Supreme Court dismisses appeal on piercing corporate veil grounds, upholding lower court's finding of fraudulent asset transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision to pierce the corporate veil of a company. The lower court found that the company was controlled exclusively by one defendant who transferred assets to another party to evade debts, thereby harming creditors. The court rejected the argument that the transfer was merely for partial debt repayment, confirming the fraudulent intent and ordering the defendants to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 70, 281, 288, 200 of the Civil Code; The corporate veil may be pierced when members abuse the corporate form to commit perjury against the law or cause harm to third parties, necessitating the transfer of liability to shareholders.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1910 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1910/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθ'ων η κλήση: 1.... και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κωστόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ρούτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης-καλούσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5111/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1021/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 22-5-2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2181/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση η καλούσα-αναιρεσίβλητη με την από 7-1-2008 κλήση της Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 8-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων-καθ'ων η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης-καλούσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜO Ι. Κατά το άρθρο 70 ΑΚ "δικαιοπραξίες" του επιχείρησε μέσα στο όρια της εξουσίας του το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως βασική αρχή του δικαίου των νομικών προσώπων, και κυρίως εκείνων που έχουν σωματειακή οργάνωση, όπως είναι η ανώνυμη εταιρία και η εταιρία περιορισμένης ευθύνης, η περιουσιακή αυτοτέλεια του νομικού προσώπου έναντι των μελών του και αντιστρόφως.
Ωστόσο, η αρχή αυτή κάμπτεται κατ' εξαίρεση, όταν ο διαχωρισμός αυτός δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη νόμου, είτε κατά την καλή πίστη (ΑΚ 281,288,200). Έτσι, καταφάσκεται η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, οσάκις τα μέλη αυτού, καταχρώμενα του εταιρικού τύπου που επέλεξαν, ενεργούν προς καταστρατήγηση του νόμου ή πρόκληση δολίως ζημίας σε τρίτους ή αποφυγή των υποχρεώσεών τους.
Στις περιπτώσεις αυτές, ως κύρωση, επιβαλλόμενη προς αποφυγή της καταχρήσεως, προβάλλει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας και η μετακύλιση από την εταιρία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν. Ενδεικτικά κριτήρια της τοιαύτης καταχρήσεως αποτελούν η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρίας και η σύγχυση της ατομικής και εταιρικής περιουσίας.
Εξάλλου, ο Κ.Ι.Ν.Δ. διακρίνει μεταξύ κυριότητος και εκμεταλλεύσεως του πλοίου (άρθρα 105 και 106), οι οποίες δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκη στο ίδιο πρόσωπο. Έτσι, κύριος του πλοίου είναι ο μη εκμεταλλευόμενος τούτο ιδιοκτήτης, ενώ εφοπλιστής είναι ο εκμεταλλευόμενος για δικό του λογαριασμό (δι' εαυτόν) πλοίο ανήκον κατά κυριότητα σε άλλον.
Αποτελεί, εξάλλου, συνήθη μορφή ναυτιλιακής επιχειρηματικής δραστηριότητας και εκείνη κατά την οποία ο επιχειρηματίας, μη επιθυμών να διακινδυνεύσει απεριόριστα κεφάλαια, συνιστά μία ή περισσότερες εταιρίες στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή, οι οποίες αγοράζουν ένα ή περισσότερα πλοία και τα εκμεταλλεύονται για δικό τους λογαριασμό, είτε αμέσως είτε δι' αναθέσεως της διαχειρίσεώς τους σε άλλη εταιρία, η οποία προϋπάρχει ή ιδρύεται προς τούτο και ενεργεί για λογαριασμό της.
Τον έλεγχο της πλοιοκτήτριας, αλλά κατά κανόνα και της διαχειρίστριας εταιρίας, διατηρεί το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συμμετέχει συνήθως στη διοίκησή τους, κερδοσκοπούν έτσι εμμέσως, ως κύριος μέτοχος, δια της απολήψεως των κερδών και της οικονομικής αναπτύξεως της πλοιοκτήτριας εταιρίας.
Η επιχειρηματική αυτή δραστηριότητα δεν προσδίδει από μόνη της την ιδιότητα και τις έννομες συνέπειες του εφοπλιστή στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο-επιχειρηματία, αφού λείπει από αυτόν η βούληση εκμεταλλεύσεως του πλοίου για λογαριασμό του. Διαφέρει όμως το πράγμα, αν αποδειχθεί ότι οι εταιρείες αυτές είναι εικονικές ή δραστηριοποιούνται για λογαριασμό του επιχειρηματία, ο οποίος στην πραγματικότητα ασκεί την εκμετάλλευση του πλοίου και τη ναυτιλιακή επιχείρηση για λογαριασμό του και, εκτός της απολαβής των κερδών, επωμίζεται απεριορίστως και τον οικονομικό κίνδυνο εκ τη εκμεταλλεύσεώς του.
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν από τις πραγματικές διαπιστώσεις του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση δηλαδή των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο αναφορικά με την πρώτη σωρευόμενη στο από 2-10-2009 δικόγραφο αγωγή περί άρσεως της νομικής προσωπικότητας της υπό του πρώτου αναιρεσείοντος εκπροσωπούμενης εταιρίας και της εντεύθεν προσωπικής ευθύνης αυτού περί καταβολής στην αναιρεσείουσα του αναφερόμενου σ' αυτή χρηματικού ποσού, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι ο πρώτος των εναγομένων υπήρξε κύριος ποσοστού 49,95% των μετοχών της εν ...
εδρευούσης εταιρίας υπό την επωνυμίαν .... LTD, κυρίας του υπό σημαία ... φορτηγού πλοίου ..., ποσοστού 50% των μετοχών της εν ... εδρευούσης εταιρίας "... S.A.", ενώ τα λοιπά ποσοστά των ως άνω εταιρειών ανήκαν σε στενά συγγενικά του πρόσωπα. Ότι δια της υπ' αριθ. 1241.2571/22866/14-12-1993 κοινής Αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, νομίμως δημοσιευθείσης, ενεκρίθη συμφώνως προς τις διατάξεις των ΑΝ89/67, 378/68 και Ν.27/75, 814/78 η εν Ελλάδι εγκατάσταση γραφείου της ανωτέρω εταιρείας ...
μέχρι 30-12-1998. Ότι αυτή έλαβε νέα άδεια εγκαταστάσεως συμφώνως προς τις προαναφερθείσες διατάξεις, ως ετροποποιήθησαν υπό του Ν. 2234/94, πλην η άδεια έπαυσε να ισχύει, θεωρηθείσα ως μηδέποτε χορηγηθείσα συμφώνως προς το άρθρ. 3 της εγκριτικής αποφάσεως, εφ' όσον η ειρημένη εταιρεία δεν αντικατέστησε εντός 2 μηνών από της ημερομηνίας δημοσιεύσεως του ΦΕΚ, δηλ.
μέχρι 21-3-1999, την κατατεθείσα εγγυητική επιστολή. Ότι βάσει των κατατεθέντων στην Δ/νση Ποντοπλοΐας και Ναυτιλιακών Σχέσεων του Υ.Ε.Ν. αντιγράφων των από 29-10-1993 και 6-10-1998 πρακτικών συνεδριάσεως του Δ.Σ. της ιδίας εταιρείας, εκπρόσωπος του γραφείου εφέρετο ο πρώτος των εναγομένων .... Ότι περί τα τέλη του μηνός Δεκεμβρίου 1993 η ...
εγκατέστησε γραφείο εν ... και επί της οδού ... και ήρξατο διαχειριζόμενη το πλοίο ... και το πλοίο ... των αυτών ως άνω επιχειρηματικών συμφερόντων, με την πάροδο όμως του χρόνου υπήρξε ανεπαρκής χρηματοδότηση της πλοιοκτήτριας εταιρείας ... LTD και επήλθε σύγχυση της ατομικής και εταιρικής περιουσίας. Ότι ο πρώτος των εναγομένων ήρξατο ν' ασκεί δι ίδιον αυτού λογαριασμόν την ναυτιλιακή επιχείρηση, η οποία συγκροτούσε το πλοίο και εκτός της απολαβής των κερδών επωμίζετο ούτος απεριορίστως και τον οικονομικόν κίνδυνο εκ της εκμεταλλεύσεως τούτου.
Ότι ειδικότερον ούτος ηγγυήθη ατομικώς, ενεχόμενος εις ολόκληρον με την πιστούχο (οφειλέτιδα) και ως αυτοφειλέτης, συμβληθείς στην από 4-11-1994 σύμβαση δανείου και στην από 3-1-1997 συμπληρωματικήν τοιαύτην, δυνάμει της οποίας η Εθνική Τράπεζα εχορήγησε στην ... LTD δάνειο ποσού 2.400.000 δολλαρίων ΗΠΑ και συνήνεσε δια την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητό του προς εξασφάλιση των εκ του δανείου απαιτήσεων, ως τούτο αποδεικνύεται εκ της προσκομιζομένης υπ' αριθμ. 2643/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Ότι καίτοι ούτος ήσκει ατομικώς τον εφοπλισμόν του ανωτέρω πλοίου, ως κυρίαρχος εταίρος εχρησιμοποίει την νομική προσωπικότητα των ανωτέρω εταιρειών προς καταστρατήγηση του νόμου και προς αποφυγήν της εκπληρώσεως των υποχρεώσεών του. Ότι, ούτω, μέσω της διαχειρίστριας του πλοίου ... S.A., υπ' αυτού διευθυνομένης και ενεργησάτης τύποις μεν δια λογαριασμόν της ως άνω πλοιοκτητρίας, πράγματι δε δια λογαριασμόν του ιδίου, ασκούντος την εκμετάλλευση του πλοίου, συνήφθησαν πωλήσεις εις εκτέλεσιν των οποίων η ενάγουσα εταιρία ως πωλήτρια επώλησε προς την κυρία του πλοίου ...
και παρέδωσε επί του πλοίου τόσο στον λιμένα ... της ... κατά τις ημερομηνίες 17 και 18 Απριλίου 1998, 21, 22, 23 και 29 Δεκεμβρίου, 5 Ιανουαρίου 1999, όσο και στον λιμένα ... κατά τις ημερομηνίες 13, 16, 17, 18, 19, 20, 23, 26 και 30 Νοεμβρίου 1998, 2 και 3 Δεκεμβρίου 1999 τροφοεφόδια (ως τρόφιμα είδη καθαριότητος, ναυτιλιακά είδη κ.λ.π.) δια τις ανάγκες τούτου, προσέτι δε παρείχε υπηρεσίες αναγκαίες δια τον εξοπλισμόν του πλοίου με διάφορα τεχνικά μέσα και εξέδωσε τα υπ' αριθ. 1)23339100/99/17-4-98, 2)23339200/99/17-4-98, 3)23339300/99/17-4-98, 4)23339300/99/17-4-98, 5)23339400/98/17-4-98, 6)23339400/99/17-4-98, 7)23339500/99/17-4-98, 8)23339510/90/17-4-98, 9)31799100/99/23-12-98, 10)31799200/99/23-12-98, 11)31799300/99/23-12-98, 12)31799301/99/23-12-98, 13)31799400/99/23-12-98, 14)31799500/99/4-1-99, 15)30969980/99/16-12-98, 16)30969980/98/08-12-98, 17)30969980/97/08-12-98, 18)31799301/98/07-01-99, 19)2333980/99/22-07-98, 20)30969520/99/16-11-98, 21)30969502/99/16-11-98, 22)30969500/99/16-11-98, 23)30969500/98/16-11-98, 24)30969400/99/16-11-98, 25)30969400/98/16-11-98, 26)30969400/97/16-11-98, 27)30969400/95/16-11-98, 28)30969300/99/16-11-98, 29)30969300/98/16-11-98, 30)30969200/99/13-11-98, 31)30969100/99/13-11-98, τιμολόγια - αποδεικτικά παραδόσεως συνολικής αξίας 139.242,62 Ολλανδικών φιορινίων (63.205,91 Ευρώ).
Ότι περί της συνάψεως των ανωτέρω πωλήσεων, της παραδόσεως των πωληθέντων στο πλοίο στους ανωτέρω λιμένες ένθα ναυλοχούσε, της παροχής των υπηρεσιών και της αξίας τούτων, είναι σαφής και κατηγορηματική ή κατάθεση του υπό της εναγούσης προταθέντος μάρτυρος. Ότι οι εναγόμενοι ομολογούν εμμέσως πλην σαφώς, εφόσον δεν αρνούνται ειδικώς, την σύναψη των επιδίκων πωλήσεων και την παράδοση των πωληθέντων ειδών, πλην ο πρώτος εξ αυτών ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρέλαβε προσωπικώς τα επίδικα έγγραφα της πωλήσεως (τιμολόγια - δελτία αποστολής) και ότι ταύτα δεν φέρουν την υπογραφή του παραλαβόντος ταύτα, πλην όμως εκ της επισκοπήσεως τούτων αποδεικνύεται ότι τα έγγραφα ταύτα φέρουν τη σφραγίδα του πλοίου και την υπογραφή του πλοιάρχου του προς ον παρεδόθησαν πλοίου (...), εν πάση δε περιπτώσει δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι τα ως άνω τρόφιμα, είδη, υπηρεσίες επωλήθησαν και παρεδόθησαν στο πλοίο δια τις ανάγκες του κατόπιν παραγγελίας υπό της διαχειριστρίας εταιρίας ....
S.A. Ότι εκ του ως άνω αποδεικτικού υλικού κρίνεται ότι ο πρώτος των εναγομένων εχρησιμοποίησε τη νομική προσωπικότητα της εταιρίας ... κατά κατάχρησιν δικαιώματος και προς διευκόλυνσιν της δι' ίδιον αυτού λογαριασμόν ασκήσεως της εφοπλιστικής δραστηριότητος και συνεπώς ευθύνεται ούτος ατομικώς προς καταβολή του συνολικού τιμήματος των ανωτέρω πωλήσεων, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.
Κατά ταύτα, ο πρώτος των εναγομένων τυγχάνει υπόχρεος προς καταβολήν εις την ενάγουσα του συνολικού ποσού των 63.205,91 Ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, εφόσον δεν απεδείχθη ο υπό της εναγούσης προβληθείς ισχυρισμός ότι μεταξύ των συναλλαγέντων διαδίκων συνεφωνήθη ως δήλη ημερομηνία εξοφλήσεως του συνολικού τιμήματος η 5-1-1999".
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και κατεδίκασε τον πρώτο εναγόμενο στην καταβολή του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ...
από τον πρώτο αναιρεσείοντα και της εντεύθεν ατομικής ευθύνης του τελευταίου προς καταβολή του επίδικου χρέους. Ούτε, εξάλλου, με το να δεχθεί ότι με την πάροδο του χρόνου υπήρξε ανεπαρκής χρηματοδότηση της πλοιοκτήτριας εταιρίας, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της λήψεως δηλαδή υπόψη "πραγμάτων" μη προταθέντων, αφού το εν λόγω πραγματικό γεγονός ελήφθη υπόψη ως προκύψαν εκ των αποδείξεων, χωρίς εκ τούτου να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος εκ του αριθμού 19 και δεύτερος εκ του αριθμού 8 περ. α του ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.
ΙΙ.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 2) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 3) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει μόνον όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 4) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο, ενώ η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία.
Το τεκμήριο όμως αυτό, το οποίο δεν ισχύει εάν από την απαλλοτρίωση μέχρι την έγερση της αγωγής παρήλθε έτος, είναι μαχητό και επομένως μπορεί να ανατραπεί αν ο σύζυγος ή ο συγγενής ισχυριστεί και αποδείξει ότι δεν γνώριζε πως ο απαλλοτριώσας προέβη στην απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών του (Ολ ΑΠ 6/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ως προς την σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή διαρρήξεως, δέχθηκε τα εξής: Ότι ο πρώτος των εναγομένων επώλησε και μετεβίβασε προς τη δεύτερη εναγομένη - σύζυγό του τις αναφερόμενες στην αγωγή οριζόντιες ιδιοκτησίες (το υπό στοιχεία Β-2 διαμέρισμα, την υπό στοιχεία ΑΥ-2 αποθήκη και τον υπό στοιχεία Α-2 χώρο στάθμευσης του Α κτιρίου συγκροτήματος τριών ορόφων οικοδομής που βρίσκεται σε οικόπεδο που κείται στη ...
και στις οδούς ..., ... και ...), δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Μουρουδέα που μεταγράφηκε νόμιμα στις 25-2-1999, καταδολιευτικά προς βλάβη των δανειστών του και ειδικότερα της ενάγουσας, προκειμένου να μη μπορέσει αυτή να ικανοποιήσει από τις ανωτέρω αξιώσεις της, εκείνες που αφορούν την πώληση των τροφοεφοδίων που προορίζονταν για το πλοίο "..." και οι οποίες είχαν καταστεί όλες ληξιπρόθεσμες κατά την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου (23-2-1999), ενώ η υπολειπόμενη περιουσία του δεν αρκεί προς ικανοποίησή των.
Ότι ειδικότερα αποδείχτηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, υπό το βάρος πολλαπλών αξιώσεων τρίτων εναντίον του (Τραπεζών κ.λ.π.), μεταξύ των οποίων και οι πιο πάνω από τις ένδικες αξιώσεις της εναγούσης, πραγματοποίησε τη μεταβίβαση αυτή προς τη δεύτερη εναγομένη - σύζυγό του, προκειμένου να ματαιώση την ικανοποίηση των δανειστών του (και της ενάγουσας) με την αναγκαστική εκτέλεση επί των περιουσιακών του αυτών στοιχείων εχόντων αντικειμενική αξία, ως προς την μεταβιβασθείσαν ψιλήν κυριότητα, 55.551.943 δραχμών, η δε δεύτερη εναγομένη σύζυγός του το εγνώριζε.
Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων, ότι η μεταβίβαση αυτή εκ μέρους του πρώτου εξ αυτών προς τη δεύτερη έγινε προς μερική απόσβεση δανείου ύψους 225.000 δολλαρίων ΗΠΑ (από το συνολικό ποσό των 721.000 δολλαρίων) που όπως ισχυρίζεται του είχε δανείσει κατά τη διάρκεια του γάμου τους (που τελέστηκε το έτος 1993) δεν είναι πειστικοί, το πιθανότερο δε είναι ότι οι εναγόμενοι επινόησαν το δάνειο αυτό (το μεγαλύτερο μέρος του οποίου άλλωστε αφορά εμβάσματα της δεύτερης εναγομένης στο λογαριασμό της ...
S.A. και όχι προσωπικά στον πρώτο εναγόμενο, στον οποίο εστάλησαν μόνον 15.000 δολλάρια, όπως αυτό πιστοποιείται με την από 18-4-2000 επιστολή της Τράπεζας ... προς τη δεύτερη εναγόμενη), με το οποίο (δάνειο) ενέπλεξαν τη διαδικασία υποβολής αγωγής διαζυγίου εκ μέρους της δεύτερης κατά του πρώτου, προκειμένου να εμφανίσουν φυσική τη μεταβίβαση του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου. ;
Ότι χαρακτηριστική στο σημείο αυτό είναι η κατάθεση του μάρτυρα ... ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου του Πειραιώς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) κατά τη δικάσιμο της 25-1-2000 επ' ευκαιρία παρεμφερούς δίκης, ο οποίος, μεταξύ άλλων αναφέρει: "ο πρώτος καπετάνιος του μου είπε ότι το διαζύγιο ήταν εικονικό για να περισώσει ό,τι μπορεί".
Ότι η αγωγή διαζυγίου έχει την ίδια ημερομηνία συντάξεως (22-12-1998) και καταθέσεώς της στο Πρωτοδικείο Αθηνών (30-12-1998) με την αγωγή αποδόσεως του δανείου αυτού (εξ 721.000 δολλαρίων ΗΠΑ ή 201.454.620 δρχ.) και ως μοναδικό λόγο κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους αναφέρει τη μη επιστροφή του εν λόγω δανείου, μολονότι αυτό, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, δόθηκε ακριβώς για τη διατήρησή του.
Ότι η αίτηση της δεύτερης εναγομένης για μετοίκηση του πρώτου από τη συζυγική οικία υπεβλήθη αργότερα και μάλιστα την επομένη υπογραφής του συμβολαίου μεταβιβάσεως, ενώ οι εναγόμενοι στο από 11-1-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό επιλύσεως των διαφορών τους (στο οποίο εντάσσουν και την μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων εκ μέρους του πρώτου προς τη δεύτερη) επιφυλάσσονται να αποφασίσουν αργότερα για την τύχη των αγωγών αυτών (διαζυγίου και αποδόσεως του δανείου).
Ότι ενδεικτική της συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης είναι και η διατυπούμενη απορία της γιατί να μη μπορεί αυτή να ζητήσει από τον πρώτο εναγόμενο το ποσό...... (υπονοώντας ότι η προσβαλλόμενη μεταβίβαση προς αυτήν που έγινε για την μερική εξόφληση του χρέους του αυτού δεν ενέχει κάτι το ύποπτο) και να δικαιούται να το πράττει αυτό η ενάγουσα, αν ληφθεί υπόψιν το πιο πάνω αποδειχθέν γεγονός, ότι η εν λόγω εταιρεία (...) διοικείτο αποκλειστικώς υπό του πρώτου των εναγομένων και ότι ο πραγματικός εφοπλιστής των πλοίων ...
και ... ήταν ο ίδιος, ο οποίος έτσι με τη μεταβίβαση αυτή εξοφλούσε ουσιαστικά δικές του υποχρεώσεις επί βλάβη όμως των δανειστών του. Ότι, κατόπιν των ανωτέρω και του γεγονότος ότι η υπολειπόμενη περιουσία του πρώτου εναγομένου δεν αρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του και ειδικότερα της ενάγουσας, αφού το επί της οδού ...
ακίνητό του (γραφείο) για το οποίο ισχυρίζεται ότι εξακολουθεί να ανήκει στην κυριότητά του και επαρκεί για το σκοπό αυτό έχει ήδη πλειστηριασθεί και κατακυρωθεί υπέρ της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, αποδεικνύεται ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της μεταβιβάσεως τω ως άνω περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους του πρώτου των εναγομένων προς την δευτέραν, αύτη δε ετέλει εν γνώσει του γεγονότος ότι ο πρώτος απαλλοτριώνει προς βλάβην των δανειστών του (εφόσον δια της μεταβιβάσεως εσκοπείτο να περισωθή ό,τι ήτο δυνατόν, κατά τα προεκτεθέντα) και συνεπώς δέον όπως διαταχθή η διάρρηξη της ως άνω γενομένης απαλλοτριώσεως.
Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή διάρρηξης, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και απήγγειλε τη διάρρηξη της πωλήσεως που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Μαρίας Μουρουδέα - Βενιέρη.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Οι ενδοιαστικές παραδοχές του ανάγονται στην απόκρουση των επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και όχι στο ίδιο το αποδεικτικό πόρισμα, που διατυπώνεται σαφώς και χωρίς αντιφάσεις και ελλείψεις.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο ότι, ως προς την αγωγή διάρρηξης, το αποδεικτικό του πόρισμα διατυπώνεται ενδοιαστικώς, αφού, σχετικά με τον προβληθέντα ισχυρισμό τους ότι οι μεταβιβάσεις ακινήτων του πρώτου προς τη δεύτερη δεν έγιναν προς βλάβη των δανειστών αλλά προς μερική απόσβεση δανείου, αυτό (Εφετείο) δέχθηκε ότι "το πιθανότερο είναι πως οι εναγόμενοι επινόησαν το δάνειο αυτό", είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-5-2006 αίτηση των 1. ... και 2. ... για αναίρεση της 1021/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ