1911/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1911/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και τοποθέτησης του νέου εξοπλισμού του πρατηρίου, αντί αμοιβής 10.000.000 δρχ. Ότι τη σύμβαση αυτή εκτέλεσε και έλαβε από τη δεύτερη εναγόμενη-αναιρεσίβλητη εργοδότρια τη συμφωνηθείσα αμοιβή του. Στη συνέχεια εξέθετε ο ενάγων και τα εξής, κατ' αντιγραφή της αγωγής, περιστατικά : "Πέραν τούτων όμως των εργασιών ο πρατηριούχος ζήτησε από την "LPC ΕΛΜΣ Α.
Full text
Απόφαση 1911 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1911 /2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Δ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Χατζηκωνσταντίνου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 2.Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ LPC ΕΛΛΑΣ" νομίμου δικαιούχου και χρήστη του σήματος CYCLON, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Αγροτικού Συνεταιρισμού Διαβατών με έδρα στη Νέα Μαγνησία και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι μεν πρώτος και τρίτος δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, ενώ η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αυλογιάρη Ευπραξία, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5746/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 10851/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 11-6-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 20-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ' 6672/3-12-2009 και 2679 Β/30-12-2009 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ... και ..., αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, μετά των κάτω απ' αυτήν πράξεων του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκαν το αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης Τμήμα του δικαστηρίου αυτού, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 31-1-2011, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους απολειπόμενους πρώτο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν είχαν εμφανισθεί ούτε κατά την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης ( βλ.
αντίγραφο πινακίου της δικασίμου 31-1-2011 ). Η αναβολή αυτή από το πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ.4 ΚΠολΔ ). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των άνω αναιρεσιβλήτων ( άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ ). Ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, σύμφωνα με τον οποίο το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 ΚΠολΔ, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι επί της ένδικης από 2-2-2005 αγωγής του αναιρεσείοντος κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου υπάρχει δεδικασμένο, που απορρέει από την υπ' αριθ. 5516/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι απαράδεκτος, διότι μεταξύ των λόγων αναίρεσης που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται και ο από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση των διατάξεων περί δεδικασμένου.
Κατά τη διάταξη του άρθρο 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 Ολ.ΑΠ 4/2005).
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης από 2-2-2005 αγωγής του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος εξέθετε σ' αυτήν ότι μεταξύ του ιδίου και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων εταιρίας με την επωνυμία "LPC ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", η οποία είχε καταρτίσει με τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας για τη διάθεση από το πρατήριό του υγρών καυσίμων παραγωγής της, καταρτίσθηκε στις 30-1-2001 σύμβαση έργου δυνάμει της οποίας αυτός ανέλαβε ως εργολάβος την υποχρέωση να εκτελέσει εργασίες αποξήλωσης του παλαιού κατεστραμμένου εξοπλισμού του πρατηρίου υγρών καυσίμων του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που επρόκειτο να λειτουργήσει επί μισθωμένου από τον τρίτο αναιρεσίβλητο Αγροτικό Συνεταιρισμό Διαβατών ακινήτου , καθώς και εργασίες κατασκευή;
και τοποθέτησης του νέου εξοπλισμού του πρατηρίου, αντί αμοιβής 10.000.000 δρχ. Ότι τη σύμβαση αυτή εκτέλεσε και έλαβε από τη δεύτερη εναγόμενη-αναιρεσίβλητη εργοδότρια τη συμφωνηθείσα αμοιβή του. Στη συνέχεια εξέθετε ο ενάγων και τα εξής, κατ' αντιγραφή της αγωγής, περιστατικά : "Πέραν τούτων όμως των εργασιών ο πρατηριούχος ζήτησε από την "LPC ΕΛΜΣ Α.
Ε." και την κατασκευή ράμπας η οποία θα ρευματοδοτούνταν από το πρατήριο και το αποχετευτικό σύστημα θα συνδεόταν με το κυρίως αποχετευτικό σύστημα του πρατηρίου. Επειδή οι εργασίες αυτές δεν βάρυναν κατ'ανάγκη την β'εναγομένη εταιρία, καθ' όσον αφενός ξεπερνούσαν το συμφωνημένο κόστος αφετέρου ήταν επωφελείς και μόνιμες κατασκευές για το ίδιο το ακίνητο και όχι για την εκμετάλλευση του πρατηρίου ως προς την πώληση των καυσίμων, κοστολογήσαμε και οι τρεις πλευρές το έργο περίπου στα 4.000.000 δρχ.
ήτοι 12.000 ευρώ. Συμφωνήθηκε επίσης ότι την μελέτη και επίβλεψη της επιπλέον κατασκευής θα είχε η "LPC ΕΜΑΣ Α. Ε.", διότι αφορούσε έργα υποδομής και κάτω από τις αντλίες και την πλατεία του πρατηρίου προσφέροντας την τεχνογνωσία της το δε κόστος θα βάρυνε αποκλειστικά τον πρατηριούχο. Την εν λόγω κατάσταση εξέθεσα τόσο εγώ όσο και ο μηχανικός της εταιρίας στον κ.
Μ. και ρητώς, χωρίς καμία επιφύλαξη μου ανέθεσαν να προβώ άμεσα σε όλες τις απαραίτητες εργασίες και τα συμπληρωματικά έργα που απαιτούνταν για την εύρυθμη λειτουργία του ως άνω πρατηρίου. Ειδικότερα οι εργασίες αυτές αφορούσαν κυρίως έργα χωματουργικά, εκσκαφής και κατασκευής υπογείου δικτύου ρευματοδότησης και αποχετευτικού δικτύου της ράμπας του πρατηρίου η κατασκευή της οποίας ζητήθηκε μεν από τον πρατηριούχο για την λειτουργία του πρατηρίου, δεν αφορούσε όμως άμεσα την πώληση και εμπορία των πετρελαιοειδών προϊόντων που η β' εναγομένη πωλούσε και συνεπώς το κόστος της ως επιπρόσθετη κατασκευή βάρυνε αποκλειστικά και μόνο τον πρατηριούχο πουτο ζήτησε, η δε β' εναγομένη προσέφερε μέσω εμού και του μηχανικού της την μελέτη και την τεχνογνωσία για την κατασκευή της και κατ' αυτήν την έννοια και συμφωνία μου ανέθεσε το επιπλέον τούτο έργο.
Αρχικά λοιπόν και σε εκτέλεση των υποχρεώσεων που ανέλαβε η "LPC ΕΜΑΣ Α.Ε." έναντι του α' εναγομένου, μου ανέθεσε την πραγματοποίηση των παρακάτω ενδεικτικώς αναφερομένων εργασιών σύμφωνα και με την υπογραφείσα από εμένα Γενική Συγγραφή Υποχρεώσεων: 1) Κατασκευή ράμπας φορτηγών. 2) ... Για τις ανωτέρω εργασίες εξέδωσα προς την "LPC ΕΜΑΣ Α.Ε." το υπ' αριθμόν 17/02-07-2001 Τιμολόγιο το οποίο και εξοφλήθη πλήρως ως προς τις εργασίες που περιγράφονται σε αυτό.
Επιπροσθέτως για την πλήρη λειτουργία του πρατηρίου, όπως ανέφερα και προηγουμένως ήταν αναγκαίες και περαιτέρω εργασίες-έργα υποδομής, πλέον των συμφωνημένων στις οποίες προέβην άμεσα κατόπιν ειδικής εντολής αμφοτέρων των α' και β' εναγομένων. Στο σημείο αυτό δέον να διευκρινιστεί ότι κατά την συνάντηση μου πριν την έναρξη των εργασιών κατασκευής του πρατηρίου, όπως έχω ήδη αναφέρει, τόσο με τον μηχανικό της" LPC ΕΜΑΣ Α.
Ε." όσο και με τον κ. Μ., ο τελευταίος εξέφρασε την επιθυμία να κατασκευαστεί επιπλέοντων συμφωνημένων με την "LPC ΕΜΑΣ Α.Ε." και υπόγειο δίκτυο ηλεκτροδότησης και αποχέτευσης ράμπας. Δεδομένου ότι η εν λόγω εργασία αποτελεί έργο υποδομής για την λειτουργία του πρατηρίου και αφορά χωματουργικές εργασίες στο υπέδαφός του ο α' εναγόμενος θεώρησε σκοπιμότερο και λιγότερο δαπανηρό το ως άνω έργο να πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα με τις λοιπές εργασίες που η "LPC ΕΜΑΣ Α.
Ε." ρητώς μου είχε αναθέσει να εκτελέσω. Επίσης ο κ Μ.ς ως εκμισθωτής του ακινήτου με εξαετή σύμβαση μισθώσεως ενημέρωσε τον Πρόεδρο του Αγροτικού Συνεταιρισμού Διαβατών κ. Κ. Τ. αλλά και το Διοικητικό Συμβούλιο για την κατασκευή της ράμπας δεδομένου ότι πρόκειται για μόνιμο και σταθερό έργο υποδομής επ' ωφελεία του ακινήτου.
Όταν λοιπόν ο α' εκ των εναγομένων ζήτησε την συγκατάθεση του Προέδρου που εκπροσωπεί νομίμως τον ως άνω Συνεταιρισμό ο οποίος ήρθε σε επαφή και με τον κ. Λ., εκπρόσωπο της "LPC ΕΜΑΣ Α. Ε." συναίνεσε και δεν προέβαλε καμία αντίρρηση. Κατόπιν λοιπόν της πλήρους ομοφωνίας και των τριών εναγομένων μου ανατέθηκε επιπλέον των ήδη συμφωνημένων εργασιών και η κατασκευή ράμπας στο εν λόγω πρατήριο, έργο το οποίο όπως έχω ήδη τονίσει δεν ενέπιπτε στις ήδη ανατεθειμένες σε εμένα εργασίες από την "LPC ΕΛΛΑΣ" Α.
Ε." αλλά επρόκειτο για απαραίτητη κατασκευή για την λειτουργία του πρατηρίου. Σημειωτέον ότι καθ' όλη τη διάρκεια κατασκευής της ράμπας μέχρι και την αποπεράτωσή της ο μηχανικός της "LPC ΕΛΛΑΣ Α.Ε." επέβλεπε το όλο έργο παρά το γεγονός ότι η ως άνω εταιρία είχε παράσχει ήδη στον κ. Μ. την υλικοτεχνική υποδομή που από την μεταξύ τους συναφθείσα Σύμβαση Εμπορική Συνεργασίας αποτελούσε αντιστάθμισμα οικονομικών και εμπορικών ανταλλαγμάτων.
Οι εργασίες τις οποίες λοιπόν πραγματοποίησα άμεσα για την κατασκευή του έργου της ράμπας, το κόστος των οποίων ουδέποτε καλύφθηκε είναι οι κάτωθι: Για τις ανωτέρω εργασίες εξέδωσα επί πιστώσει Τιμολόγια παροχής υπηρεσιών τα οποία ανέρχονται, στο ποσό των 9.806,8 Ευρώ με την ρητή συμφωνία να αποπληρωθούν άμεσα και με την παραλαβή του έργου και τα οποία δεν εξοφλήθησαν ουδέποτε.
Από τη σύγκριση των επίδικων τιμολογίων και από την εκτενή τους περιγραφή στο Αναλυτικό Κόστος Έργου προκύπτει σαφώς ότι δεν υφίσταται ταυτότητα εργασιών και ότι οι επιπλέον ανατεθειμένες εργασίες που ήταν απολύτως απαραίτητες για τη λειτουργία του εν λόγω πρατηρίου διαχωρίζονται πλήρως και είναι διάφορες από αυτές που λόγω της συνεργασίας μου με την β' εναγομένη ανέλαβα να εκτελέσω και για τις οποίες έχω εξοφληθεί.
ΕΠΕΙΔΗ όπως προανέφερα κατά τη μετάβαση μου στο εν λόγω πρατήριο και κατόπιν επιτόπιας αυτοψίας παρουσία τόσο του μηχανικού της "LPC ΕΛΛΑΣ Α Ε." όσο και του πρατηριούχου κ. Μ. διαπιστώσαμε και οι τρεις πλευρές ότι απαιτούνταν και επιπλέον εργασίες ως έργα υποδομής πλέον των συμφωνημένων, η εκπλήρωση των οποίων ανατέθηκε σε εμένα ρητώς και ανεπιφυλάκτως, με την προϋπόθεση το υπερβάλλον κόστος να καλυφθεί από τον α' εναγόμενο κ Μ.
χωρίς ο ίδιος να πρoβάλλει οποιαδήποτε αντίρρηση, Άλλωστε οι εργασίες αυτές ήταν όπως προανέφερα υπόγειο δίκτυο ηλεκτροδότησης και αποχετευτικού δικτύου της ράμπας προς όφελος αποκλειστικά του πρατηρίου. Επειδή κατόπιν εντολής της "LPC ΕΛΛΑΣ Α. Ε. " ανέλαβα την εκπλήρωση της παροχής υπέρ του Κ. Μ. με την αντίστοιχη υπoχρέωση σε βάρος του τελευταίου εκπλήρωσης της αντιπαροχήςλαμβανομένου υπόψιν ότι η τριμερής αυτή σχέση έγινε πλήρως δεκτή από όλα τα μέρη.
Επειδή ουδέποτε ο κ. Μ. αρνήθηκε την εκτέλεση των ως άνω εργασιών είτε γραπτώς είτε προφορικώς αλλά μάλιστα όχι μόνον τις αποδέχτηκε αλλά και παρέλαβε όλο το έργο και το λειτουργεί μέχρι σήμερα. Επειδήμέχρι και σήμερα αναιτιολόγητα, κακόπιστα και κακόβουλα ο κ, Μ. αρνείται να προβεί στην εξόφληση των τιμολογίων που εξέδωσα στο όνομά του με την περάτωση και παραλαβή του έργου και δολίως ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ανέλαβε την ως άνω υποχρέωση.
Επειδή ο α' εναγόμενος δεν εξέφρασε σε καμία περίπτωση την πρόθεσή του να επιλέξει ο ίδιος προσωπικά τον εργολάβο που θα αναλάμβανε να πραγματοποιήσει τις προπεριγραφείσες εργασίες αφού επρόκειτο να καλύψει ο ίδιος το κόστος τους αλλά επέδειξε πλήρη εμπιστοσύνη στο πρόσωπό μου. Επειδή ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον απέναντι μου τόσο ο εντολέας όσο και ο υπέρ ου το έργο και οφείλουν να αποκαταστήσουν την θετική ζημία την οποία έχω υποστεί συμφώνως με τα άρθρα 410 επ.
ΑΚ και 681 επ. Α.Κ Επειδή το ακίνητο στο οποίο βρίσκεται το πρατήριο του κ. Μ. αποτελεί ιδιοκτησία του Αγροτικού Συνεταιρισμού Διαβατών, ο οποίος με εξαετείς συμβάσεις το μισθώνει στον εκάστοτε ενδιαφερόμενο ανάλογα με τις υποβληθείσες προσφορές και είναι πολύ πιθανόν ο επόμενος εκμισθωτής να μην είναι ο κ.
Μ.. Επειδή κατά τα ήδη λεχθέντα οι εργασίες που έχουν πραγματοποιηθεί στο εν λόγω πρατήριο είναι μόνιμες και σε μεγάλο ποσοστό έχουν γίνει επ' ωφελεία όχι μόνο του εναγόμενου πρατηριούχου αλλά και του ιδιοκτήτη του ακινήτου, ήτοι του γ' εναγομένου διότι οι εργασίες που πραγματοποιήθηκαν αποτελούν μόνιμες, σταθερές κατασκευές και έργα υποδομής του ακινήτου ...".
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι κατά τις διατάξεις περί σύμβασης έργου και σύμβασης παροχής τρίτου, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να του καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρο, το ποσό των 9.806,80 ευρώ.
Υπό τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή ως άνω πραγματικά περιστατικά η σύμβαση έργου που αναφέρεται σε εκτέλεση εργασιών μη περιλαμβανομένων στην αρχική από 3-1-2001 σύμβαση μεταξύ του ενάγοντος και της εταιρίας LPC ΕΛΛΑΣ καταρτίσθηκε αποκλειστικά μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου πρατηριούχου Α.
Μ., ο οποίος και μόνο αυτός κατά την αγωγή ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, στο όνομά του εκδόθηκαν τα σχετικά παραστατικά και σ' αυτόν παραδόθηκε το έργο. Η δεύτερη εναγόμενη ανέλαβε, πάντα κατά την αγωγή, μόνο την υποχρέωση να κάνει τη μελέτη του έργου και να διαθέσει την τεχνογνωσία και την επίβλεψη, ενώ δεν μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη της από τη διάταξη του άρθρου 415 του Α.Κ. ( υπόσχεση παροχής τρίτου) κατά την οποία αυτός που υποσχέθηκε σε άλλον ότι ο τρίτος θα καταβάλει κάποια παροχή, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση, οφείλει αποζημίωση αν ο τρίτος αρνηθεί την καταβολή.
Τούτο δε διότι,πέραν του ότι δεν γίνεται επίκληση στην αγωγή ότι η δεύτερη εναγόμενη υποσχέθηκε στον ενάγοντα την καταβολή της αμοιβής σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη δεύτερου εναγόμενου, η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης προϋποθέτει τη μη συμμετοχή "του τρίτου" στην κύρια σύμβαση και στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος εναγόμενος εργοδότης δεν είναι "τρίτος", ώστε η δεύτερη από τους εναγόμενους να ευθύνεται έναντι του ενάγοντος ( δέκτη της υποσχέσεως ) εγγυητικά, ως υποσχεθείσα την καταβολή της αμοιβής σε περίπτωση άρνησης του εργοδότη, αλλά είναι άμεσα συμβαλλόμενος ως εργοδότης.
Ούτε υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή μπορεί να γίνει λόγος για επίκληση σωρευτικής αναδοχής εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης καταβολής του χρέους του πρώτου εναγόμενου εργοδότη. Επομένως, η αγωγή κατά την κύρια βάση της από τη σύμβαση σε βάρος τρίτου είναι μη νόμιμη κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης των εναγομένων.
Περαιτέρω, δεν είναι νόμιμη και η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως προς όλους τους εναγόμενους, διότι ως προ τον πρώτο (εργοδότη ) στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα της κύριας βάσεως περί συμβάσεως έργου, ως προς τη δεύτερη εταιρία, διότι ουδεμία ωφέλεια φέρεται ότι απέκτησε και ως προς τον τρίτο εναγόμενο συνεταιρισμό, διότι ναι μεν οι όποιες κατασκευές στο μίσθιο ακίνητο θα παραμείνουν προς όφελος του μισθίου, όμως, δεν υπάρχει άμεση περιουσιακή μετακίνηση από την περιουσία του ενάγοντος στην περιουσία του συνεταιρισμού, αφού παρεμβάλλεται η περιουσία του πρώτου εναγόμενου πρατηριούχου, που ευθύνεται με την πληρωμή της αμοιβής.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, εκτιμώντας το δικόγραφο της αγωγής, ότι η τελευταία είναι νόμιμη μόνο ως προς τον πρώτο εναγόμενο κατά την κύρια βάση της περί συμβάσεως έργου, την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ύπαρξη δεδικασμένου, και την απέρριψε κατά τα λοιπά ως μ η νόμιμη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 415 και 904 του Α.Κ., αφού υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των και περαιτέρω δεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.
Οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 206 του ΚΠολΔ, ο δικαστής μπορεί ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο διέταξε τη διαγραφή των αναφερόμενων στην απόφασή του ανάρμοστων και εξυβριστικών φράσεων του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στην προσθήκη των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου, και με τις οποίες εκδηλώνεται καταφρόνηση και ονειδισμός των λειτουργών της δικαιοσύνης. Με τον τέταρτο από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου, χωρίς να αμφισβητείται ο παραπάνω χαρακτήρας των φράσεων των οποίων διατάχθηκε η διαγραφή, προβάλλεται ότι οι φράσεις αυτές δεν αποτελούν παρά απλή αντιγραφή του περιεχομένου της από 7-9-2007 έγγραφης καταγγελίας του αναιρεσείοντος προς τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, εφόσον, το περιεχόμενο της καταγγελίας αποτέλεσε περιεχόμενο και των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 206 του ΚΠολΔ και ορθά το Εφετείο διέταξε την διαγραφή των ανωτέρω φράσεων. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-6-2009 αίτηση του Α. Δ. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 10851/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ L.P.C. ΕΛΛΑΣ", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ