190/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated190/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 4-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε, την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 190 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 190/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος ...", που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Αμαξόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ευστρατίου Γκουτζούνη του Ιωάννη, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κολιντζίκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 660/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 1-10-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 4-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε, την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 - που αφορά τροποποίηση και συμπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο - ορίζονται τα εξής: "Παρ. 1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α’ και β’ προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. παρ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. ...".
Έτσι, από τις άνω διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 1042 Α.Κ., προκύπτει ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο του δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία απαιτούνται αδιατάρακτη νομή επί 30 έτη του πράγματος και καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή.
Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο χρησιδεσπόζων, έστω και αν γνωρίζει ότι το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου, όμως, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα.
Το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να εξειδικεύει στην απόφαση του τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης ή την έλλειψή της, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του διακαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στο χρόνο νομής του διαδόχου.
Τέλος, με τις προμνημονευόμενες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1. και 2. του ν. 3127/2003 εισάγεται εξαίρεση από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1. και 2. του α.ν. 1539/1938, που ρυθμίζουν το απαράγραπτο των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακίνητων κτημάτων του, που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του η εάν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωσή του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.
Α.Π. 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 22-2-2007 (αριθ. εκθ. καταθ. ...23-2-2007) διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου ... κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά: "Στον πατέρα του εκκαλούντος Ι.
Γ., πρόσφυγα από την Ανατολική Θράκη, παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, το έτος 1922, περίπου, για την αποκατάστασή του, ένα οικόπεδο που βρίσκεται στο Συνοικισμό ... της πόλης των ..., εμβαδού περίπου 500 τ.μ., στο οποίο και εγκαταστάθηκε και το οποίο τότε, βρισκόταν εκτός της πόλης των ..., από το έτος δε 1925, οπότε εγκρίθηκε αρχικά το σχέδιο της πόλης των ..., βρίσκεται στο ...., εμφανίζεται δε, στις μεταγενέστερες αποτυπώσεις της πόλης των ετών 1960 - 1962 και 1964, με αριθμό ...
Από το χρόνο της παραπάνω παραχώρησης, ο Ι. Γ. εγκαταστάθηκε στο προαναφερόμενο οικόπεδο, στο οποίο όπως αποδείχθηκε υπήρχε και οικία, όπου διέμενε με τη οικογένειά του, η οποία αποτελείτο από τον ίδιο, τη σύζυγό του Μ. Γ., τη θυγατέρα τους Σ. Γ., η οποία γεννήθηκε το έτος 1926 και τον εκκαλούντα γιο τους, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1928, συγχρόνως δε, εγκαταστάθηκε και σε έκταση που βρίσκεται στη συνέχεια της δυτικής πλευράς του παραχωρηθέντος οικοπέδου και η οποία στις προαναφερόμενες αποτυπώσεις εμφανίζεται, με αριθμό ....
Η έκταση αυτή, αποτελεί το ήδη επίδικο οικόπεδο, εμβαδού 668,31 τ.μ., το οποίο αποτυπώνεται στο από 16-7-2004 τοπογραφικό διάγραμμα, του τοπογράφου μηχανικού, του εφεσίβλητου Δήμου, Γ. Κ., που συνοδεύει το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../10-6-2005 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής, για το οποίο θα γίνει λόγος στη συνέχεια, με στοιχεία ...
και συνορεύει, βόρεια, επί πλευράς 27,97 τ.μ., με την οδό Μυκόνου, νότια, επί πλευράς 32,93 τ.μ., με τα υπ’ αριθμ. ... οικόπεδα του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου, ανατολικά, επί πλευράς 23,23 τ.μ., με το υπ’ αριθμ. ... οικόπεδο, που παραχωρήθηκε στον πατέρα του εκκαλούντος και δυτικά, επί πλευράς 21,14 τ.μ., με δημοτική οδό, η οποία, σύμφωνα με το από 11-1-2008 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, στο οποίο καταχωρήθηκε μεταγενέστερα, το ακίνητο αυτό, με ΚΑΕΚ ..., είναι η οδός ....
Το ακίνητο αυτό, χρησιμοποιούσε ως κύριος, από το έτος 1922, ο πατέρας του εκκαλούντος, ο οποίος απασχολείτο με την κτηνοτροφία και τη γεωργία, ως ενιαίο ακίνητο, με το υπ’ αριθμ. ... οικόπεδο, που είχε παραχωρηθεί σε αυτόν, άτυπα, χωρίς δηλαδή, την έκδοση σχετικού τίτλου κυριότητας, μέχρι το θάνατό του, που συνέβη το έτος 1930 και συγκεκριμένα, χρησιμοποιούσε το επίδικο ακίνητο, στο οποίο κατασκεύασε αποθήκες και στάβλους, για τον σταυλισμό των ζώων, που εξέτρεφε και για την αποθήκευση των γεωργικών του προϊόντων, η χρήση δε αυτή, συνεχίσθηκε, μέχρι το έτος 1958, από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, δηλαδή τη σύζυγό του, τη θυγατέρα τους Σ.
και τον εκκαλούντα γιο τους, οι οποίοι, κατά το έτος 1950, κατασκεύασαν εντός του επιδίκου τέσσερις στάβλους, στη θέση των ήδη υπαρχόντων παλιών στάβλων και φύτεψαν διάφορα δένδρα, όπως ροδακινιές και αμυγδαλιές, τα οποία μεταγενέστερα εκρίζωσαν. Το έτος 1958, με άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας του Ι.
Γ., μεταξύ των παραπάνω κληρονόμων του, ενόψει του γάμου του εκκαλούντος, που τελέσθηκε κατά το έτος αυτό (1958), το όλο ενιαίο ακίνητο, το οποίο είχε περιφράξει ο πατέρας του, περιήλθε στον ίδιο, ο οποίος έκτοτε κατέχει και χρησιμοποιεί αυτό, ως κύριος και συγκεκριμένα, το έτος 1958 επιχωμάτωσε την έκταση του επιδίκου, η οποία ήταν επικλινής, ώστε η επιφάνειά του να βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την επιφάνεια του υπολοίπου ακινήτου, που κατείχε ο πατέρας του, το έτος 1967 περίπου, αντικατέστησε την παλιά συρμάτινη περίφραξη, που είχε τοποθετήσει ο πατέρας του, με νέα, στις αρχές περίπου, της δεκαετίας του 1970, φύτεψε εντός του επιδίκου είκοσι (20) ελαιόδενδρα και από το έτος 1958 εκτρέφει εκεί, διάφορα πουλερικά και μικρά ζώα (κοτόπουλα γαλοπούλες, κουνέλια), καλλιεργεί μέρος της έκτασής του με οπωροκηπευτικά και χρησιμοποιεί για τις ασχολίες του αυτές και τα υπάρχοντα εντός αυτού παλιά κτίσματα (αποθήκες - στάβλους).
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε, ότι ο εκκαλών, κατά την κτήση της νομής του επιδίκου απ’ αυτόν, το έτος 1958, ήταν κακής πίστεως, γνώριζε δηλαδή, ή από βαριά αμέλειά του αγνοούσε, ότι το ακίνητο αυτό δεν του ανήκε, αλλά ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ουδέποτε, μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003 (19-3-2003), όχλησε αυτόν στην άσκηση της νομής του, ούτε άλλωστε είχε οχλήσει τον πατέρα του, ο οποίος κατείχε και νεμόταν αυτό, κατά τα προεκτιθέμενα, από το έτος 1922, μέχρι το θάνατό του, μέχρι δηλαδή, το έτος 1930, ως κύριος και ο οποίος επίσης, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ήταν κακής πίστεως, αλλά αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι εγκαταστάθηκε στο επίδικο, με την πεποίθηση, ότι του είχε παραχωρηθεί και η έκτασή του, επί της οποίας ασκούσε ανενόχλητα, τις προαναφερόμενες πράξεις νομής.
Το γεγονός, ότι το έτος 1995, εκδόθηκε ο υπ’ αριθμ. .../1995 τίτλος κυριότητας, του Τμήματος Εποικισμού - Αναδασμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., που μεταγράφηκε νόμιμα και αφορά το υπ’ αριθμ. ... οικόπεδο, εμβαδού 500 τ.μ., περίπου, ο οποίος τίτλος σημειώνεται, ότι δεν προσκομίζεται από κανένα διάδικο, ούτε από κανένα στοιχείο προκύπτει σε ποιο όνομα εκδόθηκε, δεν αποδεικνύει, ότι ο πατέρας του εκκαλούντος, το έτος 1922, γνώριζε την ακριβή έκταση του οικοπέδου που του παραχωρήθηκε και ότι κατέλαβε το επίδικο ακίνητο, γνωρίζοντας ότι δεν του ανήκει.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση και αν δηλαδή, ο πατέρας του εκκαλούντος γνώριζε, ότι το επίδικο ακίνητο, δεν περιλαμβανόταν στην έκταση που του είχε παραχωρηθεί, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε, ότι ο ίδιος ο εκκαλών, ο οποίος, κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα του, ήταν ηλικίας μόλις δύο (2) ετών, γνώριζε ή από βαριά αμέλειά του αγνοούσε, κατά το χρόνο της κτήσης εκ μέρους του, της νομής του ακινήτου αυτού, ότι δεν ανήκε στον πατέρα του, ως κληρονόμος του οποίου και δυνάμει της προαναφερόμενης άτυπης διανομής, μεταξύ αυτού και των συγκληρονόμων του, άρχισε να νέμεται, από το έτος 1958, ως αποκλειστικός κύριος, ανενόχλητα, το εν λόγω ακίνητο, ως ενιαίο, με το υπ’ αριθμ. ...
οικόπεδο, όπως είχε διαμορφωθεί από τον πατέρα του. Ο μάρτυρας του εφεσίβλητου Δήμου και υπάλληλός του, Ά. Μ., τοπογράφος, ο οποίος δήλωσε, ότι η γνώση του για όσα κατέθεσε, προέρχεται από τη μελέτη μόνο εγγράφων, που υπάρχουν στο Δήμο, κατέθεσε, ότι ο εκκαλών γνώριζε, ότι το επίδικο ανήκει στο Δημόσιο, διότι, "Κατ’ αρχήν ήξερε ότι όλοι οι πρόσφυγες δικαιούνταν στα 500 μέτρα οικόπεδο και όχι χίλια τόσα.
Κανένας δεν πήρε χίλια", η συμπερασματική αυτή όμως, κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα, δεν αποτελεί απόδειξη της κακής πίστης του εκκαλούντος, όπως και η όμοια κατάθεση του υπαλλήλου του ήδη εφεσίβλητου Δήμου Α. Ρ., τοπογράφου μηχανικού, ο οποίος εξετάσθηκε ως μάρτυράς του, ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., στη δίκη επί της ανακοπής που άσκησε ο ήδη εκκαλών, κατά του προαναφερόμενου Πρωτοκόλλου Διοικητικής Αποβολής, για την οποία θα γίνει λόγος στη συνέχεια και ο οποίος συγκεκριμένα, κατέθεσε, ότι το Δημόσιο "Σε όλους έδωσε τα ίδια οικόπεδα.
Ήξερε, ότι το επίδικό δεν είναι δικό του", συμπεραίνοντας επίσης, όπως συνάγεται από την κατάθεσή του, τα περί της γνώσης αυτής του εκκαλούντος, μόνο από το γεγονός, ότι τα οικόπεδα της περιοχής του επιδίκου, που παραχωρήθηκαν σε πρόσφυγες, είχαν το ίδιο εμβαδόν. Ο μάρτυρας δε, του εκκαλούντος, Α. Ε., ιδιοκτήτης γειτονικού, προς το επίδικο, οικοπέδου, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1928, εξεταζόμενος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε, ότι το οικόπεδο που παραχωρήθηκε στον πατέρα του εκκαλούντος, ήταν "πεντακοσάρι", δηλαδή, εμβαδού 500 τ.μ.
και ότι και ο ίδιος και "όλοι οι κάτοικοι της περιοχής, πήραν όλοι πεντακοσαριά", χωρίς να προκύπτει από την κατάθεσή του, αν αναφέρεται στο εμβαδόν των οικοπέδων στα οποία εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες το έτος 1922 ή στο εμβαδόν των οικοπέδων για τα οποία εκδόθηκαν τελικώς, μετά το έτος 1994, τίτλοι κυριότητας, καθόσον, ο ίδιος αυτός μάρτυρας, στην αρχή της κατάθεσής του, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ούτε το εμβαδόν του ακινήτου που είχε παραχωρηθεί το έτος 1922, στον πατέρα του εκκαλούντος, ούτε το εμβαδόν του επιδίκου, αλλά και ότι και τα δύο αυτά ακίνητα είχαν παραχωρηθεί σ’ αυτόν και συγκεκριμένα, κατέθεσε, κατά λέξη, "Δεν ξέρω τα μέτρα.
Το μέρος το ξέρω ... Από τότε (το επίδικο) ήταν δικό τους ... δόθηκαν και τα δύο από τα παλιά, μπροστά, μπροστά, όλα". Όλως αντιφατικά δε, ο μάρτυρας αυτός (του εκκαλούντος), κατέθεσε και ότι, όλο το ενιαίο ακίνητο, δηλαδή και το οικόπεδο που παραχωρήθηκε στον πατέρα του εκκαλούντος και το επίδικο, "όλο το κομμάτι", είχε περιφραχθεί απ’ αυτόν, "είχε όλο μία περίφραξη" και ότι την περίφραξη αυτή αντικατέστησε μεταγενέστερα, ο εκκαλών, διότι "είχαν σαπίσει και τα σύρματα, έβαλε καινούργια", αλλά και ότι, το επίδικο "ήταν ποτάμι" και μετά "το μπάζωσε (ο εκκαλών) και το έκανε ένα" και το περιέφραξε το έτος 1970, περίπου, "όταν τραβήχθηκαν τα νερά", σε άλλο δε, σημείο της κατάθεσής του, ανάφερε, ότι αρχικά υπήρχε περίφραξη σε μέρος του επιδίκου και "όταν στέρεψε όλο το νερό, τότε έκαναν και το δεύτερο, δηλαδή, συμπλήρωσαν, ένα κομμάτι το έκαναν, γιατί είχε νερό, δεν μπορούσαν να το κάνουν περίφραξη...
τότε που έριξε (ο εκκαλών) τα χώματα, τα παλιά (η παλιά περίφραξη) είχαν σαπίσει και έριξε από πάνω χώματα, το ισοπέδωσε και μετά έκανε πάλι περίφραξη καινούργια", ενώ, σε άλλο σημείο, κατέθεσε ότι, από το έτος 1922, ο πατέρας του εκκαλούντος "είχε σαν δικό του", το επίδικο ακίνητο. Από την ασαφή, σε πολλά σημεία, κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα του εκκαλούντος, η οποία υποδηλώνει, ότι ο μάρτυρας αυτός τελούσε σε σύγχυση, κατά το χρόνο της κατάθεσής του, προφανώς και λόγω της προχωρημένης ηλικίας του (80 ετών) και μάλιστα, ενδεικτικά αναφέρεται ότι, ενώ πριν την έναρξη της εξέτασής του, δήλωσε ότι γεννήθηκε το έτος 1928, στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του, δήλωσε ότι, από το έτος 1922, γνώριζε τον πατέρα του εκκαλούντος και ότι ο ίδιος (ο μάρτυρας) γεννήθηκε το έτος 1920, δεν αποδεικνύεται ούτε ότι ο πατέρας του εκκαλούντος, κατέλαβε το επίδικο ακίνητο, το έτος 1922, εν γνώσει του, ότι
δεν του ανήκει ούτε ότι ο ίδιος ο εκκαλών, είχε τέτοια γνώση, το έτος 1958, ούτε βέβαια, ότι το επίδικο ήταν ποταμός. Συγκεκριμένα, ο ίδιος αυτός μάρτυρας (Α. Ε.), εξεταζόμενος, στις 12-10-2005, τέσσερα (4) έτη δηλαδή, πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., ως μάρτυρας του εκκαλούντος, στην προαναφερόμενη δίκη, επί της ανακοπής που άσκησε, κατά του εκδοθέντος σε βάρος του, Πρωτοκόλλου Διοικητικής Αποβολής, κατέθεσε, χωρίς αντιφάσεις, ότι το επίδικο και το οικόπεδο όπου βρίσκεται η κατοικία του εκκαλούντος, δηλαδή το υπ’ αριθμ. ...
οικόπεδο, "είναι ένα οικόπεδο ... ο πατέρας του (εκκαλούντος) ήρθε το 1922 και το Κράτος του έδωσε αυτό το οικόπεδο. Σ’ αυτό που του έδωσε είναι και το επίδικο οικόπεδο ... Και όλο αυτό τους το έδωσε το Κράτος... Η περίφραξη έγινε το 1967. Υπήρχε άλλη περίφραξη από τον πατέρα του ... Οι τίτλοι βγήκαν μετά... Όλο το οικόπεδο του ανακόπτοντα (εκκαλούντα) είναι 1000-1200 τ.μ. ...
πίστευε πάντα ότι είναι δικό του", όμοιο δε, περιεχόμενο έχει και η προαναφερόμενη, υπ’ αριθμ. ...13-5-2010 ένορκη βεβαίωση του Χ. Β., παιδικού φίλου του εκκαλούντος, ο οποίος κατέθεσε και ότι, στην περιοχή του επιδίκου οικοπέδου, υπήρχε ένα μικρό ρέμα, το οποίο "βρισκόταν έξω από το οικόπεδο και δεν είχε καμία σχέση μ’ αυτό".
Το ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελούσε ποτέ, κοίτη ποταμού, όπως εσφαλμένα, έγινε δεκτό, με την εκκαλούμενη απόφαση, αποδεικνύεται και από μόνο το γεγονός, ότι το ακίνητο αυτό, κατά την οριστική διανομή, του έτους 1994, περιλήφθηκε στο σχετικό πίνακα, χαρακτηριζόμενο ως διαθέσιμο οικόπεδο, με αριθμό ... και όχι ως κοινόχρηστο, όπως θα χαρακτηριζόταν, αν αποτελούσε κοίτη ποταμού, ακολούθως δε, το έτος 2003, με την υπ’ αριθμ.
πρωτ. ...20-5-2003 απόφαση του Νομάρχη ..., που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β’ 785/18-6-2003 και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στις 12-1-2005, στον τόμο ..., μεταβιβάσθηκε, κατά κυριότητα, ως διαθέσιμο, μαζί με άλλα διαθέσιμα οικόπεδα του Δημοσίου, βάσει του άρθρου 164 του Αγροτικού Κώδικα, στον εφεσίβλητο Δήμο ....
Μάλιστα, ούτε ο τελευταίος ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι το επίδικο ακίνητο υπήρξε κοίτη ποταμού ούτε ο μάρτυράς του Ά. Μ., έκανε σχετικά λόγο στην κατάθεσή του, κατά την παραπάνω δε οριστική διανομή, του έτους 1994, ο εφεσίβλητος άσκησε ένσταση, κατά των στοιχείων της διανομής αυτής, ισχυριζόμενος ότι το επίδικο ακίνητο, όπως και άλλα, ήταν βοσκήσιμη γαία και όχι δηλαδή, κοίτη ποταμού και ότι περιήλθε σ’ αυτόν, κατά το Ν 2074/1920 "περί των στις νέες χώρες Κοινοτικών γαιών", η ένστασή του δε αυτή, απορρίφθηκε με την προσκομιζόμενη, από τον εφεσίβλητο, υπ’ αριθμ. ...
απόφαση της Επιτροπής Οριστικών Διανομών, του Συνοικισμού ... της πόλης ..., με την αιτιολογία, ότι ουδέποτε υπήρξε βοσκήσιμη γαία, για κοινή χρήση, αλλά, δημόσια έκταση, την οποία διαχειριζόταν η τέως Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων, προς παραχώρηση για οικοπεδική αποκατάσταση σε προσωρινούς δικαιούχους.
Σε αντίθετη κρίση, σχετικά με το στοιχείο της καλής πίστης στο πρόσωπο του πατέρα του εκκαλούντος και του ίδιου, δεν οδηγεί το γεγονός ότι, τα οικόπεδα της περιοχής του επιδίκου, που τελικώς, παραχωρήθηκαν, με σχετικούς τίτλους κυριότητας στους πρόσφυγες, ήταν εκτάσεως 500 τ.μ., περίπου, ενόψει μάλιστα και ότι, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη απόφαση Επιτροπής Οριστικών διανομών και άλλοι πρόσφυγες της περιοχής, κατείχαν μεγαλύτερες εκτάσεις, απ’ αυτές που τελικώς, παραχωρήθηκαν σ’ αυτούς.
Το έτος 2005, ο εκκαλών οχλήθηκε πρώτη φορά, σχετικά με το επίδικο ακίνητο, από τον εφεσίβλητο Δήμο, ο οποίος εξέδωσε σε βάρος του, το υπ’ αριθμ. .../10-6-2005 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής. Κατά του πρωτοκόλλου αυτού, άσκησε ο εκκαλών ανακοπή, η οποία έγινε δεκτή, με την υπ’ αριθμ. 67/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ακυρώθηκε το εν λόγω πρωτόκολλο, με την αιτιολογία, ότι το επίδικο ακίνητο δεν βρίσκεται στην αδιαμφισβήτητη κατοχή του εφεσίβλητου Δήμου, αλλά, από το έτος 1922 το κατείχε ο πατέρας του εκκαλούντος, ως ενιαίο ακίνητο, με το οικόπεδο το οποίο παραχωρήθηκε σ’ αυτόν, για το οποίο μεταγενέστερα, εκδόθηκε ο υπ’ αριθμ. .../1995 τίτλος κυριότητας, του Τμήματος Εποικισμού - Αναδασμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ..., που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι από το χρόνο του θανάτου του πατέρα του, συνέχισε να κατέχει και να νέμεται αυτό, ανενόχλητα, ο ίδιος ο εκκαλών.
Η παραπάνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 107/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση που άσκησε κατ’ αυτής, ο ήδη εφεσίβλητος Δήμος .... Σύμφωνα με όσα προαναφέρονται, εφόσον ο εκκαλών, από το έτος 1958 και μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003 (19-3-2003), δηλαδή, για χρονικό διάστημα σαράντα πέντε (45) ετών περίπου, είχε το επίδικο ακίνητο, στην αδιατάρακτη νομή του, κατά το χρόνο κτήσης της οποίας ήταν καλής πίστης, πιστεύοντας, όπως αποδείχθηκε, ότι αυτό ανήκε στον πατέρα του, τον οποίο κληρονόμησε μαζί με τη μητέρα του και την προαναφερόμενη αδερφή του, οι οποίες ακολούθως, του μεταβίβασαν άτυπα, τη νομή τους επ’ αυτού, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ.
β’ του Ν. 3127/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 1042 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη σχετική νομική σκέψη της παρούσας, έγινε κύριος του εν λόγω ακινήτου, επί του οποίου το Δημόσιο, μέχρι τη μεταβίβασή του στον εφεσίβλητο, δεν άσκησε καμία διακατοχική πράξη. Σε αντίθετη κρίση, περί του στοιχείου της καλής πίστης του εκκαλούντος, δεν οδηγεί το γεγονός, ότι αυτός δεν άσκησε ένσταση κατά των στοιχείων της οριστικής διανομής του έτους 1994, κατά την οποία το επίδικο χαρακτηρίσθηκε ως διαθέσιμο οικόπεδο, ενόψει μάλιστα, ότι από κανένα πειστικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ότι έλαβε έγκαιρα γνώση, της σχετικής, υπ’ αριθμ. ..., απόφασης της Επιτροπής Οριστικών Διανομών, ώστε να ασκήσει κατ’ αυτής, εμπρόθεσμα ένσταση.
Η απόφαση αυτή, όπως αναφέρεται στην προαναφερόμενη, υπ’ αριθμ. ..., απόφαση της ίδιας Επιτροπής, δημοσιεύθηκε, επί δέκα (10) ημέρες, με τα οικεία κτηματολογικά στοιχεία (πίνακες και διάγραμμα) στο Δημοτικό Κατάστημα ... και συγχρόνως, στο καφενείο του Μ. Π., που βρίσκεται επί της οδού ..., του Συνοικισμού ..., ώστε να λάβουν γνώση οι ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι δεν ειδοποιήθηκαν ατομικά, από υπαλλήλους του Δήμου, όπως αορίστως και χωρίς βεβαιότητα, κατέθεσε ο μάρτυρας του εφεσίβλητου, καταθέτοντας συγκεκριμένα, "Συνάδελφος δικός μου, λέει, πόρτα - πόρτα, ότι πήγαιναν", ενώ, αντίθετα, ο μάρτυρας του εκκαλούντος, κατέθεσε, επιβεβαιώνοντας τον σχετικό ισχυρισμό του, ότι δεν έλαβε γνώση της σχετικής διαδικασίας.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι στην προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα, ως σχετικό 15, "Αποτύπωση πέριξ πόλεως ... 1960-1962", όπου αποτυπώνεται η περιοχή του επιδίκου και στην προσκομιζόμενη, από τον εφεσίβλητο, ως σχετικό 17, αποτύπωση της ίδιας περιοχής, την οποία επικαλείται, ως αποτύπωση έτους 1963-1964, τις οποίες (αποτυπώσεις) χαρακτηρίζουν και οι δύο διάδικοι ως "αποτύπωση Τ.", στο όλο ακίνητο, που κατέχει ο εκκαλών, δηλαδή και το υπ’ αριθμ. ...
οικόπεδο και το επίδικο υπ’ αριθμ. ... οικόπεδο, τα οποία δεν διαχωρίζονται με οριογραμμή οικοπέδων, αποτυπώνεται κάθετη περίφραξη, η οποία περικλείει στο υπ’ αριθμ. ... οικόπεδο, τμήμα το επιδίκου. Επίσης, στην αποτύπωση που προσκομίζει ο εφεσίβλητος, ως σχετικό 19 και χαρακτηρίζεται απ’ αυτόν, ως "σημερινή αποτύπωση", αποτυπώνεται με πράσινο χρώμα, "Οικόπεδο όπως εμφανίζεται σε αποτύπωση του Υ.Γ.
έτους 1963. Οικόπεδο όπως εμφανίζεται στην οικοδομική άδεια του έτους 1973", στην οποία φαίνεται επίσης, η παραπάνω κάθετη περίφραξη και παράλληλα προς την δυτική πλευρά της οικίας του εκκαλούντος, που βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα του ενιαίου ακινήτου, αποτυπώνεται διαχώρισμα, το οποίο, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες και από τις δύο διάδικες πλευρές φωτογραφίες, είναι τσιμεντένιο τοιχίο χαμηλού ύψους, ενός περίπου μέτρου, όπως συνάγεται από τις φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζεται και ιδίως, την προσκομιζόμενη από τον εφεσίβλητο, ως σχετικό 20β, φωτογραφία, το οποίο (τοιχίο) αρχίζει από την βόρεια πλευρά του ακινήτου και διακόπτεται στο ύψος των παλιών κτισμάτων που υπάρχουν εντός του επιδίκου.
Ο εσωτερικός αυτός διαχωρισμός του όλου κατεχόμενου από το εκκαλούντα ακινήτου, με το προαναφερόμενο τοιχίο και την συρμάτινη περίφραξη, σε τρία, όπως συνάγεται από τις παραπάνω φωτογραφίες τμήματα, στο πρώτο από τα οποία υπάρχει η οικία του, στο δεύτερο τα παλιά κτίσματα και στο τρίτο ελαιόδενδρα, καθώς και το γεγονός, ότι στο προσκομιζόμενο από τον εφεσίβλητο διάγραμμα καλύψεως οικοπέδου, το οποίο συντάχθηκε το έτος 1973, για έκδοση άδειας ανέγερσης οικοδομής από τον εκκαλούντα, άλλα στοιχεία της οποίας δεν προκύπτουν, από πολιτικό μηχανικό το όνομα του οποίου είναι δυσανάγνωστο, αποτυπώνεται οικόπεδο, με στοιχεία ..., εμβαδού 750 τ.μ., το οποίο, όπως προκύπτει από τη συγκριτική επισκόπηση του διαγράμματος αυτού, με τις προαναφερόμενες αποτυπώσεις, είναι το υπ’ αριθμ. ...
οικόπεδο και το τμήμα του επιδίκου, που περικλείεται από την προαναφερόμενη κάθετη συρμάτινη περίφραξη, δεν αποδεικνύει, όπως αντίθετα, υποστηρίζει ο εφεσίβλητος, ότι ο εκκαλών αρχικά περιέφραξε μία λωρίδα του επιδίκου και μετά το έτος 1973 κατέλαβε, την υπόλοιπη έκταση αυτού και μάλιστα και ο προαναφερόμενος μάρτυρας του εφεσίβλητου Α.
Ρ., εξεταζόμενος ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., κατέθεσε, ότι η εσωτερική περίφραξη "μπορεί να έγινε και για να μην μπαίνουν οι κότες μέσα", δηλαδή, στην υπόλοιπη έκταση του όλου κατεχόμενου απ’ αυτόν ακινήτου". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Δήμος ...
δεν απέκτησε παραγώγως την κυριότητα επί του επίδικου οικοπέδου, εκτάσεως 668,31 τ.μ., κειμένου στο συνοικισμό ... της πόλης των ..., κατόπιν παραχωρήσεως ως διαθέσιμου οικοπέδου του Δημοσίου βάσει του άρθρου 164 του Αγροτικού Κώδικα, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...20-5-2003 απόφασης του Νομάρχη ..., η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β’ με αριθμό … και μεταγράφηκε στο υποθηκοφυλακείο ...
στον τόμο ..., λόγω απώλειας της κυριότητάς του εκ μέρους του Δημοσίου (δικαιοπαρόχου του) κατά το άνω χρονικό διάστημα που έγινε η μεταβίβαση αυτή, και στη συνέχεια δεχόμενο κατ’ ουσίαν την ένσταση του εναγομένου ήδη αναιρεσίβλητου περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου απ’ αυτόν έναντι του Δημοσίου με τα προσόντα του άρθρου 4 παρ. 1β’ του ν. 3127/2003, αφού από το έτος 1958 και μέχρι την έναρξη ισχύος (19-3-2003) του εν λόγω νόμου, δηλαδή για χρονικό διάστημα σαράντα πέντε (45) ετών περίπου είχε ο ίδιος το επίδικο ακίνητο στην αδιατάρακτη νομή του, κατά το χρονικό κτήσης της οποίας ήταν καλής πίστης, πιστεύοντας, όπως δέχθηκε μετ’ εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, ότι αυτό ανήκε στον πατέρα του, το οποίο κληρονόμησε μαζί με τη μητέρα του Μ.
και την αδελφή του Σ., οι οποίες ακολούθως του μεταβίβασαν άτυπα τη νομή τους επ’ αυτού και έγινε κύριος του εν λόγω ακινήτου, επί του οποίου το Δημόσιο μέχρι τη μεταβίβασή του στον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα δεν άσκησε καμία διακατοχική πράξη, και κατόπιν τούτου, αφού εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 69/2009 πρωτόδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν η άνω ένσταση του εναγομένου - ήδη αναιρεσίβλητου, δίκασε επί της ουσίας και απέρριψε της αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 του α.ν. 1539/1938, των άρθρων 966, 967, 1042, 1045 και 1054 του Α.Κ., που αναφέρονται στο αναιρετήριο, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν και του συμπεράσματος του δικονομικού συλλογισμού.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή η μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφήρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν με τις σαφείς παραδοχές ως προς τα ουσιώδη ζητήματα σχετικά με τη φύση του επιδίκου και αναφορικά με την ύπαρξη καλής πίστης στο πρόσωπο του εναγομένου - αναιρεσίβλητου και συγκεκριμένα ότι στο επίδικο ακίνητο, που δεν ήταν πράγμα κοινής χρήσης και ανήκε στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, έχει εφαρμογή το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 και κατά συνέπεια αυτό μπορούσε να χρησιδεσποσθεί έναντι του τελευταίου, κατ’ εξαίρεση της διάταξης του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938, και ότι ο αναιρεσίβλητος το έτος 1958, που άρχισε να το νέμεται αποκλειστικά, βρισκόταν σε καλή πίστη κατά την κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου (όπως και ο δικαιοπάροχος πατέρας του Ι.
Γ. το έτος 1922 που το κατέλαβε καλόπιστα και το νεμόταν μέχρι το θάνατό του, το έτος 1930) και ότι έτσι ο αναιρεσείων δεν έγινε κύριος αυτού έναντι του αναιρεσίβλητου, αφού το Δημόσιο απώλεσε την κυριότητά του, καθόσον επί συνεχές χρονικό διάστημα σαράντα πέντε (45) ετών περίπου (από το έτος 1957 έως 19-3-2003) δεν άσκησε καμία διακατοχική πράξη σ’ αυτό και δεν τον όχλησε στην άσκηση της νομής του μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις της εφαρμοσθείσας διάταξης, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό αυτών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιαστική επίδραση στην πορεία της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις που αναφέρονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα απ’ αυτές είναι σαφές. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση έλλειψης νόμιμης βάσης με επισήμανση σφαλμάτων που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Όμως, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1042 του Α.Κ., την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου της ουσίας, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δε συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Συγκεκριμένα, οι περιλαμβανόμενες στον εν λόγω λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, δέχθηκε ότι : 1) "από το έτος 1922 έως το 1930, οπότε πέθανε ο δικαιοπάροχος του αντιδίκου, υπήρχε καλόπιστη νομή και κατοχή στο επίδικο, όταν αποδείχθηκε ότι εκείνη την περίοδο το επίδικο ήταν ρέμα, του οποίου τα νερά έφθαναν μέχρι τη ρίζα των σπιτιών και συνεπώς δεν μπορούσε να εγκατασταθεί σ’ αυτό", 2) "ήταν δυνατόν να του παραχωρήθηκε το επίδικο και ο τίτλος κυριότητας που εκδόθηκε το 1995, να αφορούσε μόνο το πράγματι παραχωρηθέν με αριθμό ..., έκτασης 500 τ.μ.
και τόσα χρόνια ούτε ο αντίδικος ούτε ο πατέρας του ενημερώθηκε για την έκταση του παραχωρηθέντος σ’ αυτούς οικοπέδου, ενώ όλα τα τοπογραφικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν απεδείκνυαν την σταδιακή αυθαίρετη κατάληψη του επιδίκου, με τις περιφράξεις που έγιναν σε διάφορα χρονικά διαστήματα τουλάχιστον από το έτος 1958" και 3) "το επίδικο διαχωρίζεται σε τρία τμήματα, στο πρώτο που υπάρχει η οικεία του αντιδίκου, στο δεύτερο τα παλαιά κτίσματα (τα κοτέτσια και η αποθήκη) και στο τρίτο ελαιόδεντρα και παρόλα αυτά έκρινε ότι δεν συνάγεται το συμπέρασμα ότι το επίδικο κατελήφθη κατά τμήματα, σε διαφορετικό χρόνο έκαστο", ενώ με βάση τα γενόμενα ανωτέρω περιστατικά θα έπρεπε να είχε δεχθεί ότι "αυτά σημαίνουν την ανυπαρξία καλής πίστης κατά την κτήση της νομής του επιδίκου και την ύπαρξη βαριάς αμέλειας εκ μέρους του αντιδίκου για τη μη κτήση κυριότητας στο επίδικο", πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίκληση των παραπάνω πλημμελειών, πλήττεται στην πραγματικότητα η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, πρέπει ο παραπάνω λόγος να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ο ίδιος αυτός λόγος, στο μέτρο που αφορά την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ., λόγω μη λήψης υπόψη προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (γεγονός που συνομολογεί ο αναιρεσείων), σε συνδυασμό προς όλες τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και με τις προαναφερόμενες και προσβαλλόμενες παραδοχές αυτού δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1042 του Α.Κ.
και τα διδάγματά της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία αυτής.- Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. Α.Π. 43/1990). Ενόψει αυτών, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938 το Εφετείο δέχθηκε, για τη στοιχειοθέτηση της καλής πίστης του αναιρεσίβλητου και του δικαιοπαρόχου του, "τη μη όχληση τους από το Δημόσιο, η οποία δεν επιφέρει και απώλεια της κυριότητας της εποικιστικής αυτής έκτασης εκ μέρους αυτού, γιατί σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις η κτήση της κυριότητας εκ μέρους του Δημοσίου επιφέρει αυτοδικαίως και την κτήση της νομής και της κατοχής", πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο αναιρετήριο για το αν ο πιο πάνω ισχυρισμός περί νόμιμης κτήσης της νομής του επίδικου ακινήτου από το Δημόσιο, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
και στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, προβλήθηκε νομίμως και με ποιο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας από τον εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων βαρύνουν τον ηττηθέντα Δήμο (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), πρέπει όμως να επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 ‘ ‘ Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων’ ‘ , κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-1-2014 αίτηση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) με την επωνυμία "Δήμος ..." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 431/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ