Supreme Court dismisses appeal on labor dispute for inadmissible grounds and lack of reviewable errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final labor court judgment regarding employment contract validity. The appellant argued that the lower court erred in evaluating evidence and applying specific legal provisions, but the court found these claims inadmissible. The court ruled that the appeal relied on the lower court's unreviewable assessment of evidence and failed to specify the exact legal errors required for appellate scrutiny.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1a) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lower court's evaluation of evidence is inadmissible, and general allegations of legal error without specific citations of violated statutes or concrete grounds for re-evaluation are rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 190 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 190/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ζ. Κ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." με έδρα την ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται από την ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." με έδρα την …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο της Δημήτριο Καράμπελα και Βιολέττα Βασιλάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 517/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 3415/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-1-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 (εργατικές διαφορές). Στη προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 28 Ιανουαρίου 2019 και με αριθμό κατάθεσης 6274/611/14-7-2019 αίτησης αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η με αριθμό 3415/7-7-2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του .../2019 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.
Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται όπως προαναφέρθηκε, της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 484/2019, ΑΠ 319/2017).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 21-4-2011 και με αριθμό κατάθεσης 2834/21-4-2011 έφεση της εναγομένης - ήδη αναιρεσίβλητης, κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της με αριθμό 517/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ίδια ως άνω διαδικασία την από 13-1-2010 αγωγή του ενάγοντος και τη δέχτηκε ως κατ'ουσίαν βάσιμη.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1, 144 παρ.1 και 145 του ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με την από 13-1-2010 (αριθ. κατάθ. 190/18-1- 2010) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων εξέθετε ότι, στις 13-5-2000. προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε", προκειμένου να απασχοληθεί με την ειδικότητα του ιπτάμενου χειριστή.
Οτι, συνεπεία ατυχήματος που συνέβη στις 18-4-2005, υπό τις εκτιθέμενες στην αγωγή συνθήκες κατά τη διάρκεια της πτήσης ..., την οποία εκτελούσε ως συγκυβερνήτης του αεροσκάφους, κρίθηκε, με την υπ' αριθ. ...2008 απόφαση του Κέντρου Αεροπορικής Ιατρικής (ΚΑΙ) της Πολεμικής Αεροπορίας, οριστικά ακατάλληλος για χειριστής αεροσκαφών δημόσιας μεταφοράς, λόγω ατροφίας οπτικού νεύρου και διαταραχής μετατραυματικού στρες, χωρίς ανταπόκριση στη θεραπεία, ενώ, ακολούθως, με την υπ'αριθ. 822/12- 5-2008 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Συντάξεων ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ως τη μόνη πλέον αρμόδια για τη διαπίστωση αναπηρίας των ιπτάμενων χειριστών, κρίθηκε και ανάπηρος σε ποσοστό 80%, λόγω ψυχικής και οφθαλμικής νόσου, καθώς επίσης και οριστικά, πλήρως και διαρκώς ανίκανος για εργασία.
Ότι, στις 12-5-2008, με την εκ μέρους του γνωστοποίηση στην εκκαλούσα - εναγόμενη της ανωτέρω γνωμάτευσης, ενεργοποιήθηκε ο όρος 7 περ. α' της από 14-4-2008 Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ της Ένωσης Χειριστών Πολιτικής Αεροπορίας και της εναγομένης, περί υποχρέωσης της τελευταίας να του καταβάλει αποζημίωση ποσού 240.000,00 ευρώ, λόγω επέλευσης στο πρόσωπό του περίπτωσης διαρκούς ανικανότητας.
Ότι, ωστόσο, η εναγομένη είχε λύσει την εργασιακή του σύμβαση στις 19-12-2007, λόγω προσωρινής ανάκλησης του πτυχίου του επί είκοσι (20) και πλέον μήνες και, εφαρμόζοντας την, προγενέστερη της ανωτέρω, από 3-10-2006 ΕΣΣΕ, του κατέβαλε το αντίστοιχο για την περίπτωση αυτή ασφαλιστικό ποσό των 160.000 δολαρίων Η.Π.Α, που με την ισοτιμία δολαρίου - ευρώ την ημέρα της καταβολής αντιστοιχούσε σε 103.106,07 ευρώ.
Ζητούσε δε, επικαλούμενος ότι η λύση της εργασιακής του σύμβασης επήλθε στις 12-5-2008, λόγω της διαρκούς ανικανότητας προς εργασία και όχι στις 19-12-2007, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 153.515,14 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ της καταβλητέας αποζημίωσης των 240.000 ευρώ και της εν τέλει, μετ' αφαίρεση και των κρατήσεων, καταβληθείσας των 86.484,86 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την με αριθμό 517/2011 απόφαση του δέχθηκε την αγωγή στο σύνολο της και αναγνώρισε ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 153.515,14 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η εναγομένη την από 21-4-11 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αφού δέχτηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση και επιπλέον να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 56/2020).
Εάν ο αναιρετικός λόγος δεν περιέχει τα ανωτέρω στοιχεία, απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 56/2020, ΑΠ 563/2019). Απλή δε μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος, δεν αρκεί για την πληρότητα του λόγου αυτού (ΑΠ 1022/2022, ΑΠ 475/2022, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 1488/2018, ΑΠ 275/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005.
ΑΠ 452/2019, ΑΠ 319/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 475/2022, ΑΠ 856/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015).
Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νόμιμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, 42/2002).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα α) η ταυτότητα και το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου που δεν λήφθηκε υπόψη, β) η επίκληση και προσκόμιση και ο νόμιμος τρόπος προσκόμισης αυτού από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και γ) Ο πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτό προσκομίστηκε, καθώς και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός είναι ουσιώδης και αν το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξή του (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1022/2022, ΑΠ 960/2017).
Η επίκληση ή μη του αποδεικτικού μέσου ελέγχεται και κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (και όχι από αυτή), ο δε σχετικός αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν δεν προσκομίζονται οι προτάσεις ή από την επισκόπησή τους προκύπτει ότι δεν περιέχουν επίκληση του αποδεικτικού μέσου.
Εξάλλου, ο προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και χωρίς να γίνεται σ' αυτή ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, εκτός αν, παρά τη σχετική βεβαίωση, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, και ιδίως από τις αιτιολογίες της προκύπτουν αμφιβολίες αν πράγματι συνεκτιμήθηκαν όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος (ΑΠ 1254/2014).
Για να εξεταστεί δε κατ'ουσίαν ο λόγος, πρέπει ο διάδικος να προσκομίσει, κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, τα αναγκαία για την απόδειξη του στοιχεία (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018).
Εξάλλου, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ο οποίος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, α) ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, β) προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου, καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποία ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτό ο νόμος και δ) που έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1022/2022, ΑΠ 816/2019, ΑΠ 402/2019, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 570/2016).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμά από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 625/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 169/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του περιεχομένου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η οποία δεν φέρει αρίθμηση στις σελίδες της προκύπτει ότι περιέχει αυτούσια την πρωτόδικη απόφαση, την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης και την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, διακόπτεται πριν τελειώσουν οι παραδοχές της και το αποδεικτικό της πόρισμα (υπολείπονται περίπου δύο σελίδες).
Ακολούθως στην επόμενη σελίδα η οποία αρχίζει με το στοιχείο Β).... συνεχίζεται ο εικαζόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης (αφού στη συνέχεια ακολουθεί ο δεύτερος λόγος), χωρίς να μπορεί να διαπιστωθεί, προφανώς λόγω περικοπής κειμένου, το εναρκτήριο σημείο του αναιρετικού αυτού λόγου, ο οποίος ως εκ τούτου αναπτύσσεται ελλιπώς, αφού δεν προκύπτει το πλήρες περιεχόμενο του, ώστε να εκτιμηθεί συνολικά και να ερευνηθεί η αναφερόμενη σ' αυτόν αναιρετική πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ο ως άνω αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 992/2010).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, ότι, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ότι έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ήτοι πλημμέλειες από τους αριθμούς 12, και 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραθέτοντας το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.
Όμως, έτσι διατυπούμενος ο άνω λόγος αναίρεσης, χωρίς να αναφέρεται η ταυτότητα και το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν ή δεν ληφθήκαν υπόψη, χωρίς να προσκομίζονται αποδεικτικά έγγραφα στο παρόν δικαστήριο, και χωρίς να αναφέρεται ποιά αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε σε συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα από το δικαστήριο της ουσίας και ποιό είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης, είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον η απλή παράθεση του κειμένου των άνω διατάξεων από τους αριθμούς 12 και 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπουν τις αντίστοιχες αναιρετικές πλημμέλειες, δεν αρκεί για να ιδρύσει το θεμελιούμενο στις διατάξεις αυτές δεύτερο λόγο αναίρεσης.
Κατά τα λοιπά και κατά το μέρος, που ο αναιρεσείων με δικές του εκτιμήσεις και επιχειρήματα και αναλύοντας το ιστορικό της υπόθεσης πλήττει κάποιες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όπως, ότι το δικαστήριο έκρινε ότι "η συμπερίληψή του (αναιρεσείοντος) στα νόμιμα εκπονηθέντα προγράμματα εργασίας της αναιρεσιβλήτου και καθ'όλο το μετά την 19η-12-2007 (εννοεί χρονικό διάστημα) δεν αποδεικνύει κατά την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι η σύμβαση εργασίας ...
ήταν σε ισχύ...." ο λόγος αυτός είναι όλες τις αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος, καθόσον αυτές ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην κατάληξη αυτού σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το θεωρούμενο ως ορθό από τον ίδιο, που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ.1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά το σκέλος αυτό είναι απορριπτέος ο λόγος διότι ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η αγωγή, ως προεκτέθηκε απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, δεν περιλαμβάνονται στον ως άνω λόγο συγκεκριμένες αιτιάσεις σχετικά με τις αιτιολογίες του δικαστηρίου της ουσίας, από τις οποίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αν δηλαδή είναι, ανεπαρκείς, αντιφατικές ή ανύπαρκτες, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς η εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γενικά αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ως προς την εκ του αρ. 1α του ιδίου άρθρου αναιρετική πλημμέλεια, δεν προσδιορίζονται ειδικότερα η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε, επειδή συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής της και το ουσιώδες περιεχόμενό της, ή ποια διάταξη εφαρμόστηκε ενώ δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθώς και το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου ως προς την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που θα οδηγούσε σε διαφορετικό υπέρ του αναιρεσείοντος αποδεικτικό πόρισμα. Συνακόλουθα, απορριπτέα τυγχάνει και η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια του αρ.1α του άρθρου 559 ΚΠοΔ, λόγω αοριστίας. Κατά τα λοιπά με τα ιστορούμενα από τον αναιρεσείοντα πραγματικά περιστατικά ότι εσφαλμένα και καταχρηστικά, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε την προσωρινή αναπηρία του, πλήττεται απαραδέκτως, όπως και στους προηγούμενους αναιρετικούς λόγους, η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠΟΛΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Ιανουαρίου 2019 και με αριθμό κατάθεσης 6274/611/4-7-2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3415/7-7-2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του υπ'αριθ. .../2019 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ