Legislator Case Law & Legislation
190/2019 AI generated

190/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 190/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

190/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος, αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον ίδιο λόγο , κατά το παραπάνω σκέλος, είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (αρθρ. 561§1 ΚπολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 190 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 190/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Ντάλλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου:Αυτοδιοικούμενου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΗΓΟΥΜΕΝΙΤΣΑΣ", με έδρα την Ηγουμενίτσα, που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρυσόστομο Χήτο-Κιάμο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 30-4-2009 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 114/2014 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-7-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 13 παρ. 2 του υπ' αριθμ. 2648/20-5-1917 Δ/τος της προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε σε όλο το κράτος με τον Ν.1072/1917, ορίστηκε ότι επί των εκτάσεων που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση κατά τον Τουρκικό νόμο περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι βοσκές, εξακολουθούν οι κάτοικοι να ασκούν τα δικαιώματά τους χρήσεως, μέχρις ότου για τη διοίκηση των εκτάσεων αυτών προνοήσει ειδικός νόμος.

Ακολούθως, με το άρθρο 1 εδ. α' του Ν.2074/1920 "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", ορίσθηκε ότι οι γαίες που έχουν αφεθεί στην κοινή χρήση σύμφωνα με τα άρθρα 94, 95, 96, 98 κλπ. του ως άνω Τουρκικού νόμου περί γαιών, όπως είναι και οι βοσκήσιμες γαίες, καθίστανται περιουσία i των συνοικισμών, υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθεί, παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, που αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα, κατά δε το άρθρο 12 του Ν.1051/1917, το οποίο, δυνάμει του άρθρου 2 του Ν.2074/1920, είναι εφαρμοστέο επί των ως άνω ελάσεων, η περιουσία συνοικισμού που αναγνωρίζεται σε ιδία κοινότητα, καθίσταται περιουσία της κοινότητος, η οποία θα αποτελεσθεί από το συνοικισμό αυτό.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι από την ισχύ, του Ν.2074/1920, οι κοινότητες των νέων χωρών απέκτησαν αυτοδικαίως την κυριότητα των βοσκών οι οποίες είχαν αφεθεί ανέκαθεν, κατά τον νόμο περί γαιών, στην κοινή χρήση των κατοίκων των χωριών που αποτέλεσαν τις ως< άνω κοινότητες, έστω και αν αυτές φέρουν διαφορετικό όνομα και ότι, επομένως, έπαυσε να υπάρχει επί των γαιών αυτών το δικαίωμα κυριότητος του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου (ΑΠ 1990/2013, Π 213/1999, ΑΠ 449/1994).

Ο προσδιορισμός της εννοίας των γαιών που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση γίνεται με ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ στις χώρες που διετέλεσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Τουρκικού κράτους, όπως και η Ήπειρος, και μετά την εισαγωγή σ' αυτές της Ελληνικής αστικής νομοθεσίας, κατά το άρθρο 2 παρ. 4 Ν.147/1914.

Από τις διατάξεις αυτές του περί γαιών νόμου και, ειδικότερα, από εκείνες των άρθρων 1 παρ. 4, 5 παρ. 2 και 91-102, προκύπτει ότι οι γαίες που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση (εγκαταλελειμμένες γαίες - μετρουκέ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκήσιμες εκτάσεις, αποτελούσαν ιδιαίτερη κατηγορία γαιών, διαφορετική από εκείνη των δημοσίων γαιών, γιατί ανήκαν όπως και οι τελευταίες, στο Οθωμανικό Δημόσιο, αλλά, ενώ σ' αυτές παρεχωρείτο σε ιδιώτες υπό ορισμένες προϋποθέσεις το δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), στις καθιερωμένες στην κοινή χρήση γαίες, απαγορευόταν η με οποιοδήποτε τρόπο εξουσίασή τους από ιδιώτη και αυτές παρεχωρούντο, είτε επισήμως με την έκδοση αυτοκρατορικών διαταγμάτοον, είτε και απλώς κατ' ανοχών του Τουρκικού κράτους, στην αποκλειστικά κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωριών ή κωμοπόλεων, το δικαίωμα των οποίων είχε κατοχυρωθεί ως απαράγραπτο κατ' άρθρο 102 του νόμου αυτού.

Από το πνεύμα, αλλά και τη γραμματική διατύπωση των διατάξεων του παραπάνω νόμου, οι οποίες, ως προς τον χαρακτηρισμό των γαιών ως αφιερωμένων στην κοινή χρήση, χρησιμοποιούν τον όρο "εκπαλαι" ή "ανέκαθεν" (βλ. και άρθρο 1 του Ν.2074/1920), προκύπτει ότι στην ειδική κατηγορία των γαιών αυτών, ανήκουν εκείνες οι οποίες από αμνημονεύτου χρόνου είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωριών ή κωμοπόλεων, σε τρόπο ώστε η κοινή αυτή χρήση να αποτελεί τη μόνη γνωστή μορφή συλλογικής εξουσιάσεως του είδους αυτού των γαιών, διαμορφωμένης δε κατά την κυριαρχία του Οθωμανικού κράτους, όπως το τελευταίο αυτό προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.2071/1920, η οποία, όχι μόνο παραπέμπει ρητά για τον προσδιορισμό της έννοιας των αφιερωμένων στην κοινή χρήση γαιών στις διατάξεις του Οθωμανικού νόμου περί γαιών, αλλά και σαφώς υπονοεί ότι τα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα της κατηγορίας αυτής των γαιών, είχαν συντελεστεί στην περιοχή του Οθωμανικού κράτους και υπό την κυριαρχία αυτού (βλ.

ΑΠ 1005/2009, ΑΠ 449/1994). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ,Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά".

"Το επίδικο ακίνητο, του οποίου με την ένδικη αγωγή ζητά να αναγνωρισθεί κύριος ο ενάγων, βρίσκεται στη θέση "..." περιοχή ..., έχει έκταση 5.653 τ.μ. και συνορεύει γύρω και ολικά με θάλασσα, με Ε.Ο. ... και με ιδιοκτησίες Α. Λ. και ... πρώην ιδιοκτησίας Κ. Δ. και αποτυπώνεται στο από Ιουλίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου Α.

Τ.. Η επίδικος αυτή έκταση αποτελεί μικρό τμήμα, μείζονος εκτάσεως συνολικού εμβαδού 2.120,938 στρεμμάτων, η οποία στον χάρτη της οριστικής διανομής 1956 του αγροκτήματος ..., φέρει τον αριθμό 12, βρίσκεται δε στην κτηματική Περιφέρεια της Κοινότητας ... και ήδη Δήμου …. και οριοθετείται με ρέμμα, εντεύθεν του οποίου εκτείνεται ο νέος οικισμός ...

με παλαιό οικισμό ... με ιδιοκτησίες της κορυφογραμμής, όπου τα όρια της τέως Κοινότητος ... με τις Κοινότητες ... και ..., με λάκκο "..." και με θάλασσα. Η έκταση αυτή έχει μορφή χερσολίβαδου και ως τέτοια είναι εγγεγραμμένη στον πίνακα της ανωτέρω διανομής και είχε εξαιρεθεί της διανομής, ως ανήκουσα στην Κοινότητα ... (σχετ.

υπ' αριθμ. πρωτ. …82/1991 έγγραφο της Δ/νσεως Γεωργίας ….). Η όλη αυτή έκταση των 2.120,938 στρεμμάτων είχε αφεθεί από Τουρκοκρατίας για να βοσκούν σ' αυτήν τα ζώα τους οι κάτοικοι του οικισμού "...", από τον οποίο προήλθε η τέως Κοινότητα .... Η βόσκηση των ζώων των κατοίκων της περιοχής της εν λόγω Κοινότητας, συνεχίστηκε και μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου από τον Τουρκικό ζυγό.

Λόγω αυτής της ιδιότητάς της ως βοσκήσιμου τύπου που είχε αφεθεί στην κοινή χρήση των κατοίκων της ως άνω Κοινότητας για τη βοσκή των ζώων τους ήδη από την περίοδο ακόμη της Τουρκικής κατοχής, η όλη έκταση, όπως και η επίδικη, ως περιλαμβανόμενη μέσα στα όρια της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας, περιήλθε, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 94, 95, 96, 98 επ.

του Τουρκικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1851), των άρθρων 12 και 13 παρ. 2 του υπ' αριθ. 2648/1917 διατάγματος και των άρθρων 1 και 2 του Ν.2074/1920, στην κυριότητα της κοινότητας αυτής. Δεν αποδείχθηκε ότι πριν το έτος 1917, το επίδικο αποτελούσε καλλιεργήσιμη γη την οποία εκμεταλλεύονταν με οποιασδήποτε μορφής καλλιέργεια οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος και μάλιστα επί δεκαετία, ώστε να αποκτήσουν δικαίωμα εξουσιάσεως κατά τον Τουρκικό νόμο και εντεύθεν μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών, δικαίωμα κυριότητας και να καταστεί ιδιωτική κτήση.

Κατά περιόδους, οι βοσκοί της περιοχής εμβολίαζαν τα αυτοφυή δένδρα στην περιοχή είτε φύτευαν νέα, μάλιστα κάποτε κατασκεύασαν στο κάτω μέρος της περιοχής και δη κάτω από τον διανοιχθέντα δρόμο πρόχειρο παράπηγμα για να καταλύουν ο' αυτό, αλλά ουδέποτε διεκδίκησαν τμήμα αυτού, ούτε οι επιμέρους πράξεις γινόταν με σκοπό την απόκτηση δικαιωμάτων κυριότητας, ενόψει μάλιστα του ότι όλοι γνώριζαν ότι η όλη έκταση, είχε αφεθεί, και χρησιμοποιούνταν από όλους τους κατοίκους, για τη βοσκή των ζώων τους.

Η Κοινότητα ... για την βοσκή των ζώων τους. Η Κοινότητα ... για την βόσκηση των ζώων των, επέβαλε ανάλογα τέλη βοσκήσεως σε ετεροδημότες, όπως στους Χ., Σ. Ν., Π. και άλλους. Ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, είχε εμβολιάσει κατά το παρελθόν αυτοφυή άγρια δένδρα, εκτός των άλλων και στην επίδικη έκταση και συγκεκριμένα ελαιόδενδρα και γκορτσιές.

Όμως ο εμβολιασμός των δένδρων ήταν μεμονωμένη πράξη και αυτός ουδόλως απέκτησε τη φυσική εξουσία της συγκεκριμένης επίδικης έκτασης, ούτε άσκησε άλλες πράξεις νομής μόνον αυτός, αποκλείοντας τους υπόλοιπους κατοίκους της Κοινότητας, οι οποίοι, με βάση την προαναφερόμενη φύση της και τον ανέκαθεν προορισμό της είχαν δικαίωμα να τη χρησιμοποιούν, ούτε βεβαίως πριν από την ισχύ του Αστικού Κώδικα είχε την πεποίθηση ότι αυτός με την αποκλειστική εξουσίαση της έκτασης αυτής δεν προσβάλλει δικαιώματα άλλου, καθόσον κατά την αντίληψη και τη συνείδηση όλων η έκταση αυτή ανήκε στην Κοινότητα ...

και όλοι οι κάτοικοι είχαν δικαίωμα να τη χρησιμοποιούν ως βοσκότοπο των ζώων τους. Έτσι αυτός δεν νεμήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας είτε κατά τις διατάξεις του ισχύοντος πριν από τις 24-2- 1946 β. ρ. δικαίου είτε μετά το χρόνο αυτό υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα την επίδικη έκταση, συμπληρώνοντας και τον κατά τις διατάξεις αυτές απαιτούμενο χρόνο χρησικτησίας μέχρι τις 2-12-1968 που άρχισε να ισχύει το ν.

δ. 31/1968, αφού μετά την ισχύ του κατέστησαν απαράγραπτα τα δικαιώματα της Κοινότητας επί των ακινήτων της, ώστε να καταλύσει μ' αυτό τον τρόπο την κυριότητα της Κοινότητας ... επί της εκτάσεως αυτής. Το έτος 1991, ο ενάγων προέβη στην αποψίλωση της δασικής βλάστησης από πρίνους, παλιούρια και σπάρτα που υπήρχε στο επίδικο, εμβολίασε άγριες ελιές και γκορτσιές σ' αυτό, κατέλαβε τούτο και το περιέφραξε.

Για την κατάληψη της έκτασης αυτής ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη, θεωρούμενης από το Ελληνικό Δημόσιο ότι πρόκειται περί δημόσιας δασικής έκτασης και κατά την εκδίκαση της εναντίον του κατηγορίας, στις 23-3-1994 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας, ο ενάγων δήλωσε ότι η επίδικη έκταση ανήκει στην Κοινότητα ...

και την αποδίδει σ' αυτήν, επιφυλασσόμενος να διεκδικήσει τα επ' αυτής δικαιώματα στα πολιτικά δικαστήρια και τις αρμόδιες διοικητικές αρχές (βλ. τη υπ' αριθ. 274/1994 απόφαση του Δικαστηρίου). Η εγκατάλειψη της εκτάσεως από του χρόνου αυτού που άρχισε η αντιδικία με το Δημόσιο, προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρα Β.

Δ. στην ανωτέρω ποινική δίκη. Μάλιστα, κατά το χρόνο της ως άνω δηλώσεως του ενάγοντος στο ποινικό Δικαστήριο, αυτός είχε την ιδιότητα του Προέδρου της Κοινότητας .... Επίσης κατά του ενάγοντος είχε εκδοθεί λόγω της κατάληψης της επίδικης έκτασης πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, η δε ανακοπή που άσκησε κατ' αυτού απορρίφθηκε, ενώ η έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα.

Το έδαφος της επίδικης έκτασης ήταν ανέκαθεν ασβεστολιθικό και ως εκ τούτου ακατάλληλο για καλλιέργεια αφού είναι άγονο. Τούτο βεβαιώνει η μάρτυρας Α. Γ., δασοπόνος, η οποία αναφέρει επίσης στην κατάθεσή της ότι η έκταση αυτή ήδη από του έτους 1945, σύμφωνα και με τις αεροφωτογραφίες του έτους αυτού, δεν έφερε ίχνη καλλιέργειας.

Το επίδικο ήταν ανέκαθεν χέρσα έκταση προορισμένη και χρησιμοποιούμενη μόνο για τη βόσκηση των ζώων των κατοίκων. Για πρώτη φορά ο ενάγων το έτος 1991 επιχείρησε κατάληψη της έκτασης και ενέργεια πράξεων προκειμένου να στηρίξει δικαιώματα κυριότητας σ' αυτή. Μάλιστα, όπως καταθέτει η ανωτέρω μάρτυρας δασοπόνος, ο ενάγων είχε μεταφέρει και φυτέψει στο επίδικο δένδρο ελιάς μεγάλης ηλικίας προκειμένου να αποδείξει ότι σε πολύ προγενέστερο χρόνο γινόταν εκμετάλλευση της έκτασης αυτής ως ελαιοκτήματος.

Όμως είναι εμφανής η διαφορά του επιδίκου που δεν αποτελούσε ποτέ γη στην οποία υπήρξε εκμετάλλευση με οποιασδήποτε μορφής καλλιέργεια, από τα ελαιοπερίβολα που έχουν άλλοι κάτοικοι σε γειτονικές ιδιοκτησίες τους. Οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με πρόταση του ενάγοντος δεν παρέχουν την προσήκουσα πίστη στο Δικαστήριο για την από το απώτερο παρελθόν άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο από τον πατέρα και τον εκ πατρός πάππο του ενάγοντος ενόψει όλων των ανωτέρω ασφαλών γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών.

Είναι δε χαρακτηριστική η προσπάθεια στήριξης του αντίστοιχου ισχυρισμού του ενάγοντος περί ασκήσεως πράξεων νομής από τους δικαιοπαρόχους του και τον ίδιο, ώστε ο μάρτυρας Θ. Δ., πρώην δασοφύλακας στην περιοχή, ενώ συμμετείχε στη διαδικασία διαπίστωσης της προαναφερθείσας κατάληψης της έκτασης από τον ενάγοντα μετά την οποία εκδόθηκε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και στην προαναφερόμενη ποινική δίκη, εξεταζόμενος ως μάρτυρας, ευθέως και σαφώς δηλώνει ότι η έκταση ανήκει στην Κοινότητα και είναι δασική, στην υπ' αριθ. 55/2009 ένορκη βεβαίωση δηλώνει ότι αυτή αποτελεί ιδιοκτησία του ενάγοντος.

Σύμφωνα με όσα κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκαν, η κυριότητα του επιδίκου είχε αποκτηθεί από την Κοινότητα ... ανήκει δε στον κυρίως παρεμβαίνοντα Δήμο Ηγουμενίτσας, μετά την ένωση της ως άνω Κοινότητας με αυτόν, ενώ ούτε οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, ούτε ο ίδιος απέκτησαν ποτέ την κυριότητα αυτού.

Συνεπώς, απορριπτέα, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν τυγχάνει η αγωγή του εκκαλούντος ενώ βάσιμη κατ' ουσίαν είναι η κύρια παρέμβαση." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος (στρεφόμενη η τελευταία κατά του Ελληνικού Δημοσίου), ενώ δέχθηκε κατ' ουσίαν την κυρία παρέμβαση του αναιρεσίβλητου Δήμου Ηγουμενίτσας και αναγνώρισε αυτόν κύριο του επίδικου ακινήτου, και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι την κυριότητα του επίδικου απέκτησε η κυρίως παρεμβαίνουσα ,"ως εγκαταλελειμμένη γαία-βοσκήσιμη έκταση" που είχε αφεθεί στην κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων του Οικισμού "...", μετέπειτα Κοινότητας ... και ήδη Δήμου Ηγουμενίτσας για τη βοσκή των ζώων τους από αμνημόνευτο χρόνο κατά την κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, και οι οποίοι, κάτοικοι ανέκαθεν τη χρησιμοποιούσαν για τη βοσκή των ζώων τους, και ότι αντίθετα δεν απέκτησε την κυριότητα ο ενάγων, αφού δεν ήταν δημόσια γαία με δικαίωμα εξουσίασης "τεσσαρούφ" από τους δικαιοπαρόχους του και αυτόν, η οποία ουδέποτε εξουσιάστηκε από τους τελευταίους και ουδεμία πράξη νομής ασκήθηκε από τον ενάγοντα δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών", 78 του ίδιου νόμου, των διατάξεων του Οθωμανικού ΑΚ και εκείνων του Β.Ρ.Δ, και του ΑΚ, που οι τελευταίες δεν είχαν εφαρμογή, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά.

Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος, αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στον ίδιο λόγο , κατά το παραπάνω σκέλος, είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (αρθρ. 561§1 ΚπολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ,η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017,ΑΠ 401/2018). Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση . Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 401/2018).

Με τον πρώτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι με το να δεχθεί η προσβαλλόμενη ότι "κατά περιόδους, οι βοσκοί της περιοχής εμβολίαζαν τα αυτοφυή δένδρα στην περιοχή, είτε φύτευαν νέα", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία "κανείς ξένος δεν προβαίνει σε εμβολιασμούς δένδρων, ούτε, και μετά από εμβολιασμό, δένδρο δεν αναπτύσσεται χωρίς φροντίδα, πότισμα, καθαρισμό, λίπανση κλπ, ούτε γίνεται ελαιώνας...και δεν υπήγαγε έτσι τα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα στον κανόνα των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε αυτούς, αλλά αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχεί η μη λήψη του από το δικαστήριο της ουσίας.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια , κατ' ορθή υπαγωγή του διαλαμβανόμενου σφάλματος, από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη του χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως καλλιεργήσιμης (ελαιώνα) και όχι βοσκότοπου ή χερσότοπου και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη του την από 17-2-2012 έκθεση αυτοψίας των Υπαλλήλων του Υπουργείου και, συγκεκριμένα, της αρμόδιας επιτροπής της ΕΥΔΕ- ΜΕΔΕ, της Δ/νσης Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων, όπου αναφέρονται ότι βρέθηκαν στο επίδικο 51 ελαιόδενδρα, εκ των οποίων 36 μεγάλα, 15 μεσαία, τέσσερις (4) αχλαδιές μεγάλες και τρείς (3) μεσαίες, καθώς και 59,60 μ.

περίφραξη, και πραγματοποιήθηκε κατόπιν ένστασής του προς το ΠΕΧΩΔΕ,. Όπως όμως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, μέχρι του πέρατος της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και το προαναφερόμενο έγγραφο, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει μνεία η χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή του με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα., σημειουμένου ότι η ύπαρξη των πιο πάνω δένδρων και ελαιοδένδρων κατά το χρόνο της αυτοψίας (2012) δεν μπορούσε από μόνη της να ανατρέψει την κρίση του δικαστηρίου περί του χαρακτήρα του επίδικου ως βοσκότοπου και όχι ως καλλιεργήσιμης έκτασης κατά τον κρίσιμο χρόνο της κτήσης της κυριότητας από τον αναιρεσίβλητο Δήμο Ηγουμενίτσας , έναντι του οποίου ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να χρησιδεσπόσει καταλυτικά μετά το έτος 1968, σύμφωνα και με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης..

Επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων , ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚπολΔ), μειωμένη κατ' άρθρο 281§2 του Ν. 3463/2006 "κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από2 4.7.2017 αίτηση του Σ. Ζ. για αναίρεση της 114/2004 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ