Legislator Case Law & Legislation
1910/2017 AI generated

1910/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1910/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1910/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1910 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1910/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:Α. Σ. του Δ., κατοίκου ...,που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Μικροπανδρεμένο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου:Η. Λ. του Γ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κωστή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/ΤΜ/2012 μη οριστική του ιδίου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο Βέροιας προς συζήτηση, 44/2014οριστική του ως άνω δικαστηρίου και 180/ΤΜ2015 του Μονομελές Πρωτοδικείου Βέροιας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-4-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.

Α.Π. 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. Α.Π. 469/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 5 περ.β’ του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατ’ ουσία την κατ’ αυτού ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου, χωρίς να λάβει υπόψη τον ακόλουθο ουσιώδη ισχυρισμό, που προτάθηκε το πρώτον από αυτόν με τις προτάσεις του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βέροιας και τον οποίο επανέφερε νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, και κατά λέξη ότι : "Σύμφωνα με τη με αριθμό ...24-4-2002 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου της συμβολαιογράφου Βέροιας Β.

Ι. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... με ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βέροιας, ο Γ. Λ., ένας εκ των υποτιθέμενων δικαιοπαρόχων του αντιδίκου, είχε απωλέσει το ποσοστό συγκυριότητας που είχε στο όνομά του στο όμορο του επιδίκου ακίνητο, λόγω πώλησης δια πλειστηριασμού. Το ακίνητο που εκπλειστηριάστηκε και περιγράφεται στην περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου 1.230,90 τ.μ., όπως περιγράφεται στον υπ’ αριθμ. .../1986 τίτλο κτήσης, που επικαλείται ο αντίδικος και δέχεται και η προσβαλλομένη.

Στην οποία περίληψη το εκπλειστηριαζόμενο έχει όριο την ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Η προσβαλλόμενη όμως απόφαση δέχθηκε ότι οι ως άνω δικαιοπάροχοι του αντιδίκου από το 1986 έως το 2008 συμπεριέλαβαν στην όμορη ιδιοκτησία τους το επίδικο τμήμα εμβαδού 509,34 τ.μ. και ότι το 2008 οι τελευταίοι παραχώρησαν άτυπα στον αντίδικο το επίδικο αυτό τμήμα, χωρίς να λάβει υπόψη τον βασικό και κρίσιμο ισχυρισμό του (αναιρεσείοντος) ότι ο ένας των υποτιθέμενων δικαιοπαρόχων του αντιδίκου, Γ.

Λ., δεν ήταν δυνατό να ασκεί διακατοχικές πράξεις και πράξεις νομής έτσι ώστε να συμπεριλάβει στην κυριότητα του ακινήτου που είχε απωλέσει και το επίδικο. Και πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατόν στην περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, που συνετάγη το 2002, η δε κατάσχεση του ακινήτου, που έγινε το 1988 με την υπ’ αριθμ. .../1998 κατασχετήρια έκθεση ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βέροιας Δ.

Α., να περιγράφει το ακίνητο ως έχον έκταση 1.230,90 τ.μ. και να αναφέρεται ότι έχει όριο την ιδιοκτησία των κληρονόμων Σ. Γεγονός που ακλόνητα αποδεικνύει ότι ο αντίδικος και οι δικαιοπάροχοί του ουδέποτε διακατείχαν και νέμονταν το επίδικο τμήμα και δη ο Γ. Λ., ο οποίος από το έτος 2002 ουδεμία σχέση είχε ή δικαίωμα επί οποιουδήποτε ακινήτου που περιγράφονται στην επίδικη αγωγή".

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε ισχυρισμό, που αποτελεί άρνηση της ένδικης αγωγής και δεν αποτελεί "πράγμα" με την προδιαληφθείσα έννοια, παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος, αφού λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, και απορρίφθηκε.

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι με αυτόν προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των πραγμάτων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.- Κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, που είναι ταυτόσημος με το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.Α.Π.9/2016, Ολ.Α.Π.15/2006).

Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η αιτιολόγηση ή μη, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνο ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αντί του ορθού άρθρου 560 αρ. 6 του ίδιου Κώδικα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω παντελούς έλλειψης αιτιολογίας, και επί λέξει, όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο, ότι : "Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπάρχει παντελής έλλειψη αιτιολογίας, αφού δέχθηκε εντελώς αναιτιολόγητα ότι ‘ ‘ επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του ασκούσαν τις προαναφερόμενες πράξεις νομής και για τον εαυτό τους ατομικά και όχι για λογαριασμό της εταιρίας Η.

Λ. και Υιοί ΑΕ’ ‘ , απορρίπτοντας εσφαλμένα τον πρώτο λόγο της έφεσής μου ως αβάσιμο, ενώ όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφά μου με τις προτάσεις τόσο στο Ειρηνοδικείο Βέροιας (σελ. 3 και 13 προσθήκης αντίκρουσης), η ως άνω ανώνυμη εταιρία δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1984 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Βέροιας Χ.

Π. απέκτησε το 20% εξ αδιαιρέτου ενός μείζονος οικοπέδου, εντός του οποίου βρίσκεται και το επίδικο οικόπεδο των 509,34 τ.μ. Με την ανωτέρω αγορά η εταιρία κατέστη συγκυρία του ανωτέρω οικοπέδου. Οι δικαιοπάροχοι του αντιδίκου Γ. και Ν. Λ. ασκούσαν πράξεις νομής για την ανωτέρω ανώνυμη εταιρία, η οποία όμως το 1995 αποβλήθηκε από το επίδικο ακίνητο δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../1995 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω οι δικαιοπάροχοι του αντιδίκου ασκούσαν τις διακατοχικές πράξεις στο επίδικο ακίνητο για λογαριασμό της εταιρίας και των λοιπών συγκυρίων, από το 1984 έως το 1995, που απώλεσε η ανωτέρω εταιρία κάθε δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο τμήμα του ακινήτου.

Συνεπώς, από το 1984 μέχρι το 1995 ουδεμία πράξη νομής υπήρχε από τους δικαιοπαρόχους του αντιδίκου ούτε αναφέρεται πουθενά ότι οι δικαιοπάροχοι αντιποιήθηκαν τη νομή της εταιρίας κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Ακόμα και εάν ήθελε υποτεθεί ότι οι δικαιοπάροχοι του αντιδίκου άσκησαν μετά το 1995 πράξεις νομής, προσωπικά για τους ίδιους, δεν έχει συμπληρωθεί η απαιτούμενη από το νόμο παρέλευση 20ετίας για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα οι παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά αποσπασματικά αναφέρεται μόνο το ως άνω τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν αναφέρονται σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη των απόψεών του ότι ήταν βάσιμος ο ανωτέρω λόγος έφεσής του, που συνέχονται με τις αποδείξεις και με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο σαφώς εκτίθεται στην απόφαση, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση του λόγου αυτού αναίρεσης πλήττεται η εκτίμηση από το Μονομελές Πρωτοδικείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ)..- Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ., όπως αντικ.

με το άρθρο 3 του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτήν ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους.

Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση (Ολ.Α.Π.45/1987).

Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας που δίκασε ως Εφετείο και δέχθηκε την ένδικη αναγνωριστική ακινήτου αγωγή του αναιρεσίβλητου, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα τοπογραφικά διαγράμματα, που περιγράφονται στις προτάσεις του ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου και προσκομίστηκαν για την απόδειξη της αβασιμότητας της αγωγής, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν επί εφέσεως κατά της απόφασης του ειρηνοδικείου, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου , που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-4-2016 αίτηση του Α. Σ. του Δ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 180/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ