Legislator Case Law & Legislation
1909/2008 AI generated

1909/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1909/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1909/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εκκαθάριση δοσοληψιών εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου συνεχίζεται κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκκαθάριση του νομικού προσώπου της επιχείρησης (κοινή εκκαθάριση). Ανεξάρτητα από την υπαγωγή της επιχείρησης στο καθεστώς της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η περάτωση των εκτός του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου εκκρεμών υποθέσεων, συνεχίζεται κατά τις διατάξεις της κοινής εκκαθάρισης.

Keywords

AI generated
company agreement breach of employment obligations pension contract statutory insurance obligation insurance relationship rights and obligations of staff
AI generated
2029/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2009 μη οριστική και 193/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 4549/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/12/2012 αίτησή του και τους από 23/4/2013 πρόσθετους λόγους αυτής.
1037/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
1559/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.
455/2024
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.
90/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: "Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς" Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που εδρεύει στον Πειραιά, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέλιο Μανουσάκη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1909 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1909/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, που παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "NORDIC AMERICAN STANDARD Α.Ε.Α.Ζ", πρώην "ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ" (STANDARD HELLAS S.A) , που εδρεύει στον Πειραιά, τελεί υπό ασφαλιστική εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Προδρομίτης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.12.2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2005 του ίδιου δικαστηρίου και 180/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23.03.2007 αίτησή του καθώς και τους από 09.09.2008 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 30.09.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου του κυρίου δικογράφου και του πρώτου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την παραδοχή των λοιπών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή σύμφωνα με το άρθρ. 1 παρ.1 του ΝΔ 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", όλες οι ημεδαπές και αλλοδαπές ιδιωτικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Ελλάδα και έχουν ως αντικείμενο την άσκηση ασφάλισης, διέπονται από τις διατάξεις του παραπάνω ΝΔ, υπόκεινται δε στην εποπτεία του Υπουργού Εμπορίου, που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου ΝΔ κι έχει ως σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημίωσης από ασφαλιστική σύμβαση.

Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ίδιου ΝΔ η λειτουργία ασφαλιστικής εταιρείας στην Ελλάδα προϋποθέτει άδεια, που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου κατά κλάδο ασφάλισης και μπορεί να ανακληθεί με τις προϋποθέσεις της παρ. 3 του ίδιου άρθρου. Σύμφωνα με την παρ. 7 του αυτού άρθρου 3, η οποία προστέθηκε με το άρθρ. 1 παρ. 2γ του Ν. 2170/1993, με την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης ανακαλείται αυτοδικαίως η άδεια σύστασης και επέρχεται η λύση της.

Με το άρθρ. 12 β του Ν.Δ. 400/1970, που προστέθηκε με το άρθρ. 5 παρ.2 του άνω Ν. 2170/1993, ρυθμίσθηκαν θέματα εκκαθάρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, ειδικότερα δε θέματα διορισμού και αρμοδιοτήτων του επόπτη και του εκκαθαριστή της ασφαλιστικής αυτής εκκαθάρισης. Κατά την παρ. 9 του ίδιου άρθρου, ύστερα από αίτηση των μετόχων ή εταίρων που αντιπροσωπεύουν άνω του 50% του κεφαλαίου της ασφαλιστικής επιχείρησης, του εκκαθαριστή ή του επόπτη, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί, εφόσον έχει περατωθεί η εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, να κηρύξει τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης.

Η εκκαθάριση δοσοληψιών εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου συνεχίζεται κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκκαθάριση του νομικού προσώπου της επιχείρησης (κοινή εκκαθάριση). Ανεξάρτητα από την υπαγωγή της επιχείρησης στο καθεστώς της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η περάτωση των εκτός του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου εκκρεμών υποθέσεων, συνεχίζεται κατά τις διατάξεις της κοινής εκκαθάρισης.

Η ασφαλιστική εκκαθάριση δεν επιφέρει αυτοδικαίως τη λύση της συμβάσεως των εργαζομένων στην ασφαλιστική επιχείρηση ούτε συνιστά γεγονός ανώτερης βίας που την απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των αποδοχών, έως ότου ο επόπτης ή ο εκκαθαριστής της ασφαλιστικής εκκαθάρισης καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας.

Η καταγγελία αυτή εκ μέρους του επόπτη ή του εκκαθαριστή λόγω της αδυναμίας αποδοχής της εργασίας των εργαζομένων εξ αιτίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και της διακοπής των εργασιών της επιχείρησης είναι έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως, έστω και αν δεν καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, την οποία οι εργαζόμενοι μπορεί να διεκδικήσουν κατά τη διαδικασία επαληθεύσεως όπως γίνεται δεκτό και στην πτώχευση, αφού ο θεσμός της ασφαλιστικής εκκαθάρισης προσομοιάζει με τον θεσμό της πτώχευσης, διότι και οι δύο εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή τη σύμμετρη ικανοποίηση των δανειστών με ανάλογες διαδικασίες, Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρ. 1, 2 παρ.2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94, 170 και 248 παρ.1 του Κώδ.

Περί Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.

Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ'ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρ. 99 επ.

του Κώδικα περί Δικηγόρων. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 92 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, η δε σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό ή διαφορά ή περατωθεί η εργασία.

Ως επιτυχής έκβαση της δίκης άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς. Η σχετική περί εργολαβίας δίκη συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρ. 95 παρ.2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής μόνο με έγγραφα ή όρκο και ομολογία, θεωρείται καταργημένη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 του Εισ.ΝΚΠολΔ (εκτός αν αφορά εργατικές διαφορές, οπότε η συμφωνία του εργαζομένου με τον δικηγόρο πρέπει, σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρ. 92 του Κωδ.

περί Δικηγόρων να καταρτίζεται εγγράφως και να γνωστοποιείται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο). Επίσης, η τυχόν εγγράφως καταρτισθείσα συμφωνία δεν καθίσταται άκυρη αν δεν θεωρηθεί από την αρμόδια ΔΟΥ, κατ'αρθρ. 8 παρ.1 β του Ν.1882/90, διότι η ρύθμιση της διατάξεως αυτής, που θεσπίσθηκε για την περιστολή της φοροδιαφυγής, δεν αποκλείει την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρ. 671 παρ.1α του ΚΠολΔ, η οποία ως ειδικότερη διάταξη ρυθμίζει το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων στην ειδική αυτή διαδικασία, επομένως και τη μη θεωρημένη από την αρμόδια ΔΟΥ σύμβαση εργολαβίας δίκης.

Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, δηλαδή πριν από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, εφαρμόζονται όσα ορίζονται στο άρθρο 170 του Κώδικα περί Δικηγόρων, δηλαδή αν η ανάκληση της εντολής είναι αδικαιολόγητη ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στον δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή, αν δε αυτή είναι δικαιολογημένη αλλά από λόγους που δεν παρέχουν δικαίωμα άσκησης αγωγής κατά το άρθρο 73 του Εισ.

Ν ΚΠολΔ, έχει υποχρέωση να καταβάλει στον δικηγόρο τη δαπάνη που αυτός πραγματοποίησε προς εκτέλεση της εντολής και μέχρι την ανάκληση της, καθώς και την υπολογιζόμενη κατά τις διατάξεις του ίδιου Κώδικα αμοιβή αυτού για τις μέχρι τότε ενέργειές του. Το δικαίωμα του εντολέα να άρει την εμπιστοσύνη του από τον εντολοδόχο και να αφαιρέσει από αυτόν την ανατεθείσα υπόθεση ασκείται, σύμφωνα με τα άρθρα 167 και 724 του ΑΚ, με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλλόμενο δηλαδή βουλήσεως, με την περιέλευσή της δε στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται επέρχεται η λύση της εντολής.

Η ανάκληση μπορεί να γίνει και προφορικά, ακόμη δε και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή τη βούλησή του αυτή στον εντολοδόχο. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 190 του Κωδ. περί Δικηγόρων, οι απαιτήσεις του δικηγόρου για την αμοιβή και τις δαπάνες του παραγράφονται μετά από μία πενταετία, η οποία αρχίζει, αν μεν πρόκειται για διοικητική υπόθεση ή εξώδικη πράξη, από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη, αν δε πρόκειται για δίκη από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η τελευταία διαδικαστική πράξη.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή του γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ενήργησε την εξώδικη πράξη ή την τελευταία διαδικαστική πράξη στη δίκη ή έπαυσε από οποιοδήποτε λόγο να εκπροσωπεί τον εντολέα του, ο χρόνος δε της παραγραφής αρχίζει από το τέλος του έτους στο οποίο εμπίπτει η κατά το ανωτέρω γένεση της αξιώσεως, και στην περίπτωση της αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή του γεννιέται και είναι δυνατή η επιδίωξή της από την ανάκληση της εντολής και παραγράφεται μετά από μία πενταετία από το τέλος του έτους κατά το οποίο έλαβε χώρα η ανάκληση.

Επειδή στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: Με την Κ3-10-300/20-11-97 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που δημοσιεύθηκε στο 8145/21-11-97 ΦΕΚ, ανεκλήθη η άδεια συστάσεως και λειτουργίας της ήδη αναιρεσίβλητης, ενταύθα εδρεύουσας, ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Νοrdic American Standard A.E.A.Z", (πρώην Standard Hellas S.Α."), η οποία τέθηκε υπό ασφαλιστική εκκαθάριση.

Με την ίδια, ως άνω, απόφαση διορίσθηκε ως επόπτης ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως ο δικηγόρος Αθηνών Ζ και με την 2669/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς διορίσθηκε ως εκκαθαρίστρια αυτής η ορκωτή λογίστρια ΣΤ. Η αναιρεσίβλητη είχε καταρτίσει κατά το έτος 1995 με τον ήδη αναιρεσείοντα, δικηγόρο Πειραιώς, σύμβαση έμμισθης εντολής, με την οποία τον προσέλαβε ως δικηγόρο με πάγια αντιμισθία, ενώ την 1η Νοεμβρίου 1995 καταρτίσθηκε μεταξύ τους εγγράφως πρόσθετη διευκρινιστική σύμβαση παροχής υπηρεσιών δικηγόρου με πάγια αντιμισθία.

Σ' αυτή περιλήφθηκε, μεταξύ άλλων, η συμφωνία εργολαβίας δίκης, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων αναλάμβανε την υποχρέωση παροχής των νομικών υπηρεσιών του σε περίπτωση που αναφυόταν δικαστική διένεξη σχετιζόμενη με την αγορά ενός οικοπέδου στο ..... αντί τιμήματος 190.000.000 δραχμών, στην οποία (αγορά) θα προέβαινε η αναιρεσίβλητη και για την οποία μέχρι τότε είχε καταρτισθεί μόνο το .....

προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μπάνου, συμφωνήθηκε δε ως αμοιβή του ποσοστό 12% επί της αξίας του ακινήτου, που θα καταβαλλόταν σε περίπτωση περατώσεως της σχετικής υποθέσεως δικαστικώς η εξωδίκως. Πράγματι, ανέκυψε τέτοια διένεξη, διότι το εν τέλει αγορασθέν οικόπεδο διεκδικήθηκε από τις φερόμενες και ήδη αναγνωρισθείσες με την 6109/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως συγκύριες αυτού Α, Β και Γ.

Ο αναιρεσείων παραστάθηκε σε όλες τις σχετικές δίκες, που έλαβαν χώρα από το έτος 1995 μέχρι το έτος 1997. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα ο ίδιος εκθέτει στην ένδικη αγωγή και συνομολογεί η αναιρεσίβλητη, παραστάθηκε για την προαναφερθείσα υπόθεση, τελευταία φορά, στις 15.10.1996, οπότε συνεκδικάσθηκαν η αγωγή (1058/1995), η προσεπίκληση (614/1996) και η κύρια παρέμβαση (2868/1996).

Πλην της αστικής αυτής δίκης, απασχολήθηκε επί πλέον με ποινικές δίκες, που αναφύησαν με αφορμή την ίδια διαφορά, κατά του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσίβλητης Δ, αλλά και της δικηγόρου της Ε, που είχαν επιτυχή έκβαση με την έκδοση των 1004/1997 και 1419/1997 βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών αντίστοιχα.

Παράλληλα, σε σχέση πάντοτε με την ίδια υπόθεση, ενημέρωσε με την από 26.4.1996 έκθεση (απάντηση) και το από 4.11.1996 ενημερωτικό σημείωμα το Υπουργείο Ανάπτυξης επί αναφοράς, που είχαν υποβάλει οι παραπάνω διεκδικήτριες του ακινήτου. Όπως προαναφέρθηκε, η άδεια λειτουργίας της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας ανακλήθηκε στις 20.11.1997 και επήλθε η λύση της, τέθηκε δε υπό ασφαλιστική εκκαθάριση.

Αμέσως ο διορισμένος επόπτης κατήγγειλε τη σύμβαση έμμισθης εντολής του αναιρεσείοντος, ενώ η σχετική αποζημίωση του καταβλήθηκε αργότερα και δη την 8η Απριλίου 1998, ο χρόνος, όμως αυτής της καταβολής δεν συνδέεται με την καταγγελία της συμβάσεως, που συντελέσθηκε εγκύρως αμέσως με τον διορισμό και την ανάληψη των καθηκόντων του επόπτη.

Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι, όπως αποδεικνύεται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα υπό της αναιρεσίβλητης εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας, που δεν αμφισβητεί ο αναιρεσείων, αυτός μισθοδοτήθηκε και έλαβε τις εν γένει αποδοχές του από την αναιρεσίβλητη μέχρι και τον μήνα Νοέμβριο 1997.

Εξ άλλου, όπως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, η καταβολή της αποζημιώσεως δεν αποτελεί εν προκειμένω προϋπόθεση της εγκυρότητας της καταγγελίας. Ταυτόχρονα με την καταγγελία της συμβάσεως παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία έγινε και ανάκληση της σχετιζόμενης με την εργολαβία δίκης εντολής της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, που περιεχόταν στην αναφερθείσα ήδη, από 1πς Νοεμβρίου 1995, "διευκρινιστική σύμβαση παροχής υπηρεσιών δικηγόρου με πάγια αντιμισθία".

Με την καταγγελία, δηλαδή, της συμβάσεως έμμισθης εντολής, δηλώθηκε κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ή αμφιβολία η βούληση της αναιρεσίβλητης για ανάκληση του συνολικού περιεχομένου της, περιλαμβανόμενης και της ειδικότερης συμφωνίας περί εργολαβίας δίκης, για την οποία γίνεται εδώ λόγος.

Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων συνδέει το αγωγικό αίτημα περί επιδικάσεως τόκων υπερημερίας προεχόντως με το χρόνο της καταγγελίας, τον οποίο θεωρεί και ως χρόνο ανακλήσεως της εντολής, τον διαφοροποιεί δε από τον χρόνο καταβολής της αποζημιώσεως υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι τότε συντελέσθηκε η καταγγελία, δηλαδή ότι τότε επήλθαν τα αποτελέσματα της, αφήνοντας έτσι κατά τρόπο έμμεσο αλλά σαφή να εννοηθεί ότι η περιελευση σ'αυτόν της δηλώσεως βουλήσεως της αναιρεσίβλητης για καταγγελία - ανάκληση είχε προηγηθεί.

Το συμπέρασμα αυτό, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αναιρείται από το ότι ο επόπτης εκκαθαρίσεως της τελευταίας ζήτησε από τον αναιρεσείοντα εγγράφως στις 4.2.1998 την παράδοση των φακέλων, που αφορούσαν εκκρεμείς υποθέσεις τρίτων, αφού από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου προκύπτει ότι ο επόπτης θεωρεί ως δεδομένη την προηγηθείσα ανάκληση της εντολής προς τον αυτόν και γι' αυτό και δεν δίδεται με το έγγραφο αυτό καθ' οιονδήποτε τρόπο ο χαρακτήρας της γνωστοποιήσεως της καταγγελίας.

Όπως προαναφέρθηκε, η τελευταία διαδικαστική πράξη για την υπόθεση, περί της οποίας γίνεται εδώ λόγος, διενεργήθηκε στις 15.10.1996 όσον αφορά στο αστικό μέρος, κατά το έτος δε 1997 και πάντως πριν από τις 20.11.1997 όσον αφορά στο ποινικό μέρος, ενώ η τελευταία εξώδικη ενέργεια, ως προς την ίδια υπόθεση, έγινε στις 4.11.1996 προς το Υπουργείο Ανάπτυξης.

Δέχθηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι έκτοτε, δηλαδή από το τέλος του έτους 1997 μέχρι τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής την 30-12-2003, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και οι ένδικες αξιώσεις υπέκυψαν σε παραγραφή κατά τη βάσιμη περί τούτου ένσταση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου ΔΙκαστηρίου.

Με την κρίση του αυτή δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ που αποδίδεται με τους πρώτο του κυρίου δικογράφου και των προσθέτων λόγους αναιρέσεως και ειδικότερα, α) της παράβασης του άρθρ. 12 α παρ.10 εδ. β' και γ' του ΝΔ 400/70, κατά το οποίο προβλέπεται η συνέχιση των εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου υποθέσεων της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τεθείσας εταιρείας, όπως αυτών του αναιρεσείοντος, καθόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η θέση της αναιρεσίβλητης υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επηρέασε τη σύμβαση εργολαβίας δίκης αλλά ότι την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της επιχείρησης, επακολούθησε καταγγελία της σύμβασης παροχής υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία και ανάκληση της σχετιζόμενης με τον εργολαβία δίκης εντολής, β) της παράβασης των άρθρ. 63 και 92 παρ.3-5 του Κώδ.

περί Δικηγόρων, τα οποία προβλέπουν διαφορετικές συμβατικές σχέσεις του δικηγόρου με τον εντολέα του, αφού τα ίδια δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα άνω, γ) της παράβασης των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, τους οποίους έπρεπε να εφαρμόσει προς διακρίβωση της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων σε σχέση με τη λειτουργία και ισχύ των συμβάσεων έμμισθης εντολής και εργολαβίας δίκης, καθόσον το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών και παρέλειψε να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία στις εν λόγω διατάξεις και δ) της παράβασης των διατάξεων των άρθρων 170 και 190 του Κωδ.

περί Δικηγόρων, κατά τις οποίες σε περίπτωση αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής ο εντολέας υποχρεούται να εκτελέσει αμέσως όλες τις εκ της συμφωνίας υποχρεώσεις του και συνεπώς, στην περίπτωση αυτή η σχετική απαίτηση του δικηγόρου υπάγεται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ, διότι θεμελιώνεται σε αιτιώδη αναγνωριστική σύμβαση, κατ'άρθρο 361 του ίδιου Κώδικα, καθόσον η περιγραφόμενη στην αγωγή και στην προσβαλλόμενη απόφαση απαίτηση του αναιρεσείοντος, ο οποίος ουδόλως εκθέτει πότε και πώς συνήφθη η εκκαλούμενη αιτιώδης αναγνωριστική σύμβαση, καταλαμβάνεται από την ειδική παραγραφή του άρθρου 190 του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Ομοίως, αβάσιμος, είναι και ο πρώτος των πρόσθετων λόγων με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το αυτό άρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια για παραβίαση των περί τηρήσεως του έγγραφου τύπου για την καταγγελία της συμβάσεως περί εργολαβίας δίκης διατάξεων των άρθρων 724, 648, 672 και 180 του ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 6 παρ.2 του Ν.2112/1920 και 5 παρ.3 του Ν.3198/1955, διότι ερείδεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι για την ανάκληση της εντολής αυτής περί εργολαβίας δίκης απαιτείται έγγραφος τύπος, ενώ, όπως έχει προαναφερθεί, η ανάκληση μπορεί να γίνει και προφορικά, ακόμη δε και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή τη βούλησή του αυτή στον εντολοδόχο.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογία) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία και η ανάκληση της σχετικής με την εργολαβία δίκης εντολής έγιναν ταυτόχρονα, την 20-11-1997, με την ανάκληση της αδείας λειτουργίας της αναιρεσείουσα και της εκ του λόγου αυτού λύσης και θέσης της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση.

Με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης καλύπτεται πλήρως το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου περί ανακλήσεως της εντολής της εργολαβίας δίκης. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ δεύτερος του κυρίου δικογράφου και δεύτερος των προσθέτων λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για το πόρισμα ότι η ανάκληση της περί εργολαβίας δίκης εντολής έγινε ταυτόχρονα με την καταγγελία της συμβάσεως παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία και εντεύθεν μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής οι αξιώσεις υπέκυψαν στην παραγραφή του άρθρ. 190 του Κώδ.

Δικηγόρων. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας του αποδεικτικού αυτού πορίσματος δεν ήταν αναγκαία η παράθεση του δικαιολογημένου ή μη της ανάκληση ούτε αν η ανάκληση έγινε εγγράφως, αφού δεν απαιτείται η τήρηση τύπου, ενώ η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται για ποιό λόγο οι δύο συμβάσεις (πάγιας αντιμισθίας και εργολαβίας δίκης) αλληλοεξαρτώνται και η μία συμπαρασύρει την άλλη, είναι αβάσιμη, διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε τα ανωτέρω αλλά αντιθέτως ότι πρόκειται περί διαφορετικών συμβάσεων, των οποίων όμως η λύση επήλθε ταυτόχρονα.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ.β' του ΚΠολΔ, κατά την οποία εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στον δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή της ενστάσεως, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού συνδυαζομένη με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων. Η ύπαρξη της ειδικής αυτής αμφισβήτησης υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ελέγχει αν υπήρξε ή όχι άμεση ή έμμεση αμφισβήτηση πραγματικού ισχυρισμού που αποτελεί πράγμα. Το ζήτημα όμως αν από τη μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού συνάγεται σιωπηρή ομολογία του διαδίκου, διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, διότι αφορά την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, αν κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, που ελέγχονται από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του την έλλειψη άμεσης ή έμμεσης αμφισβήτησης τέτοιου ισχυρισμού, δηλαδή αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού των διαδίκων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή στην παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος.

Εξάλλου, αν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία αυτού, υποπίπτει στην πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αρ.11 β' του ΚΠολΔ, δηλαδή της παρά τον νόμο λήψης απόδειξης που δεν υπήρξε. Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και προς ενίσχυση της παραδοχής ότι η ανάκληση της συμφωνίας περί εργολαβίας δίκης έγινε ταυτόχρονα με την καταγγελία της συμβάσεως εντολής σε πάγια αντιμισθία την 20-11-1997, περιστατικό που έχει ουσιώδη επίδραση στη βασιμότητα της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη ένσταση παραγραφής της ένδικης αξιώσεως του αναιρεσείοντος, αφού η έναρξη αυτής (παραγραφής) τοποθετείται στον χρόνο ανάκλησης της εντολής περί εργολαβίας δίκης, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων συνδέει το αγωγικό αίτημα περί επιδικάσεως τόκων υπερημερίας προεχόντως με τον χρόνο της καταγγελίας, τον οποίο θεωρεί και ως χρόνο ανακλήσεως της εντολής περί εργολαβίας δίκης, τον διαφοροποιεί δε από τον χρόνο καταβολής της αποζημιώσεως υπολαμβάνοντας εσφαλμένως ότι τότε συντελέσθηκε η καταγγελία, δηλαδή ότι τότε επήλθαν τα έννομα αποτελέσματά της, αφήνοντας έτσι κατά τρόπο έμμεσο αλλά σαφή να εννοηθεί ότι η περιέλευση σε αυτόν της δηλώσεως βουλήσεως της αναιρεσίβλητης για καταγγελία - ανάκληση είχε προηγηθεί.

Με τα παραπάνω δεκτά γενόμενα το Εφετείο δεν συνήγαγε ομολογία του αναιρεσείοντος περί του χρόνου ανάκλησης της εντολής περί εργολαβίας δίκης αλλά απλά επιχείρημα ότι η κρίση του περί ανάκλησης της εν λόγω εντολής κατά τον ίδιο χρόνο με την καταγγελία της έμμισθης εντολής ενισχύεται και εκ του γεγονότος ότι ο αναιρεσείων για τους προεκτεθέντες λόγους θεωρεί τον χρόνο της καταγγελίας της έμμισθης εντολής και ως χρόνο ανάκλησης της εντολής περί εργολαβίας δίκης.

Εκτός αυτού το Δικαστήριο της ουσίας στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα επαρκή αποδεικτικά μέσα και επικουρικά μόνο στο παραπάνω επιχείρημα. Επομένως, ο τρίτος των προσθέτων λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, με το να δεχθεί το Εφετείο την ύπαρξη δικαστικής ομολογίας παρά την αμφισβήτηση του σχετικού ισχυρισμού, υπέπεσε στις πλημμέλειες από τα άρθρ. 559 αρ. 8 και 11 παρ.

β' του ΚΠολΔ, δεν είναι βάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-3-2007 αίτηση και τους από 9-9-2008 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της 180/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ