Legislator Case Law & Legislation
1910/2011 AI generated

1910/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1910/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 11α’ και 19 του άρθρου 559. Πότε ιδρύονται. Απόδειξη. Δεν λαμβάνονται υπόψη, ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, οι καταθέσεις και οι ένορκες βεβαιώσεις των μελών της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου. Αιτιολογίες αποφάσεως. Δεν αποτελούν αιτιολογία (παραδοχές) τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο κατ’ άρθρον 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, όπως δεν ελέγχονται αναιρετικώς ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 11α’, 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επικυρώνει την Εφ. Θεσσ. 959/2008.

Legislator headnote

AI generated

1910/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά το άρθρο 562§2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1910 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Δικονομία Πολιτική. Αναίρεση. Λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 11α’ και 19 του άρθρου 559. Πότε ιδρύονται. Απόδειξη. Δεν λαμβάνονται υπόψη, ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, οι καταθέσεις και οι ένορκες βεβαιώσεις των μελών της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου. Αιτιολογίες αποφάσεως. Δεν αποτελούν αιτιολογία (παραδοχές) τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο κατ’ άρθρον 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, όπως δεν ελέγχονται αναιρετικώς ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 11α’, 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επικυρώνει την Εφ. Θεσσ. 959/2008.

Αριθμός 1910/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ο. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παρασκευά Αρβανιτάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Σύνδεσμος Ανωνύμων Καλαθοσφαιρικών Εταιριών ΕΣΑΚΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κόλια, και 2. Αθλητικού Σωματείου με την επωνυμία "Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών Α.Σ. ΠΑΟΚ" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηρακλή Αλεξόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-8-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 7495/1997 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της 2442/1998 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και με την οποία το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κήρυξε τον εαυτό του αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όπου και συνεκδικάσθηκε με την από 25-2-1996 αγωγή του ήδη 2ου αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5664/1999 μη οριστική, 23642/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 959/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-6-2008 αίτησή του και τους από 3-9-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 10-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγους αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 959/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 23642/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί αντίθετων αγωγών του ιδίου και του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και με την οποία α) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή του πρώτου για αναγνώριση ως έγκυρης της από 22.7.1994 σύμβασης εκχωρήσεως και επιδίκαση στον αναιρεσείοντα του ποσού των 142.500.000 δραχμών της φερόμενης ως εκχωρηθείσης απαιτήσεως του δεύτερου αναιρεσιβλήτου κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, και β) έγινε δεκτή η αντίθετη αγωγή του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίστηκαν ως εικονικές και εντεύθεν άκυρες οι αναφερόμενες, από Ιουλίου 1994, πέντε συμβάσεις εκχωρήσεως. Την αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης ζητεί ήδη ο ενάγων και εναγόμενος-αναιρεσείων με την υπό κρίση αίτησή του, για τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο και στο από 3-9-2009 δικόγραφο πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, που έχουν ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως.

ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ.11α' του ΚΠολΔ, κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται σε αυτά που περιοριστικώς καθορίζονται στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ, ή περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολομ.ΑΠ 2/2008).

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64§2, 339, 409§§1 και 2, 410§3 και 415 έως 420 του ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 του ΑΚ προκύπτει ότι δεν μπορεί να εξετασθεί ως μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος, ο διάδικος, και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή μέλος της διοίκησης νομικού προσώπου (ΑΠ 1566/2006), τούτο δε ισχύει, για την ταυτότητα επίσης του νομικού λόγου, και για τις ένορκες βεβαιώσεις των ανωτέρω προσώπων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών καταθέτει ό,τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά και οι οποίες επομένως αποτελούν όχι απλώς αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όλους του νόμου, αλλά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 227/2006), και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Τέλος, κατά το άρθρο 562§2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Εν προκειμένω προβάλλεται με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου η αιτίαση ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και τις υπ' αριθμ. 2343, 2344, 2345 και 2346/3.4.1997 ένορκες βεβαιώσεις των Α.Κ., Α.Κ., Ι.Κ. και Μ.Α., αντίστοιχα, που είχαν δοθεί σε προηγούμενη δίκη μεταξύ των διαδίκων (δικαστικά τεκμήρια) και οι οποίες αποτελούσαν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο για τον λόγο ότι οι ανωτέρω ενόρκως βεβαιώσαντες ήταν κατά τον χρόνο που έδωσαν τις ένορκες βεβαιώσεις μέλη του διοικητικού συμβουλίου (Δ.Σ.) του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ενάγοντος και εναγομένου, αθλητικού σωματείου με την επωνυμία "Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών ΑΣ ΠΑΟΚ", γεγονός που κατά τους ισχυρισμούς του ο αναιρεσείων, ως εκκαλών, είχε προβάλει στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του.

Όπως όμως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης αυτής, ο αναιρεσείων δεν είχε προβάλει στο Εφετείο κανέναν ισχυρισμό ότι τα ειρημένα πρόσωπα ήταν μέλη του Δ.Σ. του δεύτερου εφεσιβλήτου κατά τον ανωτέρω χρόνο (3.4.1997) και ότι κατά συνέπειαν οι δοθείσες από αυτούς ως άνω ένορκες βεβαιώσεις ήταν ανυπόστατο, έστω και ως δικαστικά τεκμήρια, αποδεικτικό μέσο και δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, αναφερομένου (στην έφεση) μόνο του εξ αυτών Μ.

Α. ως μέλους του ΔΣ του δεύτερου αναιρεσιβλήτου ΑΣ ΠΑΟΚ "κατά τον χρόνο της συνάψεως και αναγγελίας των εκχωρήσεων (Ιούλιος-Αύγουστος 1994)", όχι δε και κατά τον ως άνω κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της 3.4.1997. Επομένως και αφού δεν πρόκειται για καμμία από τις προαναφερθείσες εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 του ΚΠολΔ, ο προβαλλόμενος αυτός, από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη (ίδια διάταξη άρθρ. 562§2 του ΚΠολΔ), απαράδεκτος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, από το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης που να μπορεί να ελεγχθεί κατά την ειρημένη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 1987/2007, 1255/2004).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ένδικες συμβάσεις εκχωρήσεως που είχαν συναφθεί εγγράφως μεταξύ του αναιρεσείοντος, Προέδρου από την 15-9-1993 του Δ.Σ.

του δεύτερου αναιρεσιβλήτου αθλητικού σωματείου ΠΑΟΚ, και του τελευταίου αυτού Σωματείου-δεύτερου αναιρεσιβλήτου και με τις οποίες εφέρετο ότι το δεύτερο αναιρεσίβλητο είχε εκχωρήσει στον αναιρεσείοντα τις αναφερόμενες αξιώσεις του κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Ελληνικός Σύνδεσμος Ανωνύμων Καλαθοσφαιρικών Εταιρειών-ΕΣΑΚΕ" ήταν εικονικές, γενόμενες όχι στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά και προκειμένου το δεύτερο αναιρεσίβλητο ΑΣ ΠΑΟΚ να αποφύγει την κατάσχεση των απαιτήσεών του αυτών στα χέρια του πρώτου αναιρεσιβλήτου εκ μέρους των δανειστών του, και βάσει του πορίσματος αυτού το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 23642/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Στο αιτιολογικό της ίδιας (προσβαλλόμενης) απόφασης το Εφετείο προβαίνει και στην αξιολόγηση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη, καθώς και σε επιχειρήματα που σχετίζονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, τέτοια δε επιχειρήματα αποτελούν και οι αναφερόμενες στον πρώτο λόγο του δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως που προβάλλει ο αναιρεσείων περικοπές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, και δη ότι α) δεν εξηγείται λογικά ότι το σωματείο ΠΑΟΚ, που κατά το καλοκαίρι του 1994 είχε άμεσες οικονομικές υποχρεώσεις (...), αποφάσισε να εκχωρήσει το σύνολο των εσόδων του στον Πρόεδρο του Δ.Σ., ώστε απλώς και μόνο να διασφαλιστεί η επιστροφή των χρηματικών ποσών που κατά τους ισχυρισμούς του είχε δανείσει στο σωματείο (...).

Είναι βέβαια αλήθεια ότι ο ενάγων-εναγόμενος Α.Ο. είχε ενισχύσει οικονομικά το σωματείο ΠΑΟΚ με το ποσό των 1.201.205.333 δρχ. (...) και ότι η γενική συνέλευση των μελών του σωματείου στις 14.11.1993 εξουσιοδότησε το ΔΣ να κινήσει τη διαδικασία για τη διασφάλιση των χρημάτων που είχε καταβάλει στο σωματείο (όμως, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι οι επίδικες ως άνω συμβάσεις καταρτίστηκαν σε εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης της Γ.Σ.

και ήταν έγκυρες και όχι εικονικές, και τούτο διότι ...), β) οι απαιτήσεις που αφορούσαν τις επίμαχες συμβάσεις εκχώρησης και μετά την αναγγελία τους συνέχισαν να εισπράττονται από το φερόμενο ως εκχωρητή σωματείο ΠΑΟΚ, γ) το γεγονός ότι οι απαιτήσεις του σωματείου ΠΑΟΚ εισπράττονταν από το ίδιο και μετά τις γενόμενες αναγγελίες δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ορισμένες από τις τραπεζικές επιταγές που εξέδωσαν οι ΕΣΑΚ και η εταιρεία BRAVO AE αναφέρουν τον ενάγοντα Α.Ο.

ως δικαιούχο του αναφερόμενου ποσού, και δ) τα ανωτέρω γίνονταν γιατί αυτός εκπροσωπούσε το σωματείο ως Πρόεδρος του Δ.Σ. και για την ταχεία είσπραξη των αντίστοιχων ποσών, ενώ η δεύτερη επιταγή που αφορούσε αποκλειστικά το ποσό του αναλογούντος ΦΠΑ ανέγραφε ως δικαιούχο το σωματείο, διότι με το ποσό αυτό οι υπάλληλοι θα απέδιδαν το ΦΠΑ στο Ελληνικό Δημόσιο, εκτός του ότι η πληρωμή των τηλεοπτικών δικαιωμάτων και του ΦΠΑ από την ΕΣΑΚ γινόταν σε χρονική απόσταση μεταξύ τους 20 ημερών.

Τα επιχειρήματα αυτά του δικαστηρίου δεν αποτελούν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αιτιολογία της απόφασης που στηρίζει το αποδεικτικό της πόρισμα και που μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, και ως εκ τούτου ο σχετικός ως άνω πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και στέρησε έτσι την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις προτάσεις τους, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα έγγραφα που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο αναιρεσείων, μεταξύ των οποίων και εκείνα που ο τελευταίος αναφέρει στον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως (απόφαση ΔΣ ΠΑΟΚ της 14.11.1993, 7160/27.5.1996 βεβαίωση Δ' Δ.Ο.Υ.

Θεσσαλονίκης κ.λ.π.), κατά συνέπειαν δε ο πρόσθετος αυτός, από το άρθρο 559 αρ.11γ' του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα τελευταία αυτά έγγραφα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191§2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.6.2008 αίτηση του Α. Ο. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 959/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και τους από 3.9.2009 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ