Legislator Case Law & Legislation
190/2011 AI generated

190/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 190/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 190 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 190/2011

Legislator headnote

AI generated

190/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 190 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 190/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 190 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 190/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας" (Ε.Υ.Δ.Α.Π Α.Ε), η οποία εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Σμυρνιού.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Σ. του Δ., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Αλέξανδρος Λεοντόπουλο - Βαμβέτσος, ο οποίος δήλωσε ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, δεν πρόκειται να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την ενώπιον του ακροατηρίου προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του "Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών". Εκδόθηκαν η 115/2005 και η 70/2007 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 3312/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-9-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μουστάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αιτήσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους. Εξάλλου από τα άρθρα 591 παρ. 1 β, 666 παρ.1,115 παρ.3 και 256 παρ.1δ' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε των άνω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005).Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚπολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της παραβιάσεως ουσιαστικών διατάξεων του νόμου και ειδικότερα των άρθρων 63Α παρ.5, όπως ήδη ισχύει του Ν.Δ. 3026/1954, 1, 2, 3, 31, 36, 51, 52, 55, 58 του Α.Ν. 1740/1939, 361 655, 656 ΑΚ., για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμο, όπως προκύπτει από όλο το περιεχόμενο του αναιρετηρίου τον σχετικό ισχυρισμό της, που είχε προτείνει με λόγο έφεσης, του ότι είχε λυθεί αυτό δικαίως η μεταξύ αυτής και του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου σύμβαση έμμισθης εντολής, ενόψει του ότι αυτός, ως δικηγόρος προσφέρων τις δικηγορικές ή νομικές υπηρεσίες του σε επιχείρηση της παρ.1 του άρθρου 63Α του ν. 3026/1954 και υπαγόμενος στην ασφάλιση ασφαλιστικού οργανισμού κύριας ή επικουρικής ασφάλισης, που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα του, όπως είναι το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης προσωπικού Εταιρείας Ύδρευσης-Αποχέτευσης Πρωτεύουσας (ΤΕΑΠΕΥ ΑΠ), είχε ήδη θεμελιώσει πλήρες δικαίωμα συνταξιοδότησης από το ως άνω ασφαλιστικό Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης. Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα και συγκεκριμένα από τις πρωτόδικες προτάσεις, το δικόγραφο της έφεσης της αναιρεσείουσας, καθώς και από το επίσημο αντίγραφο των πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αποδεικνύεται μεν ότι ο εν λόγω ισχυρισμός που συνιστά ένσταση, όπως προελέγχθηκε, είχε μεν διατυπωθεί στις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας, προς απόκρουση αγωγής του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου, η οποία δικάσθηκε με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, και επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης στο Εφετείο, χωρίς όμως να προκύπτει από τα προαναφερθέντα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι έλαβε χώρα και προφορική πρόταση αυτής στο ακροατήριο του άνω δικαστηρίου και ως εκ τούτου θεωρείται ότι δεν προβλήθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό. Για το παραδεκτό δε της προβολής της στο Εφετείο έπρεπε να γίνεται επίκληση των λόγων της βραδείας προβολής για να είναι δυνατόν να κριθεί, αν οι λόγοι αυτοί εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ.2 και 527 ΚΠολΔ. Τέτοια, όμως, επίκληση, δεν προκύπτει από την επισκόπηση των ως άνω διαδικαστικών εγγράφων ότι υπάρχει στην έφεση που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου με αποτέλεσμα το απαράδεκτο της προβολής της ανωτέρω ένστασης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3312/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ