1910/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1910/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα παραπάνω συνάγεται ότι σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 του Ν.5960/1933,μετά την ισχύ του Ν. 2408 /1996,ο καταδικασθείς εκδότης της επιταγής πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή της επιταγής, αποκαθιστώντας πέρα από την πληρωμή του ποσού της επιταγής και κάθε άλλη ζημιά που τυχόν υπέστη ο κομιστής από την καθυστερημένη πληρωμή της επιταγής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1910 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1910/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Ψ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μοροζίνη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 16909, 19690/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Θ. Π. του Σ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1259/2015.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προσκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 τταρ.1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, "εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν: 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρείας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρείας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη.
Ειδικότερα αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ.1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν. του 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητος του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο.
Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται (ΑΠ 88/2013). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 5 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως η παρ.5 προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 εδ.
α του Ν. 2408/1996, που άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, (άρθρο 7 του ως άνω νόμου), η ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ασκείται μόνο κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής, ο οποίος δεν πληρώθηκε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δικαίωμα εγκλήσεως, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής έχει ο αμέσως από την αξιόποινη πράξη παθών.
Τέτοιος δε, κατά τα άρθρα 19, 20, 40, 44 και 46 του Ν. 5960/1933 είναι οποιοσδήποτε κομιστής της επιταγής, δηλαδή όχι μόνον ο τελευταίος κομιστής, ο οποίος εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα τη μη πληρωθείσα επιταγή, αλλά και ο οπισθογράφος, ο οποίος κατέστη κομιστής, πληρώνων αναγωγικώς την επιταγή μετά την εμφάνιση της (Ολ.ΑΠ 29/2007).Τέλος, κατ' άρθρο 79 παρ. 3 του Ν. 5960/1933 [όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ.1β του Ν.2408/1996 και ισχύει από την δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 4-6-1996] ορίζεται ότι "το αξιόποινο της πράξεως της παραγράφου 1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι σε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση του άρθρου 79 παρ.1 του Ν.5960/1933,μετά την ισχύ του Ν. 2408 /1996,ο καταδικασθείς εκδότης της επιταγής πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή της επιταγής, αποκαθιστώντας πέρα από την πληρωμή του ποσού της επιταγής και κάθε άλλη ζημιά που τυχόν υπέστη ο κομιστής από την καθυστερημένη πληρωμή της επιταγής.
Εξ άλλου, έλλειψη της κατά τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ.3 και 139 ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠοινΔ, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του δόλου, η ύπαρξη του ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του.
Ειδική αιτιολογία του δόλου απαιτείται αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετά στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τέτοια, όμως, πρόσθετα στοιχεία, μετά την κατά τα ανωτέρω τροποποίηση του άρθρου 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933, δεν αξιώνονται επί του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.
Στη προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της με αριθμό 19690/2015 προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από 28-8-2009 έως 14-9-2009 εξέδωσε με πρόθεση την υπ'αριθμ....-9 μεταχρονολογημένη επιταγή με αναγραφόμενη στο σώμα της ημερομηνία 15-10-2009 επιταγή για να πληρωθεί από την Τράπεζα ASPIS BANK για το ποσό των 108.377,93 ευρώ σε διαταγή του εγκαλούντος Θ.
Π., ο οποίος ήταν ο νόμιμος κομιστής αυτής. Η εν λόγω επιταγή αν και εμφανίσθηκε προς πληρωμή στις 23-10-2009 δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα λόγω δέσμευσης λογαριασμών της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α.", καθόσον είχε οριστικά πωληθεί η άδεια της. Ο δε ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν έχει ποινική ευθύνη για την έκδοση της παρούσας επιταγής, διότι ο εκκαλών στις 20-1-2011 παρέδωσε αυτή στον .....του Χαρτοφυλακίου Ζωής της υπό εκκαθάριση τελούσης ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρίας "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Γ.Α." ....και ισοδυναμεί με εξόφληση της επιταγής αυτής όμως μη νόμιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, την εξόφληση της οποίας ούτε άλλωστε τούτος ισχυρίζεται.
Όπως δε άλλωστε προκύπτει από το από 20-1-2011 ο εγκαλών παρέδωσε την επιταγή αυτή για να δοθεί να αποζημιωθεί σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που προβλέψεις των διατάξεων του Ν.3860/2010 σχετικά με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που είχε συνάψει ( .....). Περαιτέρω ουδόλως αποδείχθηκε ότι συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση ....περίσταση των μη ταπεινών αιτιών κατά την τέλεση της ένδικης πράξης, πέραν του ότι δεν προβλήθηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να συνιστούν κατά συνέπεια και τούτος ο ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί".
Ακολούθως κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι: "Στο ... στο διάστημα από 28.8.2009 μέχρι 14.9.2009 με πρόθεση εξέδωσαν επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή της γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής του, και συγκεκριμένα εξέδωσαν από κοινού με πρόθεση την υπ' αριθμ. ...-9 μεταχρονολογημένη με αναγραφόμενη στο σώμα της ημερομηνία 15.10.2009 επ8ιταγή, για να πληρωθεί από την τράπεζα ASPIS BANK για το χρηματικό ποσό των 108377,93 ευρώ, σε διαταγή του εγκαλούντα Θ.
Π., ο οποίος είναι ο νόμιμης κομιστής αυτής. Και αφού εμφανίστηκε στις 23.10.2009 προς πληρωμή, δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα λόγω δέσμευσης λογαριασμών της εκδούσης αυτήν εταιρία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ" καθόσον είχε οριστικά ανακληθεί η άδεια της." Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ.
απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικέ s διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α,27 παρ.1 του ΠΚ και 79 παρ.1,3 του Ν. 5960/1933, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων εξέδωσε ατομικά την ένδικη μεταχρονολογημένη επιταγή, συρομένη στον λογαριασμό της εταιρείας ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ, της οποίας ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ, σε διαταγή του εγκαλούντος, πληρωτέα από την Τράπεζα ASPIS BANK και ότι ο εγκαλών την εμφάνισε στις 23-10-2009 στην Τράπεζα αυτή, πλην όμως δεν πληρώθηκε, λόγω δεσμεύσεως των λογαριασμών της ως άνω ΑΕΓΑ, της οποίας είχε ανακληθεί οριστικώς η άδεια λειτουργίας.
Επισημαίνεται ότι δεν υπάρχει αντίφαση στην αιτιολογία της αποφάσεως από το γεγονός ότι αρχικά αναφέρεται ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων, ενώ στη συνέχεια διευκρινίζεται ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω δεσμεύσεως των λογαριασμών της εκδότριας ως άνω ΑΕΓΑ. Η αιτίαση ότι το δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, κρίνοντας αυτόν ένοχο εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, ενώ αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών έχει επιστρέψει στην οφειλέτρια εταιρεία το σώμα της επιταγής, δηλώνοντας ότι επιθυμεί να ενταχθεί το ασφαλιστήριο συμβόλαιο [για το οποίο εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο η ένδικη επιταγή] στο χαρτοφυλάκιο των ισχυόντων ασφαλιστηρίων συμβολαίων της εταιρείας ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ και να αποζημιωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3867/2010, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι από την ως άνω επιστροφή της επιταγής δεν συνάγεται ότι ο εγκαλών αποζημιώθηκε από την ακάλυπτη επιταγή, ούτε ότι ό εκδότης αυτής δεν έχει ποινική ευθύνη και πρέπει να κηρυχθεί αθώος.
Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, καθώς και εσφαλμένης εφαρμογής των ως άνω ουσιασ¬τικών ποινικών διατάξεων(εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ, Ε' του Κ.Ποιν.Δ.), είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικος, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο και υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 63, 64, 82-84 και 87 ίδιου ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι νομιμοποιείται ενεργητικώς να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία, εκείνος που κατά το αστικό δίκαιο δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση, ως παθών από το έγκλημα ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα από το διωκόμενο έγκλημα ή υπέστη άμεσα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από αυτό, συνεπεία υπαίτιας παρ' άλλου προσβολής δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος του, προστατευόμενου από κανόνες δικαίου, όχι μόνον αστικής φύσεως, αλλά και διοικητικού ή ποινικού περιεχομένου, που τέθηκαν όμως όχι αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, αλλά και χάριν ιδιωτικών συμφερόντων.
Έτσι, δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν και που αφορά και έχει αντίκτυπο στην πίστη, τη φήμη και το κύρος του νομικού προσώπου και των υπηρεσιών του έναντι τρίτων. Το επιτρεπτό δε της παραστάσεως πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο, εξαρτάται και κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωση παραστάσεως και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως κρίνεται από την αποδεικτική διαδικασία.
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρον 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλο παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.
Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5.960/1933, [όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972], κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής.
Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 και επ. του ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.
Η αξίωση προς αποζημίωση από τα άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν.5960 / 1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεως της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή [ως εξ αναγωγής υπόχρεος] και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν.
Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλο λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), ασκώντας ίδιο δικαίωμα εκ του τίτλου (άρθρο 1255 ΑΚ). Αν όμως η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος.
Σημειώνεται ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/ 1933 (άρθρο 44),σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Ο οπισθογράφος δε που πλήρωσε την επιταγή, δύναται επιπλέον να διαγράψει την οπισθογράφησή του, καθώς και τις οπισθογραφήσεις των επομένων οπισθογράφων με συνέπεια να εμφανίζεται και ως τελευταίος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμα του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων (άρθρα 19 και 47 παρ. 2 του Ν. 5960/1933).
Αντίθετη άποψη, ότι δηλ. δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ. 1) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.
Τούτο δε διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής" θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της.
Εξ άλλου, η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητώς, ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Στην ίδια διάταξη προστέθηκε με το παραπάνω άρθρο 15 παρ.3 του Ν.3472/2006, για την άρση κάθε αμφισβητήσεως, ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κωδικός για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.).Τέλος, η άποψη ότι ο εξ αναγωγής δικαιούχος ή ο ενεχυράσας την επιταγή κομιστής δεν έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και επ.
του ΑΚ, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, που δεν συνάγονται από το σκοπό του νόμου, αφού έτσι ωφελείται τελικά ο εκδότης, παρότι η δόλια συμπεριφορά του αποτελεί εκτροπή του θεσμού της επιταγής από την κατά νόμο λειτουργία του και συντελεί στη μείωση της αξιοπιστίας της επιταγής ως ex lege οργάνου πληρωμών.
Το ότι οι παραπάνω ζημιωθέντες έχουν δικαίωμα να στραφούν κατά του εκδότη ή των προηγουμένων οπισθογράφων ασκώντας το προαναφερόμενο δικαίωμα αναγωγής αυτών δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού η παρεχόμενη από τις σχετικές διατάξεις προστασία είναι ενδεχόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποβαίνει αναποτελεσματική.
Επομένως, και υπό την ισχύ της παρ. 5 του άρθρου 79 παρ.1 του Ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, ο ενεχυράσας την επιταγή οφειλέτης, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. [Ολ.ΑΠ 24/2007].
Στη προκείμενη υπόθεση, ο αναιρεσείων πλήττει την ως άνω απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, για τον λόγο ότι κακώς δέχθηκε να παρασταθεί ο εγκαλών ως πολιτική αγωγή, δεδομένου ότι δεν ήταν πλέον κομιστής της επιταγής, την οποία, όπως προεκτέθηκε, επέστρεψε στην οφειλέτρια εταιρεία. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ο εγκαλών ήταν κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο εμφανίσεως και μη πληρωμή της όταν και υπέστη την ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας νομίμως παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-11-2015 αίτηση του Δ. Ψ. του Γ., για αναίρεση της με αριθμό 19690/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσειοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ