Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of broker's commission claim due to lack of local chamber registration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of a broker's commission claim. The appellant argued that the lower court erred in declaring the brokerage contract void because he was registered in the wrong local chamber, whereas the contract was executed in a different region. The Court agreed that the lower court violated substantive law by ignoring the requirement for local chamber registration in the place of performance, thus remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 PD 248/1993; Art. 2(1) PD 248/1993; Art. 1(1)-(3) Law 2081/1992: A broker must be registered in the Chamber of Commerce of the place where the brokerage contract is executed; failure to register in the relevant local chamber renders the contract void.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 190 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 190/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κιούκη, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 1-12-2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τσιούμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5344/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-3-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 24-1-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού, κατά το πρώτο μέρος του, λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του ιδίου, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 του Π.Δ. 248/1993, μεσίτης αστικών συμβάσεων είναι το φυσικό πρόσωπο ή εμπορική εταιρία κάθε είδους που μεσολαβεί για τη σύναψη των αστικών συμβάσεων πωλήσεως, ανταλλαγής, μισθώσεως ακινήτων και παραχωρήσεως ακινήτων προς ανοικοδόμηση με αντιπαροχή ή υποδεικνύει ευκαιρία για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων, ενώ κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του αυτού Π.Δ/τος, για την άσκηση του επαγγέλματος του μεσίτη αστικών συμβάσεων ο ενδιαφερόμενος πρέπει να εγγραφεί στο οικείο Επιμελητήριο της έδρας του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1-3 του ν. 2081/1992, τα Επιμελητήρια είναι υποχρεωτικές, αυτοτελείς και ανεξάρτητες ενώσεις φυσικών και νομικών προσώπων που ασκούν εμπορική δραστηριότητα σε ορισμένη περιφέρεια, αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τελούν υπό την κατασταλτική διαχειριστική εποπτεία του Υπουργού Εμπορίου (ως προς τη νομιμότητα των πράξεων τους μέσα στα πλαίσια της παρεχόμενης σ' αυτά αυτοτέλειας) που μπορεί να μεταβιβάσει την εποπτεία αυτή στους κατά τόπους Νομάρχες, προκειμένου για όλα τα εκτός Αττικής Επιμελητήρια.
Σκοπός αυτών είναι μεταξύ άλλων, η προστασία και η ανάπτυξη του εμπορίου, της βιομηχανίας και των επαγγελμάτων στην περιφέρεια τους μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων της εθνικής οικονομίας, ως και η οικονομική γενικώς πρόοδος αυτής. Μέλη του Επιμελητηρίου είναι υποχρεωτικά: α) τα φυσικά πρόσωπα που έχουν την έδρα της εμπορικής τους δραστηριότητας στην περιφέρεια του Επιμελητηρίου, β) τα νομικά πρόσωπα και οι συνεταιρισμοί εφόσον έχουν εμπορική δραστηριότητα και έδρα στην περιφέρεια του Επιμελητηρίου και γ) τα υποκαταστήματα ημεδαπών επιχειρήσεων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα υποκαταστήματα ημεδαπών τραπεζών, τα υποκαταστήματα ή τα πρακτορεία αλλοδαπών επιχειρήσεων, εφόσον είναι εγκατεστημένα στην περιφέρεια του οικείου Επιμελητηρίου, καθώς και οι παραγωγικές μονάδες των ανωτέρω επιχειρήσεων, που είναι εγκατεστημένες εκτός της περιφέρειας του οικείου Επιμελητηρίου, στο οποίο βρίσκεται η έδρα τους.
Η υποχρέωση εγγραφής στο οικείο Επιμελητήριο αρχίζει στην περίπτωση των φυσικών προσώπων από την έναρξη της εμπορικής τους δραστηριότητας και στην περίπτωση των νομικών προσώπων από τη σύστασή τους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 15Α του ν. 2000/1991, όπως προστέθηκε με το άρθρο 70 παρ. 2 του ν. 2065/1992 και το άρθρο 21 του ν. 2081/1992, με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου που δημοσιεύεται στην ίδια Εφημερίδα, η οποία (προθεσμία) είναι δυνατό να παραταθεί για άλλους έξι μήνες, μπορεί να καταργηθούν όλες ή μερικές από τις ισχύουσες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που περιορίζουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό, καθώς και εκείνες που προβλέπουν όρους και προϋποθέσεις συμπεριλαμβανομένης της άδειας σκοπιμότητας, για την ίδρυση, επέκταση, βελτίωση και γενικά μεταβολή ή λειτουργία οποιασδήποτε επιχείρησης παραγωγής ή εμπορίας κάθε είδους αγαθών ή παροχής υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο.
Με τα ίδια προεδρικά διατάγματα είναι δυνατόν να ρυθμίζονται θέματα αναγκαίως συνεχόμενα με τις καταργήσεις του προηγουμένου εδαφίου. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180 και 703 ΑΚ, συνάγεται αφενός μεν ότι η μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας έναντι αμοιβής για τη σύναψη αμφοτεροβαρών συμβάσεων που αφορούν ακίνητα, επιτρέπεται μόνο σε πρόσωπα, τα οποία έχουν τις νόμιμες προϋποθέσεις και επιπλέον έχουν εγγραφεί στο οικείο Επιμελητήριο, αφετέρου δε ότι η συμφωνία περί καταβολής μεσιτικής αμοιβής για τη μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς πραγματοποίηση μιας τέτοιας συναλλαγής σε πρόσωπο που δεν είναι επαγγελματίας μεσίτης με την προαναφερόμενη έννοια είναι άκυρη και δεν δημιουργεί οποιαδήποτε απαίτηση.
Με το άρθρο 3 του Π.Δ. 248/1993, που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 15Α του ν. 2000/1991 στα πλαίσια της ενισχύσεως του ανταγωνισμού καταργήθηκε ο ν. 308/1976, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του οποίου ο μεσίτης αστικών συμβάσεων μπορούσε να ασκήσει το επάγγελμα του μόνο εντός της περιφέρειας του, μπορούσε δε να ενεργήσει μεσιτικές πράξεις σε άλλη περιφέρεια μόνο με τη σύμπραξη μεσίτη της οικείας περιφέρειας.
Περαιτέρω, από τον προαναφερόμενο σκοπό των Επιμελητηρίων, ο οποίος πλην άλλων περιλαμβάνει μέσα στα πλαίσια της εθνικής οικονομίας την προστασία και ανάπτυξη των επαγγελμάτων στην περιφέρεια τους, καθώς και την επιβαλλόμενη από το νόμο υποχρέωση εγγραφής του μεσίτη στο οικείο Επιμελητήριο, δεν συνάγεται ότι ο τελευταίος ασκεί νόμιμη δραστηριότητα μόνο εντός της περιφέρειας του εν λόγω Επιμελητηρίου, αφού οι διατάξεις του Π.Δ. 248/1993, όπως με σαφήνεια προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου τους, δεν θεσπίζουν χωροταξικούς περιορισμούς στην άσκηση της δραστηριότητας των μεσιτικών αστικών συμβάσεων.
Συνεπώς, οι τελευταίοι μετά την κατάργηση των ως άνω διατάξεων του ν. 308/1976, που περιόριζαν τον ελεύθερο ανταγωνισμό και προέβλεπαν όρους και προϋποθέσεις για την ίδρυση, επέκταση, βελτίωση και γενικά μεταβολή ή λειτουργία οποιασδήποτε επιχειρήσεως παροχής υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο, έχουν πλέον τη δυνατότητα υπό την ισχύ του Π.Δ. 248/1993 να δραστηριοποιούνται και να καταρτίζουν μεσιτικές συμβάσεις και εκτός των ορίων της περιφέρειας του Επιμελητηρίου της έδρας τους (οικείου) στο οποίο είναι εγγεγραμμένοι.
Αντίθετη εκδοχή δεν θα ήταν σύμφωνη με το πνεύμα και το σκοπό της θεσπίσεως των διατάξεων του άρθρου 15Α του ν. 2000/1991 που συνίσταται στην ενίσχυση του ανταγωνισμού, ώστε να επιτρέπεται πλέον ελεύθερα, αλλά θα ερχόταν σε αντίθεση και με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού θα παρεμποδιζόταν η ελευθερία της οικονομικής δραστηριότητας και ο ελεύθερος ανταγωνισμός.
Στην προκείμενη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την ένδικη από 27-12-2004 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι ασκεί νόμιμα μεσιτική δραστηριότητα με έδρα τον ......, έχοντας εγγραφεί στο οικείο Επιμελητήριο. Ότι στις 7-2-2004 κατάρτισε εγγράφως στη ...... με την πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό της και ως εκπρόσωπος του δευτέρου αναιρεσιβλήτου συζύγου της, σύμβαση μεσιτείας σύμφωνα με την οποία ανέθεσαν σ' αυτόν την εντολή να τους υποδείξει ευκαιρία για την αγορά ακινήτου στις περιοχές ......
και ......, αντί συμφωνηθείσας, σε περίπτωση συνάψεως της συμβάσεως αγοραπωλησίας, αμοιβής ανερχομένης σε ποσοστό 2% επί του πραγματικού τιμήματος του ακινήτου πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ επ' αυτού. Ότι ο ίδιος σε εκτέλεση της εν λόγω εντολής υπέδειξε στην πρώτη αναιρεσίβλητη το αναφερόμενο συγκρότημα κατοικιών, ενώ μετά την εκδήλωση από τους αναιρεσιβλήτους πραγματικού ενδιαφέροντος για την αγορά συγκεκριμένης κατοικίας, έδωσε σ' αυτούς τα στοιχεία ταυτότητας της άγνωστης τους ιδιοκτήτριας, προκειμένου να έλθουν μεταξύ τους σε απευθείας διαπραγματεύσεις.
Ότι οι τελευταίοι, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Μιχαήλ Λεβέντη, αγόρασαν το ανωτέρω ακίνητο αντί πραγματικού τιμήματος 548.789 ευρώ. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να του καταβάλουν το ποσό των 12.451,42 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη διότι η επικαλούμενη σύμβαση μεσιτείας είναι άκυρη, αφού ο αναιρεσείων ασκεί νόμιμα δραστηριότητα μεσίτη αστικών συμβάσεων στον ......, έχοντας εγγραφεί στο οικείο Επιμελητήριο της έδρας του, ενώ η σύμβαση μεσιτείας με τους αναιρεσιβλήτους καταρτίστηκε και η υπόδειξη ευκαιρίας για την αγορά του ως άνω ακινήτου έλαβε χώρα στη ......, χωρίς ο αναιρεσείων ή υποκατάστημα του να έχουν εγγραφεί στο αντίστοιχο επιμελητήριο.
Ακολούθως απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η οποία είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο μοναδικός κατά το πρώτο μέρος του λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5344/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ