1909/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1909/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 12-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 1909 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1909/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Σ. του Γ., 2) Σ. Σ. του Γ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Χριστοδουλόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2877/2007 Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-12-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 12-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3.208/2003, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 289 Α’ της 23/24-12-2003, "προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, κατάρτιση δασολογίου, ρύθμιση εμπράγματων δικαιωμάτων επί δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση και δασικές εν γένει εκτάσεις, που :
Ι) Αναγνωρίστηκαν : α)......θ) με τις διατάξεις του ν. 248/1976, σε ό,τι αφορά τις εκτάσεις που κρίθηκαν ότι δεν ανήκουν στο Δημόσιο. 0 χαρακτηρισμός των εκτάσεων που εμφανίζονται στον προσωρινό κτηματικό χάρτη ως μη δασικές, καθώς και των εκτάσεων που κρίθηκε με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, κατά τη διαδικασία των άρθρων 12 επ.
του ν. 248/1976, ότι δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση παραμένει ισχυρός και δεν επανεξετάζεται από τον οικείο δασάρχη ή τις κατά το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 998/1979 Επιτροπές Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων ή άλλο αρμόδιο όργανο προβλεπόμενο από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Εξάλλου, με την παρ. 10 του, μεταβατικού χαρακτήρα, άρθρου 21 του άνω νόμου ορίστηκε ότι ο χαρακτήρας των εκτάσεων που εμφανίζονται στον προσωρινό ή οριστικό κτηματικό χάρτη που καταρτίστηκε με τις διατάξεις του Ν. 248/1976 ως μη δασικές, καθώς και ο χαρακτήρας των εκτάσεων που κρίθηκε με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, κατά τη διαδικασία των άρθρων 12 επ.
του ίδιου νόμου ότι δεν αποτελούν δάσος ή δασική έκταση, παραμένει έγκυρος και ισχυρός και δεν επανεξετάζεται από τον οικείο δασάρχη ή τις, κατά το άρθρο 10 παρ.3 του ν.998/1979, Επιτροπές Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων ή άλλο αρμόδιο όργανο προβλεπόμενο από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Το Δημόσιο δεν δικαιούται να προβάλλει εμπράγματα δικαιώματα επί των εκτάσεων, που με τις διατάξεις του παραπάνω νόμου κρίθηκε ότι δεν ανήκουν στην κυριότητά του.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό του κανόνα δικαίου (Ολ.Α.Π.7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, η κύρια παρέμβαση η ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.Α.Π. 20/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, παραδεκτώς κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ., οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με τη με αριθμό κατάθεσης .../2-9-1999 αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή τους κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ισχυριζόμενοι ότι είναι συγκύριοι, κατ’ ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου, των επίδικων ακινήτων, που αποτελούν τμήματα μείζονος εκτάσεως, συνολικής επιφάνειας 19.474,05 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος ...
του ..., της οποίας απέκτησαν την κυριότητα παραγώγως, δυνάμει των υπ’ αριθμ..../16-6-1973 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Α. Σ., που μεταγράφηκαν νόμιμα, αιτία πωλήσεως από τον αληθή κύριο Γ. Σ. του Δ., αλλά και πρωτοτύπως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από το έτος 1994 άρχισε να αμφισβητεί το δικαίωμά τους αυτό επί των δύο περιγραφόμενων σ’ αυτήν τμημάτων, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους στα επίδικα τμήματα.
Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον πρότεινε ένσταση ιδίας κυριότητας, με την οποία προέβαλε κυρίως ότι οι επίδικες εκτάσεις τυγχάνουν δημόσιες δασικές εκτάσεις (δάσος χαλεπίου πεύκης και αειφύλλων - πλατυφύλλων). Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 174/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του ήδη αναιρεσείοντος.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση οι ήδη αναιρεσίβλητοι ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη και δικάζοντας κατ’ ουσίαν την ένδικη αγωγή, έκανε αυτήν δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε τους ήδη αναιρεσίβλητους συγκυρίους, κατ’ ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου, των επίδικων εδαφικών τμημάτων.
Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον μέρος, ότι : "...Τα επίδικα εδαφικά τμήματα, κατά την κτηματογράφηση της περιοχής της Κοινότητας ..., συμπεριλήφθηκαν στον αριθμό ... προσωρινό πίνακα και χάρτη της Διεύθυνσης Δασών Ν. Χαλκιδικής, που καταρτίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 248/1976, με κωδικούς αριθμούς ...
και με α/α ..., αντίστοιχα, χαρακτηριζόμενα ως δημόσια δασική έκταση. Κατά των εγγραφών αυτών, οι ενάγοντες άσκησαν το αριθμ. …1997 δελτίο αντιρρήσεων, επί του οποίου εκδόθηκε η αριθμ. 52/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κασσανδρείας που δίκασε με τη διαδικασία των άρθρων 12 επ. Ν. 248/1976, με την οποία διατάχθηκε η διόρθωση του προσωρινού χάρτη και πίνακα, καθορίζοντας τα επίδικα ως αγροτικές εκτάσεις που ανήκουν στην κυριότητα των αντιλεγόντων (εναγόντων), στην οποία περιήλθαν κατά τον αναφερόμενο σ’ αυτήν τρόπο.
Η ανωτέρω απόφαση του Ειρηνοδικείου επικυρώθηκε με την αριθμό 234/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής μετά από έφεση που άσκησε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο καταστάσα έτσι αμετάκλητη, εφόσον δεν επιτρέπεται κατ’ αυτής αναίρεση. Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής το αρμόδιο τμήμα δασικών χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών Ν.
Χαλκιδικής προέβη με την αριθ. ...-2-2000 πράξη του στις σχετικές διορθώσεις του προσωρινού κτηματικού χάρτη και πίνακα. Με την ως άνω απόφαση, όμως, με την οποία κρίθηκε ότι η επίδικη έκταση δεν είναι δασική αλλά αγροτική και ανήκει στην κυριότητα των εναγόντων θεμελιώνεται πλέον, κατά τον εφαρμοστέο από το Δικαστήριο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ., Ν. 3208/2003, που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, δικαίωμα κυριότητας των τελευταίων έναντι του Δημοσίου, το οποίο δεν δικαιούται να προβάλλει εμπράγματα δικαιώματα επί της εκτάσεως αυτής.
Ο αγωγικός ισχυρισμός ότι το επίδικο ήταν αγρός την εποχή της τουρκοκρατίας, τον οποίο εξουσίαζε και καλλιεργούσε ως δικό του αρχικά ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων Δ. Σ., χωρίς δικαστική αμφισβήτηση για χρόνο περισσότερο από μία δεκαετία και συγκεκριμένα από το έτος 1885 μέχρι το έτος 1912, στη συνέχεια, δε, ο άμεσος δικαιοπάροχός τους Γ.
Σ. μέχρι την 20-5-1917 και περαιτέρω μέχρι το έτος 1974, που το μεταβίβασε λόγω πωλήσεως σ’ αυτούς και από το έτος αυτό μέχρι σήμερα οι ενάγοντες, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, δεν δύναται να αντιτάξει δικαιώματα κυριότητας (στο επίδικο), το οποίο πλέον απονέμεται με τον ως άνω νόμο στους ενάγοντες...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως βάσιμο τον πέμπτο λόγο της πιο πάνω έφεσης των ήδη αναιρεσίβλητων με την προπαρατεθείσα αιτιολογία, ότι δηλαδή, εφόσον οι τελευταίοι, με την άσκηση αντιρρήσεων που αφορούσαν στα επίδικα εδαφικά τμήματα κατά τις διατάξεις των άρθρων 12 επ.
του ν. 248/1976, πέτυχαν την έκδοση της υπ’ αριθμ.52/1998 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κασσάνδρας και ακολούθως της υπ’ αριθμ.234/1998 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με τις οποίες έγιναν αμετάκλητα δεκτές οι αντιρρήσεις, και δεν μπορούσε πλέον το ήδη αναιρεσείον να αντιτάξει δικαίωμα κυριότητας επ’ αυτών (επιδίκων) προς απόκρουση των αγωγικών ισχυρισμών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ.1 εδ.
θ’ και 21 παρ. 10 του ν. 3208/ 2003, παραβίασε ευθέως, με το να δεχθεί ότι τυγχάνουν εφαρμογής, οι προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες το Δημόσιο δεν δικαιούται να προβάλλει εμπράγματα δικαιώματα επί των εκτάσεων που με τις διατάξεις του ν.248/1976 κρίθηκε ότι δεν ανήκουν στην κυριότητά του, αφού τέτοια δικαιώματα δεν εξετάστηκαν και ούτε θα μπορούσαν να εξεταστούν στα πλαίσια των άνω δικών επί των αντιρρήσεων, καθόσον η αρμοδιότητα των ανωτέρω δικαστηρίων εξαντλείτο στην επίλυση των αμφισβητήσεων ως προς την ύπαρξη των προβαλλόμενων ιδιωτικών δικαιωμάτων στις περιληφθείσες στο οικείο φύλλο καταγραφής επίδικες εκτάσεις προκειμένου να περατωθεί η διοικητική διαδικασία, χωρίς να επεκτείνεται στη διάγνωση της ορθότητας του χαρακτηρισμού τους ως δασικών ή μη, ούτε στην αναγνώριση εμπράγματων δικαιωμάτων, που υπάγονται στην τακτική διαδικασία των πολιτικών δικαστηρίων, με αποτέλεσμα ακολούθως να απορρίψει τη νομίμως υποβληθείσα κατά το χρόνο (7-11-2011) της πρώτης συζήτησης της αγωγής ένσταση ιδίας κυριότητας επ’ αυτών (επιδίκων) του αναιρεσείοντος, αφού η ισχύς του ν. 3.208/2003, και ειδικότερα των άρθρων 10 και 21, άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 24), ήτοι από 24-12-2003, και από καμία διάταξή του δεν ορίζεται ότι οι άνω διατάξεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, όπως η παρούσα, δίκες, ούτε κάτι τέτοιο ορίζεται ρητά στις μεταβατικές διατάξεις του ίδιου νόμου.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η από 16-12-2010 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ. Ν. ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 2877/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ