Legislator Case Law & Legislation
190/2008 AI generated

190/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 190/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

190/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή συμπληρωθεί η έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της αγωγής. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 του Β.Δ. της 30/31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών εν γένει", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ.

Keywords

AI generated
concurrence of suspension grounds unlawful abstraction of energy non-implementation of the offending agreements staggering of health insurance premiums lapse due to peremption fines for procedural infringement
AI generated
507/2019
H σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης και η επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, φέρει το χαρακτήρα μισθώσεως έργου. Με τη σύμβαση αυτή ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη και δικαιούται, παραδίδοντας τούτο, να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή (άρθρ. 681 ΑΚ) η οποία δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής που καθορίζονται από τις διατάξεις του ΠΔ 696/1974 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.
362/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
826/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2011 αγωγή του Γ.
603/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
341/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 190 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 190/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΕΣ ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΡΟΔΟΥ Α.Ε.", πρώην με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΡΟΔΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ........., 2) .......... και 3) ..........., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Βρανά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3046/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 8-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο της βασιζόμενης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325-329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο που έχει ήδη κριθεί.

Το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος. Ως τέτοιο με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 322 παρ. 1β Κ.Πολ.Δ. νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο) είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής).

Εξάλλου, η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, δεν λύει το ζήτημα της υπάρξεως ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει το συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση ασκήσεως νέας όμοιας αγωγής με την προηγούμενη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋποθέσεως, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο.

Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή συμπληρωθεί η έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της αγωγής. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 του Β.Δ. της 30/31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών εν γένει", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ.

της 7/11-3-1994 προκύπτει ότι, σε περίπτωση αρνήσεως, δυστροπίας ή καθυστερήσεως της καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής μηχανικού για τη σύνταξη μελετών ανεγέρσεως ή μετατροπής ή για την επίβλεψη οικοδομικού έργου, δικαίωμα ασκήσεως αγωγής περί καταβολής της αμοιβής αυτής έχει τόσο ο δικαιούχος μηχανικός, όσο και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, πλην όμως το αίτημα της καταψηφιστικής αγωγής είναι η καταβολή του οφειλόμενου ποσού στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος.

Έτσι, αναγνωρίζεται και χορηγείται από το νόμο στο Τ.Ε.Ε. το αποκλειστικό δικαίωμα εισπράξεως της αμοιβής, που οφείλουν τρίτα πρόσωπα για τη σύνταξη μελετών προς τον μηχανικό-μέλος του, από τον οποίο ο νόμος στερεί την αντίστοιχη εξουσία. Ταυτόχρονα καθιερώνεται και ρητά η νομιμοποίηση του Τ.Ε.Ε. για τη δικαστική διάγνωση και καταβολή της σχετικής αμοιβής σ' αυτό, ως υποκατάστατο και για λογαριασμό του μηχανικού-μέλους του.

Ο τελευταίος, ο οποίος παραμένει δικαιούχος του δικαιώματος αμοιβής και των εντεύθεν εξουσιών, πλην εκείνης για απ' ευθείας είσπραξη της αμοιβής από τον πελάτη του, νομιμοποιείται παράλληλα να ασκήσει και αυτός στο όνομά του σχετική αγωγή κατά του πελάτη του, με την οποία θα ζητεί είτε την απλή δικαστική αναγνώριση του δικαιώματός του περί αμοιβής (άρθρ. 70 Κ.Πολ.Δ.), είτε τη διάγνωση του δικαιώματος αμοιβής και την καταδίκη του πελάτη του να καταβάλει την αμοιβή στο ΤΕΕ, ως μόνο εξουσιοδοτημένο από το νόμο για την είσπραξη αυτής.

Αντίθετα, ο δικαιούχος μηχανικός δεν νομιμοποιείται να ζητήσει την καταβολή του ποσού της αμοιβής του στον ίδιο, αφού το ουσιαστικό δικαίωμά του αυτό δεν περιέχει και την εξουσία απ' ευθείας εισπράξεως της αμοιβής από τον πελάτη του, αλλά μόνο την εξουσία εισπράξεως αυτής δια του ΤΕΕ. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι με την από 2-10-1995 αγωγή τους ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τους καταβάλει το ποσό των 27.703.414 δρχ., το οποίο όφειλε σ' αυτούς ως υπόλοιπο συμφωνημένης αμοιβής για την εκπόνηση αρχιτεκτονικών μελετών, προσαύξηση αυτής κατά το άρθρο 87 παρ. 2 του Π.Δ. 696/1974 και αναπροσαρμογής της κατά το άρθρο 2 παρ. 2 και 4 του αυτού Π.Δ/τος, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Π.Δ. 515/1989.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 229/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε αυτή με την αιτιολογία ότι ζητείται η καταβολή της επίδικης αμοιβής στους ίδιους τους αναιρεσιβλήτους και όχι στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, όπως έπρεπε να είναι κατά το νόμο το αίτημά της.

Η ανωτέρω απόφαση κατέστη ήδη τελεσίδικη, αφού η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση των αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθμ. 5797/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και οι τελευταίοι παραιτήθηκαν νομίμως από το δικαίωμά τους να ασκήσουν κατά της αποφάσεως αυτής το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας.

Στη συνέχεια, οι αναιρεσίβλητοι με την ένδικη από 9-7-2002 αγωγή τους, η οποία είναι πανομοιότυπη με την πρώτη αγωγή ως προς τη διαγνωστέα αξίωση αμοιβής, ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος για λογαριασμό τους το ποσό των 81.301,29 ευρώ (27.703.414 δρχ.), το οποίο τους οφείλει από την αυτή ως άνω αιτία.

Ακολούθως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί δεδικασμένου, που απορρέει από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 229/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως μη νόμιμη, διότι με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε η αρχική αγωγή για λόγο μη ουσιαστικό και δημιουργείται δεδικασμένο μόνο για το ζήτημα, που κρίθηκε, ήτοι για το ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν νομιμοποιούνταν να ζητήσουν την καταβολή της επίδικης αμοιβής στον εαυτό τους, ενώ τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται με την ένδικη αγωγή, η οποία έχει διαφορετικό αίτημα από την αρχική, ήτοι την καταβολή της αυτής αμοιβής στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, κατά το άρθρο 261 Α.Κ., την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, η δε παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Επίσης, κατά το άρθρο 263 Α.Κ., κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται ως να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.

Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή εντός έξι μηνών, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται με σαφήνεια ότι η διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής επέρχεται υπέρ του πραγματικού δικαιούχου και κατά του πραγματικού υποχρέου της διαγνωστέας οφειλής τόσο όταν την αγωγή ασκεί ο πραγματικός δικαιούχος της αξιώσεως, όσο και όταν ασκεί αυτή μη δικαιούχος διάδικος, ο οποίος νομιμοποιείται στην άσκηση αυτής.

Στην περίπτωση που η διακοπή της παραγραφής επέρχεται με την άσκηση της αγωγής, η νέα παραγραφή, ακόμη και στις αξιώσεις του άρθρου 250 Α.Κ., αρχίζει από την άσκηση αυτής, διακοπτόμενη δε μετά από κάθε νέα διαδικαστική πράξη, αρχίζει εκ νέου απ' αυτή. Η αναγνωριστική αγωγή, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της έννομης σχέσεως, διακόπτει την παραγραφή της αξιώσεως μόνο όταν η διαγνωστέα έννομη σχέση ταυτίζεται με την πραγματική βάση της αξιώσεως, που αποτελεί το αντικείμενο της μη ασκηθείσης καταψηφιστικής αγωγής.

Εξάλλου, ο νόμος ρυθμίζει ειδικά την παραίτηση από την αγωγή ή την απόρριψη αυτής για λόγους μη ουσιαστικούς, επαναλαμβάνοντας διάταξη του προϊσχύοντος δικαίου, ότι με την παραίτηση ή απόρριψη αυτή ματαιούται μεν η διακοπή και λογίζεται πως δεν έγινε, πλην όμως, αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από την παραίτηση ή την τελεσίδικη απόρριψη, η διακοπή της παραγραφής λογίζεται ότι χώρησε από την πρώτη αγωγή.

Κατά την έννοια του νόμου, απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία απορρίπτεται η αγωγή για λόγο, που δεν ανάγεται στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα, οι λόγοι εκείνοι, που, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωση αυτής.

Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγομένου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής δεν επηρεάζεται από τον περιορισμό του αιτήματος της νέας αγωγής, ούτε από την υποβολή με αυτή προσθέτου ή διαφόρου αιτήματος, το οποίο συνάπτεται με τη δικαστική νομιμοποίηση των διαδίκων και δεν διαφοροποιεί την ταυτότητα της διαγνωστέας αξιώσεως.

Τέτοιο αίτημα, που συνάπτεται με την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος προς παροχή δικαστικής προστασίας και δεν διαφοροποιεί την ταυτότητα της διαγνωστέας ουσιαστικής αξιώσεως, είναι και το αίτημα του ενάγοντος μηχανικού-μέλους του ΤΕΕ περί καταβολής στο ΤΕΕ της οφειλόμενης σ' αυτόν από τον εναγόμενο πελάτη του αμοιβής, το ο ποίο υποβάλλει με την ασκούμενη εκ νέου από τον ίδιο αγωγή, αντί του αιτήματος της αρχικής αγωγής αυτού περί καταβολής απ' ευθείας σ' αυτόν της ίδιας αμοιβής παρά την έλλειψη στο πρόσωπό του εξουσίας για απ' ευθείας είσπραξη της αμοιβής και αντίστοιχης δυνατότητας για τη δικαστική επιδίωξη και καταβολή αυτής στον ίδιο, η οποία πρώτη αγωγή απορρίφθηκε γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, χωρίς να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής απαιτήσεως.

Τέλος, η απόρριψη και της επανασκηθείσης αγωγής για μη ουσιαστικούς λόγους παρέχει στον ενάγοντα δικαίωμα ασκήσεως και νέας (τρίτης) αγωγής πριν παρέλθει εξάμηνο από την τελεσίδικη απόρριψη της δεύτερης αγωγής, οπότε η παραγραφή λογίζεται ότι διακόπηκε με την άσκηση της πρώτης αγωγής, εκτός αν αυτό γίνεται σκόπιμα για την επιμήκυνση της παραγραφής, οπότε μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική κατά το άρθρο 281 Α.Κ.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Οι αναιρεσίβλητοι με την από 2-10-1995 αγωγή τους, που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 24-10-1995, ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία να τους καταβάλει το ποσό των 27.703.414 δρχ., το οποίο όφειλε σ' αυτούς για τους προαναφερόμενους λόγους.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 229/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε αυτή με την αιτιολογία ότι ζητείται η καταβολή της επίδικης αμοιβής στους ίδιους τους αναιρεσίβλητους μηχανικούς-μέλη του ΤΕΕ και όχι στο ΤΕΕ, ήτοι για λόγο μη ουσιαστικό, αφού το Δικαστήριο δεν προχώρησε στην έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, στερούμενοι από το νόμο της εξουσίας να εισπράξουν οι ίδιοι την εν λόγω αμοιβή τους, νομιμοποιούνταν μόνο να ζητήσουν την καταβολή αυτής στο ΤΕΕ, ως αποκλειστικά εξουσιοδοτημένο από το νόμο να την εισπράξει για λογαριασμό αυτών.

Η ανωτέρω απόφαση κατέστη τελεσίδικη στις 5-11-1998, οπότε επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα η αφορώσα την αυτή ως άνω απαίτηση των αναιρεσιβλήτων από 15-10-1998 αγωγή αυτών, με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει το ποσό των 27.703.414 δραχ. στο ΤΕΕ για λογαριασμό τους και της οποίας το αίτημα στη συνέχεια περιορίσθηκε παραδεκτώς σε αναγνώριση της εν λόγω οφειλής αυτής.

Επί της ως άνω δεύτερης αγωγής των αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 346/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, ήτοι για λόγο μη ουσιαστικό. Η αγωγή αυτή αποτελεί επανάσκηση της πρώτης αγωγής, ανεξάρτητα από το διαφορισμό των σχετικών αιτημάτων τους, τα οποία συνάπτονται με την ενεργητική νομιμοποίηση των αναιρεσιβλήτων και δεν διαφοροποιούν την ταυτότητα της διαγνωστέας ουσιαστικής αξιώσεως.

Η ανωτέρω απόφαση μετά την επίδοσή της στην αναιρεσείουσα στις 9-1-2002 κατέστη τελεσίδικη στις 8-2-2002. Ακολούθως, πριν παρέλθει εξάμηνο από την τελευταία αυτή ημερομηνία, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την κρινόμενη (Τρίτη) αγωγή, η οποία είναι πανομοιότυπη με την αμέσως προηγούμενη αγωγή ως προς τη διαγνωστέα αξίωση αμοιβής και το αίτημά της, που στη συνέχεια περιορίσθηκε παραδεκτώς σε αναγνώριση της ένδικης οφειλής της αναιρεσείουσας.

Επί της αγωγής αυτής, η οποία επιδόθηκε στην τελευταία στις 23-7-2002, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία, αφού προηγουμένως απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής της ένδικης απαιτήσεως, ως αβάσιμη στην ουσία της, στη συνέχεια έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η εν λόγω αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, καθόσον αφορά την απόρριψη της ενστάσεως παραγραφής, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι με την πρώτη αγωγή επήλθε η διακοπή της παραγραφής υπέρ των αναιρεσιβλήτων δικαιούχων του δικαιώματος αμοιβής τους, οι δε δεύτερη και Τρίτη αγωγές ασκήθηκαν πριν παρέλθει χρονικό διάστημα έξι μηνών από την τελεσιδικία των ανωτέρω αποφάσεων, που εκδόθηκαν επί των αμέσως προηγουμένων αγωγών, με συνέπεια με την άσκηση αυτών και ανεξάρτητα από τον περιορισμό των καταψηφιστικών αιτημάτων τους σε αναγνωριστικά να αναβιώσει διαδοχικά η διακοπή της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 250 Α.Κ., στην οποία υπόκειται η προερχόμενη από την εκπόνηση μελετών ένδικη απαίτηση των αναιρεισιβλήτων.

Η εν λόγω διακοπή της παραγραφής επήλθε με την άσκηση της πρώτης αγωγής πριν παρέλθει χρονικό διάστημα πέντε ετών από τη λήξη του έτους 1991, κατά τη διάρκεια του οποίου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εγκρίθηκε η οριστική μελέτη από την αναιρεσείουσα, ενώ με την κατά τα άνω άσκηση των δεύτερης και τρίτης αγωγών θεωρείται ότι η παραγραφή διακόπηκε με την πρώτη αγωγή, ο δε χρόνος αυτής δεν είχε συμπληρωθεί κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής ενώπιον του Εφετείου.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 εδ.α' Α.Κ. προκύπτει, ότι ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή και ότι, όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας, που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 του Β.Δ. της 30/31-5-1956, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ. της 7/11-3-1994, προκύπτει, ότι, παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζεται στο ΤΕΕ το αποκλειστικό δικαίωμα εισπράξεως της αμοιβής, που οφείλει τρίτο πρόσωπο για τη σύνταξη μελέτης στο μηχανικό-μέλος αυτού, από τον οποίο ο νόμος στερεί την αντίστοιχη εξουσία, ο τελευταίος παραμένει δικαιούχος του ουσιαστικού δικαιώματος της αμοιβής του και των εντεύθεν εξουσιών, όπως της εξώδικης οχλήσεως του πελάτη του προς καταβολή αυτής, πλην εκείνης για απ' ευθείας είσπραξή της απ' αυτόν.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στο ΤΕΕ για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων μηχανικών-μελών αυτού το ποσό των 9.937 ευρώ στον καθένα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τις 28-4-1995, οπότε οχλήθηκε αυτή για την καταβολή της εν λόγω αμοιβής τους με την επίδοση στην ίδια της από 20-3-1995 εξώδικης δηλώσεως αυτών.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού οι τελευταίο, ως δικαιούχοι του ως άνω ουσιαστικού δικαιώματός τους, δικαιούνται να οχλήσουν την οφειλέτρια αντίδικό τους προς καταβολή της ως άνω οφειλής της.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-3-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας, που εδρεύει στη Ρόδο, με την επωνυμία "Αναπτυξιακές Δημοτικές Τουριστικές Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Ρόδου Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 3046/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ