Legislator Case Law & Legislation
190/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax debt collection, ruling cash receipts are valid titles without specific notice requirements.

Case Number 190/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final tax court decision regarding the collection of public revenues. The State argued that cash receipts lacked a specific legal title, while the lower courts held that these receipts were valid based on their direct connection to the tax assessment. The court ruled that the absence of a separate written notice does not invalidate the cash receipts, which serve as a sufficient legal basis for collection.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 para. 2 of Law 356/1974 (KEDE); Art. 61 of Decree 16/1989: Cash receipts for tax payments constitute a valid legal title for collection even without a separate written notice, provided they are directly linked to the tax assessment.

Keywords

AI generated
tax debt collection legal title validity cash receipts tax assessment notice administrative enforcement public revenues tax appeal procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 para. 2 of Law 356/1974 (KEDE)
Art. 61 of Decree 16/1989
Art. 73 para. 1 of Law 356/1974 (KEDE)
Art. 75 of Law 356/1974 (KEDE)
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957
Art. 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 190 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 190/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) ως εκπροσώπου του Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ... και ήδη Δ.Ο.Υ. ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. χήρας Ε. Θ., το γένος Γ. Σ., 2) Δ. Θ. του Ε., 3) Γ. Θ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Λαλούση και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/10/2009 ανακοπή του αποβιώσαντος Ε. Θ. του Δ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2067/2017 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την κρινόμενη από 31-10-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 2067/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 112/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που είχε κάνει δεκτή την από 3-10-2009 ανακοπή κατά τον ΚΕΔΕ του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε την ως άνω έφεση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει αν...θή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και δια τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:

α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη δια καταβολής ή δια συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.

δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ο νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".

Εξάλλου, το άρθρο 4 παρ. 1 του ΚΕΔΕ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πριν αντικατασταθεί με την παρ. 5 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014, ορίζει: "Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις".

Επιπλέον, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, κατά δε το άρθρο 61 του ιδίου π.δ/τος η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ' ου (Δημόσιο) θέση ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τίτλο), με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτέλεσης. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.

Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσης με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε.

η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, μετά από άσκηση ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 του ΚΕΔΕ σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης, ιδίως ενόψει της ύπαρξης περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.

Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαίωσης και της ατομικής ειδοποίησης συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτέλεσης, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαίτησής του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (Ολ ΑΠ 5/2019, ΑΠ 340/2017, ΑΠ 1177/2017).

Επιπλέον, με τις διατάξεις των άρθρων 51-55 και 61 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός Λειτουργίας Δ.Ο.Υ. κλπ" ρυθμίζονται θέματα νομίμων τίτλων είσπραξης του Δημοσίου, ενώ με τις διατάξεις των άρθρων 32, 33 και 35 του β.δ. 757/1969 περί διαρθρώσεων των Δημοσίων Ταμείων κλπ ρυθμίζονται ζητήματα βεβαίωσης των εσόδων στα Δημόσια Ταμεία.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμ. 292/20-6-2003 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ... ΑΕ και του οφειλέτη Θ. Ε., ρυθμίστηκαν ληξιπρόθεσμες οφειλές του τελευταίου προς την παραπάνω τράπεζα από πλήθος δανειακών συμβάσεων που είχε συνάψει με αυτήν.

Συγκεκριμένα με την παραπάνω πρόσθετη πράξη, κατόπιν μελέτης βιωσιμότητας της κτηνοτροφικής μονάδας, που διατηρούσε ο ανωτέρω, και εκτιμήσεως των ενυπόθηκων περιουσιακών του στοιχείων και σύμφωνα με την υπ' αριθ. .../Β/269/2001 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας "περί ρυθμίσεως οφειλών κτηνοτροφικών πτηνοτροφικών επιχειρήσεων" διαγράφηκε μέρος των ληξιπροθέσμων οφειλών του και συμφωνήθηκε ότι με την παραπάνω διαγραφή και την τακτοποίηση των εκκρεμών εισπράξεων οι μέχρι 31-12-2000 συνολικές οφειλές του ανωτέρω ανέρχονταν στο ποσό των 35.000 ευρώ, το οποίο ρητώς συμφωνήθηκε, ότι με βάση την εν λόγω πρόσθετη πράξη που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των αναφερομένων σ' αυτήν δανειστικών συμβάσεων, αποτελεί πλέον ένα νέο δάνειο, που διέπεται από τους ειδικότερα αναφερόμενους στην πράξη αυτή όρους, περί περιόδου αποπληρωμής, επιτοκίων, πλέον εισφοράς του ν. 128/1975, επιτοκίου υπερημερίας, χρεωλύσιου και τους όρους των δανειακών συμβάσεων που υποβλήθηκαν στην ρύθμιση.

Για τη νέα δε αυτή ρύθμιση παρασχέθηκε, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Επίσης με την υπ' αριθμ. 293/20-6-2003 σύμβαση ρυθμίσεως οφειλών, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ... ΑΕ και του Θ. Ε. ρυθμίστηκαν ληξιπρόθεσμες οφειλές που είχε ο ανωτέρω, σύμφωνα με υπ' αριθ. 6287/61 βεβαιωτική κατάσταση της Δ.Ο.Υ. ..., προς το Ελληνικό Δημόσιο, ύψους 22.006,67 ευρώ "από εγγυημένα και μόνο δάνεια της ...

που είχαν βεβαιωθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.....έπειτα από κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τα εν λόγω δάνεια την 31-12-2000", την είσπραξη δε των οφειλών αυτών και την επιστροφή των εισπραττόμενων ποσών στο Ελληνικό Δημόσιο ανέλαβε η ..., ως εντολοδόχος αυτού (Δημοσίου) για λογαριασμό του, σύμφωνα με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. .../Β/269/2001 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας.

Την 25-8-2009 η προϊσταμένη της Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών, του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με το υπ' αριθμ. πρωτ. 2/59586/0025/25-8-2009 έγγραφό της, με θέμα "βεβαίωση οφειλών των δανειοληπτών του συνημμένου χρηματικού καταλόγου" προς την Δ.Ο.Υ. ..., απέστειλε στην τελευταία "συνημμένα δικαιολογητικά, που αφορούν την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου" εις βάρος των κατονομαζομένων στο έγγραφο αυτό δανειοληπτών, μεταξύ των οποίων και ο Θ.

Ε., προκειμένου, όπως αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο, να βεβαιωθεί εις βάρος των δανειοληπτών του συνημμένου καταλόγου το ποσό των 43.187,34 ευρώ. Την 27-8-2009 η προϊσταμένη της Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών, του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με το υπ' αριθμ. πρωτ.2/59517/0025/27-8-2009 έγγραφό της, με θέμα "βεβαίωση οφειλών των δανειοληπτών του χρηματικού καταλόγου" προς την Δ.Ο.Υ. ..., απέστειλε στην τελευταία "συνημμένα δικαιολογητικά, που αφορούν την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου" εις βάρος των κατονομαζομένων στο έγγραφο αυτό δανειοληπτών, μεταξύ των οποίων και ο Θ.

Ε., προκειμένου, όπως αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο, να βεβαιωθεί εις βάρος των δανειοληπτών του συνημμένου καταλόγου το ποσό των 22.628,73 ευρώ. Τα δικαιολογητικά που απεστάλησαν στην Δ.Ο.Υ. ..., σχετικά με την κατάπτωση της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου είναι ένας "χρηματικός κατάλογος οφειλών με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου", στον οποίο αναφέρονται τα ονόματα των οφειλετών, οι διευθύνσεις τους και ο Α.Φ.Μ.

και παραπλεύρως αυτών ένα συνολικό χρηματικό ποσό, μεταξύ δε των αναγραφομένων οφειλετών είναι και ο Θ. Ε., ο οποίος αναγράφεται δύο φορές στους ως άνω χρηματικούς καταλόγους ως οφειλέτης και παραπλεύρως των στοιχείων του αναγράφονται μόνο τα συνολικά ποσά των 3491,38 και 2951,86 ευρώ (στον πρώτο κατάλογο) και των 2.852,18 και 4.941,48 ευρώ (στο δεύτερο κατάλογο).

Ακολούθως ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ... με τις προσβαλλόμενες υπ' αριθμ. 1977 (1 και 2) και 1978 (1 και 2) ταμειακές βεβαιώσεις βεβαίωσε εις βάρος του ανωτέρω οφειλέτη τα παραπάνω ποσά, συνολικού ύψους 14.236,90 ευρώ και ειδικότερα α) το ποσό των 10.687,23 ευρώ κάτω από τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση, το οποίο αναλύεται ως ακολούθως:

κεφάλαιο 3655,44 ευρώ, τόκοι συμβατικοί 6120,90 ευρώ, τόκοι υπερημερίας 782,84 ευρώ, προμήθεια δημοσίου 128,05 ευρώ και β) το ποσό των 6824,97 ευρώ το οποίο αναλύεται ως ακολούθως : κεφάλαιο 2183,62 ευρώ, τόκοι συμβατικοί 3656, 39 ευρώ, τόκοι μετά την λήξη της απαιτήσεως 755,34 ευρώ, ποινή υπέρ ... 114,79 ευρώ, ποινή υπέρ δημοσίου 113,81 ευρώ. 'Αλλα έγγραφα δημόσια ή ιδιωτικά, δεν αποδείχθηκε ότι συνοδεύουν τις προσβαλλόμενες πράξεις, στις οποίες δεν γίνεται καμία αναφορά σε άλλα έγγραφα εκτός των προαναφερθέντων χρηματικών καταλόγων.

Ακολούθως εκδόθηκε από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ... εις βάρος του Θ. Ε. η υπ' αριθμ. 581/109-2009 ατομική ειδοποίηση ληξιπροθέσμων χρεών για κεφάλαιο συνολικού ποσού 14.236,90 ευρώ με προσαύξηση 1% για κάθε μήνα καθυστέρησης, η εν λόγω δε, ειδοποίηση επιδόθηκε στον ανωτέρω οφειλέτη την 23-9-2009, οπότε αυτός έλαβε γνώση της προαναφερομένης οφειλής του, την οποία κλήθηκε, με την ίδια ειδοποίηση, να τακτοποιήσει την 30-10-2009.

Τα επιμέρους οφειλόμενα, σύμφωνα με την ατομική ειδοποίηση, ποσά, συνολικού ύψους 14.236, 90 ευρώ είναι 2.852, 18 ευρώ, 4.941,48 ευρώ, 3.491,38 ευρώ και 2.951,86 ευρώ. Από το παραπάνω περιεχόμενο των προσβαλλόμενων βεβαιώσεων με τις συνοδεύουσες αυτές τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις, που αφορούν όλους τους αναφερομένους στους χρηματικούς καταλόγους δανειολήπτες στους οποίους αναγράφονται μόνο τα συνολικά ποσά των 10.687,23 και 6.824,97 ευρώ, δεν προκύπτει η ακριβής αιτία της οφειλής των ποσών αυτών και ειδικότερα δεν προκύπτει από τα έγγραφα αυτά από ποιες συγκεκριμένα συμβάσεις προκύπτουν τα παραπάνω ποσά, δηλαδή αν προέρχονται από την υπ' αριθμ. 292/2003 πρόσθετη πράξη ρυθμίσεως οφειλών ή την υπ' αριθμ. 293/2003 σύμβαση ρυθμίσεως οφειλών μεταξύ του Θ.

Ε. και της ... ΑΕ ή και από τις δύο αυτές συμβάσεις. Τα παραπάνω προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες από το εκκαλούν καταστάσεις υποβολής εγγυημένων δανείων που απέστειλε η ... προς το Υπουργείο Οικονομικών, πλην όμως στις εν λόγω καταστάσεις τα οφειλόμενα ποσά (10.687,23 ευρώ και 6824,97 ευρώ) δεν ταυτίζονται με τα επιμέρους ποσά, συνολικού ύψους 14.236,90 ευρώ, που αναφέρονται στην προαναφερθείσα ατομική ειδοποίηση, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της υπάρξεως και του ύψους της οφειλής από τον ανωτέρω (Θ.

Ε.). Ενόψει του περιεχομένου των προσβαλλόμενων ταμειακών βεβαιώσεων και των αντίθετων ισχυρισμών των διαδίκων, οι προαναφερθείσες ταμειακές βεβαιώσεις και οι συνοδεύοντες αυτές α) χρηματικοί κατάλογοι στους οποίους αναγράφεται ως είδος χρέους "δάνεια με εγγύηση του ελληνικού δημοσίου" και β) "τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού δημοσίου-ονομασία εσόδου εκτός προϋπολογισμού-Νο 555 (ΚΑΧΚΕΕΔ)", τυγχάνουν ...λείς, αόριστες και ανεπίδεκτες δικαστικής εκτιμήσεως, με συνέπεια να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της υπάρξεως και του ύψους των οφειλών από τον ανωτέρω οφειλέτη, αφού σ' αυτές δεν γίνεται αναφορά για την αιτία των οφειλών του, δεν εξειδικεύεται από ποια ειδικότερα συναφθείσα σύμβαση δανείου προκύπτει το εκάστοτε βεβαιούμενο χρέος, δεν αναφέρεται αναλυτικά η κίνηση των δανείων ή των συμβάσεων ρυθμίσεως αυτών, δεν προκύπτει το χρονικό σημείο ενάρξεως της τοκοδοσίας εκάστης δόσεως, το εκάστοτε επιτόκιο, το χρονικό διάστημα στο οποίο αντιστοιχούν οι υπολογισθέντες τόκοι και εάν τυχόν εμπεριέχουν ανατοκισμό τόκων, προσαυξήσεις ή τυχόν άλλα έξοδα.

Η ανωτέρω αοριστία, αναφορικά με την αιτία και τον ακριβή καθορισμό του χρέους, δεν θεραπεύεται είτε από την αναγραφή του ΚΑΕ ΚΑΧΚΕΕΔ, είτε με τους προαναφερόμενους τίτλους στις ως άνω χρηματικές καταστάσεις, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι υπήρχαν συνημμένα έγγραφα σχετικά με τον υπολογισμό των οφειλών του ανωτέρω και ότι αυτά συνόδευαν τις προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις, όπως είναι οι προαναφερθείσες καταστάσεις υποβολής-από την ...- εγγυημένων δανείων προς τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που επικαλείται και προσκομίζει ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου το εκκαλούν, ούτε προκύπτει, ούτε το εκκαλούν επικαλείται κάτι τέτοιο, ότι κοινοποιήθηκαν στον Θ.

Ε. τα έγγραφα που συγκροτούν τους ένδικους νόμιμους τίτλους ή ότι γνωστοποιήθηκαν σ' αυτόν με άλλο νόμιμο τρόπο, προ της ασκήσεως της ανακοπής του, τα επιμέρους στοιχεία του όλου χρέους του, που αναφέρεται στην προαναφερόμενη ατομική ειδοποίηση, η οποία είναι το μόνο έγγραφο, που προκύπτει ότι επιδόθηκε στον ανωτέρω οφειλέτη και στο οποίο αναφέρεται μόνο "ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕΔ", τα επιμέρους ποσά 2852,18, 4941,48 , 3491,38 και 2951,86 ευρώ, χωρίς καμία άλλη ανάλυση και προσδιορισμό των οφειλών και των αιτιών τους.

Ενόψει δεν του ότι από τις προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις, τους χρηματικούς καταλόγους που τους συνοδεύουν και από τα έγγραφα που προσκομίζει μετ' επικλήσεως το εκκαλούν δεν προκύπτει η ακριβής αιτία των αναφερομένων σ' αυτές οφειλών του Θ. Ε., ώστε να λάβει αυτός πλήρη γνώση των οφειλών που βεβαιώθηκαν και να παρασχεθεί σ' αυτόν η ευχέρεια να ελέγξει τη νομιμότητα και την βασιμότητα των αναφερομένων στα έγραφα αυτά κονδυλίων και να προβάλει τους σχετικούς ισχυρισμούς του, το δε δικαστήριο, που επιλήφθηκε της ένδικης ανακοπής του, να μπορεί με ασφάλεια να διαγνώσει την αμφισβητούμενη από τον ανωτέρω οφειλή, οι βεβαιώσεις αυτές δεν έχουν την απαιτούμενη πληρότητα, ώστε να καθίσταται η οφειλή αντιληπτή από τον ίδιο αλλά και από το δικαστήριο, με αποτέλεσμα να προκαλείται βλάβη στον ανωτέρω οφειλέτη, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί με άλλο τρόπο παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας των προσβαλλόμενων ταμειακών βεβαιώσεων.

To πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, που δέχθηκε τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά και έκανε δεκτή την ανακοπή, κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας του σχετικού τετάρτου λόγου της, ορθώς κατ' αποτέλεσμα, αν και με ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με τις αιτιολογίες της παρούσας, ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και.

εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους το εκκαλούν υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και συνακόλουθα και η κρινόμενη έφεση απορριπτέα στο σύνολο της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Ήδη με το μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, 51-55 του π.δ. 16/1989 και 32-35 του β.δ. 757/1969 και προς υποστήριξη τούτου ισχυρίζεται ότι από τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν το πρώτον κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου, αλλά και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, συνάγεται αναμφισβήτητα ότι στην προκειμένη περίπτωση η οφειλή των αντιδίκων του, λόγω κατάπτωσης της υπέρ του δικαιοπραρόχου τους χορηγηθείσης εγγυήσεως και της εξ αυτού του λόγου υποκαταστάσεως του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα της πιστώτριας Αγροτικής Τράπεζας, ενσωματώνεται αφ' ενός μεν στις υπ' αριθ. 5874/16-9-2008 και 5848/16-9-2008 αναλυτικές καταστάσεις υποβολής εγγυημένων δανείων από την Αγροτική Τράπεζα προς το Υπουργείο Οικονομικών, με τις συνημμένες αναλυτικές κινήσεις βεβαιωμένου (λόγω κατάπτωσης) δανείου, τις δανειακές συμβάσεις και ειδικότερα τις υπ' αριθ. 292/20-6-2003 και 293/20-6-2003 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλής και σύμβασης ρύθμισης οφειλής αντίστοιχα, που κατά τη σύνταξή τους συμβλήθηκε ο αντίδικος και φέρουν την υπογραφή του και αφ' ετέρου στους συνταχθέντες χρηματικούς καταλόγους, με συνέπεια όλα τα ανωτέρω να συνιστούν το νόμιμο τίτλο, ήτοι την πράξη καταλογισμού του επιδίκου χρηματικού ποσού στον Ε.

Θ.. Επιπλέον, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι από τις εξαιρετικά λεπτομερείς καταστάσεις της Διεύθυνσης Εργασιών Υποστήριξης της ... ΒΑΝΚ προκύπτουν με σαφήνεια όλα τα στοιχεία που αφορούν στις επίδικες οφειλές (είδος οφειλής, σχετικές Υ.Α., αριθ. λογαριασμών κλπ), με συνέπεια να καθίσταται εξαιρετικά ευχερής η αντίληψη της ακριβούς αιτίας της οφειλής, έτσι ώστε σε περίπτωση αμφισβήτησης να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος.

Με τα δεδομένα αυτά το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι, ενόψει του ότι νόμιμος τίτλος και ταμειακή βεβαίωση είναι δύο ξεχωριστές νομικές και πραγματικές έννοιες, το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις με το να δεχθεί ότι οι προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις συνιστούν εν προκειμένω το νόμιμο τίτλο της απαίτησης αυτού (Δημοσίου), ενώ είναι σαφές ότι ο εν λόγω νόμιμος τίτλος συγκροτήθηκε με βάση τα προαναφερόμενα έγγραφα, που οδήγησαν στην "εν ευρεία εννοία" βεβαίωση του χρέους με τη σύνταξη του οικείου χρηματικού καταλόγου και στη συνέχεια στην "εν στενή εννοία" βεβαίωσή του με τις ένδικες ταμειακές βεβαιώσεις και ως εκ τούτου οι επίμαχες ταμειακές βεβαιώσεις, ως τριπλότυπα παραλαβής των εισπρακτέων εσόδων από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., δεν νοούνται να πάσχουν αοριστίας, εφόσον εκ του νόμου είχαν συγκεκριμένο αντικείμενο.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.) και 61 του π.δ. 16/1989, δεδομένου ότι ναι μεν ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην όμως λόγω της στενής τους αιτιακής σχέσης, εφόσον ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εξέδωσε κατά το άρθρο 4 παρ.1 του ΚΕΔΕ η πιο πάνω αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιήθηκε επίσης στον ως άνω οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην εν λόγω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης κλπ και γενικά να κατατοπιστεί επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή οδηγεί, ενόψει της άσκησης της ένδικης ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, στην ακύρωση αυτών, λόγω και της συνδρομής των όρων και των προϋποθέσεων του άρθρου 75 του ΚΕΔΕ σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου.

Ειδικότερα, η πιο πάνω έλλειψη επέφερε στον ως άνω οφειλέτη του αναιρεσείοντος αδυναμία ουσιαστικής και δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης, ενόψει του ότι η επίδοση της ταμειακής βεβαίωσης και της ατομικής ειδοποίησης δεν συνοδεύονταν από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια και ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή του, ούτε σε κάθε περίπτωση τα έγγραφα αυτά γνωστοποιήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο στον οφειλέτη πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής του κατά της εκτέλεσης, έτσι ώστε να είναι σε θέση αυτός να προβάλει με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής, χωρίς να αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νομίμου τίτλου προς απόδειξή της απαίτησής του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, στα όρια όμως του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-10-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 2067/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης .

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2020.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2020. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ ΚΑΙ ΝΥΝ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ