Supreme Court allows appeal against conviction for moral accessory liability due to lack of specific reasoning on how the defendant induced the principal offender.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a conviction for moral accessory liability in an unpaid check case. The lower court found the defendant guilty but failed to explain the specific means by which he induced the principal offender to commit the crime. Consequently, the court ruled that the appeal based on insufficient reasoning was valid and remanded the case for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 46(1)(a) and 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure; The court must provide specific and detailed reasoning regarding the means by which a moral accessory induced the principal offender to commit the crime, and failure to do so renders the conviction voidable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1909 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1909/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου - Εισηγητή, Μαρία Κουβίδου και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Κατσαδούρου, για αναίρεση της υπ'αριθ.594/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ... Α.Ε., νομίμως εκ/νη, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο Νεκταρία Μυγιάκη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2019 αίτησή του αναιρέσεως που ασκήθηκε με δήλωση και επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 15 Ιουλίου 2019 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 7822/2019, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1065/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθμ. ΔΤ 594/2019 απόφασή του, καταδίκασε τον τότε πρώτο κατηγορούμενο και τώρα αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία (3) έτη, και σε χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από εκείνη του αυτουργού έκδοσης ακάλυπτης επιταγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α' του Π.Κ., "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κλπ και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής, υποκειμενικώς δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 Π.Κ. και ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 48 του εν λόγω Κώδικα, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη, προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξης, για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται, αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει εκ δόλου ή, αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος, που να αποκλείει τον καταλογισμό.
Από αυτά παρέπεται, ότι το αξιόποινο, ως προς τον ηθικό αυτουργό, είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ, μη υφισταμένου αντικειμενικώς του εν λόγω εγκλήματος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας.
Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης,από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Ενόψει των προεκτεθέντων επί ηθικής αυτουργίας σε ορισμένη αξιόποινη πράξη, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρονται σ' αυτή ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, ήτοι να εκτίθεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος με παραινέσεις, προτροπές, πειθώ, φορτικότητα κ.λ.π, έπεισε τον φυσικό αυτουργό να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της μέχρι τις τελευταίες λεπτομέρειες, από άποψη τόπου, τρόπου και χρόνου τέλεσης της πράξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το σκεπτικό της παραπάνω προσβαλλόμενης απόφασής του, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα αναφερόμενα, ως προς το είδος τους, αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "η κατηγορουμένη εξέδωσε την επίδικη επιταγή που λεπτομερώς αναφέρεται στο κατηγορητήριο και το διατακτικό της παρούσας, πλην όμως δεν γνώριζε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια.
Για τον λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώα ελλείψει δόλου για την πράξη για την οποία κατηγορείται και περιγράφεται λεπτομερώς στο κατηγορητήριο. Ο α' κατηγορούμενος, όμως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για ηθική αυτουργία στο αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από φυσικός αυτουργός, καθόσον ήταν αυτός που προκάλεσε με πρόθεση την απόφαση στην β' κατηγορουμένη να εκδώσει την άνω επιταγή υπογράφοντας κατόπιν εντολής του η τελευταία και όχι ο ίδιος, χωρίς την αναγνώριση των αιτηθέντων ελαφρυντικών, δεδομένου του ότι η επικαλούμενη δημιουργία οικογένειας και η ακαδημαϊκή του μόρφωση, όπως και η επαγγελματική του διαδρομή δεν συνεπάγονται το δίχως άλλο εντιμότητα κατά τη διαδρομή του έως την τέλεση του συγκεκριμένου αδικήματος, ούτε εξάλλου επικαλέσθηκε θετική δράση που ωφελούν το κοινωνικό σύνολο, ούτε επίσης προέκυψε ότι δεν ωθήθηκε από ταπεινά αίτια στην τέλεση της πράξης αυτής, ενόψει του ότι δεν προέκυψε μη κακοβουλία του δράστη, ο οποίος παραιτήθηκε από την εταιρία και με την παραίτηση του ξεκίνησαν τα προβλήματα ροής χρημάτων στην εταιρία, η οποία ήταν κανονική μέχρι τότε, γεγονός που γνώριζε ότι θα συμβεί ο α' κατηγορούμενος.
Όσον αφορά το αίτημα του α'κατηγορουμένου για γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, παρέλκει η εξέτασή του μετά τα ανωτέρω". Στη συνέχεια, με το διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον τότε πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα κατά λέξη του ότι: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον α' κατηγορούμενο ένοχο, κατά επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας σε ηθική αυτουργία σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής από παράβαση Νόμου για επιταγές από κοινού, χωρίς την αναγνώριση των ελαφρυντικών 84§2α και 84§2β'Π.Κ, του ότι:
στο ...... στις 22/12/2011 εξέδωσε από κοινού επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσε με πρόθεση την υπ' αριθμ. με αριθμό ...303-1 επιταγή, για να πληρωθεί από την Τράπεζα ..., για το χρηματικό ποσό των "50.000,00" σε διαταγή "...
Α.Ε." νομίμως περιελθούσα στην εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμος κομιστής αυτής. Και αφού εμφανίστηκε στις 22/12/2011 προς πληρωμή, δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα, γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα.". Με αυτές τις, κατά συνδυασμό των αποτελούντων ενιαίο σύνολο αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ουδόλως αναφέρει τον τρόπο και τα μέσα με την έννοια της πειστικότητας, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με τα οποία ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων προκάλεσε την απόφαση στην φυσικό αυτουργό β' κατηγορούμενη να τελέσει την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να αρκεί η αναφορά ότι προκάλεσε με πρόθεση την απόφαση στην β' κατηγορούμενη να εκδώσει την άνω επιταγή, υπογράφοντας κατόπιν εντολής του η τελευταία και όχι ο ίδιος.
Κατ' ακολουθία αυτών, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναίρεσης, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος, οπότε πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με τον ήδη αναιρεσείοντα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, ως αλυσιτελών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθ. ΔΤ594/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς τον πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Γ. Σ. του Ι., κάτοικο ....
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ