Supreme Court dismisses airline's appeal against court ruling denying passenger's claim for extended compensation period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the airline's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision denying the passenger's claim for an extended compensation period. The court found that the lower court correctly applied the Montreal Convention and domestic law, noting the factual circumstances did not meet the legal requirements for the extended deadline. Consequently, the appeal was dismissed, and the airline was ordered to pay the legal costs of the deceased passenger's heir.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court's decision lacks a legal basis because the factual circumstances do not satisfy the legal conditions for the application of the substantive rules invoked.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 190 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 190/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Παπανικολάου), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ - ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ" (πρώην "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΕ") , που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο της Αθανάσιο Μητρούση και Αθανάσιο Γιαννόπουλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., που δεν κατέθεσαν προτάσεις .
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ χήρας ..., κατοίκου, εν ζωή, ..., η οποία απεβίωσε την 29-1-2009 σύμφωνα με την 115/2009 τόμος 4ος από 16-3-2009 Ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Αθηνών, τη δίκη της οποίας συνεχίζει ο ..., ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δρούγκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4978/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4952/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Μαρτίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 8 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 20 -3-2006 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 30/1997, 28/1997). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 της Συμβάσεως της 29ης Ιανουαρίου 1930, η οποία υπογράφηκε στη Βαρσοβία και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Α.Ν 596/1937, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο της Χάγης της 28-9-1955 και κυρώθηκε με το Ν.Δ. 4395/1964, και στη συνέχεια συμπληρώθηκε με την υπογραφείσα στη Γουαδαλαχάρα από 18-9-1961 σύμβαση που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 766/1971, καθώς και τα υπ' αριθ. 1, 2 και 4 Πρωτόκολλα του Μόντρεαλ, που υπογράφηκαν το 1945 και κυρώθηκαν με το Ν. 1778/1988, η σύμβαση αυτή εφαρμόζεται σε κάθε διεθνή εναέρια μεταφορά προσώπων, αποσκευών ή εμπορευμάτων, που εκτελείται δι' αεροπλοίου επ' αμοιβή (εδ.
α'). Επίσης, εφαρμόζεται εξ ίσου επί των δωρεάν εκτελουμένων δι' αεροπλοίου μεταφορών, υπό επιχειρήσεως εναέριων μεταφορών (εδ. β), δηλαδή έμπορο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με σύνηθες επάγγελμα τις εναέριες μεταφορές. Χαρακτηρίζεται διεθνής μεταφορά, κατά την έννοια της συμβάσεως, κάθε μεταφορά που διενεργείται δυνάμει συμβάσεως μεταφοράς, που συνάπτει με επιβάτη ο μεταφορέας, που συμβάλλεται στο όνομά του (συμβατικός μεταφορέας), έστω και αν η μεταφορά εκτελείται από τρίτο συμβατικώς εξουσιοδοτημένο μεταφορέα στο σύνολό της (πραγματικός μεταφορέας) και στην οποία διεθνή μεταφορά, συμφώνως προς τα υπό των μερών συμφωνηθέντα, το σημείο της αναχωρήσεως και το σημείο του προορισμού, ανεξαρτήτως εάν λάβει χωράν διακοπή της μεταφοράς ή μεταφόρτωση, ευρίσκονται είτε επί του εδάφους δύο συμβαλλομένων μερών είτε επί του εδάφους ενός μόνον μέρους, εφόσον συμφωνήθηκε σημείο σταθμεύσεως εντός του εδάφους άλλου Κράτους και αν ακόμη το Κράτος αυτό δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος (παρ. 2 και άρθρο 1 της ως άνω σύμβασης της Γκουνταλαχάρα).
Κατά το άρθρο 2 της ίδιας Σύμβασης, η σύμβαση εφαρμόζεται και επί των υπό του Κράτους ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εκτελουμένων μεταφορών κατά τους εις το άρθρο 1 προβλεπόμενους όρους. Περαιτέρω, στη σύμβαση γίνεται πρόβλεψη για την έκδοση και παράδοση εισιτηρίου μεταφοράς επιβατών και των στοιχείων αυτού (άρθρο 3), για την έκδοση δελτίου μεταφοράς αποσκευών και εγγράφου δηλωτικού εναερίου μεταφοράς (άρθρα 4 και 5) και για την έκδοση φορτωτικής (άρθρο 8).
Εξάλλου, στο άρθρο 39 παρ. 1 του Ν. 2733/1999 (ΦΕΚ 155/29-7-99 Τεύχ. Α) ορίζεται, ότι "αρμόδια για τη χρήση και συντήρηση αεροσκάφους FALCON, ιδιοκτησίας του Ταμείου Αεροπορικής Αμύνης (Τ.Α.Α) ορίζεται η Γενική Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου, στον προϋπολογισμό της οποίας εγγράφονται και οι σχετικές πιστώσεις για την αντιμετώπιση των αντιστοίχων δαπανών.
Με αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εξειδικεύονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες των διαδικασιών χρήσης του αεροσκάφους για τις μετακινήσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Πρωθυπουργού, των μελών της Κυβερνήσεως ή άλλων προσώπων, που μετακινούνται κατ' εντολή και για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου.
Η συντήρηση και λειτουργία του αεροσκάφους προκειμένου να βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα, δύναται να ανατίθεται κατά παρέκκλιση των ισχυουσών σχετικών διατάξεων με συμβάσεις στην Ολυμπιακή Αεροπορία ή σε τρίτους. Οι συμβάσεις αυτές συνάπτονται, μετά από πρόταση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, του Ταμείου Αεροπορικής, Αμύνης (Τ.Α.Α) και της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε ή των τρίτων, που υπογράφονται για μεν το Ελληνικό Δημόσιο από τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης ή από τα εξουσιοδοτημένα από αυτούς όργανα.
Οι όροι, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμβαλλομένων και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναφέρονται αναλυτικά στις συμβάσεις. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες των διαδικασιών έγκρισης, ελέγχου και εξόφλησης των σχετικών με τη χρήση και συντήρηση του εν λόγω αεροσκάφους δαπανών".
Κατ' εξουσιοδότηση από την άνω διάταξη εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2.513/24-8-1999 (ΦΕΚ 1707/2-9-99 Τευχ. Β) απόφαση του Γεν. Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, στην οποία μεταξύ άλλων ορίζεται, ότι το αεροσκάφος FALCON ιδιοκτησίας του Τ.Α.Α θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τις επίσημες μετακινήσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Πρωθυπουργού, των μελών της Κυβερνήσεως ή άλλων προσώπων που μετακινούνται κατ' εντολή και για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου.
Η χρησιμοποίηση του αεροσκάφους επιτρέπεται για τις μετακινήσεις των παραπάνω προσώπων, οι οποίες δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν με τακτικές πτήσεις των αεροπορικών εταιρειών, που να καλύπτουν τις απαιτήσεις της συγκεκριμένης μετακίνησης (άρθρο 1 παρ. 1 και 2). Για τη χρησιμοποίηση του αεροσκάφους εκδίδεται έγγραφη εντολή από τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από σχετικό αίτημα της Γενικής Γραμματείας της Προεδρίας της ιδιαιτέρας γραμματείας του Πρωθυπουργού ή του οικείου Υπουργού, κατά περίπτωση, διαβιβάζεται δε η έγγραφη εντολή και στην αρμόδια υπηρεσία της Ολυμπιακής Αεροπορίας (άρθρο 2 παρ. 1 και 2), η οποία έχει υποχρέωση να γνωστοποιήσει στη Γεν.
Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου τα στοιχεία της υπηρεσίας ή των υπαλλήλων της, που είναι αρμόδιοι για τα θέματα του παραπάνω αεροσκάφους (άρθρο 3). Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι για να θεωρηθεί μία αεροπορική μεταφορά, ως εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της Σ.Β, πρέπει ο αεροπορικός μεταφορέας, που δυνατόν να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο αλλά και αυτό το Κράτος, να έχει συγκροτηθεί σε οργανωμένη επιχείρηση εκτελέσεως εναέριων μεταφορών.
Η επιχείρηση λαμβάνεται υπό την έννοια της υπάρξεως συνόλου πραγμάτων, δικαιωμάτων, αυλών αγαθών και πραγματικών καταστάσεων οργανωμένων σε οικονομική ενότητα από τον φορέα επιχειρηματία, με σκοπό την κερδοσκοπία, πρέπει δε αυτή (αεροπορική επιχείρηση) να εκτελεί, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, μεταφορά αορίστου αριθμού επιβατών ή εμπορευμάτων λαμβάνοντας, κατά τον υπαρξιακό της σκοπό, τη σχετική αμοιβή (εισιτήριο), κατ' εξαίρεση δε και δωρεάν, όταν όμως η δωρεάν μεταφορά προσώπων συνδυάζεται αποκλειστικά με λόγους που σκοπούν στην άσκηση επικοινωνιακής πολιτικής της επιχείρησης, την προβολή αυτής έναντι των ανταγωνιστών και στην επίτευξη των στόχων αυτής.
Παρέπεται, εντεύθεν, ότι δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως διεθνής μεταφορά διεπομένη από τις διατάξεις της ΣΒ, έστω και εάν συντρέχει το στοιχείο της διασυνοριακής μετακίνησης, εκείνη κατά την οποία, ναι μεν ο αναλαμβάνων την δι' αεροσκάφους μεταφορά έχει οργανωτική δομή επιχείρησης εκτελέσεως εναέριων μεταφορών, αλλά κατ' επιταγή διατάξεως νόμου, ενεργεί την συγκεκριμένη μεταφορά πάντοτε κατ' εντολή μόνον του Ελληνικού Δημοσίου το οποίο επιλέγει τον χρόνο και τον τόπο της μετακινήσεως, άνευ ανταλλάγματος και δι' αεροσκάφους ανήκοντος εις αυτό τούτο το Ελληνικό Δημόσιο ως εντολέα.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 2733/1999 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσης, ως άνω, αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, προκύπτει ότι, για το αεροσκάφος τύπου FALCON, που περιήλθε στο ελεγχόμενο από το Ελληνικό Δημόσιο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Αεροπορικής Αμύνης", προόρισται δε για τις επίσημες μετακινήσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Πρωθυπουργού, των λοιπών Υπουργών και των κατά περίπτωση συνοδευόντων αυτούς προσώπων, παρασχέθηκε το δικαίωμα στο Δημόσιο να αναθέσει με σύμβαση στην Ολυμπιακή Αεροπορία, η οποία παρά την έξοδο από το δημόσιο τομέα εξακολουθεί να τελεί υπό τον οικονομικό έλεγχο αυτού (άρθρο 1 Π.Δ/τος 362/1991) και η οποία, ως κρατικός αερομεταφορέας, έχει την τεχνογνωσία και σχετική υποδομή, το έργο της συντήρησης, λειτουργίας και επιχειρησιακής ετοιμότητας του αεροσκάφους για μετακινήσεις των ανωτέρω προσώπων, εις χρόνο και για προορισμό αποφασιζόμενο μετ' έγγραφη προς αυτήν εντολή του Γρ.
του Υπουργικού Συμβουλίου. Η δια του άνω αεροσκάφους όμως κίνηση των παραπάνω προσώπων δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της ΣΒ, ως γενομένη (δήθεν) εις εκτέλεσιν συμβάσεως διεθνούς εναέριας μεταφοράς, εκ μόνου του γεγονότος, ότι η Ολυμπιακή Αεροπορία έχει τον χαρακτήρα επιχείρησης αερομεταφορών και με αυτή την ιδιότητα επιλέγεται να αναλάβει την επιχειρησιακή ετοιμότητα του αεροσκάφους και την εκτέλεση πτήσεων με αυτό, αφού οι πιο πάνω συμβάσεις αφορούν μόνο τη συντήρηση του ίδιου του αεροσκάφους προκειμένου να βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα και όχι τη χρήση του για τη διενέργεια των κατ' ιδίαν μεταφορών.
Ούτε τέλος, από την άποψη εφαρμογής του άρθρου 2 της ΣΒ [εκτέλεση αερομεταφορών από το Κράτος] και των περί συμβατικού και πραγματικού μεταφορέα ορισμών του άρθρου 1 στοιχ. β' και γ', της από 18-9-1961 συμβάσεως της Γουαδαλαχάρα, μπορεί να νοηθεί ότι σε κάθε περίπτωση που επιβιβάζονται στο εν λόγω αεροσκάφος τα άνω επίσημα πρόσωπα και οι συνοδοί τους, εντέλλεται δε η Ολυμπιακή αεροπορία να πραγματοποιήσει συγκεκριμένη πτήση, συνάπτεται δωρεάν σύμβαση μεταφοράς μεταξύ αυτών (επιβαινόντων) και του Ελληνικού Δημοσίου, ως συμβατικού μεταφορέα ασκούντος επιχείρηση αερομεταφορών, ο οποίος στη συνέχεια εξουσιοδοτεί την Ολυμπιακή αεροπορία, ως πραγματικό μεταφορέα, να εκτελέσει την πτήση, αφού το Ελληνικό Δημόσιο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ασκεί αυτοτελώς κατά την προαναφερθείσα έννοια επιχείρηση αερομεταφορών ώστε να αποκτήσει την ιδιότητα του συμβατικού μεταφορέα (Α.Π. 1668/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 108/1992 συμβάσεως μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της αλλοδαπής εταιρείας ..., στο πλαίσιο των αντισταθμιστικών ωφελημάτων για την υπό της Ελλάδος προμήθεια πολεμικών αεροσκαφών τύπου Μιράζ 2000 από τη Γαλλία, παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο ένα Α/Φ τύπου MYSTER FALKON F 900, έτους κατασκευής 1985, το οποίο, αφού καταχωρήθηκε στα μητρώα Ελληνικών αεροσκαφών με στοιχεία SX-ECH, περιήλθε τελικώς κατά κυριότητα εις το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αεροπορικής Αμύνης", προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της μετακίνησης υψηλών προσώπων (VIP).
Για την υλοποίηση του σκοπού αυτό υπεγράφη η από 16-12-1992 τριμερής σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου του άνω Τ.Α.Α και της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε, ως κρατικού αερομεταφορέα ελεγχομένου από το Δημόσιο. Με τη σύμβαση η Ο.Α ανέλαβε το έργο να διατηρεί το Α/Φ σε διαρκή ετοιμότητα για την εξυπηρέτηση του σκοπού της κτήσεως του (επίσημες μετακινήσεις κρατικών αποστολών), να διαθέτει και εκπαιδεύει το αναγκαίο για την πτήση ιπτάμενο προσωπικό, να προβαίνει σε συντήρηση αυτού και να το ασφαλίζει επ' ονόματι του Τ.Α.Α.
καλυπτόμενη για τις δαπάνες και λοιπά λειτουργικά έξοδα από κονδύλια πιστώσεων του Υπουργείου Οικονομικών, Κριτήριο επιλογής της Ο.Α απετέλεσε η ιδιότητα αυτής, ως κρατικού αερομεταφορέα, και η οργανωτική δομή της, ως αεροπορικής επιχείρησης διαθέτουσας την αναγκαία για το αναληφθέν έργο υποδομή. Τα του σκοπού, χρήσης, λειτουργίας και συντήρησης του Α/Φ αποσαφηνίσθηκαν περαιτέρω από τις διατάξεις του προμνησθέντος άρθρου 39 Ν. 2733/1999 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ' αριθμ. 2513/24-8-1999 αποφάσεως του Γεν.
Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου. Από την κατά τα άνω διάθεση του αεροσκάφους στην Ο.Α πραγματοποιήθηκαν αρκετές μετακινήσεις επισήμων προσώπων. Με το υπ' αριθμ. πρωτ. 021.2/ΑΣ 911/13-9-1999 έγγραφο του ΥΠΕΞ, που απευθύνεται στη Γενική Διεύθυνση Πτητικής Εκμετάλλευσης της Ο.Α, ζητήθηκε η διάθεση του Α/Φ για την 14-9-1999, προκειμένου ο Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών ...
μετά των συνοδών του, μεταξύ των οποίων και ο υιός της εναγούσης, να μεταβεί και συμμετάσχει σε πραγματοποιούμενη στο Βουκουρέστι διαβαλκανική διάσκεψη. Στις 14-9-1999 και ώρα 18.16 UTC (συντονισμένη παγκόσμια ώρα) απογειώθηκε το αεροσκάφος από τον Κρατικό Αερολιμένα Αθηνών με κυβερνήτη τον δεύτερο εναγόμενο, τον οποίο η Ο.Α είχε εκπαιδεύσει για την πλοήγηση του συγκεκριμένου αεροσκάφους και τον είχε στην προκείμενη πτήση προστήσει, ως πρώτο κυβερνήτη.
Ο συγκεκριμένος πιλότος είχε προσληφθεί στην ΟΑ το έτος 1978, από του έτους 1985 εκτελεί καθήκοντα συγκυβερνήτη σε αεροσκάφη τύπου ΒΟΕΙΝG 737-200 και από του έτους 1996, ως κυβερνήτης. Εκπαιδεύθηκε από την ΟΑ στο Α/Φ FALCON το έτος 1997 και μετά συμπλήρωση 120 ωρών πτήσης στο συγκεκριμένο Α/Φ, του ανατέθηκαν καθήκοντα κυβερνήτη αυτού.
Από την πρόσληψή του στην ΟΑ πραγματοποίησε 8.239 ώρες πτήσης, εκ των οποίων 270 ώρες με το FALCON. Μετά την απογείωση, το αεροσκάφος τέθηκε σε διαδικασία πλοήγησης με τον αυτόματο πιλότο, σε ύψος 40.000 ποδών. Η πτήση στο άνω ύψος διήρκεσε ομαλά περίπου 47 λεπτά και όταν το αεροσκάφος πλησίαζε τον προορισμό του και τέθηκε υπό την παρακολούθηση των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας του αεροδρομίου του Βουκουρεστίου, έλαβε την εντολή καθόδου, αρχικώς στο ύψος των 15.000 ποδών και στη συνέχεια των 5.000 ποδών.
Η καθοδική πορεία άρχισε με ενεργοποιημένο τον αυτόματο πιλότο, με βαθμό καθόδου τα 2.500 πόδια ανά λεπτό και με ταχύτητα 325-332 κόμβων. Κατά τη φάση καθόδου και ενώ το Α/Φ βρισκόταν σε ύψος 14.898 ποδών, για χρονικό διάστημα 24 δευτερολέπτων, σημειώθηκαν 10 με 11 περίπου απότομες ταλαντώσεις (δελφινισμοί) περί τον άξονα πρόνευσης (εγκάρσιο άξονα).
Λόγω των καθέτων προς τα άνω και κάτω επιταχύνσεων, κατά τη διάρκεια των ταλαντώσεων, οι μη προσδεδεμένοι επιβάτες κλυδωνίζονταν, ως εάν να βρίσκονταν εντός αναδευτήρα, προσέκρουσαν στην οροφή, τα τοιχώματα, το δάπεδο και στην επίπλωση του αεροσκάφους με συνέπεια οι επτά από αυτούς, μεταξύ των οποίων και ο υιός της εναγούσης, να υποστούν βαρύτατες σωματικές κακώσεις, από τις οποίες και απεβίωσαν.
Το άνω επελθόν αποτέλεσμα οφείλεται σε βαρύτατη αμέλεια του από την ΟΑ προστηθέντος δεύτερου εναγομένου, κυβερνήτη του αεροσκάφους. Ο ανωτέρω, αν και ήταν έμπειρος γενικά πιλότος από την μακρόχρονη υπηρεσία του στην ΟΑ, είχε δε ειδικά εκπαιδευθεί στη πλοήγηση του μοιραίου αεροσκάφους και είχε στο ενεργητικό του, ως κυβερνήτης αυτού, 270 ώρες πτήσεων, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως κυβερνήτης μεταφορικού μέσου απαιτούντος για την κατά προορισμό λειτουργία του ευαίσθητους χειρισμούς, δεν κατέβαλε την επιμέλεια την οποία όφειλε εκ των περιστάσεων και του επαγγέλματος και μπορούσε να καταβάλλει.
Ο επιβαίνων του αεροσκάφους και υπό τις εκτεθείσες συνθήκες θανατωθείς ... ήγε το 43° έτος της ηλικίας του, (βλ. την υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ...) ευδοκίμως υπηρετούσε ως δημοσιογράφος στον τομέα ενημέρωσης της ΕΤ2 και κατά τον χρόνο του θανάτου του αφήκε, ως μόνους εγγυτέρους συγγενείς, την ενάγουσα μητέρα του και την σύζυγο του.
Η ενάγουσα από τον αδόκητο και υπό τις εκτεθείσες περιστάσεις θάνατο του υιού της (μοναδικού τέκνου της) δοκίμασε εντονότατη ψυχική οδύνη. Επομένως, πρέπει να αναγνωρισθεί υποχρέωση του υπαιτίου για το ατύχημα δεύτερου εναγομένου, εις ολόκληρο δε και της αντικειμενικώς εκ της αδικοπραξίας του τελευταίου και εκ της σχέσης της προστήσεως ενεχόμενης πρώτης εναγομένης Ο.Α (άρθρα 722, 726 Α.Κ) να καταβάλλουν σ' αυτήν χρηματική ικανοποίηση.
Εκτιμώντας αφενός μεν την κοινωνική και οικονομική θέση της εναγούσης και των εναγομένων αφετέρου, συνεκτιμώντας δε και το γεγονός ότι την οδύνη της εναγούσης επιτείνει έτι περαιτέρω η απώλεια του μόνου τέκνου της, από το οποίο είχε προσδοκία ηθικής και οικονομικής στήριξης, τον βαθμό πταίσματος του δευτέρου εναγομένου και τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τέλος δε, λαμβάνοντας υπόψη ότι η χρηματική ικανοποίηση δεν έχει το χαρακτήρα αποκαταστατικό ζημίας, αλλά δίδεται για την ανακούφιση και την άμβλυνση της βεβαρυμένης ψυχικής καταστάσεως του δικαιούχου, το δικαστήριο κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση της εναγούσης για την ψυχική της οδύνη πρέπει να προσδιορισθεί στο ποσό των 161.408,66 ευρώ, για το οποίο αναγνωρίζεται υποχρέωση των εναγομένων να το καταβάλουν, εις ολόκληρον (έκαστος), με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αναγνωριστικής αγωγής".
Με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης το Εφετείο, και αφού έκρινε ότι η συγκεκριμένη αεροπορική πτήση κατά την οποία έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, δεν είχε το χαρακτήρα της διεθνούς αεροπορικής μεταφοράς στην οποία να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις της Σύμβασης της Βαρσοβίας και των τροποποιητικών και συμπληρωματικών της διεθνών συμβάσεων, συνακόλουθα δε κατά παραδοχή του αντίστοιχου λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα, όπως και την ένσταση της αναιρεσείουσας από την διάταξη του άρθρου 29 της συμβάσεως της Βαρσοβίας, την οποία και απέρριψε, δέχθηκε τελικά την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά ένα μέρος.
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσίβλητης, κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει κατά της αναιρεσείουσας, ορθά δεν εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις μη εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων παρ.1, 2 παρ.1 και 29 της Συμβάσεως της Βαρσοβίας όπως κυρώθηκε και τροποποιήθηκε έκτοτε, και το άρθρο 32 παρ.1 του Ν.2733/1999 και της κατ' εξουσιοδότηση τούτου εκδοθείσας 2513/24-8-1999 απόφασης του Γενικού Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της διεθνούς σύμβασης αεροπορικής μεταφοράς, και δεν δικαιολογούν την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων και την μέσω, αυτών παραδοχή της αντίστοιχης ένστασης της αναιρεσείουσας για την διετή αποκλειστική προθεσμία.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, η κρίση της μη συνδρομής των προϋποθέσεων του πραγματικού των μη εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσια αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Εξ άλλου ο ίδιος δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με τις λοιπές παραδοχές της προσβαλλόμενης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 4952/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της συνεχίζοντας τη δίκη για λογαριασμό της αρχικής αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ