Legislator Case Law & Legislation
1910/2008 AI generated

Greek Supreme Court partially allows appeal against bank employee promotion decision and orders restitution of executed judgment amounts.

Case Number 1910/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the National Bank of Greece's appeal against a lower court decision regarding an employee's promotion. The court found the administrative board's promotion decision valid but recognized the appellant's right to challenge the specific procedural grounds under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the judgment was annulled in part, the case remitted for retrial, and the bank ordered to repay the amounts already paid to the employee plus legal interest.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 para. 4 and 9, 3 para. 1 and 4, 9 para. 1 and 2, 10 para. 1 and 5, and 11 para. 1, 2 and 3 of the Organization of the National Bank of Greece; Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure: The administrative board's promotion decision is subject to judicial review only when it exceeds the bounds of good faith or accepted ethics, and upon annulment, the court may order restitution of executed amounts if voluntary execution is proven.

Keywords

AI generated
administrative promotion judicial review limits restitution of amounts voluntary execution remittal for retrial legal interest calculation bank employee status

Cited Legislation

AI generated
Articles 1 para. 4 and 9, 3 para. 1 and 4, 9 para. 1 and 2, 10 para. 1 and 5, and 11 para. 1, 2 and 3 of the Organization of the National Bank of Greece
Article 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AP 832/1994
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1910 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1910/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Κωνσταντίνος Λένης και Ιωάννα Μανιάτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Λιάπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02.01.2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2487/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7704/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13.04.2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 24.10.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τετάρτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.4 και 9, 3 παρ.1 και 4, 9 παρ.1 και 2, 10 παρ. 1 και 5 και 11 παρ.1,2 και 3 του Οργανισμού υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ΝΔ 2510/1953, κυρώθηκε με το β.δ. 17/29-9-1953, δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ ΦΕΚ Α' 267/1953 και έχει ισχύ νόμου προκύπτει ότι οι προαγωγές του προσωπικού στις οργανικές θέσεις από τον βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή και άνω ενεργούνται κατ'απόλυτη εκλογή από το διοικητικό συμβούλιο, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση και ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.

Η κρίση για την προαγωγή γίνεται με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν στον φάκελο κάθε υπαλλήλου, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα δελτία ποιότητας που συντάσσονται κάθε έτος με κρίσεις για τις γνώσεις, την ειδικότητά, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία και την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, του ήθους εν γένει, τις διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία, καθώς και τη συμπεριφορά του προς τους συναδέλφους του και το κοινό.

Η αξιολογική κρίση του διοικητικού συμβουλίου ως προς τις προαγωγές υπόκειται σε προσβολή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων μόνον υπό τους όρους του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν παραλείπεται κατά τις προαγωγές, κατά παραβίαση των παραπάνω αρχών, κάποιος υπάλληλος, ο οποίος έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και αντ'αυτού προάγεται άλλος, έναντι του οποίου υπερέχει καταδήλως, έτσι ώστε η παράλειψή του αυτή να είναι κατά κρίση αντικειμενική καταφόρως άδικη.

Στην περίπτωση αυτή το συμβούλιο παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ διαπράττοντας αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 του ίδιου κώδικα και εκείνος που παραλείφθηκε δικαιούται να ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματός του να προαχθεί στον ανώτερο βαθμό και την επιδίκαση λόγω αποζημίωσης των διαφορών αποδοχών, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια παράλειψή του.

Η απόφαση του δικαστηρίου που προβαίνει σε αναγνώριση του δικαιώματος του τελευταίου να προαχθεί στον ανώτερο βαθμό πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν τα κατά τα ανωτέρω προσόντα του παραλειφθέντος υπαλλήλου (ενάγοντος) και των προτεινομένων προς σύγκριση συναδέλφων του.

Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα Τράπεζα την 30-3-1964 ως υπάλληλος με ετήσια σύμβαση εργασίας μετά από επιτυχία του σε διαγωνισμό και μονιμοποιήθηκε ως δόκιμος από 1-4-1964.

Στη συνέχεια εξελίχθηκε στην υπαλληλική ιεραρχία και από 1-7-1990 κατείχε τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' σε εκτέλεση της 286/99 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ενώ από 1-1-1994 κατείχε τον βαθμό του Συμπράττοντος Υποδιευθυντή, σε εκτέλεση της 8667/2002 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την 1235/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απερρίφθησαν οι κατ'αυτής ασκηθείσεις αιτήσεις αναιρέσεως.

Ο αναιρεσίβλητος είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος των μεταπτυχιακών διπλωμάτων Μaster Of Science και Rad του Πανεπιστημίου της Ουαλίας, από το έτος 1998 είναι μόνιμος αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών στο μάθημα -γνωστικό αντικείμενο της "Δημοσιονομικής Θεωρίας και Πολιτικής" και γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα, με διαβάθμιση 9/9.

Η επιστημονική του κατάρτιση είναι ανωτάτου επιπέδου και οι δραστηριότητές του εντός και εκτός της Τράπεζας ποικίλες. Ι) Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια επιμόρφωσης σχετικά με τραπεζικά θέματα, εισαγωγών - εξαγωγών, εγγυητικών επιστολών και αμοιβαίων κεφαλαίων. ΙΙ) Έχει συμμετάσχει ως εισηγητής, λόγω της εξειδίκευσής του σε οικονομικά θέματα, σε σειρά σεμιναρίων, όπως α) τη χρονική περίοδο από 1979-1982 στο πρόγραμμα επιμόρφωσης Διοικητικών Στελεχών με θέμα "Έννοια, κατάρτιση και ψήφιση του προϋπολογισμού", β) την περίοδο 1981-1988 σε σεμινάρια που οργάνωσε η αναιρεσείουσα με θέματα "χρήμα και Τράπεζες" και "προβλήματα της Ελληνικής οικονομίας", γ) το Μάρτιο 1988 στην ημερίδα "Η Επιχείρηση μπροστά στο συναλλακτικό κίνδυνο" με θέμα "ανάλυση και πρόβλεψη των συναλλαγματικών ισοτιμιών στην επιχειρηματική πρακτική:

Η ελληνική συναλλαγματική πολιτική", δ) τη χρονική περίοδο 1989-1991 στα σεμινάρια που οργάνωσε το ΙΠΟΜΕ με θέμα "Η ελληνική οικονομία σήμερα" ε) τη χρονική περίοδο Οκτωβρίου 1989 - Απριλίου 1990 δίδαξε το μάθημα "Money and Banking" στο Sarasota College of Athens. ΙΙΙ) To 1991 συμμετείχε ως μέλος στην Επιτροπή για τον προσδιορισμό των θεμάτων στο μάθημα "Δημόσια οικονομική και Δημοσιονομικό Δίκαιο" στον από 23.2.1991 διαγωνισμό για την πλήρωση κενών θέσεων του Υπουργείου Οικονομικών, IV) Τον Νοέμβριο του 1992 παρουσίασε εργασία του στο 3ο Διεθνές Οικονομολογικό Συνέδριο για τον ενιαίο Ευρωπαϊκό Νομισματοπιστωτικό χώρο με θέμα "Η πορεία της Ελλάδας προς το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα:

Δυνατότητες και Προοπτικές", V) Την 11/12-5-1993 συμμετείχε ως ομιλητής σε διήμερο Τραπεζικό Συνέδριο, που διοργανώθηκε από την AIESEC με θέμα "Προβλήματα και προοπτικές της ελληνικής οικονομίας στον ευρύτερο χώρο της ΕΟΚ" (μελέτη που δημοσιεύθηκε σε συλλογή των εισηγήσεων του συνεδρίου αυτού) και τον Οκτώβριο του 1994 συμμετείχε ως εισηγητής στο Inter Alpha Chief Economist's Ad Hoc Meeting στο Λονδίνο με θέμα την ανάλυση οικονομικών εξελίξεων και προοπτικών της ελληνικής οικονομίας, ενώ στις 11-3-1995 συμμετείχε ως το Α' Συνέδριο της Εταιρείας Φορολογικού Δικαίου και Δημοσιονομικών Μελετών με θέμα "Δημόσιο χρέος και οικονομική ανάπτυξη".

Ακόμη, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της υπηρεσίας του στην αναιρεσείουσα, παράλληλα με την απασχόλησή του σε αυτήν ως προϊστάμενος της Υπηρεσίας Οικονομικής Ανάλυσης στη Διεύθυνση Σχεδιασμού και Οικονομικού Ελέγχου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος: α) διετέλεσε μέλος της Επιτροπής του Υπουργείου Οικονομικών για την κατάρτιση του ν. 1882/1990 "περί μέτρων περιστολής της φοροδιαφυγής και διαρρυθμίσεων στην άμεση και έμμεση φορολογία", β) διετέλεσε μέλος της Επιτροπής του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας για την κατάρτιση του ν. 1902/1990 περί "ρυθμίσεως συνταξιοδοτικών και άλλων συναφών θεμάτων", γ) συμμετείχε στην κατάρτιση του Γενικού Κρατικού Προϋπολογισμού για τα οικονομικά έτη 1990, 1991, 1992 και 1993, δ) διετέλεσε σύμβουλος του Υπουργείου Οικονομικών τη χρονική περίοδο Οκτωβρίου 1989 -Απριλίου 1990, ε) διετέλεσε σύμβουλος του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας τη χρονική περίοδο Μαΐου 1990 - Ιανουαρίου 1991 και στ) διετέλεσε σύμβουλος του Υπουργείου Βιομηχανίας και Εμπορίου από τον Φεβρουάριο του 1991 έως Δεκέμβριο 1992.

Πλέον αυτών έχει δημοσιεύσει πληθώρα οικονομικών άρθρων, έχει συντάξει πολυάριθμες οικονομικές μελέτες σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, ενώ ομιλίες του σε τραπεζικά συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό έχουν δημοσιευθεί σε σχετικά έντυπα. Ακόμη έχει πλούσιο συγγραφικό έργο, άρθρα, μελέτες, εισηγήσεις, σεμινάρια και έχει εκδώσει βιβλία οικονομικού περιεχομένου, όπως "Δημοσιονομική πολιτική" (1988), "Δημόσιος τομέας και κοινωνική πολιτική" (1985) και "Δημοσιονομική θεωρία - θεωρία των πόρων" (1980), ενώ έχει μεταφράσει στα ελληνικά και δύο ξένα έργα με δημοσιονομικό περιεχόμενο (ήτοι, Pearce, D.W. "Cost - Benefit Analysis", Mc Millan Press, 1971, με ελληνικό τίτλο "Ανάλυση Κόστους - Ωφέλειας", σελ. 120 και Peston, Maurice, "Public Goods ant the Public Sector", Mc Millan Press, 1972, με ελληνικό τίτλο "Δημόσια Αγαθά και Δημόσιος Τομέας", σελ. 80).

Από την πρόσληψή του τοποθετήθηκε στο κατάστημα Καλαμιώτου ως υπάλληλος, και μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων (26-4-69 μέχρι 28-6-71) τοποθετήθηκε στο κεντρικό κατάστημα μέχρι την 1/9/1973. Στις 2/3/1977 τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Περιουσίας και από τον Μάρτιο του 1982 στη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών και Στρατηγικού Σχεδιασμού αρχικά ως υπάλληλος και από 5/2/1987 ως προϊστάμενος σε θέση ευθύνης του 7ου κλιμακίου, ενώ από 1-7-1999 κατείχε θέση 5ου κλιμακίου ευθύνης.

Στη θέση αυτή ασχολείτο κυρίως με τη σύνταξη του ετήσιου απολογισμού της Τράπεζας, που αφορά τις διεθνείς και ελληνικές οικονομικές εξελίξεις, τη συγγραφή άρθρων στο οικονομικό και στατιστικό δελτίο της Τράπεζας τη συλλογική επεξεργασία στατιστικών στοιχείων της ελληνικής και διεθνούς οικονομίας, την ενημέρωση ξένων οικονομικών οργανισμών και ξένων δημοσιογράφων για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, τη συμμετοχή σε συνέδρια οικονομικού περιεχομένου για λογαριασμό της Τράπεζας και τη μελέτη γενικά των οικονομικών εξελίξεων για την ενημέρωση της τελευταίας.

Η θετική πορεία του αναιρεσιβλήτου κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του απεικονίζεται στα σχετικά Δελτία Ποιότητας (Δ.Π.). Συγκεκριμένα στα Δ.Π. των πρώτων ετών (1964-1965) παρουσιάζεται η εντυπωσιακή πρόοδος στην εργασία όταν αυτός ήταν ακόμη φοιτητής στη Νομική Σχολή, όπου χαρακτηριστικά στο δελτίο ποιότητας του 1965 αναφέρεται ότι βελτίωσε την κατάρτισή του σε ικανοποιητικό βαθμό και την ποσοτική απόδοση εργασίας σε υψηλό επίπεδο, στο δελτίο ποιότητας του 1968 (επί πτυχίω φοιτητής) αναφέρεται ότι η εργασία του διακρίνεται για την πληρότητα και θετικότητα και αυξάνεται η βαθμολογία του στον "βαθμό" άριστα (5), στο δελτίο ποιότητας του 1969 (πτυχιούχος της νομικής σχολής) χαρακτηρίζεται η εργασία του ως ανεπτυγμένη σε υποδειγματικό βαθμό, και τονίζεται η συμβολή του στην επίλυση υπηρεσιακών προβλημάτων "με λύσεις εδραζόμενες σε περίσκεψη και δημιουργική φαντασία", ενώ σε όλα τα μέχρι του έτους 1973 φύλλα ποιότητας χαρακτηρίζεται "πολύ καλός", με προοπτικές μελλοντικής αξιοποίησης σε θέσεις εποπτείας.

Από το 1977 εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται "πολύ καλός" και στις παρατηρήσεις των κριτών αναφέρεται ως υπάλληλος με επιστημονική κατάρτιση, που σε συνδυασμό με την υψηλή βαθμολογία και τα πνευματικά προσόντα παρέχει προοπτικές μελλοντικής χρησιμοποίησής του σε θέσεις εποπτείας και βαθμολογείται με άριστα στα θέματα της "ποιοτικής απόδοσης" και "κρίσης".

Στα δελτία ποιότητας των ετών 1978, 1979 και 1980 χαρακτηρίζεται "άριστος" και ώριμος για ανάληψη θέσεων εποπτείας. Τα έτη 1981 και 1982 εξακολουθούν να υφίστανται οι πιο πάνω θετικές κρίσεις σχετικά με την ικανότητά του και την υψηλού επιπέδου κατάρτισή του, την εποχή όμως αυτή ασχολήθηκε με την πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία, με αποτέλεσμα την για μικρό χρονικό διάστημα συνεχή απασχόλησή του με το αντικείμενο της επιστήμης του σε βάρος της απόδοσής του και την πτώση της βαθμολογίας του σε "καλός" και "πολύ καλός" αντίστοιχα.

Από το 1983, όμως επανέρχεται στη βαθμολογία "άριστος", είναι πλέον επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο μάθημα της Δημόσιας Οικονομικής και το έργο του στην Τράπεζα επανέρχεται στο προηγούμενο υψηλό επίπεδο, στο οποίο έχει την ικανότητα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα να αποδίδει. Στα δελτία ποιότητας των ετών 1984-1994 εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ως "άριστος" με θετικές κρίσεις σχετικά με την απόδοση της εργασίας του, το οργανωτικό του πνεύμα, την παραγωγή έργου σε υψηλό επίπεδο και τις εξειδικευμένες γνώσεις του και με τις επισημάνσεις α) στο Δ.Π.

του 1986 ότι για τέταρτο έτος διδάσκει στο ειδικό σεμινάριο χορηγήσεων της Τράπεζας και στο σεμινάριο του Γενικού Κύκλου Σπουδών, συμμετέχει σε επιτροπή για την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας της Τράπεζας, καθώς και σε ομάδα εργασίας με αντικείμενο την "Εκπόνηση μεθόδου προσδιορισμού της διαχρονικής εξέλιξης της δύναμης των Μονάδων του δικτύου σε προσωπικό", β) στο ΔΠ του 1990 ότι "η ποσότητα του παραχθέντος έργου από τον αξιολογούμενο στα πλαίσια της Υπηρεσίας Οικονομικής Ανάλυσης της οποίας προΐσταται, ήταν ιδιαίτερα υψηλή σε σχέση με τον περιορισμένο χρόνο προσφοράς στην τράπεζα με την ικανότητα δε προσαρμογής που τον διακρίνει, παρήγαγε επίσης αξιόλογο έργο σε θέματα οικονομικών συναλλαγών και σχέσεων της Ελλάδας με το εξωτερικό αρμοδιότητας διαφορετικού τμήματος από εκείνο που υπηρετεί." Τα έτη 1991-1994 εξακολουθεί να βαθμολογείται ως "άριστος" και ώριμος για ανάληψη θέσεων ανώτερης βαθμίδας με την επισήμανση στο ΔΠ του 1992 της ιδιότητάς του ως μέλους του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, του 1993 της παρουσίασης του έργου του σε συνέδριο της AIESEC με θέμα "Προοπτικές και προβλήματα της Ελληνικής Οικονομίας στο χώρο της ΕΟΚ"), και του 1994 της δημοσίευσης εργασιών του στο "Οικονομικό και Στατιστικό Δελτίο" της Τράπεζας και της συμμετοχής του σε συνάντηση εκπροσώπων των Τραπεζών του ομίλου Inter-Alpha στο Λονδίνο.

Στα "δελτία αξιολόγησης και ανάπτυξης υπαλλήλου" με την κατηγορία "1 Στέλεχος" των κρισίμων ετών 1996, 1997 και 1998, κατά τα οποία η βαθμολογία των προσόντων του φθάνει στους αριθμούς 131/140, 132/140 και 132/140 αντιστοίχως, οι κριτές του αναφέρουν ότι "είναι σοβαρός, υπεύθυνος και το έργο του είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο.

Χειρίζεται άψογα την ελληνική ενώ χρησιμοποιεί άνετα την αγγλική γλώσσα και προβάλλει με πειθώ τα επιχειρήματά του. Λόγω αυτών των προσόντων του χρησιμοποιήθηκε για ενημέρωση φορέων του εξωτερικού (π.χ. στελεχών ξένων τραπεζών) σε θέματα που αφορούν την ελληνική οικονομία. Οι ικανότητές του συνηγορούν ανεπιφύλακτα για τοποθέτησή του σε ανώτερη θέση εποπτείας για την οποία έχει ήδη προταθεί" ή ότι "Παρακολουθεί συστηματικά τις δημοσιονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα.

Λόγω αυτού του γεγονότος σε συνδυασμό με το θεωρητικό του υπόβαθρο (αναπλ. Καθηγητής στο Πανεπ. Αθηνών) και την ευχέρεια στη χρησιμοποίηση της ελληνικής γλώσσας έχει συγκριτικό πλεονέκτημα στη διαμόρφωση εκτιμήσεως και τη διατύπωση κειμένων της Δνσης που αφορούν τα Δημόσια Οικονομικά.". Τέλος, ο αναιρεσίβλητος δεν έχει υποστεί οποιονδήποτε πειθαρχικό έλεγχο.

Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της περιόδου της 1-7-1999 που έγιναν στις 17-12-1999 για την πλήρωση 18 κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Υποδιευθυντή, το Διοικητικό Συμβούλιο της εκκαλούσας, που ενεργούσε ως προαγωγικό όργανο, προήγαγε στο βαθμό αυτό, πλην άλλων, και τους παρακάτω ομοιόβαθμους (Συμπράττοντες Υποδιευθυντές) συναδέλφους του εφεσίβλητου, ήτοι τους Α (με αριθμό κατάταξης 2), Β (με αριθμό κατάταξης 5), Γ (με αριθμό κατάταξης 15), Δ (με αριθμό κατάταξης 16) και Ε (με αριθμό κατάταξης 18), ενώ παρέλειψε να προαγάγει τον ίδιο (εφεσίβλητο).

Ο Α προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα στις 14/5/1966 ως ημερομίσθιος εργάτης -μεταφορέας και την 1-6-1966 μετατράπηκε η σύμβασή του σε κλητήρα με ετήσια σύμβαση. Κατόπιν επιτυχίας του στον από 19/3/1967 διαγωνισμό μετατάξεως έλαβε την 1-1-1969 τον βαθμό του Υπολογιστή, διήλθε όλους τους βαθμούς της ιεραρχίας και έλαβε τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1/7/1986.

Στο βαθμό του Συμπράττοντος Υποδιευθυντή προήχθη από 1-1-1994. Είναι απόφοιτος Λυκείου με στοιχειώδη γνώση της αγγλικής γλώσσας (4/9) και έχει παρακολουθήσει 4 επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά. Για πρώτη φορά στον συγκεκριμένο υπάλληλο ανατέθηκαν υπεύθυνα καθήκοντα την 1/1/1983, όταν ανέλαβε προϊστάμενος υπηρεσίας στη Διεύθυνση Οργάνωσης και Πληροφορικής (7ο κλιμάκιο ευθύνης).

Στις 25/4/1984 μετατέθηκε στην Περιφερειακή Διοίκηση Πελοποννήσου -Ιονίου ως προϊστάμενος τμήματος (5ο κλιμάκιο ευθύνης), από δε την 4/1/1988 ανέλαβε καθήκοντα προϊσταμένου Τμήματος στη Διεύθυνση Γενικού Λογιστηρίου. Στις 10/8/1990 μετατέθηκε στη Διεύθυνση Ειδικών Λειτουργών ως προϊστάμενος Τμήματος, στην οποία από 10/7/1992 μέχρι τον επίδικο χρόνο των κρίσεων υπηρέτησε ως Υποδιευθυντής, 3ο κλιμάκιο ευθύνης.

Στα δελτία ποιότητος των ετών από 1.9.1987 έως 31.12.1992 ο συγκεκριμένος υπάλληλος βαθμολογείται ως άριστος, και ώριμος για ανάληψη ανώτερης "θέσης". Στις γενικές παρατηρήσεις αναφέρεται ως στέλεχος σοβαρό με καλή γενικά συγκρότηση, αναπτυγμένο αίσθημα ευθύνης και σωστή διεκπεραίωση των καθηκόντων του. Η βαθμολογία των προσόντων του για το έτος 1996 ανέρχεται στον αριθμό 139/140, ενώ για τα υπόλοιπα κρίσιμα έτη ,1997 και 1998 δεν υπάρχουν στοιχεία.

Ο Β προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα κατά το έτος 1966. Είναι απόφοιτος γυμνασίου και γνωρίζει μετρίως την αγγλική γλώσσα (βαθμολογία 5/9), έχει παρακολουθήσει 16 επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ στον βαθμό του Συμπράττοντος Υποδιευθυντή προήχθη κατά το έτος 1996. Από το έτος 1984 έως το έτος 1991 υπηρέτησε στο κατάστημα Άστρους σε θέση Δντή και προϊσταμένου ΤΕΛΛΕΡΣ, από το έτος 1992 έως το έτος 1997 υπηρέτησε στο κατάστημα της Τριπόλεως ως Δντής αυτού, ενώ από το έτος 1997 έως την ανωτέρω προαγωγική περίοδο υπηρέτησε ως Περιφερειακός Δντής στη Δνση Ανατολικής Πελοποννήσου.

Η βαθμολογία του στα ως άνω κρίσιμα έτη φθάνει τους αριθμούς 135/140, 130/140 και 140/140 αντίστοιχα., κατέχει από το έτος 1997 το 3o κλιμάκιο ευθύνης, ενώ κατά το έτος 1980 έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά με την ποινή της επίπληξης. Ο Γ προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα στις 14-2-1972 και τον βαθμό του Συμπράττοντος Υποδιευθυντή κατέχει από το έτος 1996.

Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου και γνωρίζει στοιχειωδώς την αγγλική γλώσσα (βαθμολογία 3/9), ενώ έχει παρακολουθήσει 7 επιμορφωτικά σεμινάρια. Από το έτος 1989 έως το έτος 1992 υπηρέτησε στο κατάστημα Ηρακλείου Αττικής, ως υποδιευθυντής καταστήματος και προσωρινός αναπληρωτής δντής καταστήματος.

Κατά το έτος 1993 υπηρέτησε στο κατάστημα Κάτω Πατησίων ως υποδιευθυντής καταστήματος. Τα έτη 1994 και 1995 προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Περιφερειακή Διοίκηση Β ως προϊστάμενος τμήματος και υποδντής. Από το έτος 1995 κατέχει το 3° κλιμάκιο ευθύνης και δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά. Η βαθμολογία των κριτών του για τα κρίσιμα έτη 1996 και 1998 ήταν 137/140 και 135/140 αντίστοιχα.

Ο Δ προσλήφθηκε το έτος 1971 και το βαθμό του Συμπράττοντος Υποδντή κατέχει από το έτος 1996. Είναι απόφοιτος γυμνασίου, γνωρίζει μετρίως μια ξένη γλώσσα (βαθμολογία 5/9) και έχει παρακολουθήσει 12 επιμορφωτικά σεμινάρια. Από το έτος 1987 έως την ανωτέρω προαγωγική κρίση υπηρέτησε στη Δνση οργάνωσης και μηχανοργάνωσης ως αναπληρωτής προϊστάμενος τμήματος, αναπληρωτής υποδντής και υποδντής και από το έτος 1997 κατέχει το 3° κλιμάκιο ευθύνης, ενώ δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά.

Κατά τα κρίσιμα έτη 1996 και 1998 η βαθμολογία των κριτών στα δελτία αξιολόγησης αυτού φθάνουν τον αριθμό 138/140 και 136/140 αντίστοιχα. Τέλος, ο Ε προσλήφθηκε το έτος 1971 και στον βαθμό του Συμπράττοντος Υποδντή προήχθη το έτος 1996. Είναι απόφοιτος του γυμνασίου και γνωρίζει μετρίως μια ξένη γλώσσα. Έχει παρακολουθήσει 5 επιμορφωτικά σεμινάρια και δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά.

Από το έτος 1988 έως την προαναφερόμενη προαγωγική περίοδο υπηρέτησε στη Δνση προσωπικού ως προϊστάμενος τμήματος και υποδντής ενώ από το έτος 1995 κατέχει το 3° κλιμάκιο ευθύνης. Δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και δεν υπάρχουν κρίσεις για τα ουσιαστικά και τυπικά του προσόντα κατά τα τελευταία τρία έτη πριν από την ανωτέρω προαγωγική κρίση.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά το Εφετείο έκρινε ότι προκύπτει καταφανής υπεροχή του αναιρεσιβλήτου έναντι όλων των συγκρινομένων συναδέλφων του και ότι η παράλειψη προαγωγής του στον βαθμό του Συμπράττοντος Υποδιευθυντή είναι καταχρηστική.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας και αυτή του άρθρ. 281 του ΑΚ, διότι υπό τα προαναφερόμενα περιστατικά δεν προκύπτει καταφανής υπεροχή του αναιρεσιβλήτου έναντι των προς σύγκριση συναδέλφων του, οι οποίοι προήχθησαν με τις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-199.

Ο αναιρεσίβλητος υπερέχει μεν έναντι των προαναφερθέντων στα τυπικά προσόντα και δη στην αρχαιότητα, τίτλους σπουδών, γνώση ξένη γλώσσας, επιστημονική κατάρτιση, συγγραφικό έργο και ακαδημαϊκή εξέλιξη, όπως έχει εκτεθεί αναλυτικά παραπάνω αλλά όχι και στα ουσιαστικά προσόντα, τα οποία σε κρίσεις για προαγωγή, όπως η προκειμένη, έχουν βαρύνουσα σημασία.

Ειδικότερα, ενώ η βαθμολογία του κατά τα τρία τελευταία πριν την επίμαχη προαγωγή έτη, συγκρινόμενη συνολικά, υπολείπεται ελαφρά των προαχθέντων συναδέλφων του (πλην του εξ αυτών Ε για τον οποίο κατά τα έτη αυτά δεν υπάρχουν στοιχεία) και οι παρατηρήσεις στα δελτία ποιότητας είναι περίπου ίδιες, υστερεί έναντι αυτών στα ουσιαστικά προσόντα άσκησης υπευθύνων καθηκόντων και απασχόλησης σε θέσεις ευθύνης μέχρι τρίτου κλιμακίου που αποτελούν καθοριστικό προσόν για την προαγωγή σε ανώτατους βαθμούς, διότι έχουν σχέση και προσδιορίζουν τη διοικητική και οργανωτική ικανότητα, πείρα και υπηρεσιακή εν γένει επάρκεια που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του Υποδιευθυντή. 'Ετσι, ενώ ο αναιρεσίβλητος κατείχε το έβδομο κλιμάκιο ευθύνης και μικρό χρονικό διάστημα πριν από την ελεγχόμενη προαγωγική περίοδο το πέμπτο κλιμάκιο, οι προαχθέντες έχοντας υπηρετήσει επί σειρά ετών σε θέσεις ευθύνης σε διάφορα καταστήματα και Υπηρεσίες της αναιρεσείουσας, κατείχαν ο Β και ο Δ το τρίτο κλιμάκιο από το έτος 1997, ο Γ και ο Ε το ίδιο κλιμάκιο από το έτος 1995 και ο Α, έναντι του οποίου έχει κριθεί με την 1235/2004 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς μέχρι την 1-1-1994., που έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Συμπράττοντος Υποδιευθυντή έκτοτε, κατείχε το τρίτο κλιμάκιο ευθύνης από το έτος 1992 και μέχρι την προαγωγική κρίση της 1-7-1999, γεγονός που συνεπάγεται ότι ο αναιρεσίβλητος ως προς τη συγκεκριμένη επίδικη προαγωγή δεν υπερέχει και μάλιστα καταφανώς έναντι ουδενός των προαχθέντων συναδέλφων του, διότι η υστέρησή του σε θέσεις ευθύνης δεν μπορεί να αμβλυνθεί από την υπεροχή του σε τίτλους σπουδών και ακαδημαϊκή εν γένει εξέλιξη.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο 'Αρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Η επαναφορά ζητείται και όταν η εκτέλεση έγινε με βάση την πρωτόδικη απόφαση που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου (ΑΠ 832/1994). Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών που κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η, επί του αθροίσματος αυτού καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, διότι από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 27-5-2008 εξοφλητική απόδειξη, την επί της οποίας υπογραφή του δεν αμφισβητεί ο αναιρεσίβλητος, αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον τελευταίο σε εκτέλεση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά το μέρος που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση το ποσό των 44.953,21 ευρώ για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα.

Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκουσία εκτέλεση της πιο πάνω αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η υποβληθείσα με τις προτάσεις που κατατέθηκαν την προηγουμένη της συζητήσεως αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, όπως αναφέρεται στο διατακτικό.

Το αίτημα περί καταβολής τόκων είναι νόμιμο κατά τα άνω μόνο από την επίδοση της αποφάσεως αυτής στον αναιρεσίβλητο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7704/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Δέχεται κατά ένα μέρος την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων πενήντα τριών ευρώ και εικοσιενός λεπτών (44.953,21) με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης αυτής.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ