Supreme Court dismisses appeal against insurance company's rejection of theft claim due to lack of bad faith. The court ruled the contract clause was merely a warning without legal consequences.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by ELVE A.E. against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred in rejecting their claim for insurance coverage due to theft, contending the contract clause regarding the insured's duty of care was invalid and should have led to a finding of bad faith. The court held that the specific clause in question functioned only as a warning of existing obligations and did not independently create a liability for simple compensation or exemption from payment. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 7(3), 4, 5, 6 of Law 2496/1997; The clause stipulating the insured's duty to take reasonable measures to prevent risks serves merely as a warning of existing obligations and does not, by itself, establish a separate liability for simple compensation or exemption from payment in the event of the risk's occurrence due to gross negligence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 190 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 190/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη - Εισηγήτρια και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την
παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΒΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΛΒΕ Α.Ε.", που εδρεύει στην Άγιο Ανδρέα Καβάλας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χρήστο Πάπαρη και Ιωάννη Ρόκα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "EUROLIFE ERB Α.Ε.Γ.Α." (πρώην "EFG EUROLIFE A.E.Γ.A."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3155/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1264/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/5/2018 αίτησή της και τους από 15/7/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 1-5-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 15-7-2019 πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η 1264/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν το Εφετείο απέρριψε την από 22-1-2016 έφεση της αναιρεσείουσας- εκκαλούσας- ενάγουσας "ΕΛΒΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" κατά της 3155/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 9-4-2012 αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης- εφεσίβλητης- εναγομένης "Eurolife ERB Α.Ε.Γ.Α.", με αντικείμενο την καταβολή ασφαλίσματος λόγω επέλευσης του ασφαλιζομένου από την εναγομένη κινδύνου κλοπής εμπορευμάτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495 παρ. 3, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εμπρόθεσμα και νομότυπα ασκήθηκαν και οι πρόσθετοι λόγοι της εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 31.7.2019. Επομένως η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρ. 573, 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Το άρθρο 7 παρ. 3, 4, 5 και 6 του νόμου 2496/1997, που αναφέρεται στην πραγματοποίηση του κινδύνου για τον οποίο συνήφθη ασφαλιστική σύμβαση και στην καταβολή του ασφαλίσματος από τον ασφαλιστή, προβλέπει τα ακόλουθα: "3. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προς αποφυγή ή μείωση της ζημίας και να ακολουθεί τις οδηγίες του ασφαλιστή.
Τα έξοδα που προκύπτουν, εφόσον δικαιολογούνται από τις περιστάσεις, βαρύνουν τον ασφαλιστή, ακόμα και αν υπερβαίνουν το ασφαλιστικό ποσό. Αντίθετη συμφωνία επιτρέπεται, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους. Αν το ασφάλισμα καλύπτει μέρος μόνο της ζημίας, ο ασφαλιστής υποχρεούται να αποδώσει μόνο ανάλογο μέρος των εξόδων, εκτός αν τα έξοδα δημιουργήθηκαν αποκλειστικά μετά από τις οδηγίες του ασφαλιστή. 4.
Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης των διατάξεων της παρ. 3 αυτού του άρθρου, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποζημίωση του ασφαλιστή. 5. Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται, στη μεν ασφάλιση ζημιών, σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων, μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους ή των νομίμων αντιπροσώπων τους ή των εκπροσώπων τους ή των τρίτων στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης.
Ο ασφαλιστής δικαιούται μόνο το δεδουλευμένο ασφάλιστρο. 6. Με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Επίσης, μπορεί να συμφωνηθεί ότι θα οφείλεται το ασφάλιστρο μέχρι τέλους της ασφαλιστικής περιόδου, αν μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης καταγγελθεί η σύμβαση".
Το άρθρο δε 33 παρ. 1 και 5 του ίδιου νόμου ορίζει: "1. Κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται, κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.... 5.
Σε περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, επιτρέπεται και διαφορετική ως προς τους όρους αυτού του άρθρου συμφωνία." Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 7 ν. 2496/1997 αναφέρονται στην υποχρέωση του λήπτη της ασφάλισης να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προς αποφυγή της ζημίας πριν την επέλευσή της ή προς μείωση αυτής, εφόσον έχει ήδη επέλθει, ακολουθώντας και τις τυχόν οδηγίες του ασφαλιστή, ενώ τα υπόλοιπα εδάφια της παρ. 3 αναφέρονται στον τρόπο κάλυψης των εξόδων για τα λαμβανόμενα και στις δύο περιπτώσεις μέτρα, εξισορροπώντας τα συμφέροντα λήπτη της ασφάλισης και ασφαλιστή.
Η υπαίτια παράλειψη λήψης των ανωτέρω μέτρων από τον λήπτη της ασφάλισης συνεπάγεται κατ'αρχήν υποχρέωση του τελευταίου προς αποζημίωση του ασφαλιστή και όχι απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωσή του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Οι διατάξεις περί του τρόπου κάλυψης των εξόδων στην παράγραφο 3 υποδηλώνουν σαφώς ότι αυτή αναφέρεται, όσον αφορά τη λήψη των αποτρεπτικών της ζημίας μέτρων, στο διάστημα πριν την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, ενώ αντιθέτως αυτονόητη προϋπόθεση αποτελεί η επέλευσή της όσον αφορά τα μέτρα που απαιτούνται προς μείωση της ζημίας.
Με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ειδική εξαιρετική περίπτωση απαλλαγής του ασφαλιστή από την υποχρέωσή του να καταβάλει το ασφάλισμα, όταν η ασφαλιστική περίπτωση έχει ήδη επέλθει και η επέλευσή της οφείλεται, επί ασφαλίσεως ζημιών, σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των προσώπων που συνοικούν μαζί τους ή των νομίμων αντιπροσώπων τους ή των εκπροσώπων τους ή των τρίτων στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης, ενώ η παρ. 6 εδ.
α' καταλείπει περιθώριο συμβατικής, με ρήτρες της ασφαλιστικής σύμβασης, διεύρυνσης των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή και πέραν της προβλεπόμενης στην παράγραφο 5 περίπτωσης, υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών τους κινδύνων.
Οι προβλέψεις των παραγράφων 3 και 4, αναφερόμενων ειδικώς στη λήψη των ανωτέρω μέτρων πριν το ζημιογόνο γεγονός, δεν αποκλείουν την εφαρμογή της παραγράφου 5, όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε ακριβώς επειδή δεν λήφθηκαν προηγουμένως αποτρεπτικά της ζημίας μέτρα, όταν δηλαδή αυτό το γεγονός οδήγησε στη ζημία, εφόσον όμως συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις της συγκεκριμένης διάταξης, ήτοι δόλος ή βαριά αμέλεια των προσδιοριζομένων στην παρ. 5 προσώπων.
Έτσι σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, εντασσόμενες στο πλαίσιο που διαγράφει και το ανωτέρω άρθρο 33, όταν ο κίνδυνος και η απότοκος αυτού ζημία έχουν ήδη επέλθει επειδή δεν έχουν ληφθεί αποτρεπτικά μέτρα από τον λήπτη κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης, εάν η παράλειψή τους οφείλεται σε ελαφρά αμέλειά του, περίπτωση που θα είναι και η συνηθέστερη και αποτελεί τον κανόνα, μπορεί να γεννηθεί απλώς αξίωση του ασφαλιστή προς αποζημίωσή του έναντι του λήπτη.
Εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα αποτελεί η επέλευση της ζημίας από δόλο ή βαριά αμέλεια των προσώπων που προσδιορίζονται στην παρ. 5, οπότε ρητώς προβλέπεται από τον νομοθέτη απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωσή του προς καταβολή του ασφαλίσματος, καθόσον προφανώς σ' αυτή την περίπτωση θεωρείται ότι η συμπεριφορά του λήπτη ή των λοιπών ανωτέρω προσώπων ενέχει ιδιαίτερη απαξία και αντίκειται στην καλή πίστη, που πρέπει να διέπει τις σχετικές συναλλαγές.
Όταν πρόκειται δε για λήπτη της ασφάλισης ή ασφαλισμένο, που ενεργούν την ασφάλιση προς κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, επιτρεπτό είναι και κατ' άρθρο 33 του ανωτέρω νόμου, να προβλεφθούν με την ασφαλιστική σύμβαση και άλλοι συγκεκριμένοι λόγοι απαλλαγής του ασφαλιστή. Αυτό συμβαίνει και όταν ο ασφαλιστής είχε εκ των προτέρων τάξει συγκεκριμένα ληπτέα μέτρα προς αποτροπή ζημιών από ασφαλιζόμενους επαγγελματικούς κινδύνους, που δεν τήρησαν υπαιτίως (ακόμη και από ελαφρά αμέλεια) ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος, με προβλεπόμενη ρητώς στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο συνέπεια αυτής της παράλειψης την απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος (βλ.
και ΑΠ 1880/2017, 346/2016). Η ύπαρξη τέτοιων προβλέψεων στις προαναφερόμενες ασφαλιστικές συμβάσεις διευκολύνει τον ασφαλιστή να επικαλεσθεί την απαλλαγή του, η μη ύπαρξή τους όμως δεν αναιρεί την επέλευση της ίδιας συνέπειας, όταν αποδειχθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δόλου ή της βαριάς αμέλειας, που προβλέπονται στην παράγραφο 5 του ν. 2496/1997.
Η απαλλαγή πάντως του ασφαλιστή βάσει της τελευταίας αυτής διάταξης δεν απαιτείται να περιληφθεί στην ασφαλιστική σύμβαση, ερειδόμενη απευθείας στον νόμο (εκτός εάν υπάρχει αντίθετη συμβατική πρόβλεψη), και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο και άκυρο, κατ' άρθρο 33 ν. 2496/1997, περιορισμό των δικαιωμάτων του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος.
Για την εφαρμογή της παραγράφου 5 δεν απαιτείται επίσης να περιληφθεί στη σύμβαση ρητή πρόβλεψη για την υποχρέωση του λήπτη της ασφάλισης να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προς αποφυγή της ζημίας, καθόσον και αυτή προβλέπεται στον νόμο. Οι ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις αλληλοσυμπληρώνονται και είναι σαφείς και πλήρεις, καλύπτουσες κάθε πιθανή εξέλιξη της ασφαλιστικής σχέσης ως προς το προαναφερόμενο ζήτημα της υπαίτιας μη λήψης αποτρεπτικών της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως μέτρων, χωρίς να καταλείπουν κενά, με συνέπεια να μην υφίσταται περιθώριο ανάλογης εφαρμογής των συνεπειών της παρ. 4, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παραγράφου 5.
Εξάλλου κατ'άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Ως βαριά αμέλεια χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η εκτροπή από τους κανόνες της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας είναι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ασυνήθιστα σοβαρή (ΑΠ 262/2020, 346/2016, 921 και 765/2009).
Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, το οποίο καθόρισε το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 78/2020, 83/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015, 78/2020).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ` αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (ΑΠ 78/2020).
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελέγχεται και η παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε ανάλογη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρά την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέφυγε σε επιτρεπτή από τον νόμο ανάλογη εφαρμογή του κανόνα, που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή του, ενώ αντιστρόφως συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα, όταν αυτός εφαρμόζεται αναλόγως, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι για την ανάλογη εφαρμογή του, δηλαδή ομοιότητα της αρρύθμιστης με τη ρυθμισμένη στο νόμο περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της απόφασης του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία ιδρύθηκε το έτος 1971 και έχει ως αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία γυναικείων ενδυμάτων. Για τις ανάγκες της εμπορικής αυτής δράστηριότητάς της είχε μισθώσει στις 6-3-1998 τμήμα βιομηχανικού κτιρίου, που βρίσκεται στην περιοχή του Αγίου Ανδρέα Καβάλας, εκτός του οικισμού, στον παράδρομο της παλιάς εθνικής οδού Καβάλας- Θεσσαλονίκης, 100 μέτρα από τον κόμβο της Ν.
Περάμου. Το μίσθιο κτίστηκε το έτος 1980 σε γήπεδο προερχόμενο από την άτυπη συνένωση αγροτεμαχίων και παλιά ήταν καπναποθήκη. Αποτελείται από ισόγειο και ένα όροφο και η ενάγουσα στεγάζει εκεί από την έναρξη της μίσθωσης την επιχείρησή της, η οποία λειτουργεί από ώρα 09.00 έως 16.00. Στο ισόγειό του, σε επιφάνεια 730 τ.μ., στεγάζει πρατήριο λιανικής πώλησης γυναικείων ενδυμάτων, παραγωγής της και παραπλεύρως, σε επιφάνεια 1.480 τ.μ., διατηρεί αποθήκη τέτοιων ενδυμάτων, παραγωγής προηγούμενων, ως επί το πλείστον, ετών, ενώ στον όροφο, εμβαδού 3.750 τ.μ., διατηρεί την έδρα της, με γραφεία, χώρο παραγωγής των ενδυμάτων και δειγματολογίου.
Το πρατήριο έχει εσωτερικό διαχωρισμό με κινητό χώρισμα γυψοσανίδας για μικρό χώρο αποθήκευσης, ενώ η αποθήκη είναι ενιαία και επικοινωνεί με το πρατήριο εσωτερικά με μία ανασφάλιστη πόρτα. Όλο το κτίριο είναι αφύλακτο, χωρίς εξωτερική περίφραξη, συναγερμό ή ηλεκτρονικό σύστημα παρακολούθησης, φωτισμό κατά τις νυχτερινές ώρες και μόνο μία οικία υπάρχει στην πίσω πλευρά του σε απόσταση 200 μέτρων, ενώ ο κοντινότερος οικισμός αρχίζει μετά από εξακόσια και πλέον μέτρα.
Στις τρεις πλευρές του, τη νότια, ανατολική και βόρεια, που συνορεύουν με ακαλλιέργητες εκτάσεις, υπάρχουν στο ισόγειο, σε μικρή απόσταση από το έδαφος, και στον πρώτο όροφο, παράθυρα αλουμινίου, χωρίς προστατευτικά σταθερά κάγκελα, με απλούς μονούς υαλοπίνακες και απλές κλειδαριές. Η πρόσοψή του βρίσκεται στη νότια πλευρά του και απέχει 100 μέτρα από τον κόμβο της Ν.
Περάμου, με ασφαλτοστρωμένο αύλειο μπροστά της, η οποία δεν είναι ορατή από το δρόμο, λόγω της υφιστάμενης υψομετρικής διαφοράς. Στη πλευρά του αυτή (τη νότια) το κτίριο έχει μία διπλή τζαμόπορτα, με εξωτερικά σταθερά κάγκελα, που αποτελεί την είσοδο προς το πρατήριο λιανικής πώλησης και στην ίδια πλευρά, για την είσοδο-έξοδο της αποθήκης, υπάρχει μία μεταλλική συρόμενη πόρτα εκφορτώσεων εμπορευμάτων, μέρος της οποίας αποτελεί μία ανθρωποθύρα, η οποία και μόνο κλειδώνει, με απλή κλειδαριά.
Ενώ το κτίριο της επιχείρησής της βρισκόταν στην άνω κατάσταση, χωρίς οποιοδήποτε μέτρο ασφαλείας, η ενάγουσα στις αρχές του έτους 2011 διατηρούσε σε αυτό εμπορεύματα (πρώτες ύλες, έτοιμα προϊόντα, υλικά συσκευασίας) μεγάλης αξίας, συνολικού ποσού 4.700.000 δραχμών. Τα εμπορεύματά της αυτά ασφάλισε στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με το υπ' αριθμ.
…-…/2011, ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιουσίας, που καταρτίστηκε μεταξύ τους, έναντι συμφωνημένου ασφαλίστρου, για το έτος αυτό και συγκεκριμένα από τις 12-1-2011 έως 12-1-2012, μεταξύ άλλων, και από τον κίνδυνο κλοπής από διάρρηξη, μέχρι το ήμισυ της άνω συνολικής αξίας τους, δηλαδή μέχρι το ποσό των 2.350.000 ευρώ. Στο ασφαλιστήριο αυτό, το οποίο επικαλούνται και προσκομίζουν αμφότεροι οι διάδικοι, προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του και οι γενικοί του όροι, όπως αναφέρεται στο πρώτο φύλλο του, όπου αναγράφονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης.
Με τον υπ' αριθμ. 19 περ. β' γενικό όρο, είχε οριστεί ότι η λήπτρια της ασφάλισης (η ενάγουσα) υποχρεούται να λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την αποτροπή της επέλευσης οποιουδήποτε ασφαλισμένου κινδύνου, δηλαδή και αυτού της κλοπής των ασφαλισμένων εμπορευμάτων της με διάρρηξη του ανωτέρω κτιρίου, σαν να ήταν ανασφάλιστη.
Παρά την άνω γενική υποχρέωσή της η ενάγουσα δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για την ασφάλεια του κτιρίου και ενώ αυτό βρισκόταν στην ίδια, ως άνω, κατάσταση, κατά τη διάρκεια της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, στις …/…-3-2011, τις νυχτερινές ώρες, επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος. Συγκεκριμένα άγνωστοι δράστες παραβίασαν δύο παράθυρα του ισογείου του, που βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από το έδαφος, και αφαίρεσαν από την αποθήκη του διάφορα γυναικεία ενδύματα, τα οποία η ενάγουσα, μετά τη γενόμενη, επτά μήνες αργότερα, απογραφή, προσδιόρισε σε 17.384 τεμάχια, βάρους 6 περίπου τόνων, συνολικής αξίας 465.444,82 ευρώ.
Ειδικότερα, οι δράστες προσέγγισαν την πίσω πλευρά του κτιρίου μέσω δύσβατης βλάστησης- όπως εκτιμήθηκε- πεζοί και χωρίς να βρουν οποιοδήποτε εμπόδιο, παραβίασαν, με χρήση απλού αιχμηρού εργαλείου, παράθυρα του ισογείου, ένα της βόρειας και ένα της ανατολικής πλευράς του κτιρίου. Και τα δύο παράθυρα, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχαν προστατευτικά κάγκελα, αλλά μονούς υαλοπίνακες και απλές κλειδαριές, αποτελούμενες από κινητά μάνταλα που γαντζώνουν σε υποδοχές επί των αλουμινένιων κασών.
Αυτές παραβίασαν οι δράστες, χωρίς να χρειαστεί καν να θραύσουν τους υαλοπίνακες, που θα προκαλούσαν κάποιο θόρυβο, και εύκολα εισήλθαν στο πρατήριο. Αφού διέσχισαν το πρατήριο έφθασαν στην αποθήκη, μέχρι την εμπρόσθια, νότια, πλευρά της, όπου υπήρχε η συρόμενη μεταλλική πόρτα εκφορτώσεων εμπορευμάτων με την ανθρωποθύρα.
Η τελευταία ήταν κλειδωμένη από την εσωτερική πλευρά της, το κλειδί της όμως βρισκόταν επάνω στην κλειδαριά της και το εντόπισαν οι δράστες. Μετά ταύτα, αυτοί, δρώντας ανενόχλητοι, αφού δεν υπήρχε ο,τιδήποτε που να τους εμποδίζει ή να καθιστά δυσχερές το έργο τους, αφαίρεσαν από το χώρο της αποθήκης τα γυναικεία ενδύματα που βρίσκονταν κρεμασμένα σε μπάρες κοντά στην πόρτα της και αφού ξεκλείδωσαν την ανθρωποθύρα με το κλειδί της, τα έβγαλαν από το κτίριο στον προαύλιο χώρο.
Εκεί είχαν φροντίσει να καταφθάσουν ένα ή δύο φορτηγά, που είχαν ελεύθερη πρόσβαση από τον παράδρομο, όπου φόρτωσαν τα κλαπέντα ενδύματα χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από κανέναν, καθόσον ούτε το σημείο αυτό ήταν ορατό από το δρόμο, αλλά ούτε υπήρχε φωτισμός και ακολούθως απομακρύνθηκαν παίρνοντας μαζί τους και το κλειδί της ανθρωποθύρας.
Οι ανωτέρω συνθήκες της ένδικης κλοπής εμπορευμάτων της ενάγουσας από το μίσθιο κτίριο και η κατάσταση αυτού, αναφέρονται στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα, από 16-1-2012 έκθεση του Γ. Α., τον οποίο η ίδια όρισε ως εμπειρογνώμονα, επιπρόσθετα δε το κτίριο, εκτός του ότι περιγράφεται στην ένδικη αγωγή της, απεικονίζεται και στις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες του.
Υπό τα περιστατικά αυτά η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου οφείλεται σε βαριά αμέλεια του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας. Ειδικότερα η ενάγουσα δια του νομίμου εκπροσώπου της, γνώριζε τη σημαντική αξία των εμπορευμάτων που διατηρούσε στο μίσθιο βιομηχανικό κτίριο, ως και ότι αυτό δεν διέθετε οποιοδήποτε μέτρο ασφαλείας κατά του κινδύνου της κλοπής.
Η τοποθέτηση εμπορευμάτων τόσο μεγάλης αξίας σε ένα τέτοιο κτίριο θα καθιστούσε επιβεβλημένη στο μέσο συνετό συναλλασσόμενο επαγγελματία τη λήψη μέτρων προστασίας του κατ' αυτού του κινδύνου, όπως εξάλλου και η ίδια η ενάγουσα είχε υποσχεθεί στην εναγομένη με τον άνω γενικό όρο της σύμβασής του και τα εύλογα και ενδεδειγμένα για τον άνω επαγγελματία ήταν τα εξής:
η τοποθέτηση φύλακα στον εξωτερικό χώρο μετά τη παύση της λειτουργίας της επιχείρησης, η τοποθέτηση περίφραξης, ισχυρού φωτισμού και συστήματος ηλεκτρονικής παρακολούθησης (με κάμερες) περιμετρικά του κτιρίου, η ασφάλιση όλων των παραθύρων του, και των χαμηλών του ισογείου και του ορόφου, ιδίως της πίσω και των πλάγιων πλευρών του που δεν είναι ορατές, με προστατευτικά σταθερά κάγκελα, κλειδαριές ασφαλείας και επαφές συναγερμού με σύστημα άμεσης ειδοποίησης εταιρίας ασφαλείας ή των διωκτικών αρχών σε περίπτωση παραβίασης, η τοποθέτηση ραντάρ τέτοιου συναγερμού και στο εσωτερικού του κτιρίου και τέλος η ασφάλιση με κλειδαριές ασφαλείας και φύλαξη των κλειδιών τους όλων των θυρών του κτιρίου και της ανθρωποθύρας της μεταλλικής πόρτας εκφορτώσεων των εμπορευμάτων, μέσω της οποίας αφαιρέθηκε και φορτώθηκε σε φορτηγά η επίδικη ποσότητα τούτων.
Η ενάγουσα όμως, δια του εκπροσώπου της, από έλλειψη της απαιτούμενης από τις συναλλαγές επιμέλειας και από μεγάλη απερισκεψία και αδιαφορία για την προστασία τόσο σημαντικής περιουσίας της, όχι μόνο δεν έλαβε τα ανωτέρω μέτρα για την ασφάλεια του κτιρίου όπου τη φύλασσε, αλλά άφησε και τα κλειδιά επάνω στην κλειδαριά της ανθρωποθύρας, διευκολύνοντας τους δράστες να αποκτήσουν άμεση πρόσβαση στον αύλειο χώρο και μέσω αυτής να αφαιρέσουν (να φορτώσουν σε φορτηγά), μεγάλη ποσότητα εμπορευμάτων.
Επομένως, η ενάγουσα, δια του νομίμου εκπροσώπου της, επέδειξε αμελή συμπεριφορά αποκλίνουσα σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό από αυτή του μέσου ανθρώπου υπό ανάλογες συνθήκες, δηλαδή επέδειξε βαριά αμέλεια και σε αυτή οφείλεται η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, με τον προαναφερόμενο τρόπο και αποτέλεσμα, όπως αποδείχθηκε σαφώς από την προσήκουσα εκτίμηση και αξιολόγηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων.
Κατόπιν τούτων η εκ του άρθρου 7 παρ. 5 του ν.2496/1997 ένσταση της εναγομένης είναι ουσιαστικά βάσιμη και συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας από την καταβολή του επιδίκου ασφαλίσματος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε επίσης ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση αυτή και κατά παραδοχή της απέρριψε την ένδικη αγωγή κατ'ουσίαν, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες αντικαθίστανται με τις παρούσες (αρθ.534 ΚΠολΔ), και συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της είναι αβάσιμα και απορριπτέα." Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε δι' εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τις διατάξεις των παραγράφων 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 7 νόμου 2496/1997, ούτε υπέπεσε σε οποιοδήποτε υπαγωγικό σφάλμα, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, αφού έγινε δεκτό ότι η επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως οφείλεται σε βαριά αμέλεια που επέδειξε ο εκπρόσωπος της ασφαλισμένης και λήπτριας της ασφάλισης εταιρίας, γεγονός που έχει ως συνέπεια την απαλλαγή της εναγομένης από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος κατά παραδοχή της σχετικής ένστασής της.
Ειδικότερα, υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, εφαρμοστέα στην κρινόμενη περίπτωση, ήταν η παράγραφος 5 του ανωτέρω άρθρου, που οδηγεί, κατ'εξαίρεση σε σχέση με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 3 και 4 αυτού, ακριβώς λόγω της συνδρομής βαριάς αμέλειας στο πρόσωπο του εκπροσώπου της λήπτριας της ασφάλισης και ασφαλισμένης και της επέλευσης της ασφαλιστικής περιπτώσεως εξαιτίας της, σε απαλλαγή του ασφαλιστή από την προαναφερόμενη υποχρέωσή του, και όχι οι παράγραφοι 3 και 4 αυτού, που αναφέρονται στην απλώς υπαίτια μη τήρηση της γενικής υφιστάμενης κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής συμβάσεως και πριν την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως υποχρέωση του λήπτη της ασφάλισης να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα προς αποφυγή της ζημίας.
Οι επί μέρους ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι για την εφαρμογή της παραγράφου 5 απαιτείται πρόκληση του κινδύνου με θετική ενέργεια (πράξη) των προσδιοριζόμενων σ' αυτήν προσώπων δεν ευσταθούν, διότι η αμέλεια, και υπό τη μορφή της προβλεπόμενης στην ως άνω παράγραφο βαριάς αμέλειας, εκδηλώνεται κατά κανόνα δια παραλείψεως και επομένως δεν εκφεύγει του πραγματικού της διατάξεως της παραγράφου 5 του άρθρου 7 ν. 2496/1997 η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου εξαιτίας παραλείψεως.
Ομοίως δεν ευσταθούν και οι ισχυρισμοί της ότι η παράλειψη λήψης αποτρεπτικών της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως μέτρων δεν μπορεί, υπό οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις, να οδηγήσει σε εφαρμογή της παραγράφου 5, αλλά επ' αυτής εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, ακόμη και επί συνδρομής βαριάς αμέλειας που προκάλεσε την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, οι παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου εφαρμοζόμενες ευθέως (όπως υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος) ή αναλογικώς (όπως υποστηρίζεται με τον δεύτερο λόγο των πρόσθετων λόγων) επειδή υπάρχει νομοθετικό κενό, πράγμα που δεν συμβαίνει κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της απόφασης.
Κατόπιν αυτών οι σχετικοί πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του και δεύτερος των προσθέτων λόγων αυτής είναι αβάσιμοι. Αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 330 ΑΚ, δεχόμενο ότι η επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως οφείλεται σε βαριά αμέλεια του εκπροσώπου της, συνιστάμενη στην παράλειψη λήψης αποτρεπτικών μέτρων, καθόσον τέτοιου είδους αμέλεια:
α) καταφάσκεται μόνον όταν συνδυάζεται με παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων του ασφαλισμένου για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων ασφαλείας, που συστήθηκαν από τον ασφαλιστή και συμφωνήθηκαν με την ασφαλιστική σύμβαση, και β) όταν συντρέχουν ειδικές συνθήκες, όπως η επικινδυνότητα της περιοχής λόγω της τέλεσης και προηγούμενων κλοπών σ' αυτήν, προϋποθέσεις που δεν συνέτρεχαν στην κρινόμενη περίπτωση.
Το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 330 ΑΚ σε συνδυασμό και με τη γενική υποχρέωση του λήπτη της ασφάλισης, που προβλέπεται στο άρθρο 7 παρ. 3 του νόμου 2496/1997 και με τον ομοίου περιεχομένου όρο 19 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, παραθέτοντας αναλυτικώς όλα εκείνα τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά (το απόμερο της περιοχής όπου βρισκόταν η επαγγελματική εγκατάσταση της αναιρεσείουσας, την ιδιαιτέρως εύκολη προσβασιμότητα στο κτίριο, όπου στέγαζε την επιχείρησή της, που δεν περιβαλλόταν καν από περίφραξη, τη φύλαξη σ' αυτό εμπορευμάτων μεγάλης αξίας, την ευχέρεια εισόδου σ'αυτό από παράθυρα χωρίς σταθερά κιγκλιδώματα και κλειδαριές ασφαλείας ευρισκόμενα σε μικρή απόσταση από το έδαφος, την παντελή έλλειψη φωτισμού του περιβάλλοντος χώρου κατά τις νυκτερινές ώρες, όταν όλοι οι εργαζόμενοι στο κτίριο απουσίαζαν, την έλλειψη φύλακα και συστήματος συναγερμού και καμερών παρακολούθησης του χώρου, την έλλειψη κλειδαριάς ασφαλείας στις θύρες του κτιρίου, την παράλειψη φύλαξης των κλειδιών σε διαφορετικό σημείο κ.λπ.), που θεμελιώνουν την ιδιαιτέρως μεγάλη και ασυνήθιστα σοβαρή, υπό τις αποδειχθείσες ειδικές συνθήκες, εκτροπή της συμπεριφοράς του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας από τους κανόνες της απαιτούμενης στις συναλλαγές επιμέλειας, που μπορούσε και όφειλε να επιδείξει ένας μέσος συνετός επιχειρηματίας ασφαλισμένος.
Στην απόφαση του Εφετείου προσδιορίζονται επίσης τα μέτρα, που θα έπρεπε να ληφθούν από το εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας, εάν δεν επιδείκνυε αμελή συμπεριφορά αποκλίνουσα σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό από αυτή του μέσου συνετού ανθρώπου και επιχειρηματία υπό ανάλογες συνθήκες, και τα οποία θα καθιστούσαν ανέφικτη την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δηλαδή την τέλεση της κλοπής, όπως αυτή αποδείχθηκε ότι τελέσθηκε.
Σύμφωνα δε με όσα προεκτίθενται, η μη πρόβλεψη στην ασφαλιστική σύμβαση συγκεκριμένων μέτρων, που πρέπει να ληφθούν προς αποτροπή του κινδύνου κλοπής, δεν εμποδίζει την απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος, όταν αποδειχθεί ότι η επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια των προσώπων, που προσδιορίζονται στην παράγραφο 5 του ν. 2496/1997.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 78/2020, 2267/2013).
Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 19 και 1 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι εσφαλμένως έκρινε το Εφετείο πως ο εκπρόσωπός της επέδειξε βαριά αμέλεια κατ'άρθρο 330 ΑΚ και 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997, ενώ δεν δέχθηκε, μεταξύ των πραγματικών περιστατικών της ελάσσονος πρότασης του δικανικού του συλλογισμού, ότι της είχαν ταχθεί από την αναιρεσίβλητη συγκεκριμένα ληπτέα μέτρα προς αποτροπή του ασφαλιζόμενου κινδύνου κλοπής ή, σε κάθε περίπτωση, διότι δεν ανέφερε στην απόφασή του τέτοια ταχθέντα μέτρα, παρότι, βάσει της προταχθείσας μείζονος σκέψης του είχε δεχθεί πως μόνον σε τέτοια περίπτωση μπορεί να συντρέξει η προϋπόθεση της βαριάς αμέλειας.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά το πρώτο του σκέλος, το ερειδόμενο σε αντιφατικές, άλλως ελλιπείς, αιτιολογίες, διότι η εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου κατ'άρθρο άρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αφορά μόνον στην έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τις πραγματικές παραδοχές του (της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού και δη τις οντολογικές παραδοχές του) και δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε τυχόν αντιφάσεις ή ελλείψεις των πραγματικών παραδοχών του σε σχέση με τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.
Περαιτέρω ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος κατά το σκέλος του το ερειδόμενο σε ευθεία παράβαση των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, διότι σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και την υπαγωγή τους στις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997, το Εφετείο ορθώς δέχθηκε ότι συντρέχει βαριά αμέλεια του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας χωρίς να έχουν τεθεί στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, πέραν του γενικού όρου για την υποχρέωσή της να λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο προς αποτροπή των ασφαλιζομένων κινδύνων, ειδικοί όροι για συγκεκριμένα ληπτέα από αυτήν μέτρα κατά του κινδύνου κλοπής, προϋπόθεση που δεν απαιτείται απαραιτήτως να συντρέχει κατά νόμο για την κατάφαση της βαριάς αμέλειας κατά τα προαναφερόμενα.
Οι τυχόν δε εσφαλμένες σκέψεις του δικαστηρίου στη μείζονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού δεν μπορούν να ιδρύσουν ούτε τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Σε κάθε δε περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης παρεισέφρυσε εσφαλμένη σκέψη, διότι και κατ' αυτήν δεν θεωρήθηκε ως απαραίτητη προϋπόθεση της βαριάς αμέλειας η πρόβλεψη συγκεκριμένων ειδικών ληπτέων μέτρων στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αλλά απλώς και πλεοναστικώς αναφέρθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 7 εδ.
α' του νόμου 2496/1997 "εφαρμόζεται και στην περίπτωση που με την ασφαλιστική σύμβαση είχε προβλεφθεί η υποχρέωση του λήπτη της ασφάλισης για λήψη μέτρων προστασίας κατά του ασφαλισμένου κινδύνου". Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009). Ο λόγος δε αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 403/2017, 1150/2011).
Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησής της κατά το δεύτερο σκέλος του επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επειδή δεν απάντησε στον προβληθέντα με λόγο της έφεσής της ισχυρισμό της ότι στην κρινόμενη περίπτωση ήταν εφαρμοστέες οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 7 ν. 2496/1997 και όχι η παράγραφος 5 αυτού.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή πραγματικό ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά νομικό επιχείρημα προς επιστήριξη της θέσεως της αναιρεσείουσας ότι δικαιούται να λάβει το ασφάλισμα, σε κάθε δε περίπτωση ο ισχυρισμός της αυτός απαντήθηκε στην εφετειακή απόφαση, έστω και χωρίς ειδική αναφορά στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 7 ν. 2496/1997, δια της παραδοχής του αντιθέτου, ότι δηλαδή στην κρινόμενη περίπτωση εφαρμοστέα ήταν η παράγραφος 5.
Με το δεύτερο και τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησής της η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο παραβιάσεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 11, επικαλούμενη, κατ' εκτίμηση των σχετικών αιτιάσεών της: α) ότι δεν λήφθηκε υπόψη και δεν εξετάσθηκε ο βασιζόμενος στα άρθρα 300 και 330 ΑΚ, προβληθείς με την έφεσή της, καταλυτικός της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης ισχυρισμός της, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσίβλητη δεν είχε απαιτήσει την τήρηση συγκεκριμένων υποχρεώσεων ως προς τη λήψη μέτρων αποτρεπτικών της επέλευσης του κινδύνου κλοπής, ενώ ασφάλιζε η ίδια επί σειρά ετών και πριν από αυτήν άλλες ασφαλιστικές εταιρίες, των οποίων είναι οιονεί καθολική διάδοχος, την επιχείρησή της, μεταξύ άλλων κινδύνων, και για τον κίνδυνο κλοπής, ενώ εκείνη διέθετε προσωπικό με εξειδικευμένες γνώσεις, που μπορούσε να διαγνώσει την έκταση του κινδύνου και τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς αποτροπή του, και γνώριζε την κατάσταση του βιομηχανικού της κτιρίου, την οποία η ίδια ουδέποτε της απέκρυψε, καθόριζε δε το ασφάλιστρο αναλόγως όλων των περιστάσεων και β)ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, παρά την αρχική ρητή αναφορά της απόφασής του και σε αυτό το αποδεικτικό στοιχείο μεταξύ των υπολοίπων, που έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, την νομοτύπως ληφθείσα ενώπιον του Ειρηνοδίκου Καβάλας …./…-9-2014 ένορκη βεβαίωση του ασφαλιστή Αλεξάνδρου Χατζόπουλου, ο οποίος κατέθεσε ότι είχε καταγράψει αναλυτικώς την κατάσταση του βιομηχανικού κτιρίου στην αναφορά του προς την αρχική ασφαλίστρια εταιρία CGU, της οποίας ήταν συνεργάτης και της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος υπήρξε η ACTIVA, που εξαγοράσθηκε το 2008 από την αναιρεσίβλητη, ότι η αναφορά του συνοδευόταν και από φωτογραφίες του κτιρίου, ότι με βάση αυτά τα δεδομένα εκείνη ασφαλιστική εταιρία δέχθηκε να συνάψει την ασφαλιστική σύμβαση, χωρίς να απαιτήσει επιπλέον μέτρα ασφαλείας, και διαμόρφωσε αναλόγως το ασφάλιστρο και ότι επί όλα αυτά τα έτη η ασφάλιση ανανεωνόταν κανονικά, χωρίς να ζητηθεί οποτεδήποτε η λήψη πρόσθετων μέτρων.
Το Εφετείο επί των ανωτέρω υπό στοιχείο α' ισχυρισμών της αναιρεσείουσας, που είχαν υποβληθεί ενώπιόν του ως λόγοι έφεσης υπό μορφή αντενστάσεων, που εκτιμήθηκε ότι στηρίζονταν στα άρθρα 281 ΑΚ και 300 ΑΚ, προβαλλομένων κατά της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος λόγω επελεύσεως της ασφαλιστικής περίπτωσης από βαριά αμέλεια της λήπτριας της ασφάλισης, διέλαβε τα ακόλουθα: "Από τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ.2 εδ.γ' και 527 αριθμ.3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να θεωρηθεί ως παραδεκτώς προτεινόμενη στο Εφετείο ένσταση, που δεν προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πρέπει να αποδεικνύεται παραχρήμα, ήτοι εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ολόκληρος ο ισχυρισμός που συνιστά την ένσταση, ήτοι καθόλα τα επί μέρους πραγματικά αυτού στοιχεία.
Στην πιο πάνω εξαίρεση υπάγονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος. Σε αντίθετη περίπτωση η ένσταση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα επικαλείται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την έφεσή της, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της ενιστασμένης εναγομένης για απαλλαγή της από την καταβολή του ενδίκου ασφαλίσματος, ισχυριζόμενη ότι η αντένστασή της αυτή αποδεικνύεται εγγράφως από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την εκκαλουμένη απόφαση, δοθέντος ότι με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο η εναγομένη δεν της ζήτησε να λάβει οποιοδήποτε μέτρο ασφαλείας στις εγκαταστάσεις της, μολονότι είχε πλήρη εικόνα αυτών πριν την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης ασφαλίσεως, αλλά διαμορφώνοντας το ύψος των ασφαλίστρων στο ύψος που επιθυμούσε, (και) όταν επήλθε για πρώτη και μοναδική φορά ο ασφαλιστικός κίνδυνος ζήτησε, με την ένδικη ένστασή της την απαλλαγή της λόγω βαριάς αμέλειάς της στην επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου.
Η αντένσταση αυτή της εκκαλούσας είναι απορριπτέα πρωτίστως ως απαράδεκτη, καθόσον από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την εκκαλουμένη απόφαση δεν αποδεικνύεται, όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, η ιστορούμενη, ως καταχρηστική, συμπεριφορά της ενισταμένης ασφαλιστικής εταιρίας. Αντίθετα με τον προαναφερόμενο γενικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου προβλέφθηκε η υποχρέωση της εκκαλούσας να λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την αποτροπή του ασφαλιστικού κινδύνου σαν να ήταν αυτή ανασφάλιστη.
Πέραν τούτου, με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία δεν όφειλε να προσδιορίσει συγκεκριμένα τα μέτρα ασφαλείας που υποχρεούτο να λάβει στο κτίριό της η εκκαλούσα λήπτρια της ασφάλισης. Περαιτέρω απορριπτέα, πρωτίστως, ως απαράδεκτη είναι και η έτερη "ένσταση" που προτείνει η εκκαλούσα το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την ένδικη έφεσή της- αυτή της μείωσης της αιτούμενης αποζημίωσής της κατά το ποσοστό του 10%, της υπαιτιότητάς της ως προς την πρόκληση και της έκταση της ζημίας της- διότι και ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας δεν αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή εγγράφως ή με ομολογία της εναγομένης, όπως απαιτείται για το παραδεκτό της προβολής του το πρώτον ενώπιον το παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 2 εδ.
γ' και 527 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε." Σύμφωνα με αυτά το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ως άνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, οι οποίοι προβλήθηκαν επικουρικώς, για την περίπτωση που οι αρνητικοί της της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος λόγοι της έφεσής της δεν γίνονταν δεκτοί.
Με τους ισχυρισμούς της αυτούς, που έχουν αυτοτέλεια, η αναιρεσείουσα- εκκαλούσα επιδίωκε να θεμελιώσει αντενστάσεις καταλυτικές εν όλω ή εν μέρει της ως άνω ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, καθόσον αυτοί κατέτειναν, έστω και υπό τη συνδρομή βαριάς αμέλειας του εκπροσώπου της, στην απόρριψη της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης- εφεσίβλητης από λόγους, που ανάγονταν στην προηγηθείσα συμπεριφορά της και σε συνυπαιτιότητά της για την επελθούσα ζημία και συγκεκριμένα στην αδράνεια αυτής και των συνεργατών της επί σειρά ετών να επισημάνει τους κινδύνους κλοπής και τα ληπτέα μέτρα προς αποφυγή της, παρότι εισέπραττε ασφάλιστρο που προφανώς είχε διαμορφωθεί με βάση την πιθανότητα επέλευσης αυτών των κινδύνων υπό την υπάρχουσα κατάσταση των εγκαταστάσεών της.
Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί, τους οποίους αποπειράται να επαναφέρει ενώπιον του Αρείου Πάγου η αναιρεσείουσα, χαρακτηρίζοντάς τους πλέον ως ισχυρισμούς στηριζόμενους στα άρθρα 300 και 330 ΑΚ γενικώς και αποφεύγοντας να αναφερθεί ειδικότερα σε ενστάσεις κατάχρησης δικαιώματος και συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης, λήφθηκαν υπόψη από Εφετείο και απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι, διότι προβλήθηκαν το πρώτον με την έφεση και δεν είχαν προταθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν αποδεικνύονταν δε εγγράφως (ήτοι με το αποδεικτικό μέσο των εγγράφων, δημόσιων ή ιδιωτικών) ή με δικαστική ομολογία, καθόσον δεν αποδεικνύονταν στο σύνολό τους και αθροιστικά από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ώστε να καταστεί παραδεκτή η προβολή τους και η κατ' ουσίαν έρευνά τους σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 αρ. 3 και 269 παρ. 2 περ.
γ' ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίηση και κατάργησή τους αντιστοίχως με τον ν. 4335/2015, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από τον ανωτέρω νόμο. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι κατά το δεύτερο σκέλος του (ανωτ. υπό στ.
α') αβάσιμος. Αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το τρίτο σκέλος του (ανωτ. υπό στ. β'), εφόσον το Εφετείο μνημόνευσε την αναφερόμενη σ' αυτόν ένορκη βεβαίωση, την οποία όμως έλαβε υπόψη του κατά τον σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσης του ως προς τα εναπομένοντα ερευνητέα ζητήματα της υποθέσεως και όχι για την κρίση του επί των παραπάνω αντενστάσεων, που απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες και δεν κρίθηκαν κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή το απαράδεκτο πρέπει να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΑΠ 1324/2019) και συγκεκριμένα ο ανωτέρω λόγος στοιχειοθετείται μόνον όταν πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 1331/1985, ΑΠ 933/2019, 623/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε τους προβληθέντες με λόγους έφεσης ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας- εκκαλούσας ότι ο όρος 19 του ασφαλιστικού συμβολαίου, που προέβλεπε υποχρέωσή της να λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο προς αποφυγή επέλευσης των ασφαλιζομένων κινδύνων, αποτελούσε καταχρηστικό γενικό όρο συναλλαγών και ήταν άκυρος, με τις εξής αιτιολογίες: "...
η άνω ένσταση της εναγομένης (εννοείται: περί απαλλαγής της) θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997 και όχι και σε αυτή του άρθρου 361 ΑΚ, όπως κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση- αντικαθισταμένης κατά τούτο της αιτιολογίας της για το νόμω βάσιμο της εν λόγω ενστάσεως (αρθ. 534 ΚΠολΔ)- καθόσον με τον 19 γενικό όρο της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, όπως αυτός παρατίθεται, δεν συμφωνήθηκε ως συνέπεια της παράβασής του η αιτούμενη απαλλαγή της εναγομένης από την καταβολή του ασφαλίσματος.
Η συνέπεια αυτή προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του ν. 2496/1997 για την περίπτωση βαριάς αμέλειας του ασφαλισμένου στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, τις προϋποθέσεις δε αυτές για την εφαρμογή της άνω διατάξεως, την οποία επικαλέστηκε η εναγομένη, σαφώς εξέθεσε στις έγγραφες προτάσεις της, διαλαμβάνοντας όλα τα απαιτούμενα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 262 ΚΠολΔ και 7 παρ.5 του ν. 2496/1997, στοιχεία που την θεμελιώνουν.
Συνεπώς η άνω ένσταση της εναγομένης με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στην ανωτέρω διάταξη. Σημειώνεται ότι ο ιστορούμενος, υπ' αριθμ.19, γενικός όρος της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, δεν καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 7 του ν.2497/1997 -οι οποίες προβλέπουν αποζημίωση του ασφαλιστή και όχι απαλλαγή του από την καταβολή του ασφαλίσματος- και συνακόλουθα μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση της εναγομένης με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η εκκαλούσα και επικαλείται, σε αντίθεση με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε επίσης ορισμένη και νόμιμη την ένσταση αυτή της εναγομένης, έστω και εν μέρει διαφορετική αιτιολογία- κατά τα προαναφερόμενα- που αντικαθίσταται με τις παρούσες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις και συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της είναι αβάσιμα και απορριπτέα....
Τέλος, οι λόγοι της έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα επικαλείται ότι με τον υπ' αριθμ. 19 γενικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου συνομολογήθηκε δικό της ασφαλιστικό βάρος (κατ' άρθρον 7 παρ. 4 του ν.2496/1997), με νόμιμη συνέπεια την υποχρέωσή της προς αποζημίωση και όχι την απαλλαγή της εναγομένης από την καταβολή του ένδικου ασφαλίσματος, και ότι ο όρος αυτός είναι άκυρος, ως αντίθετος στη διάταξη του άρθρου 33 του ν.2496/1997 και το άρθρο 2 παρ.1 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.
Και τούτο διότι η εν λόγω ένσταση της εναγομένης, όπως προαναφέρθηκε, θεμελιώνεται μόνο στη διάταξη του άρθρου 7 παρ.5 του ν.2496/1997 και όχι και σε συμβατικό όρο της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης κατ'άρθρον 361 ΑΚ και δη τον προαναφερόμενο υπ' αριθμ. 19 γενικό όρο της. Επομένως, οι επικαλούμενες αιτιάσεις της εκκαλούσας κατά του κύρους του προαναφερθέντος συμβατικού όρου και του χαρακτήρα του ως ασφαλιστικού βάρους δεν ασκούν επιρροή εν προκειμένω.
Η εσφαλμένη δε θεμελίωση της ένστασης αυτής και στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, με την εκκαλουμένη απόφαση, συνιστά λόγο αντικατάστασης της αιτιολογίας της τελευταίας κατά τούτο -όπως προαναφέρθηκε- και όχι λόγο εξαφάνισής της." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εκτιμώντας ορθώς το περιεχόμενο της ένστασης της εναγομένης και τον όρο 19 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που προέβλεπε απλώς γενική υποχρέωση της αναιρεσείουσας, χωρίς πρόβλεψη των συνεπειών της παραβίασής του εκ μέρους της, δεν απέρριψε τον ισχυρισμό της εκκαλούσας, σύμφωνα με τον οποίο ο ανωτέρω όρος αποτελούσε καταχρηστικό όρο Γ.Ο.Σ., ως δικονομικώς απαράδεκτο (όπως συνέβη με τους ισχυρισμούς της περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και εφαρμογής του άρθρου 330 ΑΚ, οι οποίοι κατά τα προεκτιθέμενα απορρίφθηκαν, διότι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως κατ'εφαρμογή δικονομικών διατάξεων).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το αλυσιτελές του ανωτέρω ισχυρισμού ως αντενστάσεως κατά της ενστάσεως της εναγομένης έγκειτο στην ελλιπή, σε σχέση με το αίτημα της απόρριψης της ενστάσεως της εναγομένης, νομική του εμβέλεια, διότι αυτός, έχοντας το παρατιθέμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση γενικό περιεχόμενο και μη προβλέποντας συνέπειες της παραβίασής του, δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόρριψης της ένστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίσματος, αφού αυτή δεν στηριζόταν στις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ και των παραγράφων 3 και 4 αλλά σε αυτήν της παραγράφου 5 του άρθρου 7 παρ. 5 ν. 2496/1997, δηλαδή στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης λόγω βαριάς αμέλειας του εκπροσώπου της εκκαλούσας, προϋπόθεση προβλεπόμενη απευθείας από τον νόμο (εφόσον δεν υπήρξε αντίθετη συμβατική ρύθμιση) και όχι στον παραπάνω όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, ώστε η τυχόν καταχρηστικότητά του να καθιστά απορριπτέα την ένστασή της.
Σε κάθε περίπτωση δε δεν θα μπορούσε να νοηθεί ως καταχρηστικός ο όρος συμβάσεως, που προβλέπει υποχρεώσεις συμβαλλόμενου μέρους, οι οποίες τάσσονται και απευθείας από τον νόμο και οι οποίες θα υφίσταντο και χωρίς την ύπαρξή του. Επομένως οι σχετικοί τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος κατά τα πρώτα τους σκέλη, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο παράβαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω της απόρριψης του ως άνω ισχυρισμού της ως αλυσιτελούς είναι απαράδεκτοι.
Διαφορετικό ζήτημα αποτελεί η συνεκτίμηση του ανωτέρω όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, προκειμένου να καταφαθεί η βαριά αμέλεια του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, βάσει των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν. Και αυτό διότι ο προαναφερόμενος όρος προέβλεπε υποχρέωση της αναιρεσείουσας να λάβει κάθε εύλογο μέτρο, προκειμένου να μην επέλθουν οι ασφαλιζόμενοι κίνδυνοι, και λειτουργούσε μόνον ως επισήμανση των σχετικών υποχρεώσεών της, αφού δεν προέβλεπε συνέπειες της παράβασής του και εντασσόταν απλώς στο υφιστάμενο κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της απόφασης νομοθετικό πλαίσιο, χωρίς από μόνος του να μπορεί να θεμελιώσει υποχρέωση της αναιρεσείουσας προς απλή αποζημίωση της αναιρεσίβλητης, εάν η αμέλεια που οδήγησε στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ήταν βαριά, ή και αντιθέτως απαλλαγή της από την καταβολή του ασφαλίσματος, εάν αυτή ήταν ελαφρά, εφόσον δεν προβλεπόταν με αυτόν τον όρο ο,τιδήποτε διαφορετικό από όσα προβλέπονται στις παρ. 3, 4 και 5 του ν. 2496/1997.
Επομένως αβάσιμοι είναι και οι σχετικοί λόγοι του δεύτερου σκέλους του τρίτου λόγου της αίτησης και του πρώτου πρόσθετου λόγου της, οι οποίοι εκτιμάται ότι στηρίζονται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμος είναι και ο τρίτος πρόσθετος λόγος κατά το τρίτο του σκέλος με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη αιτιάσεις περί αντιφατικότητας των αιτιολογιών της (άρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), επειδή αυτή αφενός μεν απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικότητας του όρου 19 του ασφαλιστικού συμβολαίου ως αλυσιτελή, προβαλλόμενο ως αντένσταση καταλυτική της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, αφετέρου δε τον συνεκτίμησε ως ένα απλώς επιπλέον στοιχείο για τον σχηματισμό της κρίσης της ως προς τη επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης εξαιτίας βαριάς αμέλειας του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας.
Μετά απ' αυτά, πρέπει να απορριφθεί η από 1-5-2018 αίτηση αναίρεσης και οι από 15-7-2019 πρόσθετοι λόγοι της για αναίρεση της 1264/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει από 1-5-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 15-7-2019 πρόσθετους λόγους της κατά της 1264/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ