κρίνεται από το βάθρο επικινδυνότητας της επίθεσης, από το είδος της βλάβης που αποτελούσε, από τον τρόπο και την ένταση της επίθεσης και από τις λοιπές περιστάσεις". Κατά δε το άρθρο 23 του ΠΚ: "Οποιος υπερβαίνει τα όρια της άμυνας τιμωρείται, αν η υπέρβαση έγινε από πρόθεση με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83), και αν έγινε από αμέλεια, σύμφωνα με τις διατάξεις τις σχετικές με αυτήν.

Μένει ατιμώρητος και δεν του καταλογίζεται η υπέρβαση, αν ενήργησε μ' αυτόν τον τρόπο εξ αιτίας του φόβου ή της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση". Κατά την έννοια των άνω διατάξεων, άμυνα υφίσταται όταν συντρέχει άδικη επίθεση, ήτοι θετική πράξη εμβάλλουσα σε κίνδυνο έννομο αγαθό ορισμένου προσώπου και αντιφάσκουσα αντικειμενικώς προς το δίκαιο, εφ' όσον είναι παρούσα, όταν δηλαδή ο εκ της επιθετικής ενεργείας κίνδυνος του εννόμου αγαθού άρχισε και δεν έληξε ακόμη ή όταν δεν άρχισε μεν επίκειται όμως αμέσως που συμβαίνει στην περίπτωση που δικαιολογημένα μπορεί κάποιος να φοβείται άμεση έναρξη της επιθετικής ενεργείας.

Συντρεχόντων δε των ανωτέρω όρων της καταστάσεως αμύνης, ο υφιστάμενος την επίθεση ή οποιοσδήποτε τρίτος δικαιούται προς απόκρουση αυτής να προσβάλει οποιοδήποτε αγαθό του επιτιθεμένου, όπως την προσωπική ελευθερία, την ιδιοκτησία ή ακόμα και την ζωή του, αρκεί μόνον κατά την εν λόγω απόκρουση της επιθέσεως να μην υπερβεί τα υπό του νόμου και ειδικότερα τα υπό της διατάξεως της παραγράφου 3 του άρθρου 22 οριζόμενα όρια.

Υπέρβαση δε άμυνας, η οποία έχει τις παραπάνω έννομες συνέπειες, είναι εκείνη που εξέρχεται από τα όρια και υπερβαίνει το αναγκαίο στην ειδική περίπτωση μέτρο προσβολής των δικαιωμάτων του επιτιθεμένου. Το ζήτημα αν συντρέχει περίπτωση υπερβάσεως των ορίων της άμυνας είναι πραγματικό και ποιο είναι το αναγκαίο μέτρο κρίνεται αντικειμενικά, όχι μόνο από τα τρία πρώτα πιο πάνω στοιχεία που ενδεικτικώς αναφέρει η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 του ΠΚ, αλλά, όπως στη συνέχεια η ίδια διάταξη αναφέρει, και από τις λοιπές περιστάσεις, (βλ.

ΑΠ 380/2016, ΑΠ 702/2016, ΑΠ 192/2015, ΑΠ 213/2015, ΑΠ 569/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην κρινομένη υπόθεση, όπως αναλυτικά και με λεπτομέρειες προεκτέθηκαν οι συνθήκες και οι φάσεις του επεισοδίου σε βάρος του εγκαλούντος αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ουδεμία επίθεση (παρούσα) υφίστατο εκ μέρους του εγκαλούντος κατά την στιγμή του ξυλοδαρμού του, αφού ο εγκαλών ήταν ήδη ακινητοποιημένος, με χειροπέδες με τα χέρια πίσω (πισθάγκωνα), με κράνος στο κεφάλι που του είχε φορέσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος και καθισμένος στο παγκάκι του χώρου έξω από τα κρατητήρια και συνακόλουθα ήταν ανίκανος να αντιδράσει καθοιονδήποτε τρόπο.

Ο κατηγορούμενος αντίθετα ήταν όρθιος, με πλήρη ελευθερία κινήσεων, είχε την αστυνομική του ράβδο με την οποία κατάφερε αλλεπάλληλα πλήγματα στον εγκαλούντα ενώ εξάλλου, δεν πρέπει να παροραθεί ότι κατά τον ισχυρισμό του ιδίου του κατηγορουμένου, αυτός, μετά την χειροπέδηση του εγκαλούντος στην οποία προέβη με τη βοήθεια του συναδέλφου του Δ.

Σ., του είπε ότι δεν τον χρειαζόταν άλλο και του συνέστησε να αποχωρήσει, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος αισθανόταν πλέον ασφαλής έναντι του εγκαλούντος μετά την χειροπέδησή του τελευταίου αυτού. Ο περιγράφεις αναλυτικά ξυλοδαρμός του εγκαλούντος άρχισε ακριβώς μετά το χρονικό και πραγματικό αυτό σημείο.

Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο εγκαλών, παρά την παραπάνω κατάσταση στην οποία βρισκόταν εξακολουθούσε να του επιτίθεται με τον όγκο του σώματός του - πέραν του ότι προβάλλεται οψίμως στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, δοθέντος ότι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος προέβη σε εκτεταμένη αναφορά ότι ο εγκαλών κατά το στάδιο αυτό χτυπούσε το κεφάλι του στο 'φοριαμό' και κλωτσούσε τα έπιπλα αλλά δεν έκανε μνεία για επίθεση σε βάρος του (κατηγορουμένου) - πέραν του ότι δεν αποδείχθηκε βάσιμος - δεν είναι δυνατόν, κατά την κοινή ανθρώπινη εμπειρία και λογική, να συνιστά επίθεση σε βάρος του εξοπλισμένου με αστυνομική ράβδο αστυνομικού που, σε κάθε περίπτωση, έχει τη δυνατότητα να καλέσει σε βοήθεια άλλους συναδέλφους του από παρακείμενα γραφεία, που απείχαν λίγα μέτρα από το σημείο του επεισοδίου.

Συνακόλουθα τούτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο αυτοτελής ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου περί καταστάσεως άμυνας και ομοίως και ο τοιούτος περί υπερβάσεως των ορίων της άμυνας συνεπεία φόβου και ταραχής, καθόσον, όταν δεν υπάρχει άμυνα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπέρβαση των ορίων αυτής.

Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως προαναφέρθηκε, της πράξεως των βασανιστηρίων κατ' άρθρ. 137 Α' παρ.1 εδ. γ' και 2 ΠΚ χωρίς όμως την επιβαρυντική περίσταση αυτής, κατ' αρθρ. 137 Β' παρ. 1 στοιχ. β' ΠΚ. ...". Ακολούθως, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί του ότι αυτός βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας (άρθρ. 22 Π.Κ.) και συνακόλουθα και τον ισχυρισμό του περί υπερβάσεως των ορίων της άμυνας, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο της πράξεως των βασανιστηρίων (άρθρ.137 Α', παρ.1 εδ.

γ' και 2 Π.Κ.), με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο Α. Π. του Α. ένοχο, ομόφωνα, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, στη βασική μορφή του εγκλήματος των βασανιστηρίων (άρθρ. 137Α' ΠΚ) του ότι: Κατά τον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο τέλεσε με πρόθεση έγκλημα, που προβλέπεται από το νόμο και τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή.

Ειδικότερα: Στον κατωτέρω τόπο και χρόνο, όντας υπάλληλος στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η φύλαξη κρατουμένων, ενεργώντας από κοινού με άγνωστο άτομο, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, υπέβαλε σε βασανιστήρια [ήτοι μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου], κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων, πρόσωπο που βρισκόταν υπό την εξουσία του με σκοπό να το εκφοβίσει.

Συγκεκριμένα, στην ….την 31-12-2009, όντας ειδικός φρουρός, που υπηρετούσε στο Α/Τ ... και εκτελούσε υπηρεσία σκοπού κρατητηρίων από ώρα 14.00'-22.00'με καθήκοντα της φύλαξης κρατουμένων, και περί ώρα 13.30' που είχε ήδη αναλάβει τα καθήκοντά του, όταν ο …. υπήκοος P. N., που κρατείτο στο Α/Τ ... για παράβαση του νόμου περί όπλων και προς διοικητική απέλαση, του ζήτησε επανειλημμένα να τηλεφωνήσει, καθόσον το καρτοτηλέφωνο που βρισκόταν εκεί δεν λειτουργούσε, αυτός τον εξύβρισε, εισήλθε στο χώρο του κρατητηρίου, τον χτύπησε με το χέρι του στο πρόσωπο δύο φορές και τον οδήγησε σε χώρο εξωτερικά του κελιού, κλείνοντας την πόρτα πίσω του, με αποτέλεσμα να μην είναι ορατοί από τους υπόλοιπους κρατουμένους.

Εκεί, κάνοντας χρήση αστυνομικής ράβδου, άρχισε να τον χτυπά στον αριστερό του βραχίονα και σε άλλα σημεία του σώματός του, μετά δε τη χειροπέδησή του κι ενώ ο κρατούμενος ήταν καθισμένος σε παγκάκι, αυτός φόρεσε στο κεφάλι του κρατουμένου κράνος και μαζί με ένα άλλο, άγνωστο ακόμη, πρόσωπο άρχισαν να τον χτυπούν μεθοδευμένα σε διάφορα σημεία του σώματός του με αστυνομικές ράβδους, με γροθιές και λακτίσματα [κλωτσιές] με αποτέλεσμα να υποστεί σωματικές κακώσεις και συγκεκριμένα πολλαπλές θλαστικές κακώσεις στο σώμα και δη στην κεφαλή, στα άνω άκρα, στον κορμό, στην πρόσθια και ραχιαία επιφάνεια, στα κάτω άκρα, μελανού χρώματος και οιδηματώδεις περιοχές των υποδόριων αιμορραγικών διηθήσεων, με αποτέλεσμα να μη δύναται να περπατήσει ή να κάμψει το πέλμα, μικρής έκτασης πνευμοθώρακα και οξεία νεφρική ανεπάρκεια, λόγω της εκτεταμένης μυϊκής καταστροφής.

Προέβη δε στην ανωτέρω πράξη με σκοπό να εκφοβίσει τον παραπάνω κρατούμενο, που βρισκόταν υπό την φύλαξή του". Στη συνέχεια δε, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, αφού αναγνώρισε στον αναιρεσείοντα τις ελαφρυντικές περιστάσεις του πρότερου έντιμου βίου και της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

α' και ε' του Π.Κ., του επέβαλε κατά πλειοψηφία (6-1) ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, απορρίπτοντας τον αυτοτελή ισχυρισμό του ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του και η ελαφρυντική περίσταση του ότι ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και παρασύρθηκε σ' αυτήν από οργή που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη του παθόντος (άρθρ. 84 παρ. 2 περ.

γ' Π.Κ.), με την ακόλουθη, επί λέξει, αιτιολογία: "...όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, ο κατηγορούμενος επέφερε μεθοδευμένα αλλεπάλληλα χτυπήματα με την αστυνομική του ράβδο και με κλωτσιές και γροθιές προς τον εγκαλούντα καθ' ον χρόνο τον είχε ήδη χειροπεδήσει με τα χέρια πισθάγκωνα, του είχε φορέσει ένα κράνος μοτοσικλέτας στο κεφάλι του και τον είχε καθίσει σε ένα παγκάκι που βρισκόταν στο κεφαλόσκαλο του δευτέρου ορόφου του Α/Τ ..., καθ' ον χρόνο δηλονότι αυτός (εγκαλών) ήταν ανίσχυρος και ανίκανος να επιτεθεί στον κατηγορούμενο.

Ο περιγράφεις αναλυτικά ξυλοδαρμός του εγκαλούντος άρχισε ακριβώς μετά το χρονικό και πραγματικό αυτό σημείο. Ο κατηγορούμενος επικαλείται την προηγηθείσα εκ μέρους του εγκαλούντος εξύβρισή του και την επίθεση με δάγκωμα στο δάχτυλό του πλην όμως η όποια συμπεριφορά του εγκαλούντος θεωρείται ότι εξάντλησε την οργή του κατηγορουμένου με την συμπλοκή που έλαβε χώρα μέχρι την τιθάσευση του εγκαλούντος και εν τέλει την χειροπέδησή του πισθάγκωνα, κατά την οποία επίσης ο κατηγορούμενος επέφερε στον εγκαλούντα κλωτσιές και γροθιές προκειμένου να τον χειροπεδήσει με τη βοήθεια του συναδέλφου του.

Έκτοτε, ο κατηγορούμενος αισθάνθηκε πλέον ασφαλής έναντι του εγκαλούντος, λόγος για τον οποίο συνέστησε και στον συνάδελφό του Δ. Σ. να αποχωρήσει καθόσον δεν τον χρειαζόταν άλλο. Ενδεικτική είναι και η αποστροφή της απολογίας του δευτέρου κατηγορουμένου Σ. Κ. ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αναφορικά με το περιστατικό και τη συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου: " ...

ο Π. πιθανολογώ να έπραξε λίγο με υπερβάλλοντα ζήλο, για να αποτρέψει αυτή την απόπειρα απόδρασης, η οποία ανασχέθηκε από τη στιγμή που του έβαλε χειροπέδες, στην επόμενη φάση μπορούσε να μην τον ξαναχτυπήσει ο Π....". Τέλος, ανάγεται στα καθήκοντα και στις υποχρεώσεις των αστυνομικών να προσπαθούν να διατηρούν την ψυχραιμία τους στις διάφορες καταστάσεις, να φροντίζουν για την ηρεμία των κρατουμένων των οποίων έχουν κατά νόμο την επιμέλεια και φροντίδα και δεν συνάδει με τα αστυνομικά τους καθήκοντα η 'αντιπαράθεση' σε προσωπικό επίπεδο με κρατουμένους για τους οποίους είναι αρμόδιοι για τη φύλαξή τους και οι οποίοι είναι κρατούμενοι για αξιόποινες πράξεις, στερούμενοι της ελευθερίας τους και συνακόλουθα οι εκ μέρους τους συμπεριφορές είναι αναμενόμενες και αποτελούν ακριβώς το αντικείμενο διαχειρίσεως των αστυνομικών.

Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο αντίστοιχος αυτοτελής ισχυρισμός". Με τις ως άνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ενήργησε σε κατάσταση άμυνας και τον καταδίκασε για την αξιόποινη πράξη των βασανιστηρίων κρατουμένου, περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αποκλείουν την κατάσταση άμυνας και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, των αποδείξεων που το θεμελιώνουν και των συλλογισμών, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών που κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.

α, 27 παρ. 1 και 137Α παρ.1 εδ. γ' και 2 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, με πλήρη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ενήργησε σε κατάσταση άμυνας, αφού, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η πράξη των βασανιστηρίων κρατουμένου από μέρους του αναιρεσείοντος, δηλαδή ο ξυλοδαρμός του κρατουμένου προς εκφοβισμό, τελέστηκε όταν ο παθών κρατούμενος ήταν ήδη ακινητοποιημένος, με χειροπέδες με τα χέρια πίσω (πισθάγκωνα), με κράνος στο κεφάλι που του είχε φορέσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος και καθισμένος στο παγκάκι του χώρου έξω από τα κρατητήρια και συνακόλουθα ήταν ανίκανος να αντιδράσει καθοιονδήποτε τρόπο και δεν υπήρχε κατ' εκείνη την στιγμή παρούσα άδικη επίθεση από μέρους του παθόντος κρατουμένου σε βάρος του αναιρεσείοντος, ούτε άλλωστε μπορούσε να υπάρξει, αφού ο παθών κρατούμενος ήταν δεμένος πισθάγκωνα με χειροπέδες.

Ουδεμία δε αντίφαση υπάρχει στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το ότι δέχεται ότι πριν από την τέλεση της πράξης του ξυλοδαρμού με την αστυνομική ράβδο του δεμένου πισθάγκωνα με χειροπέδες κρατουμένου προς εκφοβισμό του, ο τελευταίος είχε επιτεθεί στον αναιρεσείοντα, είχε συμπλακεί μαζί του, τον είχε πιάσει από το λαιμό και τον είχε δαγκώσει, αφού δέχεται ότι η συμπλοκή αυτή είχε τελειώσει, είχε ήδη ακινητοποιηθεί και δεθεί πισθάγκωνα ο κρατούμενος και δεν μπορούσε πλέον να επιτεθεί ξανά στον αναιρεσείοντα, όταν αυτός τον κτυπούσε με την αστυνομική ράβδο προς εκφοβισμό.

Επίσης, καμμιά αντίφαση δεν υπάρχει στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το ότι αυτή καταδίκασε τον αναιρεσείοντα ότι τέλεσε την πράξη των βασανιστηρίων κρατουμένου κατά συναυτουργία με άλλο άγνωστο πρόσωπο, ενώ δέχεται ότι έδιωξε και απομάκρυνε τον συνάδελφό του Δ. Σ., αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι έφυγε ο Δ.

Σ.ς από το χώρο του κρατητηρίου και ο αναιρεσείων, από κοινού με άλλο άγνωστο συνάδελφό του, κτύπησαν και βασάνισαν προς εκφοβισμό τον παθόντα κρατούμενο. Ακόμη, αιτιολογείται επαρκώς από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως προς τις συνθήκες τελέσεως της πράξεως των βασανιστηρίων, ο δόλος του αναιρεσείοντος και ο σκοπός τούτου να εκφοβίσει τον κρατούμενο.

Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας δεν εκτίμησε σωστά την κατάθεσή του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δεν έλαβε υπόψη του τα όσα κατέθεσε απολογούμενος στον Ανακριτή, είναι απαράδεκτη, αφού με αυτή, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας.

Όμως, πράγματι, υπάρχουν ελλείψεις και λογικά κενά στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και παρασύρθηκε σ' αυτήν από οργή που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη του παθόντος.

Και τούτο διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της, ενώ δέχεται ότι είχε προηγηθεί επίθεση του παθόντος κρατουμένου κατά του αναιρεσείοντος και ότι ο κρατούμενος κτύπησε, επιχείρησε να πνίξει και δάγκωσε τον αναιρεσείοντα πριν ακινητοποιηθεί και δεθεί πισθάγκωνα με χειροπέδες, εν τούτοις δεν αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα, χωρίς λογικά κενά, γιατί ο αναιρεσείων δεν ωθήθηκε στην αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε από την προηγηθείσα, κατά τις παραδοχές της, ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και γιατί δεν παρασύρθηκε σ' αυτήν από την οργή που του προκάλεσε η κατά τις παραδοχές της προηγούμενη άδικη εναντίον του πράξη του παθόντος, αφού, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

γ' του Π.Κ., για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως που αναφέρεται σ' αυτή, η ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και η άδικη επίθεση του παθόντος δεν χρειάζεται να τελούνται κατά το χρόνο της τελέσεως της αξιόποινης πράξης από μέρους του δράστη, αλλά μπορούν και να έχουν προηγηθεί χρονικά της τελέσεως της αξιόποινης πράξης από μέρους του δράστη.

Ενόψει τούτων, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι ενήργησε υπό κατάσταση άμυνας και σχετικά με την κρίση περί της ενοχής του, είναι αβάσιμος.

Αντίθετα, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σχετικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του ότι ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και παρασύρθηκε σ' αυτήν από οργή που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη του παθόντος, είναι βάσιμος.

Επομένως, κατά παραδοχή του ως άνω βάσιμου λόγου της, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού διάταξή της, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της για την επιβολή ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ), απορριπτομένης κατά τα λοιπά της κρινόμενης αιτήσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 396A, 419, 526/2017 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα μόνον ως προς τη διάταξή της που απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του ότι ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και παρασύρθηκε σ' αυτήν από οργή που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη του παθόντος, καθώς και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Και

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 29-12-2017 αίτηση αναιρέσεως του Α. Π. του Α., κατοίκου ..., για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 8/2017 έκθεση αναιρέσεως ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ