Supreme Court dismisses appeal and additional grounds due to procedural delay and inadmissible denial of historical basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and declared additional grounds inadmissible. The appellant filed supplementary arguments twenty-one days before the hearing, violating the thirty-day statutory requirement, and argued the lower court improperly ignored claims regarding possession and ownership. The court ruled the appeal procedurally untimely and the additional grounds inadmissible because they constituted a denial of the case's historical foundation rather than a new legal issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(2), 571(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: Supplementary grounds must be filed at least thirty full days before the hearing, calculated from the original hearing date, and denials of the historical basis of the claim are inadmissible as they do not constitute new matters.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1911 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1911/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Κωνσταντόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βαγιάνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 985/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2420/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/5/2013 αίτησή της και τους από 17/1/2014 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 7/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 569 παρ. 2, 571 παρ. 1 ΚΠολΔ συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2 και 3, 568 παρ. 2,3 και 4, 570 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι το δικόγραφο των προσθέτων λόγων πρέπει να κατατεθεί και να επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο τουλάχιστον τριάντα πλήρεις πριν από τη συζήτηση.
Η προθεσμία υπολογίζεται με βάση την αρχική δικάσιμο και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης. Δεν υπολογίζονται στην προθεσμία, οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως καθώς και συζητήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2420/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατατέθηκε στην γραμματεία του εν λόγω δικαστηρίου στις 20-5-2013 και με την από 11-7-2013 πράξη του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτου ορίστηκε ως χρονολογία συζητήσεως αυτής η 19-2-2014.
Την 20-1-2014 η αναιρεσείουσα κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου με αριθμό 8/2014 το από 17-1-2014 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης το οποίο επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο Κ. Ρ., όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. 3738Α/20-1-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Θ. Β., στις 20 Ιανουαρίου 2014.
Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι έχουν ασκηθεί εκπροθέσμως την εικοστή ενάτη ημέρα πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (20 Ιανουαρίου -19 Φεβρουαρίου) ενώ έπρεπε να έχουν παρέλθει τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Συνεπώς, οι πρόσθετοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι ως εκπροθέσμως ασκηθέντες.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος και απέδωσε στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που έχει, εξαιτίας του οποίου κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι όμως και όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου εγγράφου το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει έστω και εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Σε κάθε περίπτωση, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει στο πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έχει απλά συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ολ ΑΠ 2/2008).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, δεν θεμελιώνεται όταν η παραμόρφωση δεν αφορά σε έγγραφα που χρησιμεύουν ως αποδεικτικά μέσα αλλά σε διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως η αγωγή, η ανταγωγή, οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αποδίδει πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, οδηγήθηκε στην κρίση του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου, η οποία κτήθηκε δια χρησικτησίας παρ' αυτού, κατά παραμόρφωση του περιεχουμένη της υπ' αριθμ. 14/2007 αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, η οποία έκρινε κατ' έφεση επί της από 27-10-2006 αίτησης της αναιρεσείουσας κατά του Δήμου Ηλιούπολης ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για αναγνώριση της νομής της επί του επίδικου ακινήτου και με την οποία διατάχθηκε η απαγόρευση διακατοχικών πράξεων στους διαδίκους και σε κάθε τρίτον μέχρι να λυθεί η διαφορά από τα πολιτικά δικαστήρια. "Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, μόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα περί κτήσεως της κυριότητας του επίδικου ακινήτου εκ μέρους του αναιρεσίβλητου με έκτακτη χρησικτησία συνεκτιμώντας το έγγραφο αυτό μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και δεν στήριξε τη δικανική του κρίση αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο αυτό.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974,1041 και 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς επάνω σ' αυτά πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του ακινήτου με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1020 ΚΠολΔ" αγωγή διεκδίκησης του πράγματος του πλειστηριασμού πρέπει να ασκηθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία για τα κινητά ενός έτους από τότε που παραδόθηκαν στον υπερθεματιστή και για τα ακίνητα πέντε ετών από τότε που, μεταγράφηκε η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης".
Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στον τρίτο που αξιώνει δικαίωμα κυριότητας στο αντικείμενο της εκτέλεσης ως μέσο προστασίας του, για την περίπτωση που το αντικείμενο πλειστηριάσθηκε και κατακυρώθηκε και ο υπερθεματιστής εγκαταστάθηκε σ' αυτό, η κατά το ουσιαστικό δίκαιο διεκδικητική αγωγή στην οποία παθητικά νομιμοποιείται ο υπερθεματιστής.
Η αγωγή αυτή ασκείται εντός ειδικής βραχυπρόθεσμης αποκλειστικής προθεσμίας η οποία ορίζεται σε πέντε (5) έτη για ακίνητα από τότε που μεταγράφηκε η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Η έναρξη αυτής της προθεσμίας και ακολούθως η απόσβεση του δικαιώματος προς άσκηση διεκδικητικής αγωγής, προϋποθέτει όχι μόνον μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης αλλά και εγκατάσταση του υπερθεματιστή στο ακίνητο, χωρίς να ενδιαφέρει εάν αυτή έγινε με εκούσια παράδοση ή με εκτέλεση της κατακυρωτικής έκθεσης, ενώ μέχρι τότε προστατεύεται με την ανακοπή του άρθρου 936 ΚΠολΔ.
Η πάροδος της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 1020 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη κα αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ (ΑΠ 228/2010). Εφόσον η διεκδικητική αγωγή υποκύψει στην ανωτέρω αποσβεστική προθεσμία, τυχόν εγειρόμενη θα απορριφθεί λόγω απωλείας του εν αυτή δικαιώματος, το αυτό δε ισχύει και για την αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή, η οποία απορρίπτεται ελλείψει εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος.
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο ουσιαστικό κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, κρίνεται ενόψει των πραγματικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον προκείμενο λόγο αναίρεσης ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε όχι, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και μη παράθεση του περιεχομένου τους, ή η μη ανάλυση του νοήματος τους, δεν ιδρύει το λόγο αυτό, αρκεί να υπάρχει κανόνας, δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχθηκε ως διατακτικό της απόφασης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι, ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται, με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγω αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, επιφανείας 624,50 τ.μ., βρίσκεται στον Γ' τομέα του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου Ηλιουπόλεως Αττικής, επί της οδού … μεταξύ των αριθμών 63 και 65, στο υπ'αριθμ.
… Ο.Τ. και ήδη. μετά από νέα αρίθμηση στο … Ο.Τ., εμφαίνεται στο από 14-11-1933 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Μ. Χ., που είναι προσαρτημένο στο υπ'αριθμ. …/1948 συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Ιωάννη Καρτσούνη και συνορεύει ανατολικά εν μέρει με το 1 οικόπεδο του ιδίου Ο.Τ. επί πλευράς μέτρων 8 και εν μέρει με το 2 οικόπεδο του ιδίου Ο.Τ.
επί πλευράς μέτρων 23,25, νοτιοδυτικά με οδό μετέπειτα ονομασθείσα … επί προσώπου 24 μέτρων, βορειοδυτικά με το 8 οικόπεδο του ιδίου Ο.Τ. επί πλευράς μέτρων 32,25 και νοτιοανατολικά με το 4 οικόπεδο του ιδίου Ο.Τ. επί πλευράς μέτρων 13,80 και ήδη, μετά από νέα καταμέτρηση, βορειοανατολικά σε πλευρά 9,45 μέτρων με πολυκατοικία διαφόρων ιδιοκτητών, ανατολικά σε πλευρά 23,60 μέτρων με πολυκατοικία διαφόρων ιδιοκτητών, νοτιοδυτικά επί προσώπου 24,70 μέτρων με οδό μετέπειτα ονομασθείσα, …, βορειοδυτικά επί προσώπου 31,00 μέτρων με ισόγειο κατάστημα και νοτιοανατολικά επί προσώπου 13,50 μέτρων με τριώροφη οικοδομή διαφόρων ιδιοκτητών.
Το ακίνητο αυτό φέρεται να έχει εκπλειστηριασθεί και περιγράφεται με τα ίδια όρια και στην ίδια ως άνω θέση στην 6357/1999 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της Συμ/φου Μαραθώνα Κων/νας Παπαζαφειροπούλου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηλιουπόλεως, στον τόμο 311 και με α/α …, στην οποία αναφέρεται ότι τούτο κατακυρώθηκε στην εναγομένη.
Η αναγκαστική κατάσχεση αυτού επιβλήθηκε με την 470/7.4.1999 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Γ., σε εκτέλεση της 18801/1998 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών για απαίτηση εναντίον της Μ. Γ., με επισπεύδοντα τον Α. Τ.. Στην κατακυρωτική έκθεση αναφέρεται ως τίτλος κτήσης της εν λόγω οφειλέτιδος η με αριθμό …/23.4.1997 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμ/φου Αθηνών Σ.
Καταπόδη, που είναι νόμιμα μεταγεγραμμένη στο Υποθ/κείο Ηλιούπολης στον τόμο 281 με α/α ... Ο ενάγων διατηρεί επιχείρηση σιδηρουργείου, που αρχικά στεγαζόταν στην Ηλιούπολη Αττικής επί της οδού 17ης Νοεμβρίου αρ. …, ακολούθως 5ε μετέφερε αυτήν, κατά το έτος 1979. σε ισόγειο κατάστημα επί της οδού … αρ. 63, επιφανείας μόλις 40 τ.μ., το οποίο μίσθωσε από τον Α.
Π., με το από 28-06-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως. Παραπλεύρως του εν λόγω μισθίου και σε κοινό όριο με αυτό υπήρχε οικόπεδο, του οποίου η βορειοδυτική πλευρά συνορεύει με το εν λόγω μίσθιο του ενάγοντος, που, όπως είχε διαπιστώσει ο τελευταίος, δεν ανήκε σε κάποιον γνωστό ιδιοκτήτη, καθόσον ουδέποτε είχε εμφανισθεί οποιοσδήποτε για να το διεκδικήσει, όπως τον διαβεβαίωσε και ο άνω εκμισθωτής του, που ήταν και ο ίδιος σιδηρουργός.
Άρχισε έτσι να χρησιμοποιεί τούτο για τις ανάγκες της επιχείρησης του, διότι ασχολούνταν με εργασίες, οι οποίες για την εκτέλεση τους απαιτούσαν μεγάλο ελεύθερο χώρο, όπως η συναρμολόγηση λυομένων κατοικιών. Ακόμη, επειδή οι πιο πάνω εργασίες απαιτούσαν συχνά ηλεκτροκόλληση, αυτός είχε προβεί στον καθαρισμό του επιδίκου οπό χόρτα, λόγω του κινδύνου πυρκαγιάς.
Μετά το έτος 1981, επειδή το έδαφος ήταν επικλινές, με ύψωμα περίπου 80 εκατοστών από το δρόμο, διαμόρφωσε ράμπα στην πλευρά του συνόρου του με το μίσθιο κατάστημα του, ώστε να εισέρχεται σε αυτό φορτηγό και να ξεφορτώνει υλικά. Επίσης, στάθμευε εκεί το φορτηγό αυτοκίνητο του, το οποίο χρησιμοποιούσε για τις σιδηρουργικές εργασίες του, εναπόθετε σκάλες, κάγκελα, δεξαμενές πετρελαίου, νερού κλπ., που εκείνος κατασκεύαζε και παρέμεναν εκεί μέχρι τη φόρτωση τους στο φορτηγό του και είχε δημιουργήσει πρόχειρη κατασκευή από τσιμεντόλιθους στο νοτιοανατολικό σύνορο αυτού.
Ενεργώντας όλες τις παραπάνω πράξεις, ο ενάγων εξουσίαζε με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο. Το έτος 2000, όπως κατηγορηματικά βεβαιώνει ο μάρτυρας ανταπόδειξης σύζυγος της εναγομένης Φ. Λ., εκείνη, επεχείρησε να κάνει κάποιες εργασίες στο επίδικο και συγκεκριμένα επιχείρησε να το περιφράξει, όμως την απέκρουσε ο ενάγων, ισχυριζόμενος ότι του ανήκει, η δε δικαιοπάροχος της ουδέποτε παρέδωσε σε αυτήν την νομή.
Μετά πάροδο έξι ετών, και συγκεκριμένα στις 19.7.2006, η εναγομένη επέδωσε στον ενάγοντα τη με αριθμό καταθέσεως .../18.7.2006 αίτηση της εναντίον του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθεσε πως εκείνη είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου δυνάμει της παραπάνω 6357/24.9.1999 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της άνω Συμ/φου και ζήτησε να παύσει ο ενάγων (εκεί καθού η αίτηση) τη διατάραξη της νομής της και να αποβληθεί από αυτήν.
Με την 3947/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η αίτηση της εναγομένης, όμως μετά την άσκηση έφεσης από τον ενάγοντα κατά της παραπάνω απόφασης, αυτή εξαφανίσθηκε και η αίτηση της εναγομένης απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Περαιτέρω, από την προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το επίδικο ήταν πράγματι εγκαταλελειμμένο κατά το χρόνο, που ο ενάγων επελήφθη της νομής αυτού και ότι εκείνος ενήργησε όλες τις πιο πάνω υλικές πράξεις νομής επ' αυτού με διάνοια κυρίου.
Αυτά επιβεβαιώνονται πλήρως από τα όλα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Γ. Ρ., προς το περιεχόμενο της οποίας εναρμονίζονται και οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν με επιμέλεια του εδώ ενάγοντος, (ο οποίος έχει εν προκειμένω το βάρος απόδειξης) στα πλαίσια της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, οι οποίοι είναι παλαιοί κάτοικοι της περιοχής και έχουν άμεση αντίληψη τόσο για την πραγματική κατάσταση του επιδίκου, όσο και για τις πράξεις νομής του ενάγοντος επ 'αυτού.
Η εναγομένη, που αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή, ισχυριζόμενη ότι επί του επιδίκου προβάλλει εμπράγματα δικαιώματα ο Δήμος Ηλιουπόλεως, δεν ανταπέδειξε τίποτα αναφορικά με το ζήτημα της εικοσαετούς νομής του ενάγοντος. Όσον αφορά στο ζήτημα της κυριότητας της δικαιοπαρόχου της εναγομένης Μ. Γ. πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα:
Με το με αριθμό .../1958 συμβόλαιο, που φέρεται να συνέταξε ο Συμ/φος Κρωπίας Περικλής Κάλλαρης, η μητέρα της Μ. Γ., Ι. Γ. το γένος Ν. Π., φέρεται να αγοράζει, κατά το έτος 1958, το επίδικο από τον Κ. Ν.. Όμως, ο άνω συμβολαιογράφος δεν ήταν εν ζωή κατά το χρόνο σύνταξης του συμβολαίου, αφού είχε αποβιώσει από το έτος 1922 και το αρχείο του είχε απολεσθεί.
Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύθηκαν άγνωστοι για την κατάρτιση πλαστών συμβολαίων, λόγος για τον οποίο η Εισαγγελία Αθηνών, με το 6496/1998 έγγραφο της είχε διατάξει τη διενέργεια σχετικής έρευνας. Επί πλέον το συμβόλαιο αυτό είχε μεταγραφεί στη μερίδα του πωλητή στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών, ενώ μεταγραφή του σε μερίδα της αγοράστριας, με παραποιημένο αριθμό συμβολαίου, έλαβε χώρα στις 19.11.1992, δηλαδή 34 έτη αργότερα, και μάλιστα όχι στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Ηλιουπόλεως, αλλά στο Υποθ/κείο Αθηνών και χωρίς την κατά νόμο απόφαση του Υποθηκοφύλακα και τη σχετική επισημείωση για εκπρόθεσμη καταχώριση.
Η αγοράστρια απεβίωσε στις 17.10.1995, μολονότι δε αυτή είχε συντάξει δημόσια διαθήκη στις 24.7.1992 ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών Μαρίας Λάτσου, που δημοσιεύθηκε με το 4244/17.9.2004 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σχετικά με ακίνητα στη νήσο Θήρα, η κόρη της Μ. Γ. εμφάνισε άλλη διαθήκη, ήτοι την από 4.5.1944 ιδιόγραφη, που δημοσιεύθηκε με το 24/1997 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, βάσει της οποίας προέβη σε αποδοχή κληρονομιάς, με την …/23.4.1997 πράξη αποδοχής του Συμ/φου Αθηνών Σταμάτη Καταπόδη, όπως ελέχθη παραπάνω, στην οποία αναφέρεται ότι εκείνη αποδέχεται, λόγω κληρονομιάς, οικόπεδο επί της οδού ..., με όρια παρεμφερή με αυτά του επιδίκου, που η μητέρα της είχε αποκτήσει δυνάμει χρησικτησίας, ενώ διέθετε τίτλο κτήσης, μεταγράφηκε δε η πράξη αυτή στο Υποθ/κείο Ηλιουπόλεως στις 1.7.1997.
Επί του ακινήτου, που δήθεν αποδέχθηκε η ως άνω Μ. Γ. επιβλήθηκε κατάσχεση από τη δανείστρια της Λ. Ζ.. Η Δικαστική Επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Κ., μετά τη σχετική εντολή, μετέβη στο υπό κατάσχεση ακίνητο, που εφέρετο να βρίσκεται στην οδό ... αρ. 66, όπου διαπίστωσε ότι εντός αυτού υπήρχαν πεύκα και ότι αυτό δεν ήταν περιφραγμένο.
Δηλαδή, η περιγραφή του στην πράξη αποδοχής κληρονομιάς ουδόλως ταυτιζόταν με την πραγματική κατάσταση αυτού, που επιχείρησε να κατάσχει η άνω δανείστρια, λόγος για τον οποίο πιθανότατα εγκατέλειψε τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ακολούθως, άλλος δανειστής της Μ. Γ., ο Α. Τ. προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση τούτου με την 470/7.4.1999 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης σε βάρος της, που συνέταξε η Δικαστική Επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.
Γ., οπότε ακολούθησαν οι κατά νόμο διαδικαστικές πράξεις και εν τέλει η άνω 6258/21.7.1999 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού, στον οποίο πλειοδότρια αναδείχθηκε η εναγομένη. Στην περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης αναφέρεται ότι το ακίνητο περιήλθε στην οφειλέτιδα με την .../23.4.1997 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του Συμ/φου Σ.
Καταπόδη. Συνημμένο στην πράξη αποδοχής είναι το από Μαρτίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Β. Κ., που αναφέρεται ρητά στην κατασχετήρια έκθεση και στις δύο περιλήψεις της Δικαστικής Επιμελήτριας Ι. Γ., στο οποίο απεικονίζεται το ακίνητο που περιήλθε στη Μ. Γ. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ, στο Ο.Τ. 208, δηλαδή σε άσχετο με αυτό του επιδίκου που βρίσκεται στο ΟΤ 275.
Σημειώνεται ακόμη ότι α) κατά της Μ. Γ., άλλο (τρίτο) πρόσωπο ο Γ. Μ. είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωριστική κυριότητας αγωγή, με αριθμό καταθ. 6122/1977, για το οικόπεδο που βρίσκεται στο ΟΤ …, επικαλούμενος χρησικτησία, β) ο ίδιος είχε εκδώσει κατά του συζύγου της εναγομένης Φ.
Λ. τις 15165/01 και 6285/02 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών, γ) η εναγομένη ζήτησε και συντάχθηκε το με αριθμό …/1999 προσύμφωνο ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών Θηρ. Δάλλα - Πολυζώη, με το οποίο, ατομικά και ως εκπρόσωπος της εταιρίας "Μ. Λ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" υποσχέθηκε την πώληση του επιδίκου στην εταιρία αυτή αντί 60.000.000 δρχ.
και ο σύζυγος της άσκησε την με αρ. καταθ. 7044/2005 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της συζύγου του, εδώ εναγομένης, και κατά της M.. Γ. με αίτημα να υποχρεωθούν, με καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, η μεν τελευταία να διορθώσει τον αριθμό του Ο.Τ, από … σε …, η δε εναγομένη (σύζυγος του) να καταρτίσει με αυτόν βάσει του άνω προσυμφώνου την οριστική σύμβαση και να του παραδώσει τη νομή του επιδίκου.
Οι ενέργειες αυτές είναι φανερό ότι αποτελούσαν τεχνάσματα που κατέτειναν στη δημιουργία νόμιμου τίτλου κυριότητας επί του επιδίκου. Ο μάρτυρας Φ. Λ. κατά την εξέταση του στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιχειρεί να δικαιολογήσει την έκδοση των διαταγών πληρωμής σε βάρος του από τον Γ. Μ., λέγοντας πως αυτός του είχε δώσει χρήματα, επιβεβαιώνει δε πως γνώριζε την άσκηση της αγωγής κατά της Μ.
Γ., ενώ ισχυρίζεται σχετικά με το προσύμφωνο, ότι αυτή ήταν η συμβουλή της δικηγόρου Κ., που σκόπευε να καρπωθεί παράνομα αυτό, παρά το ότι οι ίδιοι (αυτός και η εναγομένη σύζυγος του) δεν συμφωνούσαν με τις ενέργειες αυτές. Επιβεβαιώνει, τέλος, ακόμη, ότι το έτος 2000 ώχλησαν για πρώτη φορά τον ενάγοντα, όταν θέλησαν να περιφράξουν το επίδικο και τοποθέτησαν πινακίδα στην οποία αναγραφόταν το όνομα της εναγομένης ως ιδιοκτήτριας, την οποία ο ενάγων αφαίρεσε αμέσως, δεν δίνεται δε καμιά εξήγηση για το λόγο που παρήλθε έκτοτε διάστημα έξι ετών μέχρι την επίδοση της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων.
Αποδεικνύεται, επομένως, πλήρως, ότι ο ενάγων νεμόταν το επίδικο με τις υλικές πράξεις που αναφέρονται παραπάνω και που δεν θα μπορούσε να είναι άλλες ή και άλλες, λόγω της φύσης του επιδίκου. Το ποιός είχε κατασκευάσει τον ορνιθώνα δεν συνιστά ουσιώδες ούτε κρίσιμο γεγονός, εν προκειμένω, ενόψει του ότι το επίδικο χρησιμοποιούσε ο ενάγων για την εργασία του, ούτε ήταν αναγκαία η περίφραξη του επιδίκου από τον ενάγοντα αφενός λόγω της υψομετρικής διαφοράς του σε σχέση με το δρόμο, που καθιστούσε δύσκολη την πρόσβαση τρίτων σε αυτό, αφετέρου, διότι δεν είχε οχληθεί από κανέναν καθ' όλο τον διαδραμόντα χρόνο μέχρι το έτος 2000, που εκδηλώθηκε η βούληση της εναγομένης να διεκδικήσει τούτο.
Ο ενάγων, τέλος, επεδίωξε να προστατεύσει το επικαλούμενο δικαίωμα κυριότητας του έναντι του Δήμου Ηλιουπόλεως, που πρόβαλε τέτοιο δικαίωμα και ειδικότερα : Η εναγομένη ζήτησε από το Δήμο Ηλιούπολης στις 22.11.2005 να της χορηγηθεί ΤΑΠ, για να προχωρήσει σε ανέγερση οικοδομής, στις αρχές Οκτωβρίου δε του έτους 2006 προσπάθησε να περιφράξει το επίδικο, οπότε δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ των διαδίκων.
Ενόψει των διαπληκτισμών ο Δήμος Ηλιούπολης με το από 12.10.2006 με αρ. πρωτ. 36531 έγγραφο του απευθύνθηκε στο Α.Τ. Ηλιουπόλεως, και, ακολούθως, η εναγομένη κατέθεσε τη με αριθμό 30/2006 αίτηση ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών κατά του Δήμου Ηλιούπολης και του Ελληνικού Δημοσίου, προσεπικληθείσας και της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου, για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατ' άρθρο 22 του α.ν. 1539/1938.
Ο Δήμος Ηλιούπολης και ο ενάγων άσκησαν τις από 20.12.2006 και από 4.12.2006 αντίστοιχα κύριες παρεμβάσεις τους. Επ' αυτών εκδόθηκε η 9/2007 απόφαση, που απέρριψε κατ' ουσίαν την αίτηση της εναγομένης και ως μη νόμιμη την παρέμβαση του ενάγοντος, κατόπιν ανακοπής δε της εναγομένης ακολούθησε η 14/2007 απόφαση ου Εισαγγελέα Εφετών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή αυτή, εξαφανίσθηκε η άνω απόφαση και απαγορεύθηκαν οι διακατοχικές πράξεις στους εκεί διαδίκους (εναγομένη και Δήμο Ηλιούπολης), μέχρι να λυθεί η διαφορά από τα πολιτικά δικαστήρια, με την αιτιολογία ότι, με την 7568/1999 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που έχει καταστεί αμετάκλητη με την 1529/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, έκταση 12.000 στρεμμάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο, έχει αναγνωρισθεί ως ιδιωτική περιουσία.
Κατόπιν των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε δικαίωμα του Δήμου Ηλιούπολης επί του επιδίκου, όπως ισχυρίσθηκε η εναγομένη. Αντίθετα, αποδείχθηκε πλήρως ότι ο ενάγων νεμήθηκε το επίδικο επί είκοσι και πλέον έτη με διάνοια κυρίου με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία. Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η εναγομένη, πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, άρχισε να αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου, προβάλλοντας δικό της δικαίωμα κυριότητας σ' αυτό.
Συντρέχει, επομένως, έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του ενάγοντος να αναγνωρισθεί η κυριότητα του επί του επιδίκου, ώστε να αρθεί η δημιουργηθείσα αβεβαιότητα ως προς το δικαίωμα αυτό. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος Κ. Ρ. νεμήθηκε με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο από του έτους 1980 επί είκοσι και πλέον έτη μέχρι της ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής και εγένετο κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή του, αναγνώρισε αυτόν κύριο του επιδίκου ακινήτου και στη συνέχεια εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση και είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 280, 974 και 1045 ΑΚ, 1020 ΚΠολΔ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο σχετικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, ως προς την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1020 ΚΠολΔ το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τη διάταξη αυτή και απέρριψε σιγή την προβληθείσα σχετική ένσταση εφόσον από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, δεν προκύπτει, όπως απαιτείται σύμφωνα με τη διάταξη αυτή για την έναρξη της εν λόγω βραχυπρόθεσμης αποσβεστικής προθεσμίας των πέντε (5) ετών, ότι η αναιρεσείουσα εγκαταστάθηκε στο επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στη νομική σκέψη.
Επίσης, με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι κατά τα εις την μείζονα σκέψη εκτιθέμενα, και ο λόγος με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ότι δεν περιέχει μείζονα σκέψη με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί ποιοι κανόνες του ουσιαστικού δικαίου εφαρμόστηκαν και εάν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την εφαρμογή τους, εφόσον σύμφωνα με τις πιο πάνω πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, έχουν εφαρμογή οι ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, οι οποίες επάγονται την έννομη συνέπεια της κτίσεως κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, συνέπεια την οποία και το Εφετείο δέχθηκε ως διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασής του.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 339 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής, ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 11 γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις φωτογραφίες και αεροφωτογραφίες που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων και από όλα ανεξαρτήτως των έγγραφα που επικαλέσθηκαν και νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, από τις αεροφωτογραφίες και την επισκόπηση των φωτογραφιών, δεν καταλείπετε καμμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ως άνω έγγραφα.
Επομένως, ο λόγος αναίρεσης αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 β' ΚΠολΔ αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα παρά το νόμο που δεν προσκομίσθηκαν, ιδρύεται λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, κατ' εκτίμηση του σχετικού λόγου αναίρεσης, αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση ότι έλαβε υπόψη το Εφετείο έγγραφα που δεν έγινε νόμιμη επίκληση τους και προσκομιδή τους και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη το υπ' αριθ. …/1958 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρωπίας Περικλή Καλλούρη, την υπ' αριθ. .../23-4-1997 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Σταμάτη Καταπόδη, την από 10-1-1997 ιδιόγραφη διαθήκη της Μ. Γ. που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. 24/1997 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και υπ' αριθ. 4244/17-9-2004 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς να γίνει νόμιμη επίκληση τούτων και προσκομιδή. Ο λόγος αυτός εκ του αριθμού 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα παραπάνω έγγραφα τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος και προσκόμισε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα νομίμως ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμό της για έλλειψη πράξεων νομής και κατοχής εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου ακινήτου. Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός συνιστά άρνηση της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής και επομένως, δεν αφορά σε πράγματα κατά την παραπάνω έννοια.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η από 13 Μαΐου 2013 αίτηση της Μ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2420/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ν καταδικσθεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 12 παρ. 2 ν.4055/2012.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Μαΐου 2013 αίτηση της Μ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2420/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει ως απαραδέκτως τους προσθέτους λόγους αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Οκτωβρίου 2014 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ