Legislator Case Law & Legislation
1910/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, holding that the appeal court erred in applying the statute of limitations to a claim for moral damages.

Case Number 1910/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The appellant argued for a new trial based on procedural errors and the non-application of the statute of limitations to moral damages, while the appellee contested the appeal's admissibility. The court ruled that the appeal was inadmissible because the lower court had already examined the moral damages claim substantively, and the appeal arguments regarding the statute of limitations were unfounded as they relied on a false premise.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The statute of limitations in Article 937 of the Civil Code applies only to claims for damages arising from torts, not to claims for moral damages under Article 932, rendering appeals based on its non-application inadmissible or unfounded when the lower court has already addressed the substantive claim.

Keywords

AI generated
statute of limitations moral damages tort liability civil procedure cassation appeal admissibility substantive examination

Cited Legislation

AI generated
Article 528 of the Code of Civil Procedure
Article 240 of the Code of Civil Procedure
Article 269 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 937 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 179 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1910 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1910/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Έλλη Ρούσσου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 609/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, 334/2003 μη οριστική και 163/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά με την από 22-11-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 30-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του 4ου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 11 β Κ.Πολ.Δ και του 5ου λόγου κατά το μέρος αυτού που καθορίζεται στο σκεπτικό εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ και την απόρριψη όλων των άλλων λόγων της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως διατυπώθηκε μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 3 παρ.21 του ν. 2207/1994 και πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 16 παρ.4 του ν. 2915/2001 η οποία εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. α' του τελευταίου νόμου, αφού η πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής έλαβε χώραν πριν από την 1.1.2002: "Αν ασκηθεί έφεση από το διάδικο που δικάστηκε ερήμην κατά την πρώτη συζήτηση, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.

Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση από εναγόμενο που δικάστηκε ερήμην κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση στην τακτική διαδικασία, με συνέπεια να θεωρηθούν ομολογημένοι οι αγωγικοί πραγματικοί ισχυρισμοί και να γίνει δεκτή η αγωγή κατ' ουσίαν, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν υποβαλλόμενους πρόσθετους λόγους εφέσεως), προκειμένου ν' ανατραπεί το σε βάρος του τεκμήριο ομολογίας.

Επομένως, αν στην έφεση περιέχεται άρνηση της αγωγής, η απόφαση εξαφανίζεται και η υπόθεση φέρεται προς κρίση και διάγνωση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ο εκκαλών εναγόμενος μπορεί να προβάλει με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις του όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που θα μπορούσε να έχει προτείνει πρωτοδίκως, αν είχε παραστεί στην πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση (ΑΠ 331/2002, 941/2002, 829/2008).

Αντιθέτως, στην περίπτωση κατά την οποία ο ερημοδικασθείς πρωτοδίκως εναγόμενος (χωρίς να αρνείται την ιστορική βάση της εναντίον του αγωγής), είτε προβάλλει ισχυρισμούς νόμω αβασίμου της αγωγής είτε προτείνει ενστάσεις, τότε η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μόνον εφόσον γίνει δεκτός κάποιος από τους ισχυρισμούς αυτούς.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 15-9-1999 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος σε βάρος του ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην του εναγομένου, κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση στην τακτική διαδικασία, δέχθηκε την αγωγή κατά την αιτηθείσα αποζημίωση κατ' ουσίαν, διότι θεωρήθηκαν οι αγωγικοί πραγματικοί ισχυρισμοί ομολογημένοι.

Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ο αναιρεσίβλητος άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 334/2003 απόφαση του Εφετείου, με την οποία, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ενόψει της αρνήσεως του εναγομένου υποχρεώθηκε ο ενάγων να αποδείξει τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά και ο εναγόμενος την προβληθείσα απ' αυτόν ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του ενάγοντος, κατ' άρθρο 937 παρ. 1 ΑΚ.

Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 και αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ρηθείσες αναιρετικές πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον Νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την προβληθείσα, με τις έγγραφες προτάσεις του εκκαλούντος ένσταση παραγραφής και κατά τούτο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, άλλως δεν προτάθηκαν νομίμως.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι, η έφεση που άσκησε ο ήδη αναιρεσίβλητος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της, περιέχει άρνηση των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών περιστατικών, κατά τα οποία, ο ενάγων - εφεσίβλητος είναι κύριος της με αριθμ. κυκλ. ...

δίκυκλης μοτοσικλέτας, την οποία δι' εξαπατήσεως των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων, ιδιοποιήθηκε παράνομα ο εναγόμενος και για την αντικατάσταση της θα απαιτηθεί το ποσό των 1.500.000 δρχ, κατά το οποίο, αντίστοιχα, ζημιώθηκε, δεδομένου ότι αυτή καταστράφηκε στα χέρια του εναγομένου, αφού μ' αυτήν (έφεση) σαφώς ο εκκαλών - εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είναι κύριος αυτής και ειδικότερα ότι: "Την 1η Δεκεμβρίου 1993...κατάθεσε μήνυση κατ' αγνώστων για την κλοπή της υπ' αριθμ ...

δίκυκλης μοτοσικλέτας ιδιοκτησίας του..", καθώς και ότι: "Με την αγωγή του ο εφεσίβλητος ζητάει την αξία της μοτοσικλέτας, ενώ αναγνώρισε ότι ανήκει στην ιδιοκτησία του (εκκαλούντος), αφηρέθη από τον εκκαλούντα ενώ την κατείχε και του απεδόθη όταν ανευρέθη". και ζήτησε "να απορριφθεί η αγωγή" . Συνακόλουθα, προκειμένης έφεσης από εναγόμενο που δικάστηκε ερήμην κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση στην τακτική διαδικασία, με συνέπεια να θεωρηθούν ομολογημένοι οι αγωγικοί, εξ αδικοπραξίας πραγματικοί ισχυρισμοί και να γίνει κατά τούτο δεκτή η αγωγή κατ' ουσίαν, ορθώς η απόφαση εξαφανίστηκε μέσα στα όρια που καθορίζοντο από την έφεση, η οποία διελάμβανε άρνηση της αγωγής και ο εκκαλών - εναγόμενος παραδεκτά προέβαλε με τις ενώπιον του Εφετείου έγγραφες προτάσεις του όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που θα μπορούσε να είχε προτείνει πρωτοδίκως, αν είχε παραστεί στην πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση, μεταξύ των οποίων και την εν λόγω ένσταση.

Επομένως, το Εφετείο δεχόμενο παραδεκτή προβολή της ένστασης αυτής, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια των αριθμ. 8 και 14, ούτε των αριθμ. 1 και 4 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι ρηθείσες πλημμέλειες είναι αβάσιμα, ενώ οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος αυτών, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, δοθέντος ότι για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται κρίση επί της ουσίας.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση των, ενώπιον του Εφετείου, από 27-11-2002 εγγράφων προτάσεων του εκκαλούντος, προκύπτει: ότι, για την προταθείσα απ' αυτόν ένσταση παραγραφής, επικαλέσθηκε τους γενεσιουργούς χρόνους των ενδίκων αξιώσεων που επικαλείται και προσδιορίζει στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων και δη την 1-9-1993, την 20-1-1994 και την 2-2-1994 που αποτελούν "την αφετηρία της παραγραφής των αδικημάτων που επικαλείται ο εφεσίβλητος...κατά τις διατάξεις του ΑΚ για την αξίωση αποζημιώσεων", ότι "των αδικημάτων αυτών έλαβε γνώση ο εφεσίβλητος τις ίδιες ημερομηνίες ευρεθείς στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα, όπως φαίνεται από τα δημόσια έγγραφα που επικαλείται στην αγωγή του, αλλά και τις προσαγόμενες καταθέσεις και μηνύσεις του", ότι "στις παραπάνω ημερομηνίες έλαβε γνώση της αδικοπραξίας και το πρόσωπο του δράστου... ", ότι η αγωγή κατατέθηκε μετά τη λήξη της πενταετίας ήτοι την 15-10-1999 και κοινοποιήθηκε την 19-10-1999 και, τέλος, ότι η πάροδος της πενταετίας και η γνώση του εφεσίβλητου αποδεικνύεται από...και με δημόσια έγγραφα".

Με βάση τα ανωτέρω, ο ενιστάμενος επικαλέσθηκε τα απαιτούμενα κατά νόμον αναγκαία στοιχεία, για την πληρότητα της ενστάσεως αυτής, η οποία κατόπιν αυτών ήταν αρκούντως ορισμένη, παρέχουσα στον μεν καθού την ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου του νομικώς βασίμου, της ένστασης.

Συνακόλουθα το Εφετείο, που δέχθηκε αυτήν ως ορισμένη, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες σ' αυτό αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 Κ.ΠολΔ. και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο είναι αβάσιμα. Ο περαιτέρω ισχυρισμός ότι οι επικαλούμενοι χρόνοι της 1-9-1993, 20-1-1994 και 2-2-1994, δεν αποτελούν και χρόνο γνώσης του αδικήματος της υπεξαίρεσης, τον οποίο δεν επικαλείται ο εναγόμενος-ενιστάμενος και κατά τούτο η ένσταση παραγραφής ήταν αόριστη, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων είχε ισχυρισμό (νόμιμο) στο αγωγικό δικόγραφο περί αξιώσεως, θεμελιουμένης αυτοτελώς στο εν λόγω αδίκημα (υπεξαιρέσεως), το οποίο από την επισκόπηση του δικογράφου της, ουδόλως προκύπτει, δοθέντος ότι, με βάση τα ιστορούμενα σ' αυτήν, και όπως εκτέθηκε στην αρχή της παρούσας, η υπεξαίρεση της μοτοσυκλέττας φέρεται ότι τελέσθηκε μετά την απάτη, εκ τούτου δε η υπεξαίρεση αποτελεί μη τιμωρητή υστέρα πράξη, απορροφώμενη από την απάτη και δεν συρρέει με αυτήν.

Σε κάθε δε περίπτωση με την τελείωση της απάτης (εάν θεωρηθεί βάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός) επήλθε η βλάβη του ενάγοντος. Συνακόλουθα, ο ίδιος (τρίτος) λόγος, κατά το άνω μέρος αυτού, με το οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι ίδιες αναιρετικές πλημμέλειες (εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ) είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια είναι απαράδεκτος, καθόσον για την θεμελίωση αυτού προσαπαιτείται κατ' ουσίαν κρίση του Δικαστηρίου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 εδαφ. α' ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη θετική και αποθετική ζημία, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίος από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Ως γνώση της ζημίας, για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής, νοείται η γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι δε η γνώση της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.

Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. (Ολ.ΑΠ 23/1994, Α.Π.72/2003, 666/2010, 1164/2010). Θεωρείται ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημιώσεως γνωρίζει τον υπόχρεο όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με πιθανότητα επιτυχίας.

Πότε συμβαίνει αυτό είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως. (ΑΠ 737/2012). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984).

Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (σημ: εδώ αναιρεσείων) τυγχάνει κύριος της υπ' αριθμ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, μάρκας YAMAHA από αγορά από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη της Σ. Τ. Ο εναγόμενος (σημ: εδώ αναιρεσίβλητος), ενεργώντας με πρόθεση να τον ζημιώσει, την 1-9-1993 ισχυριζόμενος ψευδώς ότι είναι κύριος της παραπάνω μοτοσικλέτας, η οποία είχε κλαπεί, υπέβαλε μήνυση κατ' αγνώστων, στη συνέχεια δε με τις από 20-1-1994 και 20-2-1994 ένορκες καταθέσεις του ενώπιον της αρμοδίας αρχής, εν γνώσει του και πάλι ψευδώς ισχυρίσθηκε τα παραπάνω, ότι δηλαδή είναι ιδιοκτήτης της μοτοσικλέτας και ότι αυτή είχε κλαπεί από τον ενάγοντα.

Έτσι, με τον τρόπο αυτό πέτυχε να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα, τα οποία στις 19-1-1994 είχαν προβεί στη κατάσχεση της μοτοσικλέτας στα χέρια του Α. Π., στον οποίο ο ίδιος την είχε παραδώσει, ως δήθεν προϊόν εγκλήματος, για την αποδοχή του και αυτός (Α. Π.) καταμηνύθηκε να προβεί σε απόδοση αυτής σ'αυτόν, διορισθέντος ως προσωρινού μεσεγγυούχου του πατέρα του Α.

Μ. (βλ. την από 20/1/1994 έκθεση αποδόσεως κατεσχημένου...). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου την 20-1-1994 και 2-2-1994 και ότι έκτοτε και μέχρι 10-10-1999 παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας. Ειδικότερα, όπως βεβαίωσαν οι μάρτυρες του εναγομένου...όχι μόνο ο ενάγων αλλά και ολόκληρο το "Καπάνι" γνώριζε για την κλοπή της μοτοσικλέτας.

Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται από την από 24-5-1995 αναφορά που κατέθεσε ο ενάγων στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών...και στο κείμενο της οποίας αναφέρει όλα τα γεγονότα της κλοπής, αρχής γενομένης από την 1-9-1993 και μετέπειτα και β) από την 8-9-1994 εγγύηση του ενάγοντος προς τον Εισαγγελέα...όπου εκεί κάνει λόγο για Αύγουστο του 1993 και για 20-1-1994 και 2-2-1994...

Επομένως...η σχετική αξίωση του ενάγοντος η οποία φέρεται προς κρίση...με την ένδικη αγωγή, έχει παραγραφεί και συνακόλουθα πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως α βάσιμη..". Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ, ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του από νόμιμη βάση ως προς το ζήτημα αυτό, αφού με τις ανωτέρω παραδοχές του, διέλαβε επαρκή αιτιολογία, στην οποία περιέχονται όλα τα απαιτούμενα για την εφαρμογή, ως προς το ζήτημα της παραγραφής των εκ της αδικοπραξίας αξιώσεων του αναιρεσείοντος, της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 937 ΑΚ περιστατικά, που θεμελιώνονται σε απάτη διαπραχθείσα την 20-1-1994 και 2-2-1994, αφότου "ο ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου".

Επί πλέον ο ίδιος ο ενάγων, στο αγωγικό δικόγραφο, παραδεκτώς επισκοπούμενο, αναφέρει ότι το αδίκημα της εις βάρος του απάτης ετελέσθη την 20-1-1994, ότι ο εναγόμενος επιβεβαίωσε τα ανωτέρω με την από 2-2-94 ψευδή ένορκη κατάθεση, ότι τα αρμόδια αστυνομικά όργανα αφού πείσθηκαν στις εν γνώσει του ψευδείς διαβεβαιώσεις του, απέδωσαν με την από 20-1-1994 έκθεση αποδόσεως κατασχεθέντος, την οποία εξ ολοκλήρου παρέθεσε, το εν λόγω δίκυκλο όχημα στον πατέρα του Μ.

Α., ως προσωρινό μεσεγγυούχο, καθώς και ότι "Ο εναγόμενος προσήλθε στο...αστυνομικό κατάστημα μαζί με τον πατέρα του Α. Μ.,.ο οποίος συνεπικουρώντας τον γιό του επιβεβαίωσε την ψευδή κατάθεση του και όπου είχαν ήδη καταθέσει ως κατηγορούμενοι στις 19-1-94 ο ενάγων και ο Α. Π., (και) κατέθεσε ότι η άνω μοτοσικλέτα ήταν του γιου του και την είχε κλέψει ο ενάγων", οπότε έλαβε γνώση της ζημίας (ήτοι ζημίας ίσης προς την αξία της μοτοσικλέτας) και του προς αποζημίωση υπόχρεου.

Έκτοτε δε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης και μέχρι της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, συνεπληρώθη ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής. Τα περαιτέρω διαλαμβανόμενα στον πέμπτο λόγο της αιτήσεως, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δημιουργούνται ασάφειες και αντιφάσεις: α) σχετικά με το εάν "ως κλοπή του δικύκλου εννοείται η φερόμενη από αγνώστους ή η φερόμενη ως τελεσθείσα από τον ενάγοντα", β) σχετικά με το πότε ο ενάγων έλαβε γνώση της σε βάρος του ψευδούς καταθέσεως και μηνύσεως, θεμελιώνονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού στην προκειμένη περίπτωση, η αποδιδόμενη με το αγωγικό δικόγραφο αδικοπρακτική συμπεριφορά δεν ερείδεται επί των αδικημάτων της κλοπής, ψευδούς καταθέσεως και ψευδούς καταμηνύσεως, το οποίο έγινε δεκτό και με την 334/2003 παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου και το οποίο προκύπτει και από το αναιρετήριο (υπό στοιχ. 5.4.3).

Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 είναι αβάσιμα. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίκληση της ρηθείσας αναιρετικής πλημμέλειας (εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.), πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Από τις διατάξεις των αρθρ. 106, 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από το ν. 2915/2001, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτώς προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο όμως μόνο σ' αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 β' του αρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με τη βασιμότητα των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το αρθρ. 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 911/2002), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι, δηλαδή με τις προτάσεις, οι οποίες στο Εφετείο, κατατίθενται κατά το αρθρ. 524§1 εδ. β' σε συνδ. με άρθρο 237 παρ. 1 και 226παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ έως την έναρξη της συζήτησης.

Συνεπώς μέχρι τότε προσκομίζονται και τα επικαλούμενα με τις προτάσεις έγγραφα, ενώ στη συνέχεια και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις μόνο για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις (αρθρ. 524§1 εδ.

β σε συνδ. με 591 §1 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ). Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων με τις προτάσεις των διαδίκων πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, ώστε να είναι δυνατή η εξειδίκευση και εξατομίκευση τους και προπάντων των εγγράφων. Κατά την έννοια αυτή η επίκληση των εγγράφων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση ,είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του αρθρ. 240 ΚΠολΔ.

Το άρθρο αυτό ρυθμίζει βέβαια τον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών των διαδίκων, ορίζοντας ότι αρκεί για την επαναφορά στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις αντίστοιχες σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, οι οποίες προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο, όμως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, που είναι η διευκόλυνση του δικαστηρίου, αλλά και του αντιδίκου (βλ.

την αιτιολογική έκθεση επί του ν.δ.958/1971), έχει εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων. (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 1058/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με το τέταρτο λόγο της αίτησης από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β' του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική αυτή πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς την, περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσείοντος παραδοχή, συγκεκριμένα έγγραφα και δη την από 24-5-1995 αναφορά και την από 8-9-1994 εγγύηση του ενάγοντος προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, χωρίς ωστόσο να τα έχει επικαλεσθεί νόμιμα με τις προτάσεις του στο Εφετείο ο αναιρεσίβλητος, αφού στις μεν προτάσεις της πρώτης συζητήσεως ενώπιον του Εφετείου δεν υπάρχει επίκληση ότι προσκομίζει τα εν λόγω έγγραφα στις δε προτάσεις της μεταγενέστερης συζήτησης ενώπιον του Εφετείου επικαλείται μεν την από 24-5-1995 αναφορά, αλλά δεν επικαλείται ότι προσκομίζει την από 8-9-94 εγγύηση προς τον Εισαγγελέα, το οποίο ο αναιρεσείων προέβαλε ενώπιον του Εφετείου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση των, ενώπιον του Εφετείου, από 29-3-2007 εγγράφων προτάσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα την 30-3-2007 δηλαδή έως την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, κατά την ορισθείσα αρχικώς δικάσιμο, μετά την οποία (και με επαναπροσδιορισμό της) εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει σαφής επίκληση και προσαγωγή τόσο της από 24-5-1995 αναφοράς προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ως σχετικό 7, όσο και της 8-9-1994 εγκλήσεως, η οποία από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ως "εγγύηση προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών" ως σχετικό 8, που σαφώς υποδηλώνουν και την προσαγωγή τους ενώπιον του Εφετείου, η οποία (επίκληση και προσαγωγή) πληροί τις προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ., αναλογικώς εφαρμοζόμενης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ενώ ο κανόνας του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ., που επικαλείται ο αναιρεσείων, δεν ισχύει ως προς τα αποδεικτικά μέσα.

Ο έκτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ του άρθρου 559 αρ. 1,8 και 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικές πλημμέλειες, λόγω μη επιδικάσεως σ' αυτόν της αιτηθείσας χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος (εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) ως αβάσιμος.

Τούτο δε διότι, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως δοθέντος ότι στην παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ υπάγεται όχι μόνο η αξίωση από αδικοπραξία, αλλά και η κατά την ΑΚ 932 απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Καθόσον αφορά το δεύτερο σκέλος, (εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.), είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, μετά την, περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος παραδοχή.

Καθόσον δε αφορά το τρίτο σκέλος (εκ του άρθου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ) προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο, ουδόλως, ενόψει των προεκτεθέντων έκρινε κατ' ουσίαν το εν λόγω αίτημα. Τέλος ο έβδομος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 αναιρετικές πλημμέλειες, καθόσον αφορά την επιδίκαση δικαστικής δαπάνης σε βάρος του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος, είναι κατά την αποδιδομένη πρώτη αναιρετική πλημμέλεια απαράδεκτος, αφού δεν αφορά παραβίαση διατάξεως ουσιαστικού νόμου, αλλά δικονομικού, κατά δε τη δεύτερη αβάσιμος, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κατά τούτο επαρκή αιτιολογία.

Τέλος, κατά τις αποδιδόμενες επίσης, για την ίδια αιτία, αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δ., ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, αφού το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, με την παραδοχή περιστατικών αντιθέτων από εκείνα που τους συγκροτούν, επιδικάζοντας την εν λόγω δικαστική δαπάνη και κατ' ακολουθία δεν υπέπεσε στις αναιρετικές αυτές πλημμέλειες.

Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί να συμψηφισθούν όμως τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων (κατά το άρθρο 179 ΚΠολΔ) επειδή η ερμηνεία των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων κρίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα δυσχερής για τον ηττηθέντα διάδικο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 22-11-2010 αίτηση του Δ. Μ. για αναίρεση της 163/2008 οριστικής και 334/2003 μη οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική αυτών δαπάνη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ