Legislator Case Law & Legislation
1910/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on public road ownership transfer to municipality.

Case Number 1910/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Glyfada's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a public road's ownership. The municipality argued that the court failed to consider ten sales contracts proving the plaintiff lacked title, while the plaintiff contended the lower court correctly assessed all evidence. The court ruled that the appeal was inadmissible because the lower court's explicit finding confirmed it had considered all submitted documents, rendering the alleged omission of evidence irrelevant to the case outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 28 of Law 1337/1983; Article 559, paragraph 11, item 3 of the Code of Civil Procedure: The transfer of private property to a local authority as public common space requires specific statutory conditions and the owner's consent; an appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the lower court's decision explicitly states it evaluated all lawfully submitted documents.

Keywords

AI generated
public common space municipal ownership appeal inadmissibility evidence consideration private property transfer substantial impact legal cost award

Cited Legislation

AI generated
Article 28 of Law 1337/1983
Article 559, paragraph 11, item 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2003

Cited Case Law

AI generated
OLST 774/1987
OloM. AP 2/2008
OloM. AP 14/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1910 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1910/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Δήμου Γλυφάδας, νόμιμα εκπροσωπούμενου με έδρα τη Γλυφάδα Αττικής, o οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λακαφώση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Μ. χήρας Ι. Ρ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαρδελά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/6/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3664/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 6108/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων Δήμος με την από 30/3/2011 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 942/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει η καλούσα με την από 4/7/2013 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 19/12/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 28 του Ν.1337/1983 "Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ" ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιονδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης εφ' όσον 1) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ως κοινόχρηστοι χώροι και 2) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη, ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση, που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη.

Έτσι για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου ΟΤΑ δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια (ΟλΣτΕ 774/1987).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 967-970 και 972ΑΚ συνάγεται ότι ένα ακίνητο καθίσταται κοινόχρηστο με τη βούληση του ιδιοκτήτη όταν αυτός το θέσει σε κοινή χρήση με νομότυπη δικαιοπραξία δηλαδή με διαθήκη ή δωρεά υπό τρόπον κατά τις διατάξεις των άρθρων 503, 1715, 2014 ΑΚ ή με παραίτηση από την κυριότητα προκειμένου να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, η οποία όμως, ως συνεπαγόμενη την κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369 και 1192 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως ο κύριος εδαφικής εκτάσεως που κείται εκτός σχεδίου πόλης, ο οποίος διαιρεί αυτή σε μικρότερα αυτοτελή οικόπεδα και τα πωλεί σε τρίτους, αφήνοντας μεταξύ αυτών δρόμους για την εξυπηρέτηση των αγοραστών και όχι για κοινή χρήση, δε χάνει την κυριότητά του επί των εδαφικών, λωρίδων που άφησε για τη δημιουργία τους, εκτός αν έχει περιληφθεί δήλωση περί παραιτήσεως από αυτήν στα οικεία μεταβιβαστικά συμβόλαια και αυτά έχουν μεταγραφεί.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμ. ... προικοσύμφωνο του Συμβολαιογράφου..., που μετεγράφη νόμιμα...

η ενάγουσα έλαβε, ως αδιατίμητο προίκα από τη μητέρα της, ένα (1) αγρό, στη Γλυφάδα Αττικής, στη θέση "...", επιφανείας 6.376 τ.μ., τον οποίο η μητέρα της απέκτησε με αγορά από τον Π. Π.. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου, που μετεγράφη νόμιμα Η ενάγουσα και ο σύζυγος της διαίρεσαν τον ανωτέρω αγρό σε μικρότερα αγροτεμάχια, ως εκτός σχεδίου, τα οποία μετεβίβασαν, λόγω πώλησης σε τρίτους.

Κατά τη διαίρεση των αγρών αυτών, άφησαν ιδιωτική οδό πλάτους οκτώ (8) μέτρων, με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά, σύμφωνα με το από 16-3-1963 τοπογραφικό διάγραμμα του Μηχανικού. Γ. Μ., συνολικής έκτασης 696.07 τ.μ., ως εμφαίνεται στο από Φεβρουαρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Γλυφάδας.........

Η άνω ιδιωτική οδό αφέθηκε από την ενάγουσα-πωλήτρια αποκλειστικά ως δίοδος επικοινωνία των προς πώληση αγροτεμαχίων. Οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι (που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) απέκτησαν την κυριότητα των ακινήτων τους με συμβόλαια αγοράς που μεταγράφηκαν νόμιμα από την ενάγουσα με αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του 1965 που μεταγράφηκε Με την υπ' αριθμ. ...

Πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης, λόγω ρυμοτομίας, του Δήμου Γλυφάδας, προσκυρώθηκαν τμήματα ιδιοκτησίας της ενάγουσας εκ του πρώην ιδιωτικού δρόμου και αναλογίζονται οι σχετικές αποζημιώσεις στο Ο.Τ. 495 του Δήμου Γλυφάδας. ως ακολούθως: 1. Η ιδιοκτησία -1- της τρίτης εναγομένης Ε. Π., λόγω προσκύρωσης να προσλάβει, αφού αποζημιώσει το Δήμο Γλυφάδας ή τον αναδειχθησόμενο από τα Πολιτικά Δικαστήρια δικαιούχο για έκταση 51,18 τ.μ., 2.

Η ιδιοκτησία -2- του πρώτου εναγομένου Ν. Λ.. λόγω προσκύρωσης να προσλάβει αφού αποζημιώσει το Δήμο Γλυφάδας ή τον αναδειχθησόμενο από τα Πολιτικά Δικαστήρια δικαιούχο για έκταση 51,26 τ.μ........... Με την υπ' αριθμ. ... Πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης, λόγω ρυμοτομίας του Δήμου Γλυφάδας, προσκυρώθηκαν τμήματα ιδιοκτησίας της ενάγουσας εκ του πρώην ιδιωτικού δρόμου και αναλογίζονται οι σχετικές αποζημιώσεις στο Ο.Τ. 495 του Δήμου Γλυφάδας, ως ακολούθως:

Η ιδιοκτησία -2- (Ανδρέου), λόγω προσκύρωσης να προσλάβει, αφού αποζημιώσει το Δήμο Γλυφάδας ή τον αναδειχθησόμενο από τα Πολιτικά Δικαστήρια δικαιούχο για έκταση 49,42 τ.μ........... Η παραπάνω έκταση του πρώην ιδιωτικού δρόμου είχε ενταχθεί στο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Γλυφάδας (ΦΕΚ θεωρήθηκε 2 1 8Δ/23-9-1 975) εντός του Ο.Τ. 495.

Λόγω του ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι θέλησαν να ενσωματώσουν στη δική τους ιδιοκτησία την πρώην ιδιωτική οδό, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, αυτή άσκησε κατ' αυτών την από 14-10-1994 αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί κυρία των περιγραφομένων σ' αυτή εδαφικών τμημάτων, βάσει των τίτλων ιδιοκτησίας της.

Στη δίκη αυτή, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι προσεπικάλεσαν με τις 13-4-1995 και 2 8-2-1995 προσεπικλήσεις τους το Δήμο Γλυφάδας, ο οποίος με τις από 25-9-1995 και 26-9-1995 ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις του, παρενέβη υπέρ αυτών, υποστηρίζοντας ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα νόμιμα μεταβιβάστηκαν απ' αυτόν, λόγω προσκύρωσης, στους τρεις πρώτους εναγομένους, ισχυριζόμενος ότι κατά το χρόνο της μεταβίβασης αυτής, τα επίδικα εδαφικά τμήματα είχαν καταστεί κοινόχρηστα και ως τέτοια ανήκαν κατά κυριότητα σ' αυτόν στη μείζονα έκταση του ιδιωτικού αυτού δρόμου.

Μετά τη συνεκδίκαση αγωγής, προσεπικλήσεων και παρεμβάσεων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2305/1996 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή της δεχθείσα ότι κατά το χρόνο της μεταβίβασης αυτής, τα επίδικα είχαν καταστεί κοινόχρηστα και ως τέτοια ανήκαν κατά κυριότητα στο Δήμο Γλυφάδας στη μείζονα έκταση του ιδιωτικού αυτού δρόμου.

Κατά της ανωτέρω απόφασης η ενάγουσα άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9317/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που την απέρριψε, δεχθείσα ότι και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Στη συνέχεια, η ενάγουσα, άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1169/2000 απόφαση του.

Η απόφαση αυτή αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίνοντας ότι εσφαλμένα εκτίμησε το αναγκαίως κριθέν προδικαστικό (παρεμπίπτον) νομικό ζήτημα, ότι ολόκληρος ο ιδιωτικός αυτός δρόμος, όπου περιλαμβάνονται τα επίδικα, είχε καταστεί κοινόχρηστος, κατά την έννοια του άρθρου 28 Ν. 1337/83 και του άρθρου 1 παρ. 3 Α.Ν. 690/48, ως μη υφισταμένων των νομίμων προϋποθέσεων εφαρμογής τους και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών Μετά την παραπομπή της υπόθεσης και την εκ νέου συζήτηση της στο Εφετείο Αθηνών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4 861/2001 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν τους ισχυρισμούς των εναγομένων και έκανε δεκτή την αγωγή της ενάγουσας.

Την υπ' αριθμ. 4861/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών προσέβαλαν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι και ο τέταρτος εναγόμενος Δήμος Γλυφάδας με το ένδικο μέσο της αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου. Επί των αναιρέσεων αυτών εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 1224/2003 και 1225/2003 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι αναιρέσεις αυτές, κατάστασης, έτσι, αμετακλήτου της υπ' αριθμ. 4861/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Στις ανωτέρω αποφάσεις του Αρείου Πάγου αναφερόταν ότι το Εφετείο ορθά έκρινε, ως προς το ζήτημα ότι αφορά μεταβίβαση δικαιωμάτων της πωλήτριας επί της οδού στον αγοραστή και όχι παραίτηση της από την κυριότητα, ώστε η οδός να καταστεί κοινόχρηστη και ως προς το είδος των επί της οδού δικαιωμάτων, που μετεβίβασε η αναιρεσίβλητη στους αγοραστές, ότι πρόκειται για τα δικαιώματα διέλευσης και χρήσης της ιδιωτικής οδού προς το σκοπό επικοινωνίας με τους εκατέρωθεν του όλου ακινήτου αγροτικούς τότε δρόμους, στους οποίους αυτή κατέληγε, όχι, δε και του δικαιώματος κυριότητας επί της οδού ή του έμπροσθεν του κάθε πωλουμένου αγροτεμαχίου τμήματος της.

Οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι και ο τέταρτος εναγόμενος Δήμος Γλυφάδας-εκκαλούντες στις ως άνω εφέσεις τους ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι στα συμβολαιογραφικά έγγραφα .δεν αναφέρεται ρητά ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη παραιτείται των δικαιωμάτων της από τον ιδιωτικό δρόμο και ότι με ρητή βούληση της τον παραχωρεί στην κοινή χρήση, ενώ, αντίθετα, σ' αυτά η ενάγουσα δηλώνει ρητά ότι μεταβιβάζει και τα δικαιώματα της επί του ή των ιδιωτικών δρόμων και παραιτείται από την κυριότητα του ιδιοκτήτη στα οικεία μεταβιβαστικά συμβόλαια, που έχουν μεταγραφεί, ώστε να επέρχεται η απώλεια της κυριότητας της επί των ιδιωτικών οδών και η περιέλευσή τους στον ΟΤΑ.

σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν. 1337/1983. Όμως, σε όλα τα προαναφερόμενα αγοραπωλητήρια συμ/κά έγγραφα αναφέρεται η ίδια φράση, που αφορά εκτός του ως άνω καθ' όριο και έκταση των ανωτέρω περιγραφομένων αγροτεμαχίων, μετά όλων των επ' αυτών δικαιωμάτων των ιδιοκτητών του προσωπικών και πραγματικών και των συναφών και λοιπών τούτου αγωγών και τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων επί του ιδιωτικού δρόμου, που αποκλείει τη βούληση των προς μεταβίβαση της κυριότητας όλης της οδού σε κάθε αγοραστή ή ιδανικής μερίδας της.

Ακόμα, αν οι συμβαλλόμενοι ήθελαν τη μεταβίβαση τμήματος της οδού σε κάθε αγοραστή, θα είχαν προσδιορίσει αυτό κατ' έκταση και όρια και η μεταβίβαση αυτή δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό της επικοινωνίας των αγροτεμαχίων με τους αγροτικούς δρόμους, θα είχαν, δε, χρησιμοποιήσει άλλες σχετικές εκφράσεις. Να σημειωθεί εδώ ότι η επίδικη ιδιωτική οδός στο σύνολο της αφέθηκε από την ενάγουσα-εφεσίβλητη στην κοινή χρήση όλων των αγοραστών των εκατέρωθεν αυτής εκτεινομένων αγροτεμαχίων για την επικοινωνία τους με τους εκατέρωθεν αγροτικούς δρόμους και γιαυτό διαβεβαίωνε η ίδια τον κάθε υποψήφιο αγοραστή, για να τον πείσει να αγοράσει το αγροτεμάχιο...........

Οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι και ο τέταρτος εναγόμενος Δήμος Γλυφάδας-εκκαλούντες στις ως άνω εφέσεις τους ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό τους περί του ότι τα επίδικα τμήματα είχαν καταστεί κοινόχρηστα κατά το χρόνο της προσκύρωσής τους και ως τέτοια ανήκαν στο Δήμο Γλυφάδας, καθώς και ότι είχε σχηματισθεί και υλοποιηθεί η καταργηθείσα εκ των υστέρων οδός, δεδομένου ότι την οδό αυτή.

όσοι αγόρασαν την είχαν ως σύνορο και είσοδο στο αγροτεμάχιο τους και τούτο αναγνωρίζει και το άρθρο 28 του Ν. 1337/83, που οι ιδιοκτήτες μεγάλων εκτάσεων παραχώρησαν μέρος της ιδιοκτησίας τους στην κοινή χρήση για να ωφεληθεί η υπόλοιπη ιδιοκτησία, που χωρίς τον κοινόχρηστο χώρο δεν θα αξιοποιείτο. Όμως σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, σε συνδυασμό με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν προβλεπόταν από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλης, ως κοινόχρηστο ούτε η βούληση της ενάγουσας-εφεσίβλητης, ως ιδιοκτήτριας αυτού ήταν ρητά ή συναγόμενη εμμέσως από τις ενέργειες της να καταστεί τούτο κοινόχρηστο και δεν προέκυψε ότι τέτοιους είδους πραγματική κατάσταση, που αφορά κοινοχρησία διατηρήθηκε επί μακρόν χρονικό διάστημα κατ' ανοχή αυτής.

Η Ε. Π. και ο Γ. Λ. (εναγόμενοι) ήταν εκείνοι, οι οποίοι ζήτησαν για τις ιδιοκτησίες των τριών πρώτων εναγομένων-εκκαλούντων με την υπ' αριθμ. 235/12-7-95 αίτηση τους προς τον εναγόμενο Δήμο Γλυφάδας-εκκαλούντα τη σύνταξη πράξης προσκύρωσης. λόγω ρυμοτομίας, για το επίδικο εδαφικό τμήμα της οδού. τμήμα του οποίου θα έπρεπε να προσκυρωθεί σε κάθε μία εκ των ως άνω ιδιοκτησιών.

Ο εναγόμενος Δήμος Γλυφάδας-εκκαλών, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης, λόγω ρυμοτομίας, στην οποία ανέφερε ότι η ιδιοκτησία 1 (Π.), λόγω προσκύρωσης να προσλάβει, αφού αποζημιώσει το Δήμο Γλυφάδας ή τον αναδειχθησόμενο από τα Πολιτικά Δικαστήρια δικαιούχο για έκταση 51,18 τ.μ.

και η ιδιοκτησία 2 (Λ.), λόγω προσκύρωσης να προσλάβει, αφού αποζημιώσει το Δήμο Γλυφάδας ή τον αναδειχθησόμενο από τα Πολιτικά Δικαστήρια δικαιούχο για έκταση 51,26 τ.μ. Ο τέταρτος εναγόμενος Δήμος Γλυφάδας-εκκαλών κοινοποίησε την πιο πάνω πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού στους Ν. Λ. και Ε. Π., όχι. όμως, στην ενάγουσα-εφεσίβλητη, η οποία δεν είχε λάβει γνώση των ενεργειών των ανωτέρω εναγομένων-εκκαλούντων.

Στη συνέχεια, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Γλυφάδας-εκκαλούντος αποφάσισε με την υπ' αριθμ. 442/1997 απόφαση του. μετά από αίτηση του Ν. Λ. για προσκύρωση εδαφικής έκτασης στην ιδιοκτησία του και καθορισμό του ποσού της σχετικής αποζημίωσης και τον τρόπο εξόφλησης της; ότι εγκρίνει τη μεταβίβαση δημοτικής εδαφικής, έκτασης επιφάνειας 51.26 τ.μ., που βρίσκεται στο Ο.Τ. 495 και καθόρισε την αξία της προσκυρωτέας, δημοτικής εδαφικής έκτασης 51,26 τ.μ.

Η ενάγουσα-εφεσίβλητη με την από 8-1 1-2001 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση της προς τους εναγομένους-εκκαλούντες και τη Δ/νση Πολεοδομίας Αργυρούπολης αναφέρει ότι με αφορμή την υπ' αριθμ. ... Πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης του Γραφείου Πολεοδομίας Γλυφάδας, σύμφωνα με την οποία οι ιδιοκτησίες των τριών πρώτων εξ αυτών επί της οδού ...

προσκυρώνουν δύο (2) εδαφικά τμήματα πρώην ιδιωτικής οδού εντός του Ο.Τ. 495 του Δήμου Γλυφάδας, εμβαδού 51,20 τ.μ. εκάστου, δηλώνει τα ακόλουθα: Ι) Πλην των όσων έθεσε υπ' όψη τους, δια του δικογράφου της από 27-2-1995 αίτησης της ενώπιον του Μον/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών, για τον καθορισμό της προσωρινής αποζημίωσης.

βάσει της υπ' αριθμ. ... παραπάνω Πράξης (η οποία αίτηση επιδόθηκε νόμιμα προς αυτούς) περί της κυριότητας της επί των προσκυρουμένων αυτών τμημάτων, τους πληροφορεί, ότι με την υπ' αριθμ. 1169/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου και την υπ'αριθμ. 4861/200] απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το ιδιοκτησιακό θέμα της πρώην ιδιωτικής οδού, από την οποία προέρχονται τα προσκυρούμενα στις ιδιοκτησίες τους εδαφικά τμήματα, κρίθηκε τελεσίδικα υπέρ αυτής, απορριφθέντος του ισχυρισμού του Δήμου Γλυφάδας περί "κοινοχρησίας" της οδού αυτής και δήθεν κυριότητας του επ' αυτής βάσει, του αρθρ. 28 Ν. 1337/83. 2) Κατόπιν των παραπάνω, τους καλεί, αφενός, μεν, να της γνωστοποιήσουν εγγράφως σε ποίο σημείο βρίσκεται το στάδιο της διαδικασίας προσκύρωσης της ιδιοκτησίας της στη δική τους ιδιοκτησία, αφετέρου, δε, να της κοινοποιήσουν όλα εκείνα τα έγγραφα, διοικητικά ή δικαστικά, τα οποία αφορούν στη διαδικασία αυτή ώστε να προβεί και αυτή στις απαραίτητες ενέργειες για τη νομιμοποίηση της, ως προς τη λήψη της σχετικής αποζημίωσης, η οποία θα καθορισθεί δικαστικά, σύμφωνο, με τις κείμενες περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων διατάξεις.

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι η πιο πάνω ιδιωτική οδός δεν κατέστη κοινόχρηστη και ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη δεν εξέφρασε τη βούληση της για κοινοχρησία αυτής, αντίθετα, μόλις έλαβε γνώση ότι οι εναγόμενοι-εκκαλούντες προέβησαν σε προσκύρωσή της στις ιδιοκτησίες των τριών πρώτων εναγομένων-εκκαλούντων προέβη στις νόμιμες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες.

προς κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, ως κυρία της εν λόγω επίδικης εδαφικής έκτασης......... Οι εναγόμενοι-εκκαλούντες με τις εφέσεις τους ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι δεν είναι καταχρηστική η κρινόμενη αγωγή της ενάγουσας-εφεσίβλητης. ενώ αυτή άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα, που προβάλλει με την αγωγή της, το οποίο με τη συμπεριφορά της είχε δημιουργήσει την εντύπωση σε όλους, ότι ουδέποτε θα το ασκήσει, με συνέπεια, εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής να κινδυνεύουν οι μεν ιδιοκτήτες να καταβάλουν την αποζημίωση της προσκυρωτέας στην ιδιοκτησία τους λωρίδας για δεύτερη φορά και μάλιστα τη φορά αυτή αυξημένη έναντι της πρώτης, λόγω της παρόδου του χρόνου, ο Δήμος, δε, να υφίσταται τις δυσμενείς γι αυτόν συνέπειες (οικονομικές, κ.λπ.), γεγονός, που έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό τους δικαιώματος, λαμβανομένου υπόψη ότι η ενάγουσα ουδέν δικαίωμα έχει ή άσκησε ποτέ μετά την πώληση όλων των αγροτεμαχίων το έτος 1967.

Όμως σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, σε συνδυασμό με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, η ενάγουσα-εφεσίβλητη/όταν το αγροτεμάχιο, που είχε στην κυριότητα της, το διαίρεσε σε μικρότερα αγροτεμάχια και το έτος 1963 και το πώλησε στους δικαιοπαρόχους των τριών πρώτων εναγομένων-εκκαλούντων. παραχώρησε το επίδικο εδαφικό τμήμα, συνολικής έκτασης 696.07 τ.μ., προκειμένου αυτοί να το χρησιμοποιήσουν ως δίοδο και επικοινωνία των προς πώληση αγροτεμαχίων και δεν αναφέρεται στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη παραχωρεί την ιδιωτική οδό στην κοινή χρήση, για να καταστεί μετά τη μεταγραφή αυτών κοινόχρηστη και δεν απώλεσε την κυριότητα της στην ως άνω οδό.

Οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι-εκκαλούντες, που απέκτησαν τα ακίνητα τους από τη δικαιοπάροχο τους Β. Γ. το έτος 1995. στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια τους αναφέρουν ότι η επίδικη εδαφική έκταση είναι ιδιωτική οδός. Η ενάγουσα-εφεσίβλητη μετά το έτος 1963, που παραχώρησε το επίδικο εδαφικό τμήμα, ως ιδιωτική οδό, δεν υπέπεσε στην αντίληψη της ότι η δικαιοπάροχος των τριών πρώτων εναγομένων-εκκαλούντων και ο τέταρτος εναγόμενος Δήμος-εκκαλούντες άλλαξαν τον προορισμό του και αυτό κατέστη κοινόχρηστο.

Δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη συναίνεσε ή τελούσε σε γνώση ενεργειών των εναγομένων-εκκαλούντων να καταστεί το επίδικο εδαφικό τμήμα κοινόχρηστο, ενώ προέβη στις νόμιμες εξώδικες και δικαστικές ενέργειες της για να προστατέψει τα δικαιώματα κυριότητας της επί της ως άνω ιδιωτικής οδού, όταν έλαβε γνώση ενεργειών των εναγομένων - εκκαλούντων να την ιδιοποιηθούν, τυχόν, δε, καθυστέρηση της να προβεί στις ως άνω ενέργειες από μόνη της δεν δύναται να δικαιολογήσει κατάχρηση δικαιώματος από μέρους της, δεδομένου ότι η συμπεριφορά της δεν δημιούργησε την πεποίθηση στους εναγομένους ότι δεν πρόκειται να προβεί στις νόμιμες ενέργειες προστασίας των δικαιωμάτων της, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι από το έτος 1963, που έγινε η παραχώρηση του επίδικου εδαφικού τμήματος από μέρους της ενάγουσας-εφεσίβλητης, ως διόδου και επικοινωνίας των προς πώληση αγροτεμαχίων στη δικαιοπάροχο των τριών πρώτων εναγομένων- εκκαλούντων μέχρι το έτος 1995, που οι τελευταίοι, θέλησαν να περιέλθουν τμήματα της ιδιωτικής οδού στην κυριότητα τους, δεν άλλαξε ο προορισμός της εν λόγω οδού, έτσι ώστε η ενάγουσα-εφεσίβλητη να διαπιστώσει αυτό και να αντιδράσει με εξώδικες και δικαστικές ενέργειες της, όταν, δε.

οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι-εκκαλούντες το έτος 1995., με αίτηση τους προς τον τέταρτο εναγόμενο Δήμο Γλυφάδας-εκκαλούντα ζήτησαν απ "αυτόν να προβεί σε προσκύρωση τμήματος της ανωτέρω οδού στις ιδιοκτησίες τους, η ενάγουσα-εκκαλούσα. όταν έλαβε γνώση αυτών, προέβη με εξώδικες και δικαστικές ενέργειες της στην προστασία των δικαιωμάτων της, ως κυρία του επιδίκου εδαφικού τμήματος.

Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα άσκησε καταχρηστικά τα δικαιώματα, της στο επίδικο εδαφικό τμήμα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και τρίτων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, αναγνωριστική κυριότητας, κατά το ενδιαφέρον μέρος απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του τελευταίου περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο και περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, ως ουσιαστικά αβάσιμες, τους οποίους είχε νομοτύπως προβάλλει αμυνόμενος κατά της αγωγής και επανέφερε ως εκκαλών με σχετικούς λόγους της έφεσής του και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του, καθώς και την έφεση των λοιπών εναγομένων, μη διαδίκων, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ειδικότερα κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα είναι τμήμα μείζονος ακινήτου της ενάγουσας που περιήλθε παραγώγως σ' αυτήν και τον σύζυγό της, ως αδιατίμητη προίκα κατά ψιλή κυριότητα και επικαρπία αντίστοιχα και μετά τον Ν.1329/1983 κατά πλήρη κυριότητα στην ενάγουσα, αποτελεί δε ιδιωτική οδό, που αφέθηκε από την ίδια και τον προικολήπτη σύζυγό της μόνον προς χρήση και διέλευση των αγοραστών των εκατέρωθεν αυτής αυτοτελών αγροτεμαχίων, που προέκυψαν από την κατάτμηση του μείζονος ακινήτου, του κειμένου κατά το χρόνο της κατάτμησης και της αγοράς τούτων από τρίτους, εκτός σχεδίου της πόλης της Γλυφάδας, προς επικοινωνία τους με τους διερχόμενους ανατολικά και δυτικά τούτων αγροτικούς δρόμους και ότι η επίδικη οδός δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 28 του Ν.1337/1983, αφού ουδέποτε μέχρι τη ρυμοτόμησή της, η ενάγουσα και σύζυγός της είχαν οπωσδήποτε αφήσει την εδαφική αυτή λωρίδα στην κοινή χρήση είτε με ρητώς εκφρασμένη βούληση σε δικαιοπραξία που καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και έχει μεταγραφεί είτε σιωπηρά με την ανοχή τους, που να δημιούργησε μια μόνιμη κατάσταση, ώστε να είναι δυνατόν να καταστεί κοινόχρηστο με την ένταξή του στο σχέδιο πόλης κατά την προαναφερόμενη διάταξη, δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων που δεν εφαρμόσθηκαν, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου, ως κοινοχρήστου οδού, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, στον οποίο περαιτέρω εκτίθενται περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με την παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι το επίδικο δεν είναι κοινόχρηστη οδός, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον με τις διαλαμβανόμενες αιτιάσεις πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι όμως εφαρμόζονται τότε μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό η αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων.

Επομένως τότε μόνον ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την προσβαλλομένη με αναίρεση απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και παρόλα αυτά δεν τις εφάρμοσε.

Το στοιχείο αυτό ότι το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων, πρέπει να το επικαλείται ο αναιρεσείων για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. (ΑΠ 1388/2010, ΑΠ 60/2010, ΑΠ 853/2002). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 561 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί αυθαίρετα ότι η φράση - δήλωση στα μεταβιβαστικά συμβόλαια ότι "μεταβιβάζει και τα δικαιώματα της επί του ή των ιδιωτικών δρόμων", "αποκλείει τη βούληση των συμβαλλομένων μερών προς μεταβίβαση της κυριότητας όλης της οδού σε κάθε αγοραστή ή ιδανικής μερίδας της" παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ με την παράλειψη της εφαρμογής τους, τους οποίους αν εφάρμοζε ερμηνεύοντας τη βούληση των συμβαλλομένων στα προαναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα θα κατέληγε στο ορθό συμπέρασμα ότι με τη δήλωση αυτή η αναιρεσίβλητη δεν διατήρησε δικαίωμα στον επίδικο ιδιωτικό δρόμο.

Ο λόγος αυτός, έτσι όπως διατυπώνεται, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, καθόσον δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων στα μεταβιβαστικά της κυριότητας συμβόλαια, αλλά και επειδή υπό την επίφαση της παραβίασης των ερμηνευτικών παραπάνω κανόνων, πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή κατά το εδάφιο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψιν οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψιν του ισχυρισμό που προτάθηκε και το απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003), ΟλΑΠ2/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού και τον τρίτο λόγο κατά το πρώτο μέρος αυτού (κατ' ορθή υπαγωγή του διαλαμβανόμενου σ' αυτόν νομικού σφάλματος) αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις προταθείσες από τον αναιρεσείοντα - εναγόμενο, ενστάσεις περί ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας νομοτύπως με τις προτάσεις τους, ως εναγόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και τις οποίες επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης στο δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψιν τα ακόλουθα περιστατικά, που θεμελιώνουν κατά τον αναιρετικό αυτό λόγο την ιστορική βάση των ενστάσεων αυτών και ειδικότερα 1) ότι η ενάγουσα στα αγοραπωλητήρια συμβόλαια δε διατήρησε επιφύλαξη δικαιωμάτων ούτε έγινε σχετική μνεία σ' αυτά ότι θα διεκδικούσε αποζημίωση για την ιδιωτική οδό (επίδικη) όταν θα περιλαμβανόταν στο σχέδιο πόλης, αντίθετα όπως αποδείχθηκε, ρητά δήλωνε τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων 2) ότι προέβη σε κατάτμηση της αρχικής έκτασης σε οικόπεδα και σχημάτισε με τη βούληση της ιδιωτικό κοινόχρηστο δρόμο για την αξιοποίηση και εκμετάλλευση τους, δηλαδή παραχώρησε μέρος της ιδιοκτησίας της στην κοινή χρήση, προκειμένου να ωφεληθεί η υπόλοιπη ιδιοκτησία της, η οποία χωρίς τον ιδιωτικό κοινόχρηστο δρόμο δεν θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και να αποκτήσει πολλαπλάσια αξία 3) η ιδιωτική οδός αναφερόταν ως σύνορο στα πωλούμενα αγροτεμάχια και μετά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλης το 1975, ως προσκυρωτέο τμήμα των ιδιοκτησιών αυτών και όχι ως όριο τούτων 4) διαβεβαίωνε τους αγοραστές ότι η ιδιωτική αυτή οδός θα ανήκει στη χρήση όλων 5) δεν υπέβαλε δήλωση στο Δήμο Γλυφάδας για ακίνητα της στο ΟΤ495 με βάση το Ν.127/1975 και από το έτος 1975 μέχρι το 1988 δεν κατάβαλε φόρο ακαλύπτων 6) αδιαφόρησε πλήρως για την τύχη αυτής της έκτασης επί τριάντα έτη περίπου και έτσι δεν είχε κανένα δικαίωμα στα επίδικα τμήματα των ακινήτων που πώλησε λόγω παραιτήσεως ρητώς άλλως σιωπηρώς από τα δικαιώματα της, αφού αυτά, όπως και τα υπόλοιπα του ιδιωτικού δρόμου περιήλθαν μετά την κατάργηση του στην κυριότητα του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν.1337/1983.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο; που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις ενστάσεις αυτές, έλαβε υπόψιν τα παραπάνω περιστατικά, αφού στην απόφαση γίνεται αναφορά ως προς τη δήλωση της αναιρεσίβλητης περί μεταβίβασης των δικαιωμάτων της στην επίδικη οδό, που αφέθηκε από την ίδια μετά την κατάτμηση του μείζονος ακίνητου της σε μικρότερα αυτοτελή αγροτεμάχια στην κοινή χρήση μόνο των αγοραστών των εκατέρωθεν αυτής πωληθέντων αγροκτημάτων ως δίοδος για την επικοινωνία τους με τους εκατέρωθεν αγροτικούς δρόμους και ότι περί αυτού διαβεβαίωνε η ίδια τον κάθε υποψήφιο αγοραστή για να τον πείσει να αγοράσει το αγροτεμάχιο, ότι η δήλωση αυτή δεν αφορά παραίτηση αυτής από την κυριότητα της επίδικης ιδιωτικής οδού, ώστε να καταστεί κοινόχρηστη, ούτε η βούληση της ως κυρίας του επιδίκου ήταν, συναγόμενη ρητά ή έμμεσα από τις ενέργειες της, να καταστεί τούτο κοινόχρηστο και δεν προέκυψε ότι τέτοια πραγματική κατάσταση, που αφορά κοινοχρησία, διατηρήθηκε επί μακρόν χρονικό διάστημα κατ' ανοχή της.

Επίσης αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση και η καθυστέρηση της να προβεί σε εξώδικες και δικαστικές ενέργειες για να προστατεύσει την κυριότητα της. Τα λοιπά παραπάνω περιστατικά τα οποία κατά τους ίδιους αναιρετικούς λόγους δε λήφθηκαν υπόψη συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα και όχι "πράγματα" κατά την προαναφερόμενη έννοια, γι'αυτό και η μη λήψη υπόψιν από το από το Εφετείο δεν ιδρύει το σχετικό λόγο αναίρεσης.

Οι ειδικότερες δε περαιτέρω αιτιάσεις που περιέχονται στους ίδιους αυτούς λόγους, με τους οποίους πλήττεται η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων και προβάλλονται επιχειρήματα που κατατείνουν στην άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και στην ουσιαστική βασιμότητα των ενστάσεων του αναιρεσείοντος, που προαναφέρθηκαν, αυτοτελώς λαμβανόμενες ως λόγοι αναίρεσης από την ίδια διάταξη (559 αρ 8 Κ.Πολ.Δ.) είναι απαράδεκτες, διότι δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την παραπάνω έννοια.

Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν του παρά το νόμο πράγματα, που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα δέχθηκε "λόγω του ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι θέλησαν να ενσωματώσουν στη δική τους ιδιοκτησία την πρώην ιδιωτική οδό, ιδιοκτησίας της ενάγουσας άσκησε αυτή κατ' αυτών την από 14-10-94 αγωγή της" "ότι προσεπικάλεσαν το Δήμο Γλυφάδας με τις προσεπικλήσεις τους" "ότι παρενέβη προσθέτως ο Δήμος Γλυφάδας", με τις προσεπικλήσεις τους "ότι εκδόθηκε η 2035/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου και εν συνεχεία η 9317/97 του Εφετείου Αθηνών και η 1169/2000 του Αρείου Πάγου και μετά από παραπομπή η 4861/2001" του Εφετείου και 1224, 1225/2003 του Αρείου Πάγου που κατέστησαν αμετάκλητη την 4861/01 απόφαση του Εφετείου". "Όμως στην αγωγή αυτή εναγόμενοι δεν ήταν οι εναγόμενοι στην υπό κρίσιν αγωγή, αλλά τρίτα πρόσωπα, η δε λήψη υπόψιν των μη προταθέντων παραπάνω ισχυρισμών διαμόρφωσε την κρίση του Εφετείου για την απόρριψη των ενστάσεων του περί ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενοι ως "πράγματα" πραγματικοί ισχυρισμοί, δεν εμπίπτουν στην παραπάνω έννοια των πραγμάτων", ούτε στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεως αφού και υπό την εκδοχή της βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή της προσβαλλομένης απόφασης Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ1 αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεως του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολομ.

ΑΠ 2/2008, Ολομ. ΑΠ 14/2005). Εξάλλου επί παραπόνου για μη λήψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος αυτού κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης δεν έλαβε υπόψιν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων προς διάγνωση της ουσιαστικής βασιμότητας των ισχυρισμών του περί ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος δέκα συμβόλαια αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Παπαδημητρίου, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ενώπιον του και από τα οποία προέκυπτε ότι η ενάγουσα δεν διατήρησε δικαίωμα στο επίδικο ακίνητο δηλώνοντας ρητά ότι μεταβιβάζει και τα δικαιώματα της επί της επιδίκου οδού.

Από την περιλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψιν, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα τα έγγραφα, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το περιεχόμενο της απόφασης αυτής με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα, αν και δεν μνημονεύονται ειδικά, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση το οποίο τα μεταβιβασθέντα δικαιώματα επί της επίδικης οδού είναι το δικαίωμα χρήσης και διέλευσης των αγοραστών των αγροτεμαχίων, που προέκυψαν από την κατάτμηση του μείζονος ακινήτου, προς επικοινωνία τούτων με τις εκατέρωθεν κείμενες αγροτικές οδούς και όχι της κυριότητας αυτής.

Συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά το άρθρο 281 του Ν.3463/2003 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 30-3-2011 αίτηση του Δήμου Γλυφάδας, περί αναιρέσεως της 6108/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ