Supreme Court dismisses appeal for vagueness, citing lack of specific legal errors in the appeal petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court committed specific legal errors regarding contract termination and damages, but the court found the appeal petition vague and lacking necessary details. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible due to insufficient specificity required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must specify the exact legal provisions violated and the precise legal error committed to be admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 190 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β
Αριθμός 190/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γρηγορία Αναστασοπούλου Κρανιά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Πήττα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της Σ. Μ. του Ν., κάτοικο Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Πήττα και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." με τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Σ. Μ. του Ν., κάτοικο Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Πήττα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και τις από 8/7/2008 (2) αγωγές των υπό στοιχεία 1 και 2 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6385/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 942/2015 μη οριστική και 1424/2017 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/7/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 16-7-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 1424/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 10-7-2008 (αριθ.
κατ. 153672/7540/30-7-2008) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των τελευταίων να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 865.089,84 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης που επήλθε σ' αυτήν συνεπεία της αναφερόμενης άκαιρης και καταχρηστικής καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης πρακτορείας ταχυμεταφορών ταχυδρομικών αντικειμένων που συνιστούν παραβίαση των διατάξεων περί αθεμίτου ανταγωνισμού και αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους αυτών (εναγομένων-αναιρεσιβλήτων).
Ειδικότερα, η ενάγουσα-αναιρεσείουσα εξέθετε ότι είναι εταιρεία ταχυμεταφορών ταχυδρομικών αντικειμένων και ότι η δεύτερη εναγομένη (δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), της οποίας διαχειριστής, νόμιμος εκπρόσωπος και ήδη εκκαθαριστής είναι ο πρώτος των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), ήταν δυνάμει προφορικής σύμβασης πράκτοράς της στην περιοχή των Αμπελοκήπων στην Αθήνα.
Ότι η τρίτη των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος είναι ο πρώτος των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), είναι ετερόρρυθμος εταίρος της δεύτερης αυτών ομόρρυθμης εταιρείας κατά ποσοστό 86%, καθώς επίσης και κατά ποσοστό 80% της εταιρείας "... Ο.Ε.". Ότι ο πρώτος των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, δια μέσου της τρίτης, η οποία είναι ετερόρρυθμος εταίρος της δεύτερης αυτών και μέτοχος της εταιρείας "...
Ο.Ε.", η οποία την ανταγωνίζεται αθέμιτα διαμέσου της τρίτης ανταγωνιστικής εταιρείας "...", της οποίας κατέχει το πλειοψηφικό πακέτο ο πρώτος των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων). Ότι στις 5-10-2007 οι δύο πρώτοι των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων), με την ως άνω ιδιότητά τους, κατήγγειλαν άκαιρα και καταχρηστικά την μεταξύ τους σύμβαση πρακτορείας, καλώντας αυτήν (αναιρεσείουσα) ενός πέντε ημερών όπως προσέλθει και παραλάβει κάθε αντικείμενο που της ανήκει.
Ότι συνεπεία της ως άνω άκαιρης και καταχρηστικής καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης πρακτορείας, η οποία συνιστά αδικοπραξία αντιτιθέμενη στις διατάξεις των άρθρων 919, 281 ΑΚ , 1 , 13 του ν. 146/1914, αυτή (ενάγουσα-αναιρεσείουσα) υπέστη ζημία ύψους 650.420,51 ευρώ, ποσό το οποίο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε για το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2007 (χρόνο λήξης της συνεργασίας τους) έως τον Ιούλιο του 2008, εάν δεν είχε καταγγελθεί η μεταξύ τους σύμβαση. 'Οτι επιπλέον ζημιώθηκε κατά το ποσό των 14.482,13 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα πέντε μηνών από τον Οκτώβριο του 2007 έως το Μάρτιο του 2008 και στα μισθώματα τεσσάρων μηνών από τον Απρίλιο έως και τον Ιούλιο του 2008 για το λόγο ότι οι δύο πρώτοι των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) δεν δήλωσαν τη μεταφορά της έδρας της δεύτερης αυτών από το ως άνω μίσθιο κατάστημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., προκειμένου αυτό να υπεκμισθωθεί σε νέο πράκτορα, με αποτέλεσμα αυτό κατά το ως άνω χρονικό διάστημα να μην μπορεί να υπεκμισθωθεί.
Ότι ζημιώθηκε κατά το ποσό των 187,20 ευρώ για τη διανομή 117 διαφημιστικών καταλόγων της εταιρείας ... στους πελάτες τους. Ότι συνεπεία της μη διακίνησης των αναφερομένων 55 επιστολών κατά το χρονικό διάστημα της λήξης της μεταξύ τους σύμβασης πρακτορείας μέχρι και την 13-10-2007, της κατακράτησης των ΣΥ.ΔΕ.ΤΑ από τους εναγομένους (αναιρεσιβλήτους) και της μη διακίνησης των καταλόγων της εταιρείας ...
κλονίστηκε η αξιοπιστία αυτής (ενάγουσας - αναιρεσείουσας) και η εμπιστοσύνη των πελατών προς αυτήν, αλλά και της άκαιρης, καταχρηστικής καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης, συμπεριφορές οι οποίες είναι αδικοπρακτικές, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή της, με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας ζήτησε ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 200.000 ευρώ.
Επίσης, η ενάγουσα (ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) με την από 8-7-2008 (αριθ. καταθ. 146752/7206/2008) αγωγή της, εκτός των άλλων, και κατά της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της τελευταίας να της καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά από τη μεταξύ τους σύμβαση πρακτορείας και συμφωνημένη ποινική ρήτρα.
Επιπλέον, οι ενάγοντες (ήδη δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων) με την από 8-7-2008 (αριθ. καταθ. 146775/7207/2008) αγωγή τους, εκτός των άλλων, και κατά της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει σε καθένα απ' αυτούς το ποσό των 149.850 ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν συνεπεία της αναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτής και συγκεκριμένα της εν γνώσει της αναληθείας διάδοσης ισχυρισμών που ήσαν πρόσφοροι να πλήξουν τη φήμη, την αξιοπιστία και το επαγγελματικό μέλλον της πρώτης, καθώς επίσης και την τιμή, την υπόληψη και το επαγγελματικό μέλλον του δεύτερου αυτών (εναγόντων) και ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων.
Με την υπ' αριθ. 6385/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκαν και οι τρεις ως άνω αγωγές. Ειδικότερα, ως προς την πρώτη ως άνω αγωγή της αναιρεσείουσας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε αυτήν κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τρίτης των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) ως αόριστη, ενώ επίσης έκρινε απορριπτέο ως αόριστο και το κεφάλαιο (αίτημα) αυτής για την αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής διαφυγόντων κερδών ποσού 650.420, 51 ευρώ, λόγω μη έκθεση των περιστατικών από τα οποία προκύπτει η πιθανότητα ή και η προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επίσης, με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως αόριστη η βάση της ως άνω αγωγής από τον αθέμιτο ανταγωνισμό (άρθρ. 1 επ. του ν. 146/1914), για το λόγο ότι δεν διαλαμβάνει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική αιτία των σχετικών διατάξεων, ενώ δεν καθίσταται σαφές με ποιο από τα αγωγικά αιτήματα συνδέεται.
Επιπλέον, η αγωγή αυτή κρίθηκε νομικά αβάσιμη κατά το μέρος που επιχειρήθηκε να στηριχθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξίας ως προς την αναφερόμενη συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) για την "άκαιρη και καταχρηστική" καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης πρακτορείας συνδεόμενη με το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, για το λόγο ότι μόνη η επίκληση από την ενάγουσα (αναιρεσείουσα) της παραβίασης της σύμβασης από τους τελευταίους δεν συνιστά αθέμιτη ενέργεια, ούτε ευρίσκεται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη και ως εκ τούτου δεν συνιστά αδικοπραξία, αφού χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, αλλά και επιπλέον γιατί δεν αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ως συνέπεια της φερομένης ως αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) να δικαιολογεί την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης.
Κατά τα λοιπά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε την αγωγή επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2γ' και δ' του ν. 2668/1998 "οργάνωση τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών", 724, 725, 297, 298, 299, 914, 919, 926, 932, 71, 346, 481, 482 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ, στη συνέχεια δε απέρριψε κατ' ουσίαν τα αιτήματα για αναγνώριση της οφειλής των αναφερόμενων ποσών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωσης ποσού 14.482,13 και 187,20 ευρώ.
Κατά της εν λόγω απόφασης ασκήθηκαν, εκτός της άλλης, εφέσεις και από: α) την ενάγουσα στην ως άνω πρώτη αγωγή (ήδη αναιρεσείουσα) και β) από τους ενάγοντες στην ως άνω τρίτη αγωγή (ήδη δύο πρώτους των αναιρεσιβλήτων). Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία:
α) έγινε δεκτή η πρώτη πιο πάνω έφεση, εξαφανίστηκε εν μέρει η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξή της με την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την από 10-7-2008 αγωγή της πιο πάνω ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) όσον αφορά την τρίτη των εναγομένων-εφεσιβλήτων (ήδη τρίτη των αναιρεσιβλήτων), ακολούθως δε το Εφετείο, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή ως προς την ως άνω εναγομένη, απέρριψε αυτήν και β) έγινε δεκτή η δεύτερη πιο πάνω έφεση, εξαφανίστηκε η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση καθόσον αφορά στην από 8-7-2008 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 7207/2008) αγωγή, ακολούθως δε το Εφετείο, κρατώντας και δικάζοντας την εν λόγω αγωγή, έκανε αυτήν εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε την υποχρέωση, εκτός των άλλων, και της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ` όψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μια από τις σ' αυτήν αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.
Όπως δε προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 485/2020, ΑΠ 425/2020, ΑΠ 344/2019, ΑΠ 279/2019). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια (κατ' εκτίμηση) από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι εσφαλμένα αποδέχθηκε την παράσταση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών της τρίτης των εκκαλούντων στην ως άνω τρίτη έφεση και ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων ("...
A.E.") κατά τη σχετική συζήτηση της υπόθεσης (20-10-2016) ως νόμιμη και αποδεδειγμένη κατά στρέβλωση των προσκομισθέντων και ελεγθέντων εγγράφων και ειδικότερα λαμβανομένου υπόψη ότι η εν λόγω εταιρεία δεν διαθέτει νόμιμη διοίκηση. Δεν επικαλείται όμως η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πιο κάτω δικογράφων και ειδικότερα των από 26-1-2015 και 19-10-2016 προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου, ότι ο ισχυρισμός αυτός είχε προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, από την τελευταία, ανεξαρτήτως του ότι μπορούσε να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως, ενώ δεν εμπίπτει στις ως άνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.
Επομένως, είναι απαράδεκτος ο ως άνω λόγος αναίρεσης (πρώτος) κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
ΙΙΙ. Από τα άρθρα 176 εδ. α', 183 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η κρίση του δικαστηρίου, πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου, ως προς την έκταση της καταδίκης του ηττώμενου διαδίκου στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και γι' αυτό είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1483/2003).
Συνεπώς, είναι απαράδεκτος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμησή του, ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, καταδικάζοντας αυτήν (αναιρεσείουσα) στα δικαστικά έξοδα των πρώτου και δεύτερης των εφεσιβλήτων (αναιρεσιβλήτων) για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας ύψους 22.000 ευρώ και της τρίτης των εφεσιβλήτων (αναιρεσιβλήτων) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας ύψους 33.000 ευρώ, ποσά που είναι υπέρογκα, αδικαιολόγητα και ανεξήγητα.
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια: α) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος πρότασης), που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, β) η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, γ) ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δ) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.
Αν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή γενικά τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, πρέπει στο αναιρετήριο να περιλαμβάνεται το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού (δηλαδή η ιστορική τους βάση), ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, καθόσον η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 1970/2017).
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση, και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει και δ) παράθεση και μάλιστα ενάριθμα του φερόμενου ως παραβιασθέντος κανόνα δικαίου (Ολ ΑΠ 32/1996, ΑΠ 965/2020, ΑΠ 439/2020, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 1778/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αφού εκθέτει αναλυτικά τους λόγους της έφεσής της και τις παραδοχές του Εφετείου με την προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια με γενικό τρόπο αναφέρει ότι αυτή σφάλει, αντιφάσκει και παραβιάζει κάθε κανόνα κοινής λογικής και κοινής πείρας, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις και ερμήνευσε αυτές, ότι αγνόησε τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία των εξωδίκων που οι αντίδικοι απέστειλαν, δεν τα συνέκρινε και εξήγαγε συμπεράσματα εσφαλμένα, καταλήγει δε στο ότι "με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως παραπονούμεθα κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολο των ανωτέρω αναφερομένων για την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και υπαγωγή των νόμων και των πραγματικών περιστατικών για όσους λόγους νόμιμα και εμπρόθεσμα πρόκειται να προσθέσουμε για παράβαση των παραγράφων 1, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ".
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης καθ' όσον αφορά στο πρώτο σκέλος του και στην επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθ. 1 είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον στο αναιρετήριο δεν περιέχονται όλα τα αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία που αναφέρθηκαν πιο πάνω και ιδίως δεν αναφέρονται τόσο οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα κατά τη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικών νόμων.
Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης και ως προς το δέκατο σκέλος του και καθ' όσον αφορά στην επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθ. 19 είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον στο αναιρετήριο δεν περιέχονται όλα τα αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία που αναφέρθηκαν πιο πάνω και ιδίως δεν αναφέρονται ενάριθμα οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου ούτε το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, επιπροσθέτως δε διότι, υπό την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναίρεσης και ως προς τα λοιπά σκέλη του από τους αριθ. 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 17 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να κριθεί αν θεμελιώνεται κάποιος από τους ως άνω αναφερόμενους λόγους αναίρεσης.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-7-2018 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 1424/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ