Legislator Case Law & Legislation
190/2016 AI generated

190/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 190/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

190/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): κυρίως για την αγορά των πιο πάνω πλοίων, το οποίο αυτές έλαβαν ως συνοφειλέτριες από τις συνδανείστριες τράπεζες "..." (Ολλανδική) και "..." (Βρεταννική), η πρώτη των οποίων (τραπεζών) απορροφήθηκε ακολούθως από την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...". Στο πιο πάνω κοινοπρακτικό δάνειο, πέραν των συνήθων εγγυήσεων για την αποπληρωμή του (π.χ.

Keywords

AI generated
common flat-rate scheme for farmers aid in the agricultural sector european Agricultural Guarantee Fund agricultural direct payments bank guarantee claim event fraud on creditors
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 190 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 190/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Ε. Λ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. - Α. Π. του Γ., επιχειρηματία, κατοίκου ... και διατηρούντος εμπορική κατοικία στην … και 2) εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία έχει τυπική μεν έδρα στην ..., πραγματική όμως έδρα στην…, νόμιμα εκπροσωπούμενης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αναγνωστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4284/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 637/2013 του Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-9-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 16-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις με αριθμούς .../21.7.2015 και .../21.7.2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιώς Ζ. Θ. προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, καθώς και της από 30/10/2014 κλήσεως προς συζήτηση αυτής, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής. Επομένως, εφ’ όσον ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε στην δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997)" αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο πρώτος ενάγων Θ. - Α. Π. και ο εναγόμενος Θ. Λ. υπήρξαν μέτοχοι καθένας κατά 50% της νομίμως εγκατασταθείσας στην Ελλάδα... αλλοδαπή ς εταιρείας (έδρα ...) "..."... Η εν λόγω αλλοδαπή εταιρεία διαχειριζόταν τα πιο κάτω δέκα πλοία, μεταφοράς κυρίως εμπορευματοκιβωτίων, πλοιοκτησίας των αντίστοιχων παρακάτω εταιρειών, μέτοχοι των οποίων (πλοιοκτητριών) ήταν ο εναγόμενος κατά ποσοστό 46,67%, ο πρώτος ενάγων κατά ποσοστό 33,33% και ο Η.

Κ., που εν προκειμένω δεν είναι διάδικος, κατά ποσοστό 25%, με διευθυντές δε αυτών τους ανωτέρω μετόχους τους...Την 11.7.1995 οι πιο πάνω δέκα πλοιοκτήτριες εταιρείες, οι εννέα πρώτες των οποίων είχαν καταστατική έδρα στη ..., ενώ η δέκατη απ’ αυτές καταστατική έδρα στη ... και όλες πραγματική έδρα στην Ελλάδα (...) όπου βρισκόταν και η διεύθυνση των γραφείων στην Ελλάδα της πιο πάνω εταιρείας "...", συνήψαν σύμβαση κοινοπρακτικού δανείου ύψους 85.000.000 δολαρίων Η.Π.Α.

κυρίως για την αγορά των πιο πάνω πλοίων, το οποίο αυτές έλαβαν ως συνοφειλέτριες από τις συνδανείστριες τράπεζες "..." (Ολλανδική) και "..." (Βρεταννική), η πρώτη των οποίων (τραπεζών) απορροφήθηκε ακολούθως από την τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...". Στο πιο πάνω κοινοπρακτικό δάνειο, πέραν των συνήθων εγγυήσεων για την αποπληρωμή του (π.χ.

υποθήκη επί των πλοίων, εκχώρηση ναύλων), οι προαναφερθέντες μέτοχοι των ως άνω δανειοληπτριών πλοιοκτητριών εταιρειών (πρώτος ενάγων, εναγόμενος και Η. Κ.) παρέσχον αυθημερόν (11.7.1995) προσωπική εγγύηση ...Ακολούθως, ενόψει της αναδιάρθρωσης του ανωτέρω κοινοπρακτικού δανείου και για την αποφυγή υπερημερίας των πιο πάνω δανειοληπτριών εταιρειών λόγω των εκ μέρους τους δυσχερειών αποπληρωμής του, συνήφθησαν μεταξύ των ιδίων συμβληθέντων στο ανωτέρω δάνειο μερών τρείς συμπληρωματικές συμφωνίες...την 14-7-1998, την 31.1.2000 και την 12.6.2002.

Στη συνέχεια λόγω της μερικής αδυναμίας των πάνω δανειοληπτριών εταιρειών εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των πάνω δανειοληπτριών εταιρειών από το ανωτέρω δάνειο πωλήθηκαν κατά το διάστημα από Οκτώβριο έτους 2002 έως Φεβρουάριο έτους 2003 τα πέντε από τα δέκα υπό τη διαχείριση της εταιρείας "..." πλοία και ειδικότερα τα πλοία "...", "...", "...", "..." και "...".

Ενόψει όμως της συνεχιζόμενης οικονομικής αδυναμίας των παραπάνω δανειοληπτριών για αποπληρωμή του ληφθέντος κοινοπρακτικού δανείου η ως άνω τράπεζα "...", εκ των δανειστριών τραπεζών, με την από 6.3.2003 επιστολή της προς τις δανειολήπτριες εταιρείες καθώς και τους προαναφερθέντες προσωπικούς εγγυητές του εν λόγω δανείου κατέστησε σαφές ότι τούτο αποτελούσε γεγονός υπερημερίας σύμφωνα με τη ρήτρα 10.1 της συναφθείσας δανειακής σύμβασης και τους ενημέρωσε ότι οι πιστωτές (δανείστριες τράπεζες) θα ασκήσουν τα προβλεπόμενα από τη σύμβαση δικαιώματα.

Ακολούθως η ίδια ("...") με την από 19.3-2003 επιστολή της προς τους ανωτέρω κατήγγειλε την εν λόγω δανειακή σύμβαση δηλώνοντας ότι είναι ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το προς αυτήν οφειλόμενο υπόλοιπο του ληφθέντος δανείου ανερχόμενο σε 13.786.103 δολάρια Η.Π.Α., ενώ ακολούθως εκπλειστηρίασε προς το σκοπό ικανοποιήσεως της ως άνω αξίωσης της τα εναπομείναντα υπό τη διαχείριση της εταιρείας "..." πλοία "...", "...", "...", "..." και "...".

Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως συνάγεται από την από 9-1-2003 επιστολή του ήδη εναγόμενου προς την "...", αυτός, αφού αρχικά αναφέρθηκε στα έσοδα από την πώληση των προαναφερθέντων πλοίων "...", "...", "...", "..." και "..." στη συνέχεια ο ίδιος (εναγόμενος) εγγράφως δήλωσε (εμμέσως) ότι το ανωτέρω ποσό των 13.786.103 δολάρια Η.Π.Α.

ήταν το υπόλοιπο της προς αυτήν οφειλής από το επίμαχο δάνειο. Ακολούθως, προδήλως λόγω του ότι πλέον δεν υπήρχαν άλλα πλοία υπό τη διαχείριση της αλλοδαπής εταιρείας "...", ανακλήθηκε...η παρασχεθείσα κατά τα ανωτέρω άδεια λειτουργίας του γραφείου της στην Ελλάδα, επακολούθησε δε η κατά το δίκαιο της ...ς...η έκδοση του από 1.6.2005 διατάγματος ανακλήσεως και λύσεως αυτής, όπως η τελευταία (λύση) προβλέπεται από το άρθρο 11 παρ.3 του ως άνω λιβεριανού νόμου.

Ειδικότερα,... κατά την παραπάνω διάταξη του λιβεριανού δικαίου με τη λύση της εταιρείας ως νομικού προσώπου τίθεται αυτή σε εκκαθάριση, η οποία παρατείνεται επί τριετία από τη λύση της εταιρείας μόνον προς το σκοπό ολοκλήρωσης αρξαμένων εντός του χρονικού αυτού διαστήματος δικαστικών αγώνων.

Συνεπώς, εν προκειμένω η παράταση της εκκαθάρισης της λυθείσας την 1.6.2005 κατά το λιβεριανό δίκαιο αλλοδαπής εταιρείας "..." επί τριετία, δηλαδή έως 2.6.2008, αφορούσε μόνον την ολοκλήρωση της αρξαμένης δίκης επί της υπό στοιχεία claim 2007 Follio No 1248 αγωγής της "..." κατ’ εκείνης στο Εμποροδικείο του Λονδίνου... Στο μεταξύ, η "..." ήγειρε την υπό στοιχεία claim 2003 Follio Νο 360 αγωγή της στο Εμποροδικείο του Λονδίνου...

κατά των τριών προαναφερθέντων προσωπικών εγγυητών του ως άνω δανείου για την πιο πάνω απαίτηση της απ’ αυτό, ενώ τελικά η ανωτέρω αγωγή εισήχθη προς συζήτηση στο πιο πάνω αλλοδαπό δικαστήριο μόνον κατά του ήδη εναγόμενου και του Η. Κ., προδήλως λόγω των μεσολαβησασών επιτυχών διαπραγματεύσεων μεταξύ του ήδη πρώτου ενάγοντος, ως ενός εκ των προσωπικών εγγυητών του εν λόγω δανείου, και εκείνης για τη ρύθμιση της υποχρεώσεως του απ’ αυτό περί της οποίας θα γίνει παρακάτω ειδικότερη μνεία.

Ακολούθως, το ως άνω αλλοδαπό δικαστήριο με την από 18.3.2005 απόφαση του υποχρέωσε τους εναγόμενους προσωπικούς εγγυητές ως προς τους οποίους εισήχθη η πιο πάνω αγωγή της "...", δηλαδή τον ήδη πρώτο εναγόμενο και τον Η. Κ., να καταβάλουν σ’ εκείνη καθένας εις ολόκληρον 5.714.334 δολάρια Η.Π.Α, που ήταν το εναπομένον μετά από τα παραπάνω (πωλήσεις-πλειστηριασμούς πλοίων) υπόλοιπο οφειλόμενο από το εν λόγω δάνειο ποσό.

Σημειωτέον ότι η ανωτέρω απόφαση του Εμποροδικείου του Λονδίνου κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα... Ακόμη, η "..." ήδη, προκειμένης της προαναφερθείσας απαίτησης της κατά των προσωπικών εγγυητών του επίμαχου δανείου, είχε υποβάλει κατά του πρώτου ενάγοντος, ως ενός από τους ως άνω προσωπικούς εγγυητές του ανωτέρω χορηγηθέντος δανείου, την από 19-3-2003, αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών...

για εγγραφή προσημείωσης επί του περιγραφομένου ακινήτου του στην ... προς εξασφάλιση της. Εν όψει της παραπάνω αίτησης της "..." για εγγραφή προσημείωσης στο ακίνητο του ήδη πρώτου ενάγοντος, προκειμένου δε να συνεχίσει αυτός ομαλά την επιχειρηματική του δραστηριότητα, προήλθε ο ίδιος σε διαπραγματεύσεις με την ως άνω τράπεζα για τη ρύθμιση των εκ του εν λόγω δανείου υποχρεώσεων του ως προσωπικού εγγυητή και τελικά την 20.10.2005 αυτός πλήρωσε την "..." 2.800.000 δολάρια Η.Π.Α.

με αποσταλέν ηλεκτρονικά τραπεζικό έμβασμα (swift) στο όνομα του και πιστωθέν στον ανοιγέντα με τη σύναψη του πιο πάνω δανείου τραπεζικό λογαριασμό της προαναφερθείσας εταιρείας .... Τούτο προκύπτει από το αντίγραφο της τράπεζας "...", με εντολέα πελάτη της τη δεύτερη ενάγουσα ..., πληρωμής εμβάσματος στο όνομα του ήδη πρώτου ενάγοντος για το ανωτέρω ποσό, που ακολούθως πιστώθηκε στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό, επιβεβαιώνεται δε από την 6.1.2006 απαντητική επιστολή προς τον ήδη εναγόμενο της "...", λόγω της αμφισβήτησης από τον τελευταίο της πιο πάνω καταβολής, όπου μάλιστα επισημαίνεται ότι γενόμενη η εκ μέρους του ήδη πρώτου ενάγοντος ολοσχερής τακτοποίηση της υποχρεώσεως του ως προσωπικού εγγυητή από το εν λόγω δάνειο με την πίστωση του ανωτέρω ποσού των 2.8οο.οοο δολαρίων Η.Π.Α.

υπερβαίνει το ποσοστό του 1/3 της συνολικής ευθύνης, που αναλήφθηκε από κοινού και εις ολόκληρον από καθένα των προαναφερθέντων τριών προσωπικών εγγυητών. Ως εκ τούτου ο ήδη πρώτος ενάγων απηλλάγη από την "..." των υποχρεώσεων του ως προσωπικού εγγυητή από το επίμαχο δάνειο, ενώ επακολούθησε, εφόσον δεν αμφισβητείται (261 ΚΠολΔ), συμβιβαστική ρύθμιση ανερχόμενη σε 500.000 δολάρια Η.Π.Α.

και της αναληφθείσας προσωπικής εγγύησης του Η. Κ. έναντι της ιδίας τράπεζας από τους κληρονόμους του, με αποτέλεσμα να απομείνει, πλέον, μόνος υπόχρεος προσωπικός εγγυητής τούτου (δανείου) έναντι της ο ήδη εναγόμενος. Σημειώνεται ότι με βάση την πιο πάνω κηρυχθείσα εκτελεστή στην Ελλάδα με την προαναφερθείσα υπ’ αρ. 4004/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά αλλοδαπή δικαστική απόφαση επισπεύσθηκε αναγκαστική εκτέλεση της τράπεζας με την επωνυμία "...", η οποία από την 1-7-2010 έγινε καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", κατά του ήδη εναγομένου, ως μόνου εναπομείναντος προσωπικού εγγυητή του εν λόγω δανείου, ...

για οφειλόμενο ποσό 1.835.297,60 ευρώ, πλέον εξόδων εκτελέσεως, ο πλειστηριασμός όμως των κατασχεθέντων αναγκαστικά περιγραφομένων οκτώ (8) ακινήτων του ματαιώθηκε την 4.5.2011 λόγω μη προσελεύσεως πλειοδοτών. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι με την υπ’ αριθμ. 2009 ΕWHC (QΒ)/2007 και με ημερομηνία εκδόσεως 22.4.2009 απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου- Τμήμα του Δικαστηρίου της Βασίλισσας, Εμπορικό Δικαστήριο...

του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, που εκδόθηκε επί της υπ’ αρ. φακέλου 2007 φύλλο 226 αγωγής της "... ..." κατά των πιο πάνω δέκα πλοιοκτητριών-δανειοληπτριών εταιρειών οι τελευταίες, που δικάσθηκαν ερήμην, υποχρεώθηκαν να της καταβάλουν το ποσό των 4-776.158,01 δολαρίων ΗΠΑ για οφειλή από τη σύμβαση του επίμαχου κοινοπρακτικού δανείου, καθώς και τα αναλογούντα δικαστικά έξοδα, επί πλέον δε αναγνωρίσθηκε ότι η "... ..." δεν υπέχει ευθύνη λόγω παραβίασης υποχρεώσεων που απορρέουν από την ως άνω σύμβαση δανείου, ενώ η πιο πάνω αλλοδαπή απόφαση κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα με την υπ’ αρ. 5785/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία, όπως είναι γνωστό στο Δικαστήριο αυτό (άρθρο 336 αρ.2 ΚΠολΔ), τελεσιδίκησε με την υπ’ αρ. 364/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Εξάλλου, ο πρώτος ενάγων ήδη από τις αρχές Ιανουαρίου του έτους 2003, προδήλως ενόψει της προαναφερθείσας κρίσιμης οικονομικής κατάστασης των πιο πάνω δανειοληπτριών εταιρειών, βρισκόταν σε αλληλογραφία με τον εναγόμενο και τον Η. Κ. προσφερόμενος είτε να απεμπλακεί από τις μετοχές του στην ως άνω εταιρεία "..." και το μερίδιο συμμετοχής του στις πιο πάνω πλοιοκτήτριες εταιρείες των πάνω πλοίων με πώληση τους σ’ εκείνους απ’ αυτόν, είτε ο ίδιος να αγοράσει έναντι ενός (1) δολαρίου Η.Π.Α.

τις αντίστοιχες μετοχές του εναγομένου και τα μερίδια συμμετοχής των εταίρων (εναγομένου και Η. Κ.), ώστε να παραμείνει μόνος μέτοχος της πιο πάνω εταιρείας και μοναδικός εταίρος των παραπάνω πλοιοκτητριών εταιρειών και να ηγηθεί αυτών. Ακολούθως, μετά από μερικές ημέρες, ο εναγόμενος και ο Η. Κ. αποδέχθηκαν εγγράφως τους όρους της πιο πάνω προσφοράς του πρώτου ενάγοντος, δηλαδή να αγοράσουν έναντι ενός (1) δολαρίου Η.Π.Α.

τις αντίστοιχες μετοχές και μερίδια συμμετοχής του, όμως ο μεν εναγόμενος έθεσε ως προϋπόθεση τούτου τη συμφωνία με τις δανείστριες τράπεζες, ενώ ο Η. Κ. επισήμανε σ’ αυτόν (πρώτο ενάγοντα) ότι το ως προς το θέμα των παρασχεθεισών προς τις δανείστριες Τράπεζες προσωπικών εγγυήσεων δεν είχε γνώμη, διότι τούτο αφορούσε αποκλειστικά αυτές.

Τελικά, ο πρώτος ενάγων απέστειλε στην πιο πάνω εταιρεία "..." την από Μαρτίου 2003 επιστολή του, την οποία γνωστοποίησε στον εναγόμενο, όπου δήλωσε ότι παραιτείται από διευθυντής των παραπάνω πλοιοκτητριών δανειοληπτριών εταιρειών. Περαιτέρω, ο πρώτος ενάγων ήδη από 23.8.2001 ήταν, παράλληλα με την προαναφερθείσα επιχειρηματική δράση του, εκπρόσωπος του γραφείου στην Ελλάδα της νομίμως εγκατασταθείσας κατά τους Α.Ν. 89/1967, 378/1968 και Ν.27/1975 αλλοδαπής εταιρείας (έδρα ...) "...", δεύτερης ενάγουσας,...που ήταν αυτοτελής και διακριτή εταιρεία από την εταιρεία "..." συναφούς μεν επιχειρηματικού αντικειμένου (διαχείρισης πλοίων) όμως κατ’ ουσίαν συμφερόντων του ιδίου.

Η άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα της εν λόγω εταιρείας ("..."), ακολούθως, ανακλήθηκε...ενώ στη συνέχεια αυτή έλαβε νέα άδεια εγκατάστασης γραφείου της στην Ελλάδα με την υπ’ αρ. 3122.1/ 3553/5/24097/11-2-2004 όμοια (Φ.Ε.Κ. 23/ΤΑΠΣ/20.2.2004) με επιχειρηματικό αντικείμενο εργασιών την εν γένει διαχείριση πλοίων, ειδικότερα δε, μεταξύ άλλων, τη σύναψη συμβάσεων ναυλώσεων, τη μεσιτεία για τη ναύλωση πλοίων, τη μεσιτεία σε αγοραπωλησίες πλοίων και τη μεσιτεία για ναυπήγηση, μετασκευή ή επισκευή σε ναυπηγεία (ελληνικά ή ξένα) πλοίων, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι καθ’ οιονδήποτε χρόνο της λειτουργίας της διαχειριζόταν εν αγνοία της εταιρείας "..." πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων υπό τη διαχείριση της τελευταίας, όπως ο εναγόμενος αβάσιμα υποστηρίζει.

Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί ότι ναι μεν στην από 20.10.2005 πράξη αποδέσμευσης/ εγγύησης (...), που υπογράφηκε από τις τράπεζες "..." και "..." ως δανειστών και, μεταξύ άλλων, των πλοιοκτητριών εταιρειών "...", "...", "...", ως εγγυητριών, θυγατρικών εταιρειών της "...", του από 9-10-2003 συμφωνητικού διακανονισμού-εκχώρησης με αναστολή (...) μεταξύ της εκ των παραπάνω πλοιοκτητριών ...

και, πλην άλλων, των ανωτέρω τραπεζών εταιρειών, αναγράφεται στο προοίμιο της ως διεύθυνση των ανωτέρω εγγυητριών εταιρειών εκείνη της "...", τούτο όμως κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 αρ.4 ΚΠολΔ) δεν οδηγεί αναγκαίως στο συμπέρασμα ότι η διαχείριση των πλοίων των εν λόγω πλοιοκτητριών από τη δεύτερη ενάγουσα γινόταν απ’ εκείνη ανταγωνιστικά κατά το χρόνο της νόμιμης λειτουργίας της στην Ελλάδα και εν αγνοία της εταιρείας "...".

Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω από 9.10.2003 συμφωνητικό διακανονισμού-εκχώρησης με αναστολή αφορούσε την επίμαχη από 11.7.1995 σύμβαση δανείου, ούτε ότι η ως άνω από 20.10.2005 πράξη αποδέσμευσης εγγύησης συνδεόταν με την προαναφερθείσα απαλλαγή του πρώτου ενάγοντος από τις υποχρεώσεις του ως προσωπικού εγγυητή από το επίμαχο δάνειο, όπως ο εναγόμενος αβάσιμα υποστηρίζει.

Με αφορμή το επίμαχο δάνειο οι δέκα προαναφερθείσες πλοιοκτήτριες-δανειολήπτριες εταιρείες (... ..., ..., ..., ..., ..., ...) ισχυριζόμενες αρχικά με τις πιο κάτω υπό στοιχ.1 & 2 αγωγές ότι όχι μόνον δεν όφειλαν απ’ αυτό (δάνειο), αλλά ότι υπήρξε και συμπαιγνία σε βάρος τους, μεταξύ άλλων, των δανειστριών τραπεζών, ώστε να απωλέσουν τα προαναφερθέντα δέκα πλοία τους με δόλιες πωλήσεις και πλειστηριασμούς, συνακόλουθα δε να αποστερήσουν απ’ αυτά τη διαχειρίστρια τούτων "...", ισχυρισμούς που ακολούθως με τις παρακάτω υπό στοιχ. 3 και 4 αγωγές εξειδίκευσαν σε δόλια συνεργασία των ήδη εναγόντων με την εκ των πιο πάνω τραπεζών "..." με παράνομη χρηματοδότηση δια των πιο πάνω δολίων πωλήσεων και πλειστηριασμών των δέκα πλοίων τους τη ναυπήγηση νέων πλοίων (..., ...) για λογαριασμό της δεύτερης εκ των ήδη εναγόντων εταιρείας "...", υπέβαλαν τις ακόλουθες αγωγές, με τις οποίες επικαλούμενες αδικοπραξία ζητούσαν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης : 1) Την υπ’ αρ.

εκθ. κατ. 8980/16.11.2004 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά, μεταξύ άλλων, των δανειστριών τραπεζών "..." και "...", άλλων αλλοδαπών τραπεζών και της δικηγορικής εταιρείας ... των Άγγλων δικηγόρων των δανειστριών τραπεζών, απευθύνθηκε δε αυτή συνολικά κατά 6 εναγομένων. 2) Την υπ’ αρ. 7203/29.9-2005 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά, μεταξύ άλλων, των δανειστριών τραπεζών "..." και "..." και άλλων αλλοδαπών τραπεζών, απευθύνθηκε δε αυτή συνολικά κατά 22 εναγομένων αλλοδαπών και ημεδαπών νομικών και φυσικών προσώπων, 3) Την υπ’ αρ.

εκθ. κατ. 8500/24.10.2006 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά, μεταξύ άλλων, των δανειστριών τραπεζών "..." και "...", άλλων αλλοδαπών τραπεζών, των ήδη εναγόντων και της δικηγορικής εταιρείας ... των Άγγλων δικηγόρων των δανειστριών τραπεζών, απευθύνθηκε δε αυτή συνολικά κατά 21 εναγόμενων αλλοδαπών και ημεδαπών νομικών προσώπων. 4) Την από 26.3.2007 υπ’ αρ.

εκθ. κατ. 2817/2007 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά κατά, μεταξύ άλλων, των δανειστριών τραπεζών "..." και "...", άλλων αλλοδαπών τραπεζών, των ήδη εναγόντων και της δικηγορικής εταιρείας ... των Άγγλων δικηγόρων των δανειστριών τραπεζών, απευθύνθηκε δε αυτή συνολικά κατά 22 εναγόμενων αλλοδαπών και ημεδαπών νομικών και φυσικών προσώπων.

Πρέπει να σημειωθεί, εφόσον δεν αμφισβητείται (261 ΚΠολΔ), ότι ως προς τρεις πρώτες παραπάνω αγωγές (υπό στοιχ.1, 2, 3) οι παραπάνω ενάγουσες εταιρείες παραιτήθηκαν, ενώ η συζήτηση της τέταρτης απ’ αυτές (υπό στοιχ. 4) ματαιώθηκε κατά την ημερομηνία της δικασίμου (23.10.2007), χωρίς έκτοτε να επαναφερθεί για συζήτηση.

Περαιτέρω, οι ως άνω πλοιοκτήτριες - δανειολήπτριες εταιρείες καθώς και η εταιρεία "..." με την από 13-1.20H εξώδικη δήλωση τους, την οποία απηύθυναν προς τους α) ήδη ενάγοντες, που την παρέλαβαν την 14.1.2011, β) την τράπεζα με την επωνυμία "...", ως καθολική διάδοχο της τράπεζας "..." και γ) τη δικηγορική εταιρεία ..., ισχυρίστηκαν τα ίδια με τα όσα αναφέρονταν στις ανωτέρω αγωγές τους, αμφισβητώντας επί πλέον την εκ μέρους του πρώτου ενάγοντος καταβολή ποσού 2.800.000 δολαρίων Η.Π.Α.

στην τράπεζα "...", όπως προαναφέρθηκε, ζήτησαν δε, μεταξύ άλλων, να τους μεταβιβασθούν τα, κατ’ αυτούς, ήδη δολίως πωληθέντα και εκπλειστηριασθέντα ως άνω δέκα πλοία καθώς και τα χρηματοδοτηθέντα παρανόμως δι’ αυτών νέα ναυπηγηθέντα πλοία και να ανασκευασθεί ο ψευδής ισχυρισμός περί της καταβολής από τον ήδη πρώτο ενάγοντα προς την τράπεζα "..." του ποσού των 2.800.000 δολαρίων Η.Π.Α. ...

Όμως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι περί την 17.6.2011 οι ενάγουσες έλαβαν ταχυδρομικά επιστολή υπογραφόμενη από το δικηγόρο κ. Π. σε νόμιμη μετάφραση από την Αγγλική συνοδευόμενη από το κείμενο της στην Αγγλική με αρίθμηση του από την σελίδα 5 έως την σελίδα 27, που αφορούσε το επίμαχο δάνειο, στο προοίμιο της οποίας αυτός δήλωνε ότι είχε λάβει σχετική εντολή, εκτός από την "..." και τις προαναφερθείσες δέκα πλοιοκτήτριες εταιρείες που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, από τον εναγόμενο ως διευθυντή του ομίλου "...".

Σημειώνεται ότι η παραπάνω επιστολή εστάλη περί την 20.6.2011 και προς τους δικηγόρους Πειραιά Θ. Σ. και Π. Π., όπως προκύπτει από την από 20-7-2011 απαντητική επιστολή τους προς το δικηγόρο των εναγόντων Νίκο Αναγνωστόπουλο, προδήλως, διότι εκείνοι κατά το παρελθόν είχαν εκπροσωπήσει τις παραπάνω δανείστριες τράπεζες.

Η εν λόγω επιστολή, λαμβανομένων υπόψη και των θεωρουμένων από τους ενάγοντες ως συκοφαντικών γεγονότων, είχε, μεταξύ άλλων, το πιο κάτω περιεχόμενο: "...Το 2001, ο επονείδιστος πρόεδρος της καταρρέουσας ...., κος M. L., συνωμότησε με άλλους αδίστακτους τραπεζίτες της ..., της ..., της ..., της ... και της ..., προκειμένου να αποκτήσουν ανέξοδα την ναυτιλιακή επιχείρηση του Ομίλου ....

Οι τραπεζίτες ανέμεναν να επωφεληθούν των υψηλών κερδών του Ομίλου ... και της ανατίμησης της αξίας των πλοίο)ν του, η οποία αναμενόταν να προκόψει στην ισχυρώς ανοδική αγορά της περιόδου 2003-2008. Ο κύριος στόχος των τραπεζιτών ήταν να θέσουν τα πλοία της ... ως εγγύηση για νέα δάνεια, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την αγορά έξι νέων πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, ήτοι των πλοίων ..., ...

και .... To σχέδιο θα πραγματοποιείτο με την προαπαιτούμενη συνδρομή του διευθυντή της ... κου Θ. Π., ο οποίος επρόκειτο να παραμείνει ως ο μόνος διευθυντής του Ομίλου, ώστε να τον "τρέχει" για λογαριασμό των τραπεζιτών...Προς τούτο, οι τραπεζίτες σχεδίασαν να βάλουν την ... να προβεί εκβιαστικώς σε ασφαλιστικά μέτρα, αγωγές και αναγκαστικές εκτελέσεις σε βάρος των άλλων δύο διευθυντών και μετόχων του Ομίλου, κ.κ Θ.

Λ. και Η. Κ., προκειμένου να τους αναγκάσουν να παραιτηθούν από τις θέσεις τους και τα συμφέροντα τους στον Όμιλο... τον Οκτώβριο του 2001... οι τραπεζίτες συνήψαν στο όνομα της ... σύμβαση ναυπηγήσεως για την αγορά των νεότευκτων πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων ... Ο κος Π. συνέδραμε τους τραπεζίτες να χρησιμοποιήσουν την ...

τόσο ως επιχειρηματικό όχημα, όσο και για τη συγκάλυψη του σχεδίου. Ο κος Π. παρέλειψε να γνωστοποιήσει αυτή τη σύμβαση ναυπηγήσεως προς τους κ.κ Θ. Λ. και Η. Κ.. Οι εδρεύουσες στη Νήσο του … εταιρείες ... και ... οι οποίες ανήκαν εξ ολοκλήρου στους τραπεζίτες ορίστηκαν ως "πλοιοκτήτριες" των δύο πλοίων. Περαιτέρω, οι ως άνω εταιρείες ...

εφέροντο να εδρεύουν στη διεύθυνση της ..., ... Ελλάδα. Μολαταύτα, η ... αγνοούσε παντελώς ακόμα και την ύπαρξη των εταιρειών ......Η αγορά των πλοίων ... χρηματοδοτήθηκε από τις χρηματοδότριες της ... τράπεζες ... και ..., οι οποίες χορήγησαν προς τις εταιρείες ... δύο δάνεια συνολικού ύψους 70.992.000 δολ. ΗΠΑ. Τα δάνεια εξασφαλίστηκαν με άτυπες (μη εγγεγραμμένες) (equitable non registered) υποθήκες στα πλοία της ....

Οι εν λόγω υποθήκες συνομολογήθηκαν από τον κο Π., προκειμένου να δυνηθούν οι εταιρείες ... να λάβουν χρηματοδότηση προ της παραδόσεως των πλοίων ... Έτσι, τα δάνεια των 70.992.000 δολλ. ΗΠΑ εξασφαλίστηκαν με περιουσιακά στοιχεία που υφαρπάχθηκαν από την ... ... Οι ενέργειες που περιγράφονται ανωτέρω συνιστούν επιχείρηση ξεπλύματος χρήματος και καθιστούν και την ...

και την [τράπεζα] ... συνεργούς στο παράνομο σχέδιο των τραπεζιτών για τον Όμιλο ... Η ... διοικείται από τον κο Π. αλλά ελέγχεται πλήρως από τους τραπεζίτες....Η ... ήταν άγνωστη στην κλειστή ναυτιλιακή αγορά και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να διαχειριστεί επικερδώς τα πλοία. Αντίθετα, η ... είχε καθιερωθεί ως ένας παγκόσμιος διαχωριστής [πλοίων] εμπορευματοκιβωτίων και τα πλοία της ήταν αποδεκτά απ’ όλους τους μεγάλους ναυλωτές.

Για τον λόγο αυτό ο κος Π. και η ... ανέφεραν ψευδώς ότι οι εταιρείες ... είχαν την πραγματική τους έδρα στα γραφεία της ... και όχι της ...... το δάνειο είχε αποπληρωθεί σύμφωνα με το πρόγραμμα που αναφερόταν στη σύμβαση του δανείου...Οι τραπεζίτες στρατολόγησαν τον κο Π. για να υποβάλλουν μια "φιλική" πρόταση εξαγοράς....Οι όροι της προσφοράς υποδηλώνουν ότι ο κος Π.

είχε λάβει τις ευλογίες της ... πριν υποβάλει την πρόταση του, καθώς το υπόλοιπο του δανείου, που βρισκόταν σε εκκρεμότητα, ήταν αμελητέο, η προσφορά υποστήριζε το σχέδιο των τραπεζιτών να εξαγοράσουν τον Όμιλο χωρίς κανένα κόστος...Σε αντίθεση με τις προσδοκίες των τραπεζιτών, η "φιλική" πρόταση εξαγοράς του κου Π.

εν τέλει απέτυχε διότι οι μετοχές που κατείχε εξαγοράστηκαν από τον κο Λατσούδη...Το εκπλειστηρίασμα των 12.495.722,70 δολ. ΗΠΑ που έλαβε η ... μεταφέρθηκε... στον τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό ... επ’ ονόματι της συνδεδεμένης με την ... εταιρείας .... Αυτός...ήταν ένας μυστικός τραπεζικός λογαριασμός που είχε ανοίξει στην ...

ο εξερχόμενος διευθυντής της ... κος Θ. Π. για να σταματήσει τις εισπράξεις από τους πλειστηριασμούς και να τις κατευθύνει στους υποδειχθέντες από τους τραπεζίτες λογαριασμούς.... ο λογαριασμός αυτός χρησιμοποιήθηκε από τον κο Π. για την πληρωμή των εταιρικών τελών και άλλων εξόδων που τιμολογήθηκαν στον Άγγλο δικηγόρο της ...

τον κο F. D. .... Ο κος Π. άνοιξε επίσης έναν δεύτερο μυστικό τραπεζικό λογαριασμό [τον] ... επ’ ονόματι της συνδεδεμένης με την ... εταιρείας .... O λογαριασμός αυτός χρησιμοποιήθηκε κυρίως για την καταγραφή φανταστικών μεταφορών κεφαλαίων που υποτίθεται πως έγιναν σχετικά με τις κίβδηλες ιδιωτικές πωλήσεις των πλοίων ..., ....

Ο κος Π. συνέχισε να κινεί μυστικά τους ανωτέρω τραπεζικούς λογαριασμούς σύμφωνα με τις οδηγίες των τραπεζιτών, πολύ μετά την παραίτηση του... Οι τραπεζίτες ...απέκτησαν εμμέσως τον έλεγχο του Ομίλου ... μέσω της εταιρείας ... ..., που διοικούσε ο Π.. ..η ... ανήκε εξ ολοκλήρου στους τραπεζίτες. Παρ’ όλα αυτά εμφανιζόταν στην αγορά, ως μέλος του Ομίλου ....

H ... δήλωνε επίσης ότι οι εδρεύουσες στη Νήσο του … εταιρείες ..., ... οι οποίες είχαν δηλωθεί ως "πλοιοκτήτριες" των πλοίων ... και ... ήταν θυγατρικές της ... και ότι καθώς η ... ήταν άγνωστη στην κλειστή αγορά των εμπορευματοκιβωτίων, προέβη στις ψευδείς αυτές δηλώσεις προκειμένου να εξασφαλίσει την επικερδή διαχείριση των πλοίων επ’ ονόματι της ..., για το λόγο δε αυτό, η ...

δήλωσε στην αγορά ότι τα τέσσερα νέα πλοία είχαν τεθεί υπό τη διαχείριση της ..., ότι για να λάβουν χρηματοδότηση για τα τέσσερα πλοία πριν την παράδοση τους, οι τραπεζίτες προκάλεσαν την λήψη αποφάσεων από τις χρηματοδότριες τράπεζες της ..., ήτοι τις ..., ... και ... για την παροχή δανείων 30.000.000 Δολλ. ΗΠΑ στις 19.10.2003 και 200.000.000 Δολλ.

ΗΠΑ στις 21.4.2004. To πρώτο δάνειο εξασφαλίστηκε με υποθήκες επί των ανεκτημένων πλοίων της ..., ... και ..., ότι το δεύτερο δάνειο εξασφαλίστηκε με υποθήκες επί των ανεκτημένων πλοίων της ... ..., ..., ότι, συνεπώς, τα δάνεια των 230.000,000 Δολλ. ΗΠΑ που κάλυψαν το κόστος κτήσης των πλοίου ... και ... εξασφαλίστηκαν επί των κλεμμένων πλοίων της .....ο κος Π.

ήταν συνεργός στο δόλιο σχέδιο εξαγοράς των τραπεζών... γνώριζε ότι το δάνειο είχε αποπληρωθεί και ότι η προσωπική του εγγυητική ευθύνη είχε, κατά συνέπεια, παύσει. Επομένως, η "καταβολή τοις μετρητοίς" των 2.800.000 δολλ. ΗΠΑ που φέρεται να έκανε ο κος Π. προς την ... στις 25.10.2005 ήταν μια εικονική συναλλαγή που συνήφθη χωρίς αντάλλαγμα προκειμένου να παραπλανήσει η ...

το Δικαστήριο του Λονδίνου σχετικά με την αναθεωρημένη "ελειμματική" απαίτηση της των 2.932.781,22 δολλ. ΗΠΑ.

Συνεπώς, ο ανωτέρω συμβιβασμός είναι μια δόλια συναλλαγή και η αντίστοιχη ενημερωτική κατάσταση που χορήγησε η κα B. αποτελεί πλαστογραφία που υποστηρίζει την απάτη αυτή...". Στο τέλος της παραπάνω επιστολής ζητήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: 1) Από τις αναγραφόμενες σ’ αυτό τράπεζες να προβούν σε αποκατάσταση της ...

ως νομίμου ιδιοκτήτη των πλοίων ... και ... και να αναχρηματοδοτηθούν απ’ εκείνες αυτά για λογαριασμό της (...) και 2) να τεθεί τέλος από την ... στα παράνομα ναυλοσύμφωνα των πλοίων ..., ... και ..., ενώ αυτή (επιστολή) κατέληγε ότι σε περίπτωση μη τήρησης τούτων εντός 14 ημερών, θα κατατεθεί από τους εντολείς του ανωτέρω δικηγόρου έγκληση για όλες τις περιγραφόμενες σ’ αυτή παράνομες πράξεις.

Όμως, τα πιο πάνω αναφερόμενα στην εν λόγω επιστολή γεγονότα ήταν ψευδή, αφού με βάση όλα τα προαναφερθέντα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: 1) Η πτώση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Εταιρείας "... ..." οφειλόταν στο γεγονός της σταδιακά επιδεινούμενης από το έτος 1997 περίπου κακής οικονομικής κατάστασης της, που οδήγησε τελικά, παρά τις γενόμενες πωλήσεις και τους εκπλειστηριασμούς των πιο πάνω υπό τη διαχείριση της πλοίων προς εξόφληση του χορηγηθέντος σ’ αυτές κοινοπρακτικού δανείου των 85.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., στην καταγγελία τούτου απ’ εκείνη και δεν οφειλόταν σε δόλια και κρύφια συνεργασία των εναγόντων με την τράπεζα "...", ώστε να περιέλθουν σε υπερημερία οι δανειολήπτριες δέκα πλοιοκτήτριες εταιρείες και να πωληθούν/ εκπλειστηριασθούν τα πλοία τους με απώτερο σκοπό την υφαρπαγή τα)ν πλοίων των εν λόγω πλοιοκτητριών, που διαχειριζόταν η εταιρεία "... ...", μέσω της πωλήσεως και των πλειστηριασμών αυτών. 2) Η δεύτερη ενάγουσα εταιρεία "..." είχε ξεχωριστή και ανεξάρτητη εμπορική δραστηριότητα απ’ εκείνη της εταιρείας "... ...", υπήρξε δε δημιούργημα του πρώτου ενάγοντος με επιχειρηματική δραστηριότητα περί την εν γένει διαχείριση (σύναψη συμβάσεων ναυλώσεων, μεσιτεία για τη ναύλωση πλοίων, μεσιτεία σε αγοραπωλησίες πλοίων και μεσιτεία για ναυπήγηση πλοίων) και όχι δημιούργημα της τράπεζας "..." αποτελώντας δήθεν το όχημα για να μεταφερθούν σ’ αυτήν υφαρπαγείσες εμπορικές δραστηριότητες της εταιρείας "... ...".

Άλλωστε, η ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία είχε λυθεί κατά το λιβεριανό δίκαιο ήδη από 1.6.2005, ελλείψει πλέον, κατ’ ουσίαν, αντικειμένου λόγω της προηγηθείσας πώλησης και του εκπλειστηριασμού όλων των υπό τη διαχείριση της πλοίων, ως εκ τούτου δε δεν λειτουργούσε, ενώ η επί τριετία παράταση της εκκαθάρισης αυτής έκτοτε, δηλαδή έως 2.6.2008, αφορούσε μόνον την ολοκλήρωση της αρξαμένης δίκης επί της υπό στοιχεία claim 2007 Follio No 1248 αγωγής της "..." εναντίον της στο Εμποροδικείο του Λονδίνου (High Court of Justice, Queen Bench Division, Commercial Courty. 3) ο πρώτος ενάγων είχε απαλλαγεί από την παρασχεθείσα εκ μέρους του προσωπική εγγύηση του επίμαχου χορηγηθέντος στις δέκα πλοιοκτήτριες εταιρείες κοινοπρακτικού δανείου, αφού κατέβαλε για το λόγο αυτό στη "..." ποσό 2.800.000 δολαρίων Η.Π.Α.

με αποσταλέν ηλεκτρονικά τραπεζικό έμβασμα στο όνομα του, που πιστώθηκε στον ανοιγέντα με τη σύναψη του πιο πάνω δανείου τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας ..., το οποίο ήταν γνήσιο και όχι πλαστό. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες συνεργάστηκαν δολίως και κρυφίως με τις πιο πάνω δανειδότριες τράπεζες, ώστε να καταρρεύσει ο στόλος της εταιρείας "... ...", αφού τούτο είχε ήδη συμβεί με την προηγηθείσα πώληση/εκπλειστηριασμό όλων των υπό τη διαχείριση της πλοίων λόγω της εκ του επίμαχου δανείου οφειλής.

Ούτε, συνακόλουθα, ότι χρησιμοποιήθηκαν τα ήδη πωληθέντα/ εκπλειστηριασθέντα δέκα πλοία ως εγγύηση για νέα δάνεια από την τράπεζα "..." και τις τράπεζες "...", "...", "...", "..." και "...", για να χρηματοδοτηθεί η αγορά και ναυπήγηση έξι άλλων νέων πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων (..., ... ...). Περαιτέρω, ο εναγόμενος γνώριζε ότι τα ως άνω αναφερόμενα στην εν λόγω επιστολή γεγονότα ήταν ψευδή λόγω της δραστήριας επιχειρηματικής ανάμειξης του στην εταιρεία "... ..." ως πλειοψηφών μέτοχός της έως τη λύση της και της επακολουθήσασας μετά ταύτα μακράς αντιδικίας με τους ενάγοντες.

Τέλος, το ψευδές περιεχόμενο της ανωτέρω επιστολής τέθηκε υπόψη τρίτων προσώπων και ειδικότερα των προαναφερθέντων δικηγόρων.

Συνεπώς, συντρέχει περίπτωση συκοφαντικής δυσφήμησης κατά την έννοια του άρθρου 363ΠΚ, αφού όλα τα πιο πάνω ισχυρισθέντα από τον εναγόμενο στην ανωτέρω από Ιουνίου 2011 επιστολή ενώπιον τρίτων ήταν συκοφαντικά. Ο από το άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ ισχυρισμός του εναγομένου ότι πρόκειται περί εκδηλώσεων που έγιναν για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων του, για τη διαφύλαξη δικαιώματος του ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 367 παρ.2 περ.

α’ ΠΚ, εφόσον οι ως άνω εκδηλώσεις του περιείχαν τα συστατικά του άρθρου 363ΠΚ, δηλαδή ήταν συκοφαντικές. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι οι ενάγοντες από την παραπάνω αδικοπραξία του εναγομένου υπέστησαν ηθική βλάβη, εφόσον, εμφανιζόμενοι απ’ εκείνον ως απατεώνες και συμπράττοντες στη διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων, προσβλήθηκε η προσωπικότητα τους ειδικότερα δε του μεν πρώτου απ’ αυτούς ως επιχειρηματία και της δεύτερης απ’ αυτούς ως εταιρείας, ενώ συνακόλουθα επλήγη η εμπορική πίστη τους και η επιχειρηματική -επαγγελματική υπόληψη τους.

Έτσι το Δικαστήριο αυτό εκτιμώντας τη βαρύτητα και το βαθμό της προκείμενης προσβολής από υπαιτιότητα του εναγόμενου, τις εν γένει συνθήκες της, την επαγγελματική δραστηριότητα και την περιουσιακή κατάσταση των εναγόντων, που προσβλήθηκαν, και του εναγόμενου, ο οποίος ενήργησε την προσβολή, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί σ’ αυτούς για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την προσβολή της προσωπικότητας τους, συνολικώς το χρηματικό ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, δηλαδή δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ στον καθένα, που θεωρεί εύλογο.

Επομένως, η κρινόμενη από 7.7.2011 αγωγή, που είναι νόμιμη κατά τις προεκτεθείσες στις ανωτέρω υπό στοιχ. 1 και 2 μείζονες σκέψεις διατάξεις και εκείνες των άρθρων 346 AK, 70 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον κάθε ενάγοντα δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση...

Τέλος, ανεξαρτήτως της ως άνω κρίσης του Δικαστηρίου αυτού για τις μη σοβαρές υπόνοιες πλαστογραφίας, σύμφωνα με τα ανωτέρω, του από 20.10.2005 τραπεζικού εμβάσματος, με το οποίο ο πρώτος ενάγων πλήρωσε στην "..." 2.800.000 δολάρια Η.Π.Α, με αποσταλέν ηλεκτρονικά τραπεζικό έμβασμα (swift), στο όνομα του και πιστωθέν στον ανοιγέντα με τη σύναψη του πιο πάνω δανείου τραπεζικό λογαριασμό της προαναφερθείσας εταιρείας ..., εφόσον καταγγέλθηκε, από τον εναγόμενο, δια της ασκηθείσας από 30.10.2012 ...

εφέσεως του, εγκληματική πράξη διωκόμενη αυτεπαγγέλτως και ειδικότερα η πλαστότητα του ανωτέρω από 20.10.2005 ηλεκτρονικού εμβάσματος (swift), πρέπει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 38 ΚΠΔ,... να διαταχθεί με επιμέλεια της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, η διαβίβαση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιά υπηρεσιακών αντιγράφων του πιο πάνω προσβληθέντος ως πλαστού εγγράφου, της ως άνω εφέσεως, των πρακτικών και της παρούσας απόφασης".

Με τις παραδοχές αυτές, στη συνέχεια, το Εφετείο, δεχόμενο μερικώς την αγωγή, υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα, να καταβάλει σε καθένα από τους αναιρεσιβλήτους το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες με τον πρώτο λόγο της εφέσεως ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τους οποίους ο πρώτος αναιρεσίβλητος ματαίωσε δολίως και παρανόμως και συνεχίζει να παρεμποδίζει την αναβίωση της ..., μετά τη λύση της, στα πλαίσια μυστικής συμφωνίας του με την τράπεζα ...., με σκοπό το ακαταδίωκτο αυτής από την απαίτηση της ...

εναντίον της, ποσού 28.946.300 ευρώ και οι οποίοι ισχυρισμοί του ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην κατάφαση ή όχι της ευθύνης του για συκοφαντική δυσφήμηση, εφόσον οδηγούν στο συμπέρασμα για ύπαρξη παράνομων μυστικών συμφωνιών ανάμεσα στον πρώτο αναιρεσίβλητο και τις δανείστριες τράπεζες του ομίλου ... και συνακόλουθα ότι οι περιεχόμενοι ισχυρισμοί στην επιστολή του πληρεξούσιου δικηγόρου του Κ.

Π. δεν ήταν δυσφημιστικοί, αλλά αντίθετα ανταποκρίνονται στην αλήθεια και διατυπώθηκαν από αυτόν (αναιρεσείοντα), ως πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της ... και μέτοχο αυτής από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Όμως, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς ισχυρισμοί, καταλυτικοί του ασκηθέντος δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, αλλά αιτιολογημένες αρνήσεις, με τις οποίες επαναλαμβάνονται κατά τα ουσιώδη σημεία τους οι κριθέντες από το δικαστήριο, ως συκοφαντικοί ισχυρισμοί, καθώς και επιχειρήματα προς συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος αντίθετου με εκείνο στο οποίο κατάληξε το δικαστήριο.

Εντεύθεν, δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, ενώ αλυσιτελώς γίνεται σύνδεση τους με την επίκληση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του αναιρεσείοντος, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε ότι η επίμαχη συμπεριφορά του έφερε το χαρακτήρα συκοφαντικής δυσφήμησης των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος. Ανεξαρτήτως τούτου, σημειώνεται, ότι όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τους επίμαχους ισχυρισμούς, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν.

Επίσης, με μέρος (στοιχείο β’ ) του δεύτερου λόγου της αιτήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αυτή ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους εμπεριεχόμενους στο δεύτερο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος ισχυρισμούς, σύμφωνα με τους οποίους οι αναιρεσίβλητοι ήδη από το 2000 οικειοποιούντο παράνομα την επωνυμία, τη φήμη, την πιστοληπτική ικανότητα, την έδρα και το φαξ της ..., ασκούσαν ανταγωνιστική προς αυτήν επιχείρηση διαχείρισης πλοίων, χρησιμοποίησαν παράνομα για λογαριασμό τους την ...

για να εκναυλώσουν στην εταιρεία ... τα αναφερόμενα έξι πλοία, ότι την εγγύηση της εταιρείας ... προς τις πλοιοκτήτριες των εν λόγω πλοίων εκχώρησαν οι τελευταίες προς τις δανειοδοτούσες τράπεζες, μεταξύ των οποίων και η συνδανείστρια του ομίλου ... τράπεζα ..., γεγονός που αποδεικνύει την οικειοποίηση από τους αναιρεσιβλήτους της πιστοληπτικής ικανότητας της ..., οι δε λαθρόβιες αυτές δραστηριότητες ήσαν γνωστές και έγιναν σε συμφωνία με τη δανείστρια του ομίλου ...

τράπεζα ..., καθώς και ότι οι πλοιοκτήτριες εταιρείες των πλοίων ... υπέγραψαν εκχώρηση με αναστολή σε ασφάλεια της απαίτησης της ... κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου για το δάνειο που είχαν λάβει οι εταιρείες του ομίλου .... Ωσαύτως, με μέρος του τρίτου λόγου, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αυτή ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους εμπεριεχόμενους στον τρίτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος ισχυρισμούς, σύμφωνα με τους οποίους το δάνειο των 85.000.000 δολαρίων ΗΠΑ που είχαν λάβει οι 10 ναυτιλιακές εταιρείες του ομίλου ..., είχε εξοφληθεί, στις 12.2.2003, η δε ..., προκειμένου να χαλκεύσει απαίτηση εναντίον του, συμπεριέλαβε στην αγωγή της τις αναφερόμενες δόσεις δανείου που είχαν εξοφληθεί, ότι επειδή αυτή αδυνατούσε να εισπράξει τα ποσά για τα οποία είχε καταταγεί στους απατηλούς πλειστηριασμούς των πλοίων της ..., εφόσον τα δάνειο είχε εξοφληθεί, ο πρώτος αναιρεσίβλητος άνοιξε σ’ αυτήν (...) μυστικό λογαριασμό στο όνομα της δανειζόμενης εταιρείας του ομίλου ..., στον οποίο κατατέθηκαν τα ποσά που εισέπραξε η ...

από τους πλειστηριασμούς. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αυτή ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους εμπεριεχόμενους στον τέταρτο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος ισχυρισμούς, σύμφωνα με τους οποίους οι αναιρεσίβλητοι ήδη από το 2000 οικειοποιούντο παράνομα την επωνυμία, τη φήμη, την πιστοληπτική ικανότητα, την έδρα και το φαξ της ..., για την άσκηση ανταγωνιστικής προς αυτήν ναυτιλιακής δραστηριότητας, ότι το 2002 εμφανίζονταν σαν αντίκλητοι 9 πλοίων και από το 2005 σαν αντίκλητοι 13 πλοίων, με έδρα εκείνη της ..., η δεύτερη αναιρεσίβλητη εμφανιζόταν σε όλους τους διεθνείς ναυτιλιακούς οδηγούς σαν μέλος του ομίλου της ..., ότι οι λαθρόβιες αυτές δραστηριότητες των αναιρεσιβλήτων έγιναν σε συμφωνία με τις δανείστριες τράπεζες του ομίλου ..., ...

και ..., που γνώριζαν τις παραπάνω δραστηριότητες, η παραπάνω δε συμφωνία μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και των εν λόγω τραπεζών αποτελούσε προπομπό της κηρύξεως, στις 19.3.2003, υπερήμερου του δανείου προς την .... Όμως, όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς, καταλυτικοί του ασκηθέντος δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, αλλά αναπτυγμένες αρνήσεις, με επανάληψη, κατά τα ουσιώδη σημεία τους, των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος που αποτέλεσαν το αντικείμενο της δίκης και κρίθηκαν από το δικαστήριο, ως συκοφαντικοί ισχυρισμοί, καθώς και επιχειρήματα προς συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος αντίθετου με εκείνο στο οποίο κατάληξε το δικαστήριο.

Εντεύθεν, δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας.

Συνεπώς, οι παραπάνω λόγοι της αιτήσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτοι. Ανεξαρτήτως τούτου, το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τους επίμαχους ισχυρισμούς, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν.

Με μέρος (στοιχείο α’ ) του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αποδίδεται, επίσης, στην αναιρεσιβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες με τον πέμπτο λόγο της εφέσεως ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τους οποίους το έμβασμα των 2.800.000 δολαρίων ΗΠΑ είναι προφανώς νοθευμένο και πλαστό, με βάση τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά στοιχεία.

Όμως, ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω μέρος του, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους επίμαχους ισχυρισμούς και τους απέρριψε, με την παραδοχή ότι το ανωτέρω έμβασμα ήταν γνήσιο και όχι πλαστό και το ποσό του εμβάσματος πιστώθηκε στον ανοιγέντα με τη σύναψη του δανείου τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας ....

To σχετικό, μάλιστα, περί τούτου αποδεικτικό του πόρισμα διατύπωσε το δικαστήριο με σαφήνεια και επάρκεια. Οι επικαλούμενες δε από τον αναιρεσείοντα ελλείψεις, αναφορικά με τον αριθμό του λογαριασμού στον οποίο πιστώθηκε το ποσόν, με την επίκληση ότι η εταιρεία ... κατά τη σύναψη του δανείου είχε ανοίξει τέσσερις λογαριασμούς, αναγόμενες στην ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που αποδίδεται στην απόφαση, με μέρος (στοιχείο β’ ) του πέμπτου λόγου της αιτήσεως.

Σύμφωνα με το άρθρο 462 ΚΠολΔ, αν δημιουργούνται σοβαρές υπόνοιες πλαστογραφίας εναντίον ορισμένου προσώπου, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το έγγραφο είναι κατά την κρίση του ουσιώδες για τη διάγνωση της υπόθεσης, είτε να αναβάλει τη δίκη ως το τέλος της ποινικής δίκης, είτε να διατάξει αποδείξεις για την πλαστότητα.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι αν η πλαστογραφία εγγράφου αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο μπορεί αυτή να προταθεί για πρώτη φορά και στην κατ’ έφεση δίκη με την έφεση ή και με τις προτάσεις και ότι στην περίπτωση ακόμη αυτή το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αναβάλει τη δίκη μέχρι το τέλος της ποινικής ή να διατάξει αποδείξεις, εφόσον δεν γεννώνται σοβαρές υπόνοιες πλαστογραφίας κατά ορισμένου προσώπου ή το ως πλαστό προσβαλλόμενο έγγραφο δεν είναι κατά την κρίση του ουσιώδες για τη διάγνωση της υποθέσεως, περιστατικά τα οποία το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανελέγκτως (ΑΠ 1834/2007).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 176/2011).

Κατ’ ακολουθίαν ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του (στοιχείο γ’ ), με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. ίο του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο, παρά το ότι το αντίγραφο του από 20.10.2005 εμβάσματος των 2.800.000 δολαρίων ΗΠΑ της τράπεζας ...

ήταν προφανώς νοθευμένο (ο δε αναιρεσείων κατονόμασε πλαστογράφους), καθόσον έφερε διαγραφές με μαρκαδόρο, δέχτηκε πως ήταν γνήσιο και αποτελούσε απόδειξη για το ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε εμβάσει το άνω ποσό σε εξόφληση της προσωπικής του εγγύησης, χωρίς να διατάξει την δέουσα απόδειξη, είναι αβάσιμος.

Τούτο, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται σ’ αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, ένορκη βεβαίωση, έγγραφα) που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά τόσο με τη γνησιότητα του επίμαχου εγγράφου, όσο και με το κρίσιμο γεγονός που αποδεικνυόταν εξ αυτού.

Μάλιστα, σχετικά με την ανωτέρω πληρωμή το Εφετείο δέχτηκε ότι επιβεβαιώνεται από την από 6/ι/ο6 απαντητική επιστολή της ... προς τον ήδη αναιρεσείοντα, που είχε αμφισβητήσει την καταβολή του ποσού αυτού, ενώ συγχρόνως έκρινε (ανελέγκτως) περί ανυπαρξίας σοβαρών υπονοιών πλαστογραφίας του επίμαχου εγγράφου (άρθρο 462 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 130/12).

Στην ένδικη περίπτωση, με μέρος (στοιχείο γ’ ) του δεύτερου λόγου της αιτήσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις (κατά λέξη εκτιθέμενες) ότι το Εφετείο: "παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 19/2/2011 βεβαίωσης του Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, σύμφωνα με την οποία η εταιρεία ... ...

ασκεί τις σε αυτή αναφερόμενες δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων όμως δεν περιλαμβάνεται και η διαχείριση πλοίων και κατέληξε σε πόρισμα διαμετρικά αντίθετο προς το περιεχόμενο του ανωτέρω δημοσίου εγγράφου, ότι δηλαδή η ... ασκεί επιχείρηση διαχείρισης πλοίων και έτσι κατέστησε την απόφαση, του ανακλητέα σύμφωνα με το άρθρο 559 παρ.

ι εδ. 20 ΚΠΔ, αφού παρά την βεβαίωση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν προκύπτει αδίστακτα ότι έλαβε υπόψη και την παραπάνω βεβαίωση του Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας". Ο λόγος αυτός, όπως προβάλλεται, είναι απαράδεκτος, και αν εκτιμηθεί ότι με αυτόν προβάλλεται κυρίως η πλημμέλεια από τον αρ.20 και αβάσιμος αν εκτιμηθεί ότι προβάλλεται επικουρικώς η πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατά μεν την αποδιδόμενη από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε από το Εφετείο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό του πόρισμα. Κατά δε την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι από τη γενική βεβαίωση του Εφετείου ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν τη μνημονεύει ειδικώς και δεν την αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και την αναφερόμενη στο αναιρετήριο βεβαίωση, που φέρεται αγνοηθείσα.

Ωσαύτως, με μέρος (στοιχείο στ’ ) του δευτέρου λόγου, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 9/10/03 εκχώρησης με αναστολή της εταιρείας ... προς την τράπεζα ..., της από 20/10/05 πράξης ελευθερώσεως εγγύησης, της από 23/8/02 δεύτερης προτιμώμενης υποθήκης που παραχώρησε η εταιρεία ...

επί του πλοίου ..., της ηλεκτρονικής σελίδας ..., σχετικά με το πλοίο ... της ηλεκτρονικής σελίδας ..., σχετικά με το πλοίο ..., της ηλεκτρονικής σελίδας ..., σχετικά με το πλοίο ... και της ηλεκτρονικής σελίδας ..., διατυπώνοντας πόρισμα διαμετρικά αντίθετο προς το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, ότι δηλαδή η εταιρεία ...

είναι διακριτή εταιρεία από την .... Όμως, ο λόγος αυτός, όπως προβάλλεται, είναι προεχόντως, απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις συνάπτονται με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση των επικαλούμενων εγγράφων, χωρίς να εξαίρεται η σημασία τους, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια.

Περαιτέρω, με μέρος του τρίτου λόγου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, επίσης, η από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των επικαλούμενων καταστάσεων της ... περί του υπολοίπου δανείου και υπολογισμού τόκων, της κατάστασης της ...

περί πιστώσεως του λογαριασμού παρακράτησης με αριθμό ... με το ποσό των 4.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, της κατάστασης της ... για την πληρωμή από την ... στην ... ποσού 300.000 δολαρίων ΗΠΑ, του από 23/10/02 προσυμφώνου αγοραπωλησίας του πλοίου ..., του από 11/2/03 συμφωνητικού μεταβιβάσεως του πλοίου ... και της από 10/12/04 καταστάσεως αποπληρωμής των δόσεων του δανείου, διότι στο μέτρο που δέχτηκε ότι η πτώση της ...

οφείλεται σε υπερημερία της περί την εξόφληση του δανείου διατύπωσε πόρισμα διαμετρικά αντίθετο από εκείνο που προέκυπτε από τα παραπάνω έγγραφα και παρά το γεγονός, επομένως, ότι το Εφετείο διέλαβε στη απόφαση του βεβαίωση ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν προκύπτει αδίστακτα ότι έλαβε υπόψη και τα προαναφερθέντα έγγραφα.

Όμως, και οι εν λόγω αιτιάσεις απαραδέκτως προβάλλονται, διότι συνάπτονται με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, μετά από συνεκτίμηση των επικαλούμενων εγγράφων, χωρίς να εξαίρεται η σημασία τους, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια.

Στο βαθμό δε που θεωρηθεί, ότι επικουρικώς προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι από την ανωτέρω αναφερθείσα γενική βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα επίμαχα έγγραφα, που φέρεται αγνοηθέντα.

Κατά το μέρος δε που με τον ίδιο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο αγωγής της ... εναντίον του αναιρεσείοντος, καθώς και του 2475/09 πρακτικού συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την κατάθεση του μάρτυρα της ...

Χ. Α., ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η επίμαχη πλημμέλεια ιδρύεται, όταν η παραμόρφωση αναφέρεται σε αποδεικτικά έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται τα δικόγραφα, ούτε τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου με τις καταθέσεις των μαρτύρων.

Με μέρος (στοιχείο α’ ) του δευτέρου λόγου της αιτήσεως, ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, για ευθεία παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΝ 378/68 (χωρίς να τις προσδιορίζει), του άρθρου 25 του ν. 27/75, του άρθρου 4 του ν. 2234/94, του άρθρου 1 του ν. 2948/01 και του άρθρου 4 του ν. 3752/09, στο μέτρο που δέχθηκε ότι η εταιρεία ... ...

ασκούσε επιχείρηση διαχειρίσεως πλοίων επειδή ασχολείτο με ναυλώσεις και μεσιτείες αγοραπωλησιών και λοιπά, καθόσον υπό το νομικό καθεστώς των γραφείων ή υποκαταστημάτων αλλοδαπών ναυτιλιακών επιχειρήσεων στη Ελλάδα, η διαχείριση πλοίων αποτελεί αυτοτελή και διακεκριμένη δραστηριότητα, που αντιδιαστέλλεται από εκείνη της σύναψης ναυλώσεων, της μεσιτείας για τη ναύλωση πλοίων, της μεσιτείας σε αγοραπωλησίες πλοίων και μεσιτείες για ναυπήγηση πλοίων και δεν ταυτίζεται με αυτές.

Όμως, ο προκείμενος λόγος, κατά το παραπάνω μέρος του, είναι αλυσιτελής. Τούτο, διότι, όπως προκύπτει από το τελικό συμπέρασμα του δικαστηρίου, στο οποίο στηρίχτηκε η μερική παραδοχή της αγωγής, ουσιώδη περιστατικά για τη σχετική κρίση του υπήρξαν το αν η εταιρεία ... είχε ξεχωριστή και ανεξάρτητη εμπορική δραστηριότητα από εκείνη της εταιρείας ...

και το αν αυτή (...) υπήρξε δημιούργημα της τράπεζας ... αποτελώντας το όχημα για να μεταφερθούν στην άνω τράπεζα υφαρπαγείσες εμπορικές δραστηριότητες της εταιρείας ... και όχι αυτό καθαυτό το νομικό καθεστώς λειτουργίας της εταιρείας .... Ως εκ τούτου, αλυσιτελείς κρίνονται και οι αιτιάσεις που διαλαμβάνονται: 1) στο με στοιχείο δ’ μέρος του δεύτερου λόγου της αιτήσεως, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παράβαση των ορισμών του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη της από 19/7/2011 βεβαίωσης του Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, αναφορικά με την έλλειψη αδείας της εταιρείας ...

να εκτελεί πράξεις διαχειρίσεως πλοίων στην Ελλάδα και 2) στο με στοιχείο ε’ μέρος του δεύτερου λόγου της αιτήσεως, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα.

Κατόπιν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Σεπτεμβρίου 2013 αίτηση του Θ. Ε. Λ., για αναίρεση της 637/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ