Legislator Case Law & Legislation
1909/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to prove statutory suspension of limitation periods. The court ruled the defendant's absence did not justify the appeal's admissibility. The appeal was rejected because the appellant failed to substantiate claims of force majeure or procedural suspension. The court found the arguments regarding limitation periods were unfounded and the appeal lacked specific factual basis. Consequently, the appeal was dismissed without further examination.

Case Number 1909/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the appeal after previously declaring it inadmissible. The appellant argued that the limitation period was suspended due to the defendant's lawyers' absence and force majeure, but the court found these claims unsubstantiated. The court determined that the lower court had already accepted the defendant's limitation defense without examining the appellant's counter-arguments, rendering the appeal's arguments baseless and the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal if the appellant fails to substantiate claims of suspension or interruption of the limitation period, particularly when the lower court has already accepted the opposing party's defense without examining counter-arguments.

Keywords

AI generated
limitation period suspension force majeure defense inadmissible appeal procedural suspension code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 255 of the Civil Code
Article 257 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1909 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1909/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της καλούσας-αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εμπορικής και βιομηχανικής εταιρίας καλλυντικών, με την επωνυμία "ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ 1864 ΑΕΒΕ" που εδρεύει στα Μελίσσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σοφιανού.

Του καθού η κλήση-αναιρεσιβλήτου: ..., που λειτουργεί ατομική επιχείρηση μεταφορών, με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Κοινοποίηση προς "ΚΑΕ ΑΕ", η οποία δεν παραστάθηκε

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1699/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 210/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 30-5-2005 αίτησή της η οποία κατατέθηκε α) στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθ. κατάθεσης 83/2005 και β)στο Εφετείο Αθηνών με αριθμό κατάθεσης 720/2005.

Εκδόθηκε η 1753/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπου κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα-αναιρεσείουσα με την από 13-11-2007 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 12-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 13-11-2007 αίτηση-κλήση της αναιρεσειουσας εταιρίας μετά την έκδοση της υπ' αριθμ.1753/2007 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση.

Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί η εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζομενες με επίκληση υπ' αριθ. 6299Ε / 21-11-2006 και 949ΣΤ / 24-11-2008 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως και της από 13-11-2007 κλήσεως προς συζήτηση αυτής (αναιρέσεως) με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την σημειουμενη στην αρχή της παρούσης, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσειουσας, στον αναιρεσιβλητο. Επομένως, εφ' όσον αυτός (αναιρεσίβλητος) δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει παρά την απουσία του να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 Παρ. 2 ΚΠολΔ.

Όπως προκύπτει από το άρθρο 553 ΚΠολΔικ, αν η έφεση έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, γιατί αν περαιτέρω η έφεση ευδοκίμησε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαυσε να ισχύει, αν δε η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσιαν, η πρωτόδικη ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου (ΟλΑΠ 40/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, επί της από 28-9-2000 αγωγής της αναιρεσειουσας κατά του αναιρεσιβλητου, με αίτημα την επιδίκαση της αξίας εμπορευμάτων απολεσθέντων κατά την μεταφορά τους από τον αναιρεσιβλητο σε εκτέλεση σχετικής σύμβασης (εσωτερικής) μεταφοράς, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1699/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, κατ' αποδοχή προβληθείσας από τον αναιρεσιβλητο ενστάσεως παραγραφής της ένδικης αξίωσης της αναιρεσειουσας.

Ασκηθείσας δε κατά της απόφασης αυτής της από 11-6-2203 έφεσης της αναιρεσειουσας, εκδόθηκε η με αριθ. 210/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθ' όσον μεν στρέφεται κατά της με αριθ. 1699/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απόφαση αυτή (1699/2003), μετά την κατ' ουσιαν απόρριψη της έφεσης, ενσωματώθηκε στη με αριθ. 210/2005 απόφαση του Εφετείου, καθ' όσον δε στρέφεται κατά της εφετειακής απόφασης, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

Κατά το άρθρο 107 του Εμπ.Ν., κάθε αγωγή κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς και του αγωγιάτη για απώλεια η αβαρία των πραγμάτων, παραγράφεται, προκειμένου περί εσωτερικών μεταφορών, μετά έξι μήνες από την ημέρα που έπρεπε να γίνει η μεταφορά των πραγμάτων, αν πρόκειται για απώλεια η από την παράδοση, αν πρόκειται για αβαρία.

Και επί της παραγραφής αυτής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 260-270 ΑΚ. Κατά την διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων η του δικαστηρίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, προς αποφυγή διαιώνισης της επιδικίας από την έγερση της αγωγής από ενδεχόμενη αμέλεια των διαδίκων, προβλέπεται η δυνατότητα συμπλήρωσης της παραγραφής εν επιδικία, αφού μετά την έγερση της αγωγής αρχίζει να τρέχει εκ νέου ο χρόνος της παραγραφής, ο οποίος διακόπτεται μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων η του δικαστηρίου.

Ως διαδικαστική πράξη που συνεπάγεται κατ' άρθρο 261ΑΚ διακοπή της παραγραφής λογίζεται κάθε πράξη των διαδίκων η των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων αυτών η της δικαστικής Αρχής που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις αναγκαία προς έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.

Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 255 ΑΚ η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίσθηκε από δικαιοστασιο η από άλλο λόγο ανωτέρας βίας να ασκήσει την αξίωση του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 261 και 255 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 277 ΑΚ, κατά την οποία το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί, προκύπτει ότι, όπως ο ισχυρισμός για παραγραφή της αξίωσης αποτελεί ένσταση του υπόχρεου, έτσι και ο ισχυρισμός για διακοπή ή αναστολή της παραγραφής αποτελεί αντένσταση κατά της τελευταίας, που πρέπει να προτείνει ο δικαιούχος της αξίωσης.

Εν προκειμένω ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσιβλητος, όπως δέχτηκε το Εφετείο και προκύπτει από την επισκόπηση των κατατεθεισών στην έκκλητη δική προτάσεων του, προέβαλε νομοτύπως την ένσταση ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσειουσας υπέκυψε στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 107 Εμπ.Νομου, εν επιδικία, με την παρέλευση αυτού του χρόνου των έξι μηνών 1)από την άσκηση στις 13-6-2003 της από 11-6-2003 έφεσης της αναιρεσειουσας κατά της υπ' αριθ. 1699/2003-απορριπτικής της αγωγής της-οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η την από 17-6-2003 πράξη ορισμού δικασίμου μέχρι τη δικάσιμο της 29-1-2004, για την οποία είχε προσδιορισθεί αρχικά με επιμέλεια της αναιρεσειουσας η συζήτηση αυτής και 2) από την εν λόγω αρχική δικάσιμο της 29-1-2004 μέχρι την δικάσιμο της 14-10-2004, για την οποία αναβλήθηκε με σημείωση στο πινάκιο η συζήτηση επί της εφέσεως, χωρίς, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, να μεσολαβήσει ουδεμία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου ικανή να επιφέρει διακοπή της παραγραφής, η οποία συμπληρώθηκε στην πρώτη περίπτωση στις 17-12-2003 και στη δεύτερη στις 29-7-2004.

Το Εφετείο έκρινε ότι η ένσταση αυτή του αναιρεσιβλήτου είναι νόμω (στηριζόμενη στις προπαρατιθέμενες διατάξεις) και ουσία βάσιμη, δεχθέν ότι τα προβληθέντα για την στήριξη της πραγματικά περιστατικά, ήτοι η έναρξη, η πάροδος και η συμπλήρωση των παραπάνω χρονικών διαστημάτων, προκύπτουν από την έκθεση κατάθεσης του δικογράφου της έφεσης, την πράξη ορισμού της αρχικής γι' αυτή δικασίμου και τις σχετικές εγγραφές του πινακίου, αλλά και συνομολογούνται και οπωσδήποτε δεν αμφισβητούνται από την αναιρεσείουσα, καθώς και ότι, σε κάθε περίπτωση, η παραγραφή της επίδικης αξίωσης της αναιρεσειουσας συμπληρώθηκε κατά την ανωτέρω χρονολογία της 29-7-2004.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβίασε α) τις διατάξεις περί διακοπής της παραγραφής και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ με το να δεχθεί ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσειουσας υπέκυψε εν επιδικία στην εξάμηνη παραγραφή του άρθρου 107 Εμπ.Νομου, ενώ η παραγραφή αυτή είχε διακοπεί με την επίδοση στον αναιρεσιβλητο στις 23-10-2003 της από 11-6-2003 έφεσης της κατά της 1699/2003 απορριπτικής της αγωγής της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) τις διατάξεις περί αναστολής της παραγραφής των άρθρων 255 και 257 ΑΚ, "εξαίρεσαν σιγή" από τις περιπτώσεις αναστολής της ΑΚ 255 την εκ μέρους του Εφετείου γενόμενη λόγω αποχής των δικηγορών αναβολή της συζητήσεως πέραν του εξαμήνου, γεγονός που συνιστά ανωτέραν βία κατά την έννοια του άρθρου 255 ΑΚ και είχε επικαλεσθεί η αναιρεσειουσα "ενώπιον αμφοτέρων των δικαστηρίων της ουσίας".

Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που επιχειρείται η θεμελίωση του στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι αβάσιμος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, αφού το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση του αναιρεσιβλητου περί παραγραφής, χωρίς να εξετάσει και απορρίψει αντένσταση της αναιρεσειουσας περί διακοπής ή αναστολής της προταθείσας παραγραφής.

Εκτιμώμενος δε ως λόγος από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., υπό την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσειουσας περί διακοπής και αναστολής της παραγραφής, είναι αόριστος, αφού στο αναιρετήριο, αφενός μεν, δεν γίνεται μνεία για προβολή στο Δικαστήριο της ουσίας τέτοιων αντενστάσεων παρά μονό επίκληση ανωτέρας βίας λόγω αντικειμενικής αδυναμίας προσδιορισμού συντομότερης δικασίμου, ούτε εξειδικεύονται θεμελιωτικά τέτοιων αντενστάσεων πραγματικά περιστατικά, η έλλειψη των οποίων δεν αναπληρώνεται με την απλή αναφορά των σχετικών περί αναστολής της παραγραφής διατάξεων, αφετέρου δε, δεν αναφέρεται ο τρόπος και χρόνος προβολής αυτών των αντενστάσεων ή έστω των περιπτώσεων ανωτέρας βίας, εάν δηλαδή η προβολή τούτων έγινε με το δικόγραφο η τις προτάσεις της αναιρεσειουσας ή τη σχετική προσθήκη τούτων, ενώ σε κάθε περίπτωση από την επισκόπηση των από 28-1-2004 προτάσεων της αναιρεσειουσας στην κατ' έφεση δίκη και της από 18-10-2004 σχετικής προσθήκης και αντίκρουσης δεν προκύπτει ότι είχε προταθεί ισχυρισμός περί διακοπής της παραγραφής με την επίδοση της έφεσης στον αναιρεσιβλητο.

Περαιτέρω, αφού δεν πλήττεται επιτυχώς με βάσιμο λόγο αναιρέσεως η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου που δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμη την ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί παραγραφής εν επιδικία της ένδικης αξίωσης της αναιρεσείουσας και απέρριψε την έφεση της, οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται και η ενσωματωθείσα στην προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 1699/2003 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, είναι άνευ αντικειμένου, ενώ ο λόγος αναιρέσεως ότι το Δικαστήριο της ουσίας "ερμήνευσε σε βάρος του αναιρεσείοντα και υπέρ του αναιρεσιβλητου τις περί συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης και επιβολής των εξόδων στον νικήσαντα διάδικο διατάξεις των άρθρων 179 και 185 ΚΠολΔικ., είναι προεχόντως αόριστος.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-3-2005 αίτηση της ανωνύμου εμπορικής και βιομηχανικής εταιρίας καλλυντικών υπό την επωνυμία "ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ 1864 ΑΕΒΕ" για αναίρεση των αποφάσεων 210/2005 του Εφετείου Αθηνών και 1699/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ