Appeal dismissed because vague plea for prior good character mitigation lacked supporting facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by two defendants convicted of bankruptcy against a lower court ruling. The defendants argued the trial court erred by rejecting their plea for mitigation based on a prior good character without providing specific reasons. The court held that this plea was too vague and lacked the necessary factual basis required by law, meaning the lower court was not obligated to give a detailed justification for its rejection.
Legislator headnote
AI generatedArticles 329, 331, 333, 364(1), 369 of the Code of Criminal Procedure; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure; Article 171(1)(d) of the Code of Criminal Procedure; Article 84(2)(a) of the Penal Code: A plea for mitigation based on prior good character must be supported by specific factual circumstances; a vague assertion without such foundation does not constitute a ground for appeal regarding lack of reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1910 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1910/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα-Εισηγητή, Ιωάννη Μαγγίνα και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Γ. Σ. του Α., κατοίκου ... και 2. Κ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παλαιολόγο-Παναγιώτη Παναγόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 4734/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις: 1) από 21 Σεπτεμβρίου 2018 αίτηση αναίρεσης του Γ. Σ., η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 10482/21-9-2018 και 2) από 21 Σεπτεμβρίου 2018 αίτηση αναίρεσης του Κ. Δ., η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 10483/21-9-2018 και καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1214/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση η από 21 Σεπτεμβρίου 2018 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Γ. Σ. του Α., η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21-9-2018 και η από 21 Σεπτεμβρίου 2018 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Κ. Δ. του Ι., η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21-9-2018, για αναίρεση της 4734/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκαν αμφότεροι ένοχοι χρεωκοπίας και επιβλήθηκε στον καθένα απ' αυτούς φυλάκιση δεκαπέντε (15) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, οι οποίες αιτήσεις έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.1 και 369 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 εδάφ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ.
δ' του ίδιου Κώδικα. Η ακυρότητα δε αυτή επέρχεται, γιατί με την παράλειψη του Δικαστηρίου να αναγνώσει έγγραφο, το οποίο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσεώς του, ο κατηγορούμενος στερήθηκε του από το άρθρο 358 του αυτού Κώδικα απορρέοντος δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το έγγραφο αυτό, εκτός αν το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα και ως εκ τούτου μπορούσε να το αντικρούσει ο κατηγορούμενος ή αν το έγγραφο που δεν αναγνώστηκε αναφέρεται διηγηματικά στην απόφαση χωρίς να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενό του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα και η υπ' αριθ. 26.144/2017 παρεμπίπτουσα απόφαση που περιείχε την κατάθεση του μάρτυρα Α. Α., αλλά, σε κάθε περίπτωση, για την καταδικαστική του κρίση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την κατάθεση του μάρτυρα Α.
Α. ενώπιον του, δηλαδή κατά την δευτεροβάθμια δίκη και την κατάθεσή του ενώπιόν του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιεχόταν στα αναγνωσθέντα υπ' αριθ. 40838/2017 πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και απλώς και μόνο διηγηματικά ανέφερε και την κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η αναβλητική για κρείσσονες αποδείξεις υπ' αριθ. 26.144/2017 απόφαση.
Άλλωστε, το περιεχόμενο των πρωτόδικων καταθέσεων του ως άνω μάρτυρα ήταν γνωστό στους αναιρεσείοντες και μπορούσαν να το αντικρούσουν και να προβάλουν τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς τους κατ' αυτού. Ως εκ τούτου, από την εκ μέρους του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου διηγηματική αναφορά της καταθέσεως του ως άνω μάρτυρα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η αναβλητική υπ' αριθ. 26.144/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν επήλθε ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας από στέρηση υπερασπιστικών δικαιωμάτων των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων.
Κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., πρώτος λόγος των συνεκδικαζομένων αιτήσεων πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Με το άρθρο 171 του Ν. 3588/10-7-2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", που ισχύει από 16-9-2007 (κατ' άρθρ. 180 αυτού), καταργείται η διάκριση του προϊσχύσαντος δικαίου μεταξύ απλής και δολίας χρεοκοπίας και θεσπίζεται ένα πτωχευτικό αδίκημα χρεοκοπίας, του οποίου οι νομοτυπικές μορφές (ποινικές υποστάσεις) περιγράφονται στο εν λόγω άρθρο.
Στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού ορίζεται, ότι "με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, κατά την ύποπτη περίοδο ή και έξι (6) μήνες πριν ή και μετά την κήρυξη της πτώχευσης οποτεδήποτε: α) εξαφανίζει ή παρασιωπά περιουσιακά του στοιχεία που σε περίπτωση πτώχευσης εμπίπτουν στην πτωχευτική περιουσία ή κατά τρόπο που αντίκειται στους κανόνες της συνετής οικονομικής διαχείρισης, ματαιώνει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τρίτων, βλάπτει ή καθιστά αυτά χωρίς αξία..., β)..., γ)..., δ) παριστά ψευδώς ότι είναι οφειλέτης άλλων ή αναγνωρίζει ανύπαρκτα δικαιώματα τρίτων, ε) παραλείπει την τήρηση υποχρεωτικών εμπορικών βιβλίων ή τα τηρεί κατά τέτοιο τρόπο ή τα μεταβάλει, ώστε να δυσχεραίνεται η διαπίστωση της κατάστασης της περιουσίας του, ...
η) ελαττώνει την κατάσταση τις περιουσίας του με άλλον τρόπο ή παρασιωπά ή αποκρύπτει τις αληθείς δικαιοπρακτικές του σχέσεις...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το έγκλημα της χρεοκοπίας είναι υπαλλακτικώς μικτό, διότι οι περισσότεροι τρόποι τελέσεώς του αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής συμπεριφοράς, ώστε, αν ο δράστης πραγματώσει περισσότερους τους ενός τρόπους τελέσεώς του, συγχρόνως ή διαδοχικώς, ένα μόνο έγκλημα χρεοκοπίας τελεί.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που στοιχειοθετούν την αξιόποινη πράξη και προκύπτει απ' αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει άμεσο δόλο (εν γνώσει) ή υπερχειλή δόλο (σκοπό) ως πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ.. Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.
Α.Π. 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 4734/2018 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, επί λέξει, τα εξής: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι είναι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας υπό την επωνυμία "...", που κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως δυνάμει της υπ' αριθ. 1083/7-12-2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία όρισε ως ημέρα παύσεως των πληρωμών την 9- 2-2010.
Οι ανωτέρω στην Αθήνα, περί το μήνα Δεκέμβριο 2011, μετά την κήρυξη πτώχευσης (7-12-2011), παρασιώπησαν περιουσιακά στοιχεία που εμπίπτουν στην πτωχευτική περιουσία, παρασιώπησαν και απέκρυψαν τις αληθινές δικαιοπρακτικές τους σχέσεις και τις απαιτήσεις τους έναντι τρίτων, τηρώντας τα εταιρικά βιβλία κατά τρόπο που δυσχεραίνει την διαπίστωση της κατάστασης της περιουσίας της εταιρίας.
Ειδικότερα, υπό την ανωτέρω ιδιότητα τους, απέκρυψαν ότι η εδρεύουσα στη ... εταιρεία την οποία ίδρυσαν υπό την επωνυμία "... ..." όφειλε από το έτος 2010 στην πτωχή χρηματικό ποσό 782.254,41 ευρώ που δεν εμφάνισαν, ως όφειλαν, στα εταιρικά βιβλία της επιχειρήσεως (διπλογραφικά βιβλία, Γ' κατηγορίας), ούτε γνωστοποίησαν επισήμως στα όργανα της πτώχευσης, προκειμένου να επιδιωχθεί η είσπραξη τους για λογαριασμό των πιστωτών, μεταξύ των οποίων και οι καταγγέλλοντες εργαζόμενοι της επιχειρήσεως, εξακολουθώντας οι ίδιοι να δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά κατά τρόπο όμοιο με εκείνον της πτωχής εταιρείας, χρησιμοποιώντας τον ίδιο τίτλο με εκείνο της πτωχής εταιρείας με την προσθήκη της λέξεως "...", αλλά και μέσω άλλης εταιρεία εδρεύουσας στη ...
επίσης υπό την επωνυμία "... LTD", στην οποία έχει ορισθεί διαχειρίστρια η Γ. Τ. (αθωώθηκε με την πρωτόδικη απόφαση). Η αναμφισβήτητη ύπαρξη της άνω απαιτήσεως αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Δ. Κ., δικηγόρου των εργαζομένων της επιχειρήσεως, ο οποίος μετέφερε τη γνώση των εργαζομένων στο λογιστήριο της επιχειρήσεως, περί υπάρξεως ισόποσης απαιτήσεως, καθώς από τα άτυπα μηχανογραφικά δελτία - "κατάσταση υπολοίπων πελατών 2011" (επ' αυτού βλ.
σελ. 13-14 παρούσης), σε συνδυασμό με την κατάθεση του συνδίκου πτωχεύσεως Α. Α.. Ο τελευταίος, παρά τη σαφώς ευμενή μεταστροφή του υπέρ των κατηγορουμένων στο παρόν δικαστήριο (σε αντίθεση με την πρωτόδικη κατάθεση του και αυτήν που περιλαμβάνεται στα 26.11/17 πρακτικά του δικαστηρίου τούτου), κατέθεσε στο παρόν δικαστήριο ότι, μετά τις αιτιάσεις των εργαζομένων, ρώτησε τον 2ο κατηγορούμενο αν υφίσταται η απαίτηση αυτή κατά της ….εταιρίας του και ο τελευταίος τελικά την επιβεβαίωσε, "υποβιβάζοντας" την στο ποσό των 470.000 ευρώ, ποσό σε κάθε περίπτωση αξιόλογο, που επαρκούσε για την ικανοποίηση του μεγαλύτερου μέρους των απαιτήσεων των εργαζομένων (περί τις 500.000 ευρώ).
Επίσης ο ίδιος στο πρωτόδικο δικαστήριο, όσο και κατά τη συνεδρίαση της 18-9-17 του παρόντος δικαστηρίου επιβεβαίωσε ότι οι κατηγορούμενοι του απέκρυψαν αρχικά την ύπαρξη αυτής της απαιτήσεως, δεν τον ενημέρωναν για την πορεία του ελέγχου που πραγματοποιούσαν (μαζί και με τον Λογιστή της επιλογής τους, Ε.
Μ.) και ότι ουσιαστικά τα βιβλία της επιχειρήσεως, όπως του παρεδόθησαν, δεν του επέτρεπαν τον έλεγχο της περιουσίας καταστάσεως της εταιρίας και δη της εν λόγω αξιόλογης απαιτήσεως (βλ. πρακτικά εκκαλουμένης, όπου καταθέτει "Τυπικά φέρεται ότι παρέλαβα τα κομπιούτερ για να κάνω έλεγχο. Ουσιαστικά όμως δεν μπορούσα να τα ελέγξω και έπρεπε να μπει λογιστής....
Για το χρέος στη ... από τους εργαζόμενους το έμαθα. Το μόνο στοιχείο που είχα ήταν ότι οι Δ. (β' κατηγορούμενος) και Μ.ς δεν μου απαντούσαν για τον έλεγχο που έκαναν", καθώς και τα 26.144/2017 πρακτικά, όπου επίσης κατέθεσε "Ουσιαστικά δεν τα παρέλαβα τα βιβλία, γιατί είναι μηχανογραφημένα. Έπρεπε να γίνει τακτοποίηση.
Μου είπαν ότι εδώ είναι τα βιβλία, στο κομπιούτερ, όμως στην πραγματικότητα δεν μου τα εμφάνισαν"). Πληρείται επομένως εν προκειμένω τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 171 παρ. 1 περ. α, ε, η Ν. 358/8/2007, που εν προκειμένω ετελέσθη με περισσότερους τρόπους, που αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής συμπεριφοράς, σύμφωνα και με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη.
Αντιθέτως το δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες αν στα πλαίσια της υπαρκτής προσπάθειας των κατηγορουμένων να αποκρύψουν περιουσιακά στοιχεία της πτωχευσάσης εταιρίας, απέκρυψαν (17) καλούπια παραγωγής πρώτων υλών με κωδικούς Κ101-Κ117, αφού η πραγματική τους αξία των καλουπίων είναι σχεδόν μηδενική και όχι 20.000 ευρώ, σύμφωνα με την κατάθεση του συνδίκου Α.
Α., όπως αναφέρει το κατηγορητήριο, ενώ τελικώς αυτά ευρέθησαν στις εγκαταστάσεις της εταιρίας ..., εκτιμηθέντα από τον δικαστικό επιμελητή Πρωτ. Αθηνών Σ. Ρ. περί τις 4.000 ευρώ. Επίσης ναι μεν οι κατηγορούμενοι μετέφεραν στη ... όπου εδρεύει και λειτουργεί, εταιρεία δικών τους συμφερόντων και με αντικείμενο όμοιο με εκείνο της πτωχής, μηχανήματα αξίας, κατά το κατηγορητήριο, 9.000 ευρώ ήτοι (1) πολυτρύπανο μηχάνημα, (1) μηχάνημα διαμορφωτικό σωλήνος, (1) διαμορφωτικό καλούπι, (2) κοπτικά καλούπια και (1) τροχό κοπής σιδήρου (ηλεκτρικό πριόνι), εκδίδοντας χειρογράφως το …17/06.03.2011 Δελτίο Αποστολής (ημέρα Κυριακή), κάτι που εκ πρώτης όψεως προκάλεσε τις εύλογες ανησυχίες των καταγγελόντων - εργαζομένων της εταιρίας, ωστόσο αυτό εγένετο στα πλαίσια συμβάσεως μισθώσεως με την βουλγαρική εταιρία από την οποία έχει εισπραχθεί ήδη ποσό 3.000 ευρώ, όσο περίπου και η πραγματική αξία των μισθωθέντων αντικειμένων, σύμφωνα με τον ανωτέρω σύνδικο.
Επομένως η επίμαχη μίσθωση, παρά τα όποια εύλογα ερωτήματα αρχικώς προκαλούνται ως προς τη σπουδή συνάψεως της με ομοειδή εταιρία συμφερόντων των κατηγορουμένων, υπήρξε τελικώς, αν όχι επωφελής, τουλάχιστον μη επιβλαβής για την πτωχευτική περιουσία (6/2014 ΔΙΑΤ.ΕΙΣ.ΕΦ.ΠΑΤΡ, δημ. ΝΟΜΟΣ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι, (μόνο όμως) ως προς τη μερικότερη παράλειψη που τους αποδίδει το κατηγορητήριο και εκτέθηκε ανωτέρω (υπό στοιχείο II), ενώ ως προς τις λοιπές μερικότερες αυτές πράξεις του κατηγορητηρίου (απόκρυψη "καλουπίων" και εκμίσθωση μηχανημάτων) οι κατηγορούμενοι πρέπει να απαλλαγούν, κατ' αποδοχήν των σχετικών αιτιάσεων που προέβαλλαν".
Ακολούθως, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους της αξιόποινης πράξεως της χρεοκοπίας (άρθρ. 171 παρ.1 περ. α', ε' και η' Ν. 3588/2007), με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό: "
Κηρύσσει τους κατηγορούμενους ένοχους του ότι: Στην …, το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011, μετά πάντως την κήρυξη πτώχευσης (7-12-2011) παρεσιώπησαν περιουσιακά στοιχεία που εμπίπτουν στην πτωχευτική περιουσία, τηρούσαν τα υποχρεωτικά εμπορικά βιβλία της εταιρίας, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δυσχεραίνεται η κατάσταση της περιουσίας της εταιρίας, παρασιώπησαν και απέκρυψαν τις αληθινές δικαιοπρακτικές τους σχέσεις και ειδικότερα, ως νόμιμοι εκπρόσωποι της κηρυχθείσης δυνάμει της υπ' αριθ. 1083/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε κατάσταση πτωχεύσεως εταιρείας υπό την επωνυμία "...", απέκρυψαν ότι η εδρεύουσα στη ...
εταιρεία την οποία οι ίδιοι ίδρυσαν υπό την επωνυμία "... ...ς" όφειλε ήδη από του έτους 2010 στην πτωχή χρηματικό ποσό 782.254,41 ευρώ που δεν εμφάνισαν στα εταιρικά βιβλία (διπλογραφικά βιβλία, Γ' κατηγορίας), ούτε γνωστοποίησαν στα όργανα της πτώχευσης, προκειμένου να επιδιωχθεί η είσπραξη τους για λογαριασμό των πιστωτών, εξακολουθούντες οι ίδιοι να δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά κατά τρόπο όμοιο με εκείνον της πτωχής εταιρείας, χρησιμοποιώντας τον ίδιο τίτλο με εκείνο της πτωχής εταιρείας με την προσθήκη της λέξεως "...", αλλά και μέσω άλλης εταιρεία εδρεύουσας στη ...
επίσης υπό την επωνυμία "... LTD"". Με τις ως άνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση, που κήρυξε τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους ενόχους της αξιόποινης πράξης της χρεοκοπίας, περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, των αποδείξεων που το θεμελιώνουν και των συλλογισμών, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών που κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.
α, 27 παρ. 1 του Π.Κ. και 171 παρ.1 περ. α', ε' και η' του Ν. 3588/2007, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες οπότε η εν λόγω απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, με πλήρη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ιδιότητα των αναιρεσειόντων ως νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας με την επωνυμία "...
Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης", που κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθ. 1083/7-12-2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η απ' αυτούς, με την ως άνω ιδιότητά τους, κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011, μετά τις 7-12-2011 οπότε κηρύχθηκε η πτώχευση της εταιρείας τους, τέλεση του πλημμελήματος της χρεοκοπίας, που είναι υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, συγχρόνως, με τους εξής περισσότερους τρόπους τελέσεώς του και δη:
α) Με την παρασιώπηση περιουσιακών στοιχείων που εμπίπτουν στην πτωχευτική περιουσία της εταιρείας τους, η οποία τελέστηκε με την μη γνωστοποίηση προς τα όργανα της πτωχεύσεως, δηλαδή τον σύνδικο της πτωχεύσεως, του γεγονότος ότι υπήρχε οφειλή ποσού 782.254,41 ευρώ από την εδρεύουσα στην ... εταιρεία "... ...ς", την οποία οι ίδιοι ίδρυσαν, προς την πτωχεύσασα εταιρεία τους από το έτος 2010 (περίπτωση α' της παρ. 1 του άρθρου 171 Ν. 3588/2007).
β) Με την τήρηση των υποχρεωτικών εμπορικών βιβλίων της εταιρείας τους (διπλογραφικών βιβλίων Γ' κατηγορίας) κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δυσχεραίνεται η ανεύρεση της περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας τους, που τελέστηκε με την μη εμφάνιση της ως άνω απαιτήσεώς της στα προαναφερόμενα βιβλία (περίπτωση ε' της παρ. 1 του άρθρου 171 Ν. 3588/2007).
Και γ) Με την παρασιώπηση και απόκρυψη των αληθινών δικαιοπρακτικών της σχέσεων, που τελέστηκε με την παρασιώπηση και απόκρυψη από τα όργανα της πτωχεύσεως της ως άνω απαιτήσεως της πτωχευσάσης εταιρείας, την οποία όφειλαν να γνωστοποιήσουν, προκειμένου να επιδιωχθεί η είσπραξη του ως άνω χρηματικού ποσού, για λογαριασμό των πιστωτών της, μεταξύ των οποίων ήταν και οι καταγγέλοντες εργαζόμενοι της επιχείρησης της πτωχεύσασας εταιρείας τους, ενώ οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες και νόμιμοι εκπρόσωποι της πτωχεύσασας εταιρείας εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά, κατά τρόπο όμοιο με εκείνο της πτωχεύσασας εταιρείας τους, χρησιμοποιώντας τον ίδιο τίτλο με εκείνο της πτωχεύσασας εταιρείας τους, με την προσθήκη της λέξεως "...ς", αλλά και μέσω άλλης εταιρείας που εδρεύει στη ..., επίσης με την επωνυμία "...
LTD" (περίπτωση η' της παρ. 1 του άρθρου 171 Ν. 3588/2007). Έτσι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως, που συγκροτούν την ταυτότητα του ανωτέρω υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της χρεοκοπίας, η δε παραδοχή ότι το έγκλημα αυτό τελέστηκε με τους ανωτέρω τρεις τρόπους, αφού οι τρόποι αυτοί δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους και ο καθένας απ' αυτούς δεν αποκλείει την τέλεση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της χρεοκοπίας ταυτόχρονα και με τους άλλους, ουδεμία αντίφαση δημιουργεί στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Τέλος, η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καταδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί δεν καταχώρησαν μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως στα βιβλία της πτωχεύσασας εταιρείας την απαίτηση που είχε αυτή κατά της … εταιρείας και τούτο διότι, μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως, δεν είχαν πλέον την εξουσία να καταχωρήσουν αυτοί στα βιβλία της εταιρείας την ως άνω απαίτηση, αλλά ο σύνδικος της πτωχεύσεως, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι αβάσιμη, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν τους καταδικάζει για χρεοκοπία επειδή δεν καταχώρησαν στα βιβλία της πτωχεύσασας εταιρείας μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως την ως άνω απαίτηση που γνώριζαν και αποσιώπησαν από τον σύνδικο, αλλά τους καταδικάζει για το ότι δεν τήρησαν και δεν παρέδωσαν στο σύνδικο μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως τα διπλογραφικά βιβλία Γ' κατηγορίας, στα οποία θα εμφανιζόταν η ως άνω απαίτηση της πτωχεύσασας εταιρείας.
Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, οι λόγοι αναιρέσεως των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους πλήττεται από τους αναιρεσείοντες η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την καταδικαστική της κρίση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφάρμοσε, αλλά και για εσφαλμένη εφαρμογή, ευθέως και εκ πλαγίου, με ελλιπή, ασαφή και αντιφατική αιτιολογία, των ίδιων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
Τέλος, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με τις οποίες, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εκ πλαγίου εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πλήττονται στην πραγματικότητα οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απαράδεκτες, αφού με αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Η κατά τα προαναφερθέντα επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς εκείνους που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στην μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα στην απόρριψή τους.
Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, διά του συνηγόρου τους, προέβαλαν αορίστως και απαραδέκτως τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι πρέπει να τους αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου, ζητώντας απλώς να τους αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου του άρθρου 84 παρ, 2 περ.
α' του Π.Κ., χωρίς να στηρίζουν το αίτημά τους αυτό σε επίκληση των αναγκαίων πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ανωτέρω ελαφρυντικό. Κατά συνέπεια, όπως προαναφέρθηκε, λόγω της αοριστίας του κατά τα ανωτέρω υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως του πρότερου έντιμου βίου, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή του, παρά το γεγονός ότι διέλαβε σχετική αιτιολογία.
Ως εκ τούτου, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως αμφοτέρων των συνεκδικαζομένων αιτήσεων, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού τους περί συνδρομής στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου έντιμου βίου, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν στον καθένα από τους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ήτοι: 1) Την από 21 Σεπτεμβρίου 2018 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21-9-2018 και 2) την από 21 Σεπτεμβρίου 2018 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Κ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21-9-2018, με τις οποίες διώκεται η αναίρεση της 4734/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει σε κάθε αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ