1911/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2139/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8031/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Μαρτίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 12 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated1911/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά το νόμο, ενώ κατά το άρθρο 219 § 1 ΚΠολΔ, αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, αλλ' ο ενάγων μπορεί, για την περίπτωση απορρίψεως της πρώτης βάσεως ή αιτήσεως της αγωγής, να στηρίξει αυτή σε άλλη βάση ή να υποβάλει άλλη αίτηση, στηριζομένη στην αυτή ή άλλη βάση.
Full text
Απόφαση 1911 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1911/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: ....... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιδομενέα Γκίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΟΧΟΚΙΝΗΣΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ-ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΧΟΦΟΡΩΝ ΣΚΑΦΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΤΗΡΙΩΝ", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2139/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8031/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Μαρτίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 12 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ...... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με σημείωση του Προέδρου του τμήματος του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά την ανωτέρω νόμιμη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση κατά τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο. Επομένως, παρά την απουσία της διαδίκου αυτής πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Τέτοια παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου υφίσταται και όταν το δικαστήριο κρίνει εσφαλμένως το νομικώς ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ήτοι αξιώνει περισσότερα ή αρκείται σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Τέτοια μη κήρυξη απαραδέκτου υφίσταται και όταν το δικαστήριο θεωρεί ορισμένη την ποσοτικώς ή ποιοτικώς αόριστη αγωγή, ήτοι τη μη εξειδικεύουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ή τη μνημονεύουσα απλώς τα στοιχεία του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά το νόμο, ενώ κατά το άρθρο 219 § 1 ΚΠολΔ, αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, αλλ' ο ενάγων μπορεί, για την περίπτωση απορρίψεως της πρώτης βάσεως ή αιτήσεως της αγωγής, να στηρίξει αυτή σε άλλη βάση ή να υποβάλει άλλη αίτηση, στηριζομένη στην αυτή ή άλλη βάση.
Εκ των τελευταίων τούτων διατάξεων συνάγεται ότι για το ορισμένο της επικουρικώς σωρευόμενης βάσεως εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής και η νομική αιτία της αβασιμότητας της κύριας βάσεως, όπως η ακυρότητα της συμβάσεως, αν η κύρια αγωγή βάση αναφέρεται με σύμβαση, εφόσον περιέχονται στην αγωγή τα πραγματικά εκείνα περιστατικά με βάση τα οποία μπορεί να διαγνωσθεί από το δικαστήριο η αβασιμότητα, της κύριας βάσεως και, ειδικότερα στην ως άνω περίπτωση, η ακυρότητα της συμβάσεως.
Εν προκειμένω το Εφετείο δέχθηκε έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε ως νόμιμη και εν μέρει βάσιμη την ένδικη αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά την επικουρική βάση της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την κύρια εκ συμβάσεως βάση.
Με την αγωγή αυτή η ενάγουσα ιστορούσε τα ακόλουθα: Κατά το έτος 1998, στα πλαίσια των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της, αναζήτησε οικόπεδο κείμενο εντός των ορίων του Δήμου Μοσχάτου Αττικής, όπου είναι εγκατεστημένη και η έδρα της, προκειμένου βα ανεγείρει επ' αυτού οικοδομή για την στέγαση και επέκταση της επιχειρήσεώς της.
Προς τούτο ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον εναγόμενο για την πώληση προς αυτήν οικοπέδου που ανήκε κατά κυριότητα στον τελευταίο. Οι διαπραγματεύσεις ευοδώθηκαν και συντάχθηκε σχετικώς ιδιωτικό έγγραφο, δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε να υπογραφεί το οικείο οριστικό συμβολαιογραφικό έγγραφο εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την υπογραφή του ιδιωτικού εγγράφου και καταβλήθηκε ως αρραβώνας στον εναγόμενο το ποσό των 5.000.000 δραχμών.
Η προθεσμία αυτή παρήλθε διότι επέκειτο η τροποποίηση του σχεδίου πόλεως, οπότε τα μέρη αποφάσισαν να αναβάλουν την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου μέχρις ότου οριστικοποιηθούν οι όροι δομήσεως του ακινήτου. Τελικώς δεν επήλθε τροποποίηση του σχεδίου πόλεως και έτσι η ενάγουσα εκάλεσε επανειλημμένως τον εναγόμενο να συμφωνήσουν ημερομηνία καταρτίσεως του πωλητηρίου συμβολαίου, πλην ο εναγόμενος, ενώ επιβεβαίωνε την πρόθεσή του να πωλήσει τούτο στην ενάγουσα, εν τούτοις ανέβαλλε συνεχώς τον ορισμό της ημερομηνίας αυτής.
Η ενάγουσα επί τη προόψει αγοράς του ανωτέρω οικοπέδου ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό ...... να συντάξει τοπογραφικό διάγραμμα του ακινήτου αυτού, στον οποίο και κατέβαλε ως αμοιβή για την εργασία του ποσό 5.284.960 δραχμών. Τέλος ο εναγόμενος ματαίωσε υπαιτίως την κατάρτιση της συμβάσεως αγοραπωλησίας, διότι επώλησε το ανωτέρω ακίνητό του σε άλλον.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή της να της επιστραφεί ο δοθείς αρραβώνας, άλλως να της καταβληθεί το ποσό του, ως αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου της εις βάρος της, διότι δεν επακολούθησε η αιτία για την οποία καταβλήθηκε στον εναγόμενο και συγκεκριμένως διότι δεν της μεταβιβάσθηκε η κυριότητα του ακινήτου, και περαιτέρω να της επιδικασθεί το ποσό της αμοιβής του μηχανικού, ως ζημία της, από την ματαίωση συνάψεως της οριστικής πωλητήριας συμβάσεως, από αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου.
Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε την εν λόγω αγωγή ως προς το πρώτο κονδύλιο ορισμένη κατά την επικουρική βάση της, εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, μολονότι η ενάγουσα δεν ανέφερε τη νομική αιτία της αβασιμότητάς της, καθ' ο μέρος στηριζόταν, κατά κύρια βάση, στην αρραβωνική σύμβαση, δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ και ορθώς δεν εκήρυξε απαράδεκτη, ένεκα αοριστίας, την αγωγή. Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.3.2005 αίτηση του ....... για αναίρεση της 8031/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ