Supreme Court allows appeal on unpaid overtime wages but remands Sunday work dispute for further trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's judgment regarding unpaid overtime wages for Saturday and Sunday work. The appellant argued that the lower court incorrectly calculated Sunday wages without deducting statutory allowances, while the court found this argument inadmissible for Saturday work but valid for Sunday work. Consequently, the judgment was annulled in part, the case was remanded for further proceedings on the Sunday wage issue, and the respondent was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment in part and remand the case for further trial when specific grounds of appeal are admissible but others are inadmissible due to lack of legal basis or statutory requirements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1909 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1909/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Παρασκευής Κουπλίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Σ. Α. του Κ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ξενοφώντος Νικολάου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 7/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 230/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 4.10.2019 αίτηση διώκεται από τον εκκαλούντα - εφεσίβλητο - εναγόμενο η αναίρεση της υπ'αριθ. 230/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε επί αντιθέτων εφέσεων του ενάγοντος και του εναγομένου αντίστοιχα κατά της υπ'αριθ. 7/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντoς επιδικάζοντας σε αυτόν αποζημίωση απολύσεως και αμοιβή για εργασία Σαββάτων και Κυριακών, κατόπιν εξαφάνισης της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία του είχε επιδικάσει μόνον αποζημίωση απολύσεως, κατόπιν απορρίψεως του αιτήματος καταβολής μισθών υπερημερίας ως απαραδέκτου λόγω παρελεύσεως της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από την ημέρα της καταγγελίας και μέχρι την άσκηση της αγωγής. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου Κώδικος, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 774/1996 ) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 42/2002), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση πάντως του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993]. Για τη πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 665/2019, 377/2019).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (ΚΠολΔ 674 § 2), όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 4ο ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 9 § 2 του ιδίου νόμου ως εκ του χρόνου καταθέσεως της αγωγής, συνάγεται ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει νομικούς κανόνες ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση ως προς τη δικαστική ομολογία.
Εν όψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ (ΑΠ 1042/2020), παρά μόνο ως προς την δικαστική ομολογία, που έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη.
O αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως προσάπτει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου κατηγγέλθη ακύρως την 10.5.2015 και επιδίκασε υπέρ αυτού μισθούς υπερημερίας, ενώ πράγματι η ένδικη αγωγή κοινοποιηθείσα στον αναιρεσείοντα την 30.7.2015 ήταν απαράδεκτη, διότι η καταγγελία της συμβάσεως είχε γίνει την 14.4.2015, κατέληξε στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα χωρίς να λάβει υπόψη το έγγραφο της υπ'αριθ.
πρωτ. 7745/7.5.2015 καταγγελίας του αναιρεσιβλήτου στον ΟΑΕΔ, την οποία υπογράφει ο ίδιος και δηλώνει ότι η σύμβαση εργασίας του κατηγγέλθη την 14.4.2015, και το οποίο ο αναιρεσείων επεκαλέσθη δια των προτάσεών του ως προκομισθέν ενώπιον του Εφετείου. Στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο αναφέρει μεν ότι προς σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψιν όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν μετ'επικλήσεως οι διάδικοι, όμως δεν προέβη περαιτέρω σε ειδική αξιολόγηση του προαναφερομένου εγγράφου ούτε σε μνεία εάν τυχόν δεν προσκομίσθηκε το εν λόγω έγγραφο, παρ'ότι τούτο ήτο αποδεικτικώς σημαντικό σε σχέση με το διαμφισβητούμενο ουσιώδες ως εκ του αντικειμένου της διαφοράς πραγματικό περιστατικό του χρόνου καταγγελίας της συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου.
Εν όψει αυτών καταλείπεται αμφιβολία εάν το Εφετείο έλαβε πράγματι υπ'όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του το εν λόγω έγγραφο, ιδρύεται ως εκ τούτου η επικαλουμένη πλημμέλεια δια του εξεταζομένου εκ του αριθ. 11 του άρθρου 559 λόγου αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Με τον τρίτο λόγο, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε επί 33 Κυριακές, παρότι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ο ίδιος εξεταζόμενος ανωμοτί, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ομολόγησε ότι <<...τα Σάββατα δουλεύαμε μόνο τις Κυριακές απαγορεύεται η κυκλοφορία..>> δηλαδή ομολόγησε ότι δεν εργάζονταν τις Κυριακές, αφού δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει το φορτηγό.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός αφού η φράση <<...μόνο τις Κυριακές απαγορεύεται η κυκλοφορία>> ειπώθηκε από τον αναιρεσίβλητο, περιλαμβάνεται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δεν την έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, παρότι αποδεικνύει πλήρως ότι αυτός δεν απασχολείτο τις Κυριακές, γιατί δεν μπορούσε να κυκλοφορήσει με το φορτηγό, επιδικάζοντας αμοιβές για εργασία Κυριακών.
Επειδή η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή και το Σάββατο δεν αποτελεί υπερωριακή εργασία αν δεν υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο όριο ημερήσιας απασχόλησης, που για τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων είναι οι οκτώ ώρες ημερησίως Έτσι κατ' αρχήν η εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα της εβδομαδιαίας ανάπαυσης (Κυριακή) ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και κατά την ημέρα της υποχρεωτικής ανάπαυσης (Σάββατο) λόγω εξαντλήσεως της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, όπου ισχύει η τελευταία, απαγορεύεται από κανόνες δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή τέτοιας εργασίας κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Η ωφέλεια αυτή για την εργασία του Σαββάτου, προ της 11.5.2010, συνίσταται στις αποδοχές τις οποίες ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις πιο πάνω ημέρες υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας με τον ακύρως κατ' αυτές εργασθέντα μισθωτό χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσαυξήσεις που θα εδικαιούτο ο απασχοληθείς λόγω των ιδιαιτέρων περιστάσεων που τυχόν συντρέχουν στο πρόσωπό του (επιδόματα γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κλπ.), αφού αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως και στο πρόσωπο του δυναμένου να προσληφθεί (Α.Π. 498/2016).
Από 11.5.2010 με το άρθρο 8 του Ν. 3864/2010 ο μισθωτός δικαιούται για τις ώρες απασχόλησής του κατά τα Σάββατα αμοιβή, με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ίση με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30% [ΑΠ 493/2019, 1004/2017]. Εξ άλλου από τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τας Κυριακάς και εορτάς", όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 όμοια και άρθρο 2 του ν. 435/1976, προκύπτει ότι στους εργαζόμενους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές καταβάλλεται, ανεξαρτήτως του κύρους για την απασχόληση, προσαύξηση του ημερομισθίου, η οποία υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% ενός ημερομισθίου, εφόσον η εργασία εξαντλήσει το κανονισμένο ημερήσιο ωράριο.
Σε περίπτωση δε που στερείται και την εβδομαδιαία ανάπαυση ο εργαζόμενος αυτός δικαιούται και το 1/25 του καταβαλλόμενου μισθού του ως αποζημίωση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή καθετί που ο εργοδότης θα κατέβαλλε στον ίδιο εργαζόμενο αν εργαζόταν σε ημέρα μη αναπαύσεως [ΑΠ 662/2019, 1117/2017]. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Αυτός ο λόγος αναιρέσεως υπάρχει όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνος ουσιαστικού δικαίου [ΟλΑΠ 36/1988. 4/2006], ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας] ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησής της [ανεπαρκής αιτιολογία] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία - ΑΠ 973/2019, 1572/2017].
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων επικαλούμενος πλημμέλειες εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 με τον δεύτερο λόγο της αίτησής του υποστηρίζει ότι έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση, γιατί δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30% και 75% για εργασία Σαββάτου και Κυριακής -αντίστοιχα κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και υπολόγισε την αμοιβή του σύμφωνα με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο χωρίς να αφαιρέσει τις προσαυξήσεις που ελάμβανε εκ των περιστάσεων [επιδομάτων γάμου, τέκνων, προϋπηρεσίας κλπ], και συνέτρεχαν στο πρόσωπό του, κατά παράβαση των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, παρότι δέχθηκε ότι οφείλονταν με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Ο λόγος αυτός κατά το σκέλος που αφορά την εργασία του Σαββάτου είναι απαράδεκτος, γιατί προκειμένου για εργασία Σαββάτων μετά την 11.5.2010 η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο εκ του νόμου και δεν απαιτούνται άλλα περιστατικά θεμελιωτικά αξιώσεων εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού [AΠ 493/2019].
Ομοίως, κατά το σκέλος που αφορά την εργασία Κυριακής, ημέρα υποχρεωτικής αργίας, στερούμενος εβδομαδιαίας ημέρας ανάπαυσης, η αμοιβή της οποίας υπολογίζεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο δεν απαιτείται η αναφορά τέτοιων περιστατικών, ενώ η προσαύξηση του 75%, στην εργασία Κυριακής, που υπολογίζεται με το νόμιμο ημερομίσθιο, δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης.
Συνεπώς, οι εκ του αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο των μισθών υπερημερίας και τα συνεχόμενα με αυτό κεφάλαια, το κεφάλαιο που αφορά την εργασία Κυριακών και το κεφάλαιο της εργασίας Σαββάτων μετά την 14.4.2015, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή [ΑΠ 580 παρ.3] και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος ως ηττώμενος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού [αρθρ. 176. 183. 191 παρ.2 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 230/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων [2.300] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2022.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ