190/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Σεπτεμβρίου 2002 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 671/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 367/2005 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Οκτωβρίου 2005 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated190/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ΄ αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 190 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 190/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ...., 2. ...., 3. .... , 4. .... , 5. ...., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους ... και ..., 6. .... , 7. ...., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους ...., ... και ...., 8. ...., 9. .... , 10. ...., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους ..., ... και .... και 11. ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Βάρδακα.
Των αναιρεσίβλητων: 1. .... και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραϊσκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Σεπτεμβρίου 2002 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 671/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 367/2005 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Οκτωβρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓπΝ/1911, 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β΄, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο οχημάτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εξ άλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ΄ αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) ορίζονται τα ακόλουθα : Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάϊ του ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά του ς (παρ. 1).
Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τους δείκτες κατευθύνσεως (παρ. 2). Η προειδοποίηση που δίνεται με τους δείκτες κατευθύνσεως επιβάλλεται να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια του ελιγμού και να παύει, όταν ολοκληρωθεί ο ελιγμός (παρ. 3).
Κατά δε το άρθρο 23 παρ. 2 του ίδιου ΚΟΚ, προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατευθύνσεως, και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατευθύνσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει, αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης.
΄Ελλειψη δε ή αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται αντιφατικώς ή ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι εντεύθεν δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνοι, που δεν εφαρμόστηκε.
΄Ετσι, επί ευθύνης προς αποζημίωση από τη σύγκρουση αυτοκινήτων ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Και τούτο διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες, που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.
Ειδικότερα ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του αν τα ανελέγκτως διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά γεγονότα μπορούν, καθεαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι από τα καθοριζόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Την 14.2.2002 και περί ώραν 23.20΄ ο πρώτος εναγόμενος ... οδηγούσε το υπ΄ αριθμ. .... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη, ασφαλιστική εταιρία, και έβαινε με αυτό στο 41ο χιλιόμετρο της Ε.Ο.
Τριπόλεως - Πύργου, με κατεύθυνση από Πύργο προς Αρχαία Ολυμπία. Η οδός αυτή έχει συνολικό πλάτος 7,50 μ. και μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωριζόμενη με μία διακεκομμένη γραμμή, όπισθεν δε του αυτοκινήτου του εναγομένου και προς την ίδια με αυτό κατεύθυνση, σε απόσταση 80-100 μέτρων, εκινείτο ένα άλλο αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον Ζ1.
Ο εναγόμενος προκειμένου να στρίψει αριστερά, προς το υπάρχον εκεί εστιατόριο " .... ", πλησίασε προοδευτικά τον άξονα της οδού, ανάβοντας συγχρόνως και τον προειδοποιητικό δείκτη πορείας του αυτοκινήτου (αριστερό φλας), και επιχείρησε την εν λόγω στροφή. Κατά την κίνησή του αυτή και ενώ ήδη το αυτοκίνητο του εναγομένου είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, αφήνοντας ελεύθερο κατά το μέγιστο μέρος της το προς Αρχαία Ολυμπία ρεύμα πορείας, επέπεσε με σφοδρότητα στην οπίσθια αριστερή πλευρά του (αριστερός τροχός) μία δίκυκλη μοτοσυκλέττα, εργοστασίου κατασκευής "SUZUKI", χωρίς πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας, οδηγούμενη από τον Ζ2 και κινούμενη προς την ίδια με το αυτοκίνητο κατεύθυνση, η οποία και εκτινάχθηκε από τη σύγκρουση προς τα εμπρός - αριστερά, σε απόσταση 25,70 μ., όπου και ακινητοποιήθηκε, με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς η μοτοσυκλέττα και να τραυματισθεί θανασίμως ο οδηγός της Ζ2, που υπέστη κάταγμα στη βάση του κρανίου, συντριπτικά κατάγματα βρεγματικού, ινιακού και κροταφικού οστού του κρανίου και ενδοκράνια αιμορραγία, από τα οποία και επήλθε αμέσως ο θάνατός του.
Ο ανωτέρω Ζ2 ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ηλικίας 27 ετών, δεν είχε άδεια οδηγήσεως μοτοσuκλέττας, δεν φορούσε κατά την οδήγηση προστατευτικό κράνος τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, με ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης 1,10 g/l αίματος (1,10ο/οο, β΄ δείγμα τοξικολογικής αναλύσεως), και εκινείτο με την υπερβολική ταχύτητα των 120 χιλιομέτρων ανά ώρα (120 ΧΑΩ), αμέσως δε προ της συγκρούσεως ο ίδιος (θανών) είχε προσπεράσει το αυτοκίνητο του Ζ1, που απείχε, όπως προαναφέρθηκε, περί τα 80 - 100 μ.
από το προπορευόμενο αυτοκίνητο του εναγομένου, είχε επανέλθει στο ρεύμα πορείας του, μεταξύ των δύο αυτοκινήτων, και επεχείρησε να προσπεράσει το αυτοκίνητο του εναγομένου καθ΄ ήν στιγμή τούτο επιχειρούσε ήδη την προαναφερθείσα αριστερή στροφή, έχοντας (το ΙΧΕ του εναγομένου) εγκαίρως, ήτοι πολύ πριν η μοτοσυκλέττα επιχειρήσει την, μη αναμενόμενη άλλωστε, υπέρβασή του, αναμμένον τον προειδοποιητικό δείκτη πορείας και βρισκόμενο ήδη στο αντίθετο ρεύμα πορείας όπου έγινε και η σύγκρουση........
Υπό τα αποδεικνυόμενα αυτά περιστατικά η ένδικη σύγκρουση και οι εντεύθεν ζημίες (καταστροφή μοτοσυκλέττας και θανάτωση Ζ2) οφείλονται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού τής μοτοσυκλέττας και θανόντος Ζ2, ο οποίος, οδηγώντας υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, δεν αντελήφθη την κατά τα ανωτέρω και αντιληπτή υπό κανονικές συνθήκες οδηγήσεως κίνηση του αυτοκινήτου του εναγομένου και επεχείρησε να το προσπεράσει κατά τον προειρημένο τρόπο, καθ' ήν στιγμή δηλαδή τούτο είχε εισέλθει ήδη στο αντίθετο ρεύμα πορείας, πραγματοποιώντας αριστερή στροφή και αφού προηγουμένως είχε πλησιάσει προοδευτικά τον άξονα της οδού και είχε εγκαίρως, κατά τα προεκτεθέντα, ανάψει τον προειδοποιητικό δείκτη πορείας (αριστερό φλας) του αυτοκινήτου, είχε δε αφήσει ελεύθερο το προς Αρχαία Ολυμπία ρεύμα πορείας, όπου εκινoύντo αρχικά τα οχήματα και όπου όφειλε και μπορούσε να κινηθεί ακινδύνως ο θανών οδηγός της μοτοσυκλέττας, συνεχίζοντας την πορεία του.
Η κατά τα ανωτέρω κίνηση του εναγομένου οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, καθ' όλα σύννομη και επιμελής, ήτοι σύμφωνη με τις οικείες διατάξεις του ΚΟΚ (βλ. άρθρ. παρ. 2 και 3 και 23 παρ. 2 του ΚΟΚ) και την επιβαλλόμενη αντικειμενικά και αφηρημένα, τηρούμενη δε από τον μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό υπό τις ίδιες συνθήκες επιμέλεια δεν συνιστά υπαιτιότητα και δη αμέλεια του εναγομένου ως προς την πρόκληση του ατυχήματος, κατά συνέπεια δε οι εναγόμενοι, οδηγός του αυτοκινήτου και ασφαλιστική εταιρία, δεν ευθύνονται εις αποζημίωση και καταβολή χρηματικής ικανοποίησης έναντι των εναγόντων, που αποτελούν την οικογένεια του θύματος........".
Κατόπιν αυτών το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων, έκανε δεκτή την έφεση των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει, ότι το ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας κατά ποσοστό 30% και του οδηγού του αυτοκινήτου πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά ποσοστό 70% και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή των αναιρεσειόντων για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, διακρατώντας δε ακολούθως την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή αυτή, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν.
Αλλά με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για την ανυπαρξία υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και στον εντεύθεν θάνατο του στενού συγγενούς των αναιρεσειόντων οδηγού της μοτοσικλέτας και για τη συνδρομή πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του εν λόγω αναιρεσιβλήτου και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, έτσι ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προεκτεθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι ως προς τη σωστή ή μη εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών της συνυπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου.
Και τούτο διότι, ενώ βεβαιώνει, ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου, πρώτος αναιρεσίβλητος, προτιθέμενος να στρίψει προς τα αριστερά για να κατευθυνθεί προς το παρακείμενο του αντίθετου ρεύματος της οδού εστιατόριο, πλησίασε προοδευτικά προς τον άξονα της οδού, έχοντας θέσει σε λειτουργία τον αντίστοιχο προειδοποιητικό δείκτη πορείας πολύ πριν η μοτοσικλέτα επιχειρήσει την υπέρβαση του αυτοκινήτου, παραλείπει στη συνέχεια να αναφέρει, αν ο αναιρεσίβλητος, όταν έφθασε στον άξονα της οδού και προτού επιχειρήσει την προς τα αριστερά στροφή και διασχίσει το αντίθετο ρεύμα πορείας, ήλεγξε την κίνηση των πίσω από αυτόν οχημάτων και βεβαιώθηκε ότι μπορεί να κάνει τον εν λόγω ελιγμό χωρίς κίνδυνο για τα τελευταία αυτά οχήματα.
Ειδικότερα, παραλείπει να εκθέσει σε ποιά απόσταση από το αυτοκίνητο βρισκόταν η μοτοσικλέτα και ποιά ήταν η κίνησή της επί της οδού κατά τη στιγμή που το αυτοκίνητο έμπαινε στο αντίθετο ρεύμα της οδού και συγκεκριμένα αν η μοτοσικλέτα τη στιγμή αυτή ετοιμαζόταν να προσπεράσει το αυτοκίνητο και προς τούτο είχε καταλάβει το αντίθετο ρεύμα της οδού ή συνέχιζε να κινείται στο ίδιο ρεύμα πίσω από το αυτοκίνητο και αν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση αυτής της μοτοσικλέτας, την κατεύθυνσή της και την υπερβολική ταχύτητα, με την οποία δέχεται ότι έβαινε (120 χιλ.
την ώρα), μπορούσε ο αναιρεσίβλητος να επιχειρήσει την είσοδο του οχήματός του στο αντίθετο ρεύμα της οδού χωρίς κίνδυνο για τον μοτοσικλετιστή, ενόψει μάλιστα του ότι δέχεται πως κατά τη στιγμή της συγκρούσεως το αυτοκίνητο δεν είχε εισέλθει ολόκληρο στο αντίθετο ρεύμα της οδού (δέχεται ότι είχε αφήσει ελεύθερο κατά το μέγιστο μέρος το άλλο ρεύμα) και πως η μοτοσικλέτα επέπεσε στην οπίσθια αριστερή πλευρά και συγκεκριμένα στο αριστερό τροχό του αυτοκινήτου, ήτοι δέχεται εμμέσως πλην σαφώς ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα ελάχιστο χρόνο μετά την είσοδο του αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα της οδού και πλησίον της διαχωριστικής των δύο ρευμάτων γραμμής.
Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως ως προς το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα, είναι βάσιμος. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων, που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 367/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ