Supreme Court quashes appeal court decision for considering inadmissible witness affidavits without declaring them inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a third-instance judgment regarding a civil dispute. The appellant argued the lower court improperly considered specific witness affidavits that were either not submitted according to law or contained factual errors regarding the deponent's identity. The court found the appeal admissible because the lower court took into consideration evidence that the law forbids or failed to declare inadmissible when requested, violating procedural rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure; The court must not consider evidence prohibited by law or fail to declare inadmissible evidence presented by a party when such evidence is clearly and specifically invoked.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1911 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1911/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λάμπρο Θεοτοκάτο.
Του αναιρεσίβλητου: ΝΠΔΔ που εδρεύει στα Αγρίλια Σάμης Κεφαλληνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΡΙΛΙΩΝ", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευτυχία Αναστασιάδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 23-4-2007 κύρια παρέμβαση προσώπων που δε μετέχουν στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Σάμης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2008 παραπεμπτική του ως άνω δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας την συζήτηση της υπόθεσης, 22/2010 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας και 125/2015 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-7-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 9-10-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος κατά το πρώτο σκέλος, τέταρτος κατά το δεύτερο σκέλος και πέμπτος κατά το πρώτο σκέλος λόγοι αναίρεσης και ν' απορριφθούν οι λοιποί αναιρετικοί λόγοι.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει αφενός μεν να μη λάβει υπόψη ανεπίτρεπτα από το νόμο ή μη νομοτύπως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και αφετέρου να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του, χωρίς να απαιτείται για τον εν λόγω προσδιορισμό η αναφορά της ημεροχρονολογίας του εγγράφου ή του τυχόν αριθμού πρωτοκόλλου καθώς και άλλου μερικοτέρου για τον προσδιορισμό του στοιχείου, αρκεί να μη γεννιέται αμφιβολία για το έγγραφο που προσκομίστηκε, αν δε πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, που το πρώτον προσάγεται στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 527 ΚΠολΔ), η επίκληση γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ.ΑΠ 23/2008).
Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ και δ του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001 (αλλά και το ν. 3994/2011) και εφαρμόζονται κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ και στην κατ' έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη, το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, για δε την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παρ. 3 και άρθρου 237 ΚΠολΔ, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες.
Με τη διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία ενώπιον κάθε πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου (ενώ πλέον κατά το άρθρο 36 του ν. 3994/2011 περιλαμβάνονται στα κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ περιοριστικά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα), εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκε η οριζόμενη από τη διάταξη αυτή προϋπόθεση για την έγκυρη λήψη τους, δηλαδή η προηγούμενη, πριν από δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, παράλληλα δε τέθηκε όριο ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.
Το όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων, δηλονότι ενόρκων βεβαιώσεων τριών και μόνον προσώπων, έστω και αν αυτές περιέχονται στη με ίδιο αριθμό συνταγείσα ενώπιον του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου σχετική έκθεση, ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, δεν συνιστά δε ο περιορισμός αυτός αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (κύρωση με το ν.δ. 53/1974), που κατοχυρώνουν μεν το δικαίωμα δικαστική έννομης προστασίας στο πλαίσιο δίκαιης δίκης, δεν αποκλείουν όμως την θέσπιση περιορισμών στην απόδειξη, εφόσον αυτοί δεν καταστρατηγούν, αλλά διασφαλίζουν τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον περιορισμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που στόχο έχει, εξαιτίας του επισφαλούς χαρακτήρα του αποδεικτικού αυτού μέσου, τη μεγαλύτερη δικαιϊκή ασφάλεια στις σοβαρές, κατά κανόνα, υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας.
Αν προσκομισθούν από ένα διάδικο μέρος περισσότερες από τρεις ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη τις τρεις πρώτες κατά τη σειρά επίκλησής τους, αν δε περιλαμβάνονται στην ίδια έκθεση περισσότερες από τρεις, χωρίς ειδική επίκληση, τις τρεις πρώτες εξ αυτών, διότι οι πέραν των τριών πρώτων προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις είναι, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.
γ' και δ του ΚΠολΔ, ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και ως τέτοιο δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα περισσότερες των τριών πρώτων από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικα μέρη, υποπίπτει στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11α και 14 ΚΠολΔ, δηλαδή λαμβάνει υπόψη απαγορευμένα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και παρά το νόμο δεν τα κηρύσσει απαράδεκτα (ΑΠ 3/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο κατά το πρώτο σκέλος του και δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγους της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αριθμούς 11 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες ότι 1) το Εφετείο, ενώ με τις ενώπιόν του προτάσεις της η αναιρεσίβλητη-εφεσίβλητη επικαλέσθηκε, ως αποδεικτικό μέσο, κατά σειρά "τις με αριθμό ...
ένορκες βεβαιώσεις του συμβολαιογράφου Σάμης Βασίλη Δρακουλόγκωνα,.... εκ των οποίων στην πρώτη κατά σειρά επίκλησης περιλαμβάνονται βεβαιώσεις τεσσάρων προσώπων", εκείνο, αντί να λάβει υπόψη του μόνο τις τρεις πρώτες βεβαιώσεις από την πρώτη κατά σειρά έκθεση (υπ' αριθ….), έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθ. ...
ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του, ως άνω, συμβολαιογράφου, χωρίς να κηρύξει τις λοιπές απαράδεκτες και 2) ελήφθη υπόψη από το Εφετείο η ένορκη βεβαίωση "της Α. Β. συζ. Ε. Θ. που περιλαμβάνεται στη με αριθμό ... έκθεση...", ενώ στην έκθεση αυτή η ένορκη βεβαίωση έχει δοθεί από την Ε. θυγατέρα Κ. και Α. Β. συζ. Ε. Θ., δηλονότι από πρόσωπο διαφορετικό εκείνου που αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης.
Όπως δε προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των από 28-4-2014 προτάσεων της αναιρεσίβλητης-εφεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, η τελευταία προέταξε στις προσκομιζόμενες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις την προαναφερόμενη …τοιαύτη, την οποία το Εφετείο ανεπιτρέπτως παρείδε, λαβόν υπόψη τις επόμενες αυτής κατά σειρά επίκλησης υπ' αριθ. ...
ένορκες βεβαιώσεις, κατά το βάσιμο περί τούτου συναφές πρώτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προαναφερθείσας υπ' αριθ. ... ένορκης βεβαίωσης, ενώ αυτή έχει δοθεί από την Ε. θυγατέρα Κ. και Α. Β. συζ. Ε. Θ., στην προσβαλλόμενη απόφαση φέρεται αυτή να έχει δοθεί από διαφορετικό πρόσωπο και δη από την Α.
Β. συζ. Ε. Θ., κατά το βάσιμο συναφές πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου της αναίρεσης.
Ακολούθως και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στο καταθέσαν αναιρεσείον (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 125/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ