1909/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1909/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Full text
Απόφαση 1909 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1909/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:1)..... και 2)....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Ασημακόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων:1)..... χήρας Χ,2)..... του Χ, 3)..... του Χ και 4)Ψ του Ζ, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Δαρμάρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-1995 αγωγή των αρχικώς εναγόντων Χ και Ψ ήδη 4ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/1999 προδικαστική,209/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2736/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-2-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 18-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Με το λόγο αυτό ελέγχεται η τήρηση της από το άρθρο 110 παρ.2 του ΚΠολΔ προβλεπόμενης και από το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ κατοχυρούμενης αρχής "της εκατέρωθεν ακροάσεως".
Ωστόσο, αυτός δεν ιδρύεται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει παραβίαση της αρχής αυτής, ούτε αυτός είναι το μοναδικό βοήθημα που παρέχεται όταν θίγεται το δικαίωμα ακρόασης του διαδίκου. Αυτός ιδρύεται όταν ακύρως ο διάδικος δικάστηκε ερήμην κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και όχι όταν δικάστηκε κατ' αντιμωλίαν, και η άκυρη ερημοδικία είχε γίνει σε προηγούμενη συζήτηση στον πρώτο ή στο δεύτερο βαθμό, οπότε η ακυρότητα της ερημοδικίας μπορεί να προβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση.
Επίσης ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν όχι η συζήτηση της υπόθεσης, αλλά κάποια συγκεκριμένη πράξη έγινε χωρίς να κλητευθεί και να ακουσθεί ο διάδικος, παρότι η κλήτευσή του ήταν υποχρεωτική στα πλαίσια της ανωτέρω αρχής. Στις περιπτώσεις αυτές το διάδικο διασφαλίζει η δυνατότητά του να προβάλει εγκαίρως την ακυρότητα της συγκεκριμένης πράξης στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά και η δυνατότητα του τελευταίου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την ακυρότητα, στις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις (άρθρα 159 και 160 του ΚΠολΔ), οπότε ο αναιρετικός έλεγχος στηρίζεται είτε στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ακυρότητας, είτε στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα ή ακόμη, σε περίπτωση που η ακυρότητα αφορά αποδεικτικό μέσο, στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Συνεπώς, όταν προβάλλονται λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8, 14 ή 11 του ΚΠολΔ, αυτοί είναι καταρχήν παραδεκτοί μόνο εάν ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζονται είχε νομίμως προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Η προϋπόθεση να είχε προβληθεί ο αντίστοιχος ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας δεν απαιτείται, για να είναι παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αριθ. 6 λόγος αναίρεσης, αφού ο αναιρεσείων, λόγω της ερημοδικίας κατά τη συζήτηση στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν είχε τη δυνατότητα να προβάλει το σχετικό με την ακυρότητα της ερημοδικίας του ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας Η εξαίρεση όμως αυτή δεν υφίσταται άνευ ετέρου, προκειμένου για τους υπόλοιπους από τους ανωτέρω λόγους αναίρεσης.
Περαιτέρω, για να είναι παραδεκτοί οι λόγοι αυτοί, όταν στηρίζονται σε ισχυρισμό που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αυτός αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο ισχυρισμός να είχαν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της προβολής αυτής.
Η δημόσια τάξη, εξάλλου, εκλαμβάνεται υπό την έννοια με την οποία νοείται στις διατάξεις των άρθρων 33 του ΑΚ, 323 αριθ. 5, 897 αριθ. 6, 903 αριθ. 6, 905 παρ. 2 του ΚΠολΔ. και 34 αριθ. 1 του Κανονισμού ΕΚ 44/2001 του Συμβουλίου της Ε.Ε. (Βρυξέλλες 1) και περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση, οι ισχυρισμοί δε που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (ολΑΠ 15/2000).
Τέλος, οι ίδιοι περιορισμοί που τίθενται από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ισχύουν και για την αυτεπάγγελτη έρευνα, από τον Άρειο Πάγο, ύστερα από πρόταση του εισηγητή αρεοπαγίτη, των προβλεπόμενων από το άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ λόγων, μεταξύ των οποίων είναι και ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας από το δικαστήριο της ουσίας.
Θα πρέπει, δηλαδή, ο αυτεπαγγέλτως προτεινόμενος από τον εισηγητή αρεοπαγίτη λόγος αναίρεσης να στηρίζεται σε ισχυρισμό που είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν, στις οποίες είναι παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, παρότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, αρκεί όμως και στις περιπτώσεις αυτές να είχαν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας τα γεγονότα στα οποία αυτός στηρίζεται και η προβολή τους να αναφέρεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 347/2006, ΑΠ 382/2003).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 159, 160 και 359 του ΚΠολΔ, η παράλειψη ή ελλιπής παράθεση των στοιχείων που απαιτείται να περιέχει η έκθεση αυτοψίας, δεν συνεπάγεται το ανυπόστατο αυτής, αλλ' επιφέρει ακυρότητα αυτής μόνο αν ο δικαστής κρίνει ότι η έλλειψη προκάλεσε βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.
Η βλάβη, σύμφωνα με το άρθρο 160 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη, αλλά πρέπει να προτείνεται από το διάδικο, όταν προσκομίζεται η έκθεση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας. Αλλά και στην περίπτωση που η έλλειψη της έκθεσης αυτοψίας συνεπάγεται το ανυπόστατο αυτής, διότι π.χ. δεν υπογράφηκε από το δικαστή που τη συνέταξε, οπότε, αν διαπιστώσει τούτο το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει αυτεπαγγέλτως να μην τη λάβει υπόψη ως αποδεικτικό μέσο, για να είναι παραδεκτός ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ.
α΄ του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει, θα πρέπει ο σχετικός με την έλλειψη που συνεπάγεται το ανυπόστατο της έκθεσης αυτοψίας ισχυρισμός να είχε νομίμως προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Το ίδιο συμβαίνει και αν η ακυρότητα της έκθεσης αυτοψίας προήλθε από το ότι συντάχθηκε χωρίς να έχει κληθεί να παραστεί κατά τη διενέργεια της αυτοψίας ο διάδικος, όπως απαιτούσε το άρθρο 343 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 14 παρ.1 του ν.2915/2001, αφού και σε αυτή την περίπτωση η ακυρότητα απαγγέλλεται, κατά το άρθρο 159 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, μόνο αν στο διάδικο προκλήθηκε βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (ΑΠ 1392/1996).
Ναι μεν στην περίπτωση αυτή έχει παραβιασθεί το κατοχυρούμενο από τα άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ δικαίωμα ακρόασης, πλην όμως η άσκηση του δικαιώματος αυτού επαρκώς διασφαλίζεται με τη δυνατότητα έγκαιρης στο δικαστήριο της ουσίας προβολής της ακυρότητας από τη μη κλήτευσή του με την επίκληση βλάβης και προβολής, υπό την προϋπόθεση αυτή, λόγων αναίρεσης από τα άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό ή εάν , παρότι τον ερεύνησε, εσφαλμένα τον απέρριψε, μη κηρύσσοντας παρά το νόμο ακυρότητα της έκθεσης αυτοψίας.
Εν πάση όμως περιπτώσει, για να είναι παραδεκτός τέτοιος λόγος αναίρεσης, παρότι στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ο οποίος όμως αφορά τη δημόσια τάξη, θα πρέπει τα γεγονότα στα οποία ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται να είχαν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση της προβολής αυτής στο αναιρετήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες, αφού επικαλούνται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο την υπ' αριθ. 115/2000 έκθεση αυτοψίας, παρότι αυτές δεν είχαν κλητευθεί και δεν ήσαν παρούσες κατά τη διενέργεια της αυτοψίας και παρότι η έκθεση αυτή έχει τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο ελλείψεις, που την καθιστούν άκυρο, αλλά και ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, προβάλλουν αιτιάσεις α) από το άρθρο 559 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι με τη διεξαγωγή της αυτοψίας χωρίς να είναι αυτές παρούσες και χωρίς να έχουν κλητευθεί να παραστούν στη διεξαγωγή της, "παρά το νόμο δικάστηκαν ερήμην" και β) επικουρικώς από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ.
α΄ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι με τη λήψη υπόψη της έκθεσης αυτοψίας παρά τις ελλείψεις και τις παρατυπίες που αυτή περιέχει, οι οποίες την καθιστούν άκυρη, λόγω και της βλάβης που επικαλούνται ότι υπέστησαν από αυτές, αλλά και ανυπόστατη , το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που περιέχει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η διεξαγωγή αυτοψίας χωρίς την παρουσία διαδίκου και χωρίς την κλήτευσή του δεν ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, ο οποίος ιδρύεται μόνο αν έλαβε χώρα παράνομη ερημοδικία κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση.
Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που επικουρικώς περιέχει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ. α΄ του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, αλλά και όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των ενώπιον του Εφετείου έγγραφων προτάσεων των αναιρεσειουσών, αυτές δεν προέβαλαν ισχυρισμούς ανυποστάτου ή ακυρότητας της έκθεσης αυτοψίας στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενοι απόφαση, αλλ' ούτε και επικαλέσθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς στους οποίους στηρίζεται ο λόγος αυτός.
Λόγω μη προβολής των ισχυρισμών αυτών και μη επίκλησης των περιστατικών στις οποίες αυτοί στηρίζονται στο δικαστήριο της ουσίας, δεν είναι επιτρεπτή ούτε η αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, για παρά το νόμο μη κήρυξη της ακυρότητας της έκθεσης αυτοψίας από το Εφετείο, ενόψει των επικαλούμενων με το αναιρετήριο παραβάσεων κατά την ενέργεια της αυτοψίας και τη σύνταξη της έκθεσης αυτής.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ.
β΄ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδάφ. 1 στοιχ. β΄, 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου(ολΑΠ 9/2000, 14/2005). Είναι συνεπώς νόμιμη η επίκληση εγγράφων με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση στην οποία εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου, όταν σε αυτές γίνεται μνεία αυτών, ως μέσων απόδειξης ή ανταπόδειξης των αποδεικτέων γεγονότων και προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, προκύπτει δε σαφώς η βούληση του διαδίκου για την εκτίμηση των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να απαιτείται και η χρήση πανηγυρικών φράσεων ή λέξεων, όπως "επικαλούμαι" ή "γίνεται επίκληση" (ΑΠ 168/2006), ή μετά τη μνεία αυτή και η αναφορά σε συγκεκριμένα μέρη των προσκομιζόμενων πρωτόδικων προτάσεων στις οποίες γίνεται επίκλησή τους.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκόμιση για πρώτη φορά στο Εφετείο αποδεικτικών μέσων και μάλιστα εγγράφων που δεν είχαν προσκομισθεί πρωτοδίκως, εκτός αν, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αποκρουσθούν ως απαράδεκτα, διότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του για την απόκτηση κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από το δικαιοπάροχο των εναγόντων με έκτακτη χρησικτησία και από τους ενάγοντες ως κληρονόμους αυτού, αλλά και με χρησικτησία που συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους, με συνυπολογισμό και της νομής του δικαιοπαρόχου τους που αυτοί κληρονόμησαν, έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων αποδείξεων και τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία και ειδικώς μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφασή του και ανελέγκτως (ολΑΠ 30/2002) έτσι βεβαιώνει ότι είχαν προσκομισθεί : 1) την 14217/1971, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αρναίας Γρηγορίου Μαύρου, δημόσια διαθήκη του Ζ και τα από 9-3-1977 πρακτικά δημοσίευσής της, 2) την 31335/30-8-1994 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Αρναίας Γρηγορίου Μπύρου με τη βεβαίωση μεταγραφής της, 3) το από 1-2-1973 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και του ιδιοκτήτου ομόρου προς το επίδικο ακινήτου, με το οποίο συμφωνήθηκε η οριοθέτηση των ακινήτων τους και 4) το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ....., στο οποίο αποτυπώνεται το διεκδικούμενο με την αγωγή των εναγόντων ακίνητο.
Τα έγγραφα αυτά, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των ενώπιον του εφετείου προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, αυτοί ειδικώς με τις προτάσεις αυτές τα μνημονεύουν, αναλύοντας μάλιστα το περιεχόμενό τους και επιχειρηματολογώντας για την αποδεικτική τους αξία, μη αρκούμενοι σε γενική αναφορά των εγγράφων που είχαν προσκομίσει πρωτοδίκως.
Η ειδική αυτή μνεία και η ανάλυση του περιεχομένου τους συνιστά νόμιμη επίκληση των εγγράφων αυτών με τις προτάσεις που υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι στο Εφετείο, χωρίς να προκύπτει αντίθετο συμπέρασμα από το γεγονός ότι στον περιεχόμενο στις προτάσεις αυτές κατάλογο εγγράφων που επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι δεν περιλαμβάνονται και τα έγγραφα αυτά, εκτός από το ανωτέρω υπό στοιχείο 4, το οποίο παρατίθεται και στον κατάλογο αυτό.
Η κατά τον τρόπο αυτό , με το κείμενο των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων, επίκληση των εγγράφων αυτών, είναι νόμιμη. Ειδικά παραδεκτή είναι η για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου επίκληση και προσκόμιση του ανωτέρω υπό τον αριθμό 4 εγγράφου (του σχεδιαγράμματος), εφόσον το Εφετείο δεν έκρινε ότι αυτό από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια δεν το είχαν προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη οι ενάγοντες.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ. β΄ και επικουρικώς από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νόμιμα, με νόμιμη επίκλησή τους, και συγκεκριμένα τα αναφερόμενα πιο πάνω έγγραφα και δεν κήρυξε απαράδεκτη την προσκόμισή τους.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Φεβρουαρίου 2005 αίτηση των 1) ..... και 2) ..... για αναίρεση της 2736/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.Και,
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ