Legislator Case Law & Legislation
1908/2024 AI generated

1908/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1908/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1908/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την τελευταία είχε γίνει δεκτή η, από 18-11-2007 (αριθ. έκθ. καταθ. ΤΜ 46/2008), αγωγή των αναιρεσίβλητων περί καταβολής σε αυτούς από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο των σ` αυτή αναφερόμενων χρηματικών ποσών, λόγω μη συνδρομής του τεκμηρίου ωφέλειας για απαλλοτριωθείσα εδαφική έκτασή τους (αναιρεσίβλητων), της οποίας είχε πλήρως συντελεσθεί η απαλλοτρίωση πριν την έναρξη της ισχύος του νόμου 2971/2001 (δημοσ. 19-12-2001).

Keywords

AI generated
trunk road access road act of accession of Greece road infrastructure refurbishment road construction dismissal of traffic proceedings
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1908 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1908/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) α. Σ.Ρ. του Χ., β. Π.Ρ. του Χ. ..... έως και 36) α. Κ.Π. του Α., β. Β.Π. του Α. και γ. Κ. συζ. Ι.Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2013 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-2-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σωκράτης Πλαστήρας διάβασε την από 22-9-2024 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 7-2-2014 (αρ. εκθ. καταθ. 5/2014) αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 195/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την, από 7-2-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 5/2014), αίτηση αναίρεσης που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο, προσβάλλεται η με αριθ. 195/2013 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος, κατά τη τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων, Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την οποία απορρίφθηκε κατ` ουσία η, από 5-4-2010, έφεση που είχε ασκήσει κατά της με αριθμό 31/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Με την τελευταία είχε γίνει δεκτή η, από 18-11-2007 (αριθ. έκθ. καταθ. ΤΜ 46/2008), αγωγή των αναιρεσίβλητων περί καταβολής σε αυτούς από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο των σ` αυτή αναφερόμενων χρηματικών ποσών, λόγω μη συνδρομής του τεκμηρίου ωφέλειας για απαλλοτριωθείσα εδαφική έκτασή τους (αναιρεσίβλητων), της οποίας είχε πλήρως συντελεσθεί η απαλλοτρίωση πριν την έναρξη της ισχύος του νόμου 2971/2001 (δημοσ. 19-12-2001).

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα (δηλ. εντός της ετήσιας προθεσμίας του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β` του ν. 2882/2001 στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 33 παρ. 6 του ν. 2971/2001 (ΑΠ 838/2021, ΑΠ 1613/2017), από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης με αριθ. 195/2013 απόφασης του Εφετείου και δεδομένου ότι από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση της απόφασης αυτής και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 33 παρ. 6 εδ.

τελευταίο του ν. 2971/2001). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.

Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1308/2022). Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1-1-2016 (σύμφωνα με τη παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ίδιου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96, (δηλαδή είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε ειδικά στις εργατικές διαφορές, με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή), είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στη πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια δίκη (εφόσον ασκηθεί έφεση) θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 667/2020).

Από δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής, ότι το δικαστήριο δίκασε κατ` αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω Κώδικα (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 1305/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την με αριθ. 3448Γ'/21-5-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, Κ.Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της δικαστικής πληρεξουσίου του Ν.Σ.Κ.

Ρ.-Ε.Δ., ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της από 7-2-2014 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθ. 195/2013 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος με πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4-10-2024) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στον Μ.

Σ., πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσίβλητων, ο οποίος φέρει, κατ` άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), της με αριθ. 195/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων, κατά τη δευτεροβάθμια δίκη ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (υπογράφοντας και τις προτάσεις του) και δεδομένου, ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από αυτούς προς το αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή του.

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ σχετική δήλωση στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο να χωρίσει στη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους ( άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 18-11-2007 (αριθ.

έκθ. κατάθ. 46/2008) αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ιστορούσαν ότι με την με αριθ. 1075658/5164/25-7-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο οικείο τεύχος ΦΕΚ (Δ' τεύχος), απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τις ανάγκες κατασκευής του έργου Ε.0.

Α.-Ι., στα τμήματα Ε.Π.Α. από χ.θ. 0+500 έως χ.θ. 5+740, υπέρ και με δαπάνες του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και των ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών, τα αναφερόμενα σ' αυτήν ακίνητά τους, ως προς τα οποία μέρος της αναλυτικά αναφερόμενης απαλλοτριωθείσας έκτασής τους, θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενη.

Ότι με την 441/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, ενώ με την 124/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... αναγνωρίστηκαν οι ενάγοντες δικαιούχοι της αναλογούσας στα απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους αποζημίωσης και ότι αποζημιώθηκαν από το εναγόμενο για τμήμα μόνο από την συνολική έκταση των ιδιοκτησιών τους, καθ' όσον για τα υπόλοιπα τμήματα θεωρήθηκε ότι δεν δικαιούνται αποζημίωσης ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες.

Ότι στην πραγματικότητα από την κατασκευή του εν λόγω έργου δεν ωφελήθηκαν τα απομένοντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, αλλά αντιθέτως ζημιώθηκαν για τους λόγους που αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή. Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση για την αξία των απαλλοτριούμενων τμημάτων των ακινήτων ενός εκάστου, για τα οποία μη νόμιμα θεωρήθηκε ότι δεν δικαιούνται αποζημίωση, όπως αυτά καθορίστηκαν (ποσά) με βάση την ανά τ.μ.

αξία, που ορίστηκε με την απόφαση καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο ... εξέδωσε την με αριθ. 31/2010 απόφασή του, με την οποία έκρινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας των, κατά μήκος της διανοιγόμενης οδού, κειμένων ακινήτων, αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), δέχθηκε ότι το τεκμήριο είναι μαχητό, ότι οι ενάγοντες μπορούσαν να επιδιώξουν την ανατροπή του τεκμηρίου αυτού δικαστικά με αγωγή και όχι με τη διαγραφόμενη στο άρθρο 33 του ν. 2971/2001 διαδικασία, μη εφαρμοζόμενου στη προκείμενη περίπτωση, διότι επρόκειτο περί συντελεσμένης ήδη κατά την έναρξη ισχύος του απαλλοτρίωσης και στη συνέχεια, αφού έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες από τη διάνοιξη της οδού, δέχθηκε την αγωγή ως και κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και το διατακτικό της προαναφερόμενης απόφασής του ποσά, ως αποζημίωση και για το τμήμα της ιδιοκτησίας τους για το οποίο θεώρησε ότι ως ωφελούμενοι αυτοαποζημιώνονται, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την από 5-10-2010 (αριθ. κατάθ. 28/2010) έφεση και τους από 30-10-2012 (αριθ. κατάθ. 63/2012) πρόσθετους λόγους έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 195/2013 απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία, ενώ έγινε δεκτός ο αναφερόμενος στον υπολογισμό της δικαστικής δαπάνης πρόσθετος λόγος έφεσης και εξαφανίστηκε η απόφαση, μόνο ως προς το πιο πάνω κεφάλαιό της (που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω), χωρίς να θίγονται οι λοιπές διατάξεις της.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης το Ελληνικό Δημόσιο. Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.

α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ/γμα 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 653/1977, κατ' άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, επομένως, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση, δηλ. ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρο 37 εδάφ.

α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί. Η αντίθετη άποψη υπερακοντίζει τον σκοπό του ν. 2971/2001, ότι δηλαδή καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 και οι συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, αφού καταλήγει σε δυσανάλογη επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, αξιώνοντας από αυτόν, παρόλο που η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είχε τότε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, να ήταν σε ετοιμότητα, προκειμένου έγκαιρα να αντιλαμβανόταν τη σχετική νομοθετική μεταβολή και να ενεργούσε σύμφωνα με αυτήν για την ανατροπή του νόμιμου σε βάρος του τεκμηρίου ωφέλειας, με στόχο την είσπραξη τελικά πλήρους της αποζημίωσής του.

Συνεπώς οι παραπάνω τελολογικές εκτιμήσεις δεν δικαιολογούν τη διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 37 του ν. 2971/2001, ώστε οι διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου να επεκταθούν και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και αντίθετα πρέπει και εξ αντιδιαστολής να αποκλεισθεί στις αναγκαστικές αυτές απαλλοτριώσεις η επέκτασή τους (Ολ.ΑΠ 7/2013, Ολ.ΑΠ 11/2011 και 12/2011, ΑΠ 838/2021, ΑΠ 4/2021, ΑΠ 396/2020, ΑΠ 601/2018, ΑΠ 53/2018, ΑΠ 212/2017, ΑΠ 455/2016).

Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (Ολ.ΑΠ 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, άποψη που τελικά κρίθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Ήδη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του νόμου 653/1977 είναι, όπως προαναφέρθηκε, μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού.

Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 4/2021, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 396/2020, ΑΠ 500/2020, ΑΠ 423/2019, ΑΠ 982/2018, ΑΠ 212/2017).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 224/2023).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 807/2023).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 807/2023, ΑΠ 317/2022, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 552/2020). Δεν έχει δε, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 872/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 807/2023, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 64/2017).

Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 195/2013 απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, όσον αφορά το αίτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας των επίδικων ακινήτων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:'' .........

Με την υπ' αριθ. 1075698/5164/0010/25-7-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο οικείο ΦΕΚ (Τεύχος Δ' αριθ. 704/8-8-1997) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια (κατασκευή Ε.Ο Α.-Ι. στο τμήμα Ε. Π. Α.), υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών, μία έκταση συνολικού εμβαδού 414.648,23 τ.μ.

που βρίσκεται στη περιφέρεια του Δήμου ... Η απαλλοτριωθείσα έκταση αρχικά απεικονίστηκε στα από μηνός Μαρτίου 1997 κτηματολογικά διαγράμματα (16 στον αριθμό ) και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα που συνέταξε ο μηχανικός Δ.Τ. και θεώρησε την 29-5-1997 ο διευθυντής Κ.Δ., μετέπειτα δε συμπληρώθηκε από τον από μηνός Σεπτεμβρίου 1998 κτηματολογικό πίνακα που συνέταξε ο μηχανικός Σ.Κ., καθώς και τα αντίστοιχα κτηματολογικά διαγράμματα (16 στον αριθμό) που θεώρησε την 5-11-1998 ο Προϊστάμενος της Τ.Υ.Δ.Κ.

Νομαρχίας Αιτωλ/νίας Κ.Μ.. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα βρίσκονται στους οικισμούς ... και ... του Δήμου ... και χαρακτηρίστηκαν άλλα ως οικόπεδα και άλλα ως αγροί. Με την υπ' αριθ. 124/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... οι ενάγοντες αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της οριστικής και προσωρινής αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους, η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των οποίων καθορίσθηκε με την υπ' αριθ. 441/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Το εναγόμενο-εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, υπέρ του οποίου συντελέσθηκε η απαλλοτρίωση, κατέβαλε στους ενάγοντες αποζημίωση για τμήματα των απαλλοτριωμένων ακινήτων, ενώ για τα υπόλοιπα δεν αποζημιώθηκαν, γιατί τους θεώρησε ως ωφελούμενους παρόδιους ιδιοκτήτες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 και επήλθε συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Ειδικότερα, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέβαλε: 1) Στους υπό στοιχεία 1α και 1β ενάγοντες, αποζημίωση για την έκταση των 732,22 τ.μ., αξίας 12.892,92 € του με ακπ 42 ακινήτου (συνολικής έκτασης 2.196,47 τ.μ. και με καθορισθείσα οριστική τιμή 17,608 €/τ.μ.), επειδή οι ανωτέρω ενάγοντες θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενοι, καθώς και το ποσά των 527,19 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 13.420,11 € και για έκαστο των ανωτέρω εναγόντων στο ποσό των 6.710 €. 2) Στον υπό στοιχείο 2 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 805,24 τ.μ., αξίας 14.178,66 € του με ακπ 44 ακινήτου (συνολικής έκτασης 2.240,76 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 17,608 €/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, καθώς και το ποσό των 158,23 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 14.336,89 €. 3) Στους υπό στοιχεία 3α, 3β και 3γ ενάγοντες, αποζημίωση για την έκταση των 871,42 τ.μ., αξίας 38.359,90€ του με ακπ 60 ακινήτου (συνολικής έκτασης 1.368,64 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 44,02 €/τ.μ.), επειδή οι ανωτέρω ενάγοντες θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενοι, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 9.589,97€ για την πρώτη, 14.384,96 € για τον δεύτερο και 14.384,96 € για την τρίτη. 4) Στον υπό στοιχείο 4 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 303,79 τ.μ., αξίας 13.372,83 € του με ακπ 63 ακινήτου (συνολικής έκτασης 608,69 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 44,02 €/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 13.372,83 €. 5) Στους υπό στοιχεία 5α και 5β ενάγοντες, αποζημίωση για την έκταση των 1.817,18 τ.μ., αξίας 63.982,92 € του με ακπ 67ΕΓ ακινήτου (συνολικής έκτασης 2.976,90 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 35,21 €/τ.μ.), επειδή οι ανωτέρω ενάγοντες θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενοι, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 31.991 € για έκαστο των ανωτέρω εναγόντων. 6) Στον υπό στοιχείο 6 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 143,67 τ.μ. , αξίας 5.058,62 € του με ακπ 68 ακινήτου (συνολικής έκτασης 144,07 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 35,21 €/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 5.058,62 €. 7) Στην υπό στοιχείο 7 ενάγουσα, αποζημίωση για την έκταση των 48,77 τ.μ. , αξίας 1.717,19 € του με ακπ 72 ακινήτου (συνολικής έκτασης 48,77 τ.μ. και με καθορισθείσα οριστική τιμή 25,21 €/τ.μ.), επειδή η ανωτέρω ενάγουσα θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη, καθώς και το ποσό των 388,73 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 2.105,92 €. 8) Στην υπό στοιχείο 8 ενάγουσα, αποζημίωση για την έκταση των 569,23 τ.μ., αξίας 25.057,50 € του με ακπ 75 ακινήτου (συνολικής έκτασης 972,36 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 44,02 €/τ.μ.), επειδή η ανωτέρω ενάγουσα θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη, καθώς και το ποσό των 316,36 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 25.373,86 €. 9) Στον υπό στοιχείο 9 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 352,11 τ.μ., αξίας 12.397,79 € του με ακπ 86 ακινήτου (συνολικής έκτασης 780,18 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 35,21€/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, καθώς και το ποσό των 944,97 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 13.342,76 €. 10) Στον υπό στοιχείο 11 ενάγοντά, αποζημίωση για την έκταση των 240,70 τ.μ., αξίας 8.575,04 € του με ακπ 89 ακινήτου ( συνολικής έκτασης 240,70 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 35,21€/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, καθώς και το ποσό των 2.397 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 10.872,10 €. 11) Στον υπό στοιχείο 12 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 471,09 τ.μ., αξίας 4.147,47 € του με ακπ 152 ακινήτου (συνολικής έκτασης 478,60 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, καθώς και το ποσό των 2.244,75 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 6.392,22 €. 12) Στην υπό στοιχείο 13 ενάγουσα, αποζημίωση για την έκταση των 789,79 τ.μ., αξίας 6.953,31 € του με ακπ 172Γ ακινήτου ( συνολικής έκτασης 886,60 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή η ανωτέρω ενάγουσα θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 6.953,31 €. 13) Στους υπό στοιχεία 14α και 14β ενάγοντες, αποζημίωση για την έκταση των 657,41 τ.μ., αξίας 5.787,83 € του με ακπ 174 ακινήτου (συνολικής έκτασης 880,14 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή οι ανωτέρω ενάγοντες θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενοι, καθώς και το ποσό των 1.948,05 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 7.735,88 € και για έκαστο των ανωτέρω εναγόντων στο ποσό των 3.867,94 €. 14) Στην υπό στοιχείο 15 ενάγουσα, αποζημίωση για την έκταση των 1.045,35 τ.μ., αξίας 9.203,26 € του με ακπ 176 ακινήτου (συνολικής έκτασης 2.064,30 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή η ανωτέρω ενάγουσα θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη, καθώς και το ποσό των 1.886,42 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 11.089,68 €. 15) Στην υπό στοιχείο 16 ενάγουσα, αποζημίωση για την έκταση των 850,80 τ.μ., αξίας 7.490,44 € του με ακπ 177 ακινήτου ( συνολικής έκτασης 1.152,43 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή η ανωτέρω ενάγουσα θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 7 490,14 € 16) Στην υπό στοιχείο 17 ενάγουσα, αποζημίωση για την έκταση των 735,15 τ.μ., αξίας 5.910,60 € του με ακπ 178 ακινήτου (συνολικής έκτασης 792,83 τ,μ. και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή η ανωτέρω ενάγουσα θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη, καθώς και το ποσό των 1.121,05 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 7.031,65 €. 17) Στον υπό στοιχείο 18 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 397,30 τ.μ., αξίας 3.497,82 € του με ακπ 109 ακινήτου ( συνολικής έκτασης 1.631,74 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 3.497,82 €. 18) Στην υπό στοιχείο 19 ενάγουσα, αποζημίωση για την έκταση των 542,40 τ.μ., αξίας 4.775,28 € του με ακπ 110 ακινήτου (συνολικής έκτασης 1.631,74 τ.μ. και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή η ανωτέρω ενάγουσα θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 4.775,28 €. 19) Στον υπό στοιχείο 20 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 1.673,64 τ.μ., αξίας 14.734,72 € των με ακπ 119Α και 119Β ακινήτων (συνολικής έκτασης 3.055,09 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 14.734,72 €. 20) Στον υπό στοιχείο 21 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 4.364 τ.μ., αξίας 38.420,65 € του με ακπ 175 ακινήτου (συνολικής έκτασης 8.658,71 τ.μ. και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ ), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, καθώς και το ποσό των 422,30 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 38.842,95 €. 21) Στον υπό στοιχείο 22 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 2.117,14 τ.μ., αξίας 18.639,30 € των με ακπ 188 και 188Β ακινήτων (συνολικής έκτασης 2.551,14 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804€/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, καθώς και το ποσό των 2.055,46 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 20.694,74 €. 22) Στους υπό στοιχεία 23α και 23β ενάγοντες, αποζημίωση για την έκταση των 1.060,96 τ.μ., αξίας 9.340,69 € του με ακπ 194 ακινήτου (συνολικής έκτασης 1.376,57 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή οι ανωτέρω ενάγοντες θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενοι, καθώς και το ποσό των 1.321,43 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 10.662,12 € και για έκαστο των ανωτέρω εναγόντων στο ποσό των 5.331,06 €. 23) Στον υπό στοιχείο 24 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 1.237,30 τ.μ., αξίας 10.893,18 € του με ακπ 208 ακινήτου (συνολικής έκτασης 1.682,94 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ,μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 10.893,18 €. 24) Στον υπό στοιχείο 25 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 1.395,32 τ.μ., αξίας 12.284,39 € του με ακπ 214 ακινήτου (συνολικής έκτασης 3.947,89 τ.μ. και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, καθώς και το ποσό των 873,07 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 13.157,46 €. 25) Στον υπό στοιχείο 26 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 4.256 τ.μ., αξίας 37.469,82 € του με ακπ 147 ακινήτου (συνολικής έκτασης 3.127 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 37.469,82 €. 26) Στον υπό στοιχείο 27 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 2.249,41 τ.μ., αξίας 19.803,80 € του με ακπ 148 ακινήτου (συνολικής έκτασης 3.385,65 τ.μ. και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, καθώς και το ποσό των 119,85 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 19.923,65 €. 27) Στον υπό στοιχείο 28 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 625 τ.

μ., αξίας 5.502,50 € του με ακπ 167 ακινήτου (συνολικής έκτασης 5.659,02 τ. μ. και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 5.502,50 €. 28) Στους υπό στοιχεία 29α και 29β ενάγοντες, αποζημίωση για την έκταση των 5.188,68 τ.

μ., αξίας 45.681,13 € των με ακπ 186 και 190Γ ακινήτων (συνολικής έκτασης 5.933,44 τ. μ. και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή οι ανωτέρω ενάγοντες θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενοι, καθώς και το ποσό των 4.502,18 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 50.183,31 € και για έκαστο των ανωτέρω εναγόντων στο ποσό των 25.091,65 €. 29) Στον υπό στοιχείο 30 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 543,18 τ.

μ., αξίας 4.782,15 € του με ακπ 206 ακινήτου (συνολικής έκτασης 642,22 τ. μ. και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ,), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 4.782,15 €. 30) Στον υπό στοιχείο 31 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 944,64 τ. μ., αξίας 8.316,61 € του με ακπ 229 ακινήτου (συνολικής έκτασης 1.318,24 τ.

μ. και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 8.316,61 €. 31) Στον υπό στοιχείο 32 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 504,45 τ. μ., αξίας 4.441,17 € του με ακπ 233 ακινήτου (συνολικής έκτασης 521,61 τ. μ. και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.).

επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, καθώς και το ποσό των 929,94 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 5.371,11 €. 32) Στον υπό στοιχείο 33 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 1.218,33 τ. μ., αξίας 10.726,17 € του με ακπ 236 ακινήτου (συνολικής έκτασης 3.208,10 τ.

μ. και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 10.726,17 €. 33) Στην υπό στοιχείο 34 ενάγουσα, αποζημίωση για την έκταση των 2.066,33 τ. μ., αξίας 18.191,96 € του με ακπ 232 ακινήτου (συνολικής έκτασης 3.138,91 τ.μ. και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή η ανωτέρω ενάγουσα θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενη, καθώς και το ποσό των 240,64 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 18.432,60 €. 34) Στον υπό στοιχείο 35 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 1.093 τ.μ., αξίας 9.622,77 € των με ακπ 122 κα 125 ακινήτων (συνολικής έκτασης 1.514,82 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ ), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, καθώς και το ποσό των 3.530,03 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και ανερχομένης της συνολικής μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 13.152,80 €. 35) Στον υπό στοιχείο 36 ενάγοντα, αποζημίωση για την έκταση των 1.611,18 τ.μ., αξίας 14.184,82 € του με ακπ 129Α ακινήτου (συνολικής έκτασης 3.240,51 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή ο ανωτέρω ενάγων θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος, ανερχομένης της μείωσης της αποζημίωσης στο ποσό των 14.184,82 €. 36) Στους υπό στοιχεία 37α, 37β και 37γ ενάγοντες, αποζημίωση για την έκταση των 3.045 τ.μ., αξίας 26.808,18 € των με ακπ 186 και 146 ακινήτων (συνολικής έκτασης 3.371,12 τ.μ.

και με καθορισθείσα οριστική τιμή 8,804 €/τ.μ.), επειδή οι ανωτέρω ενάγοντες θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενοι, καθώς και το ποσό των 1.660,05 €, που θεωρήθηκε ως υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων και 28.468,23 € και για έκαστο των ανωτέρω εναγόντων στο ποσό των 9.489,41 €. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ακινήτων των εναγόντων-εφεσιβλήτων, δεν ωφελούνται από το συγκεκριμένο έργο, καθόσον η κατασκευασθείσα εθνική οδός στη συγκεκριμένη περιοχή παρουσιάζει υψομετρική διαφορά 6 έως 8 περίπου μέτρων σε σχέση με τις ιδιοκτησίες των εναγόντων, οι οποίες δεν επικοινωνούν άμεσα με την οδό, αλλά μέσω κόμβων, που βρίσκονται 700 έως 1000 μ.

μεταξύ τους. Πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο διευρωπαϊκού επιπέδου ταχείας κυκλοφορίας και επί υπερυψωμένου αναχώματος, προορισμένο αποκλειστικά για την κίνηση αυτοκινήτων και μοτοσικλετών και με οδικούς κόμβους εισόδου και εξόδου, προς εξυπηρέτηση των αστικών κέντρων αποκλειστικά.

Συνεπώς, τα απομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης αγροτεμάχια των εναγόντων- εφεσιβλήτων που βρίσκονται όλα μακράν των κόμβων και εκατέρωθεν του κλειστού αυτοκινητοδρόμου, υφίστανται δυσμενείς μεταβολές και από τους θορύβους και τις εκπομπές κόνεων και καυσαερίων. Δεν αποκτούν κατά τρόπο άμεσο πρόσωπο επί της οδού, καθόσον στο συγκεκριμένο τμήμα η οδός είναι υπερυψωμένη με πρανή αναχώματα και επιβαρύνονται λόγω της εκπομπής ρύπων και της παραγόμενης ηχορύπανσης από τα διερχόμενα οχήματα (.....).

Είναι δε γνωστό ότι οι κλειστοί αυτοκινητόδρομοι ταχείας κυκλοφορίας και επί υπερυψωμένου αναχώματος δεν ωφελούν τα απομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης αγροτεμάχια. Επομένως, εφόσον δεν τυγχάνουν οι ενάγοντες ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, υποχρεούμενοι σε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση γειτόνων, δεν έχει εφαρμογή το τεκμήριο του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 και για το λόγο αυτό πρέπει το εναγόμενο να υποχρεωθεί να τους καταβάλει αποζημίωση και για τα τμήματα της ιδιοκτησίας τους, που θεωρούνται ότι αυτοαποζημιώνονται, σύμφωνα με την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης που προσδιόρισε το Εφετείο Πατρών με την προαναφερόμενη απόφασή του για τα ένδικα ακίνητα.

Έτσι, το εκκαλούν πρέπει να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες ως αποζημίωση τα ποσά που προαναφέρθηκαν, που αφορούν τη μη καταβληθείσα αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων τμημάτων, επειδή θεωρήθηκαν ότι αυτοαποζημιώνονται, λόγω ωφέλειας από την απόκτηση πρόσοψης στην άνω διανοιγείσα οδό κατά το παραπάνω τεκμήριο .......''.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο όσον αφορά στο αίτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας των ως άνω ακινήτων, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου την εφαρμοστέα εδώ ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, κατά το οποίο "Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται διά την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών", την οποία ορθώς εφάρμοσε.

Η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, με την οποία διευρύνθηκαν τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου και έτσι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, ορίστηκαν (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στην ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χαράξεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου δεν είναι γνήσια ερμηνευτική της ανωτέρω διάταξης και, συνεπώς, δεν έχει αναδρομική δύναμη, συνακόλουθα δε δεν εφαρμόζεται και στις απαλλοτριώσεις που συντελέστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2971/2001, όπως εν προκειμένω (ΑΠ 4/2021, ΑΠ 325/2020, ΑΠ 465/2020).

Διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων για την θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της ύπαρξης ή μη ωφέλειας στα τμήματα των ιδιοκτησιών των αναιρεσίβλητων που εναπομένουν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ' ανατροπή του μαχητού, πλέον, τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών των πιο πάνω ακινήτων και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εφόσον παρέθεσε στη προσβαλλόμενη απόφασή του τους λόγους ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας των επίδικων ακινήτων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλης αιτιολογίας.

Ειδικότερα, αιτιολόγησε εμπεριστατωμένα την ανατροπή του, μαχητού, τεκμηρίου ωφέλειας των ιδιοκτητών των προαναφερόμενων ακινήτων, κρίνοντας, μετά από ανέλεγκτη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, ότι δεν συντρέχει γι' αυτούς η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση των ακινήτων προσώπου επί της διανοιγείσας εθνικής οδού και ότι η έλλειψη πρόσβασης όλων των ακινήτων στη διανοιγόμενη εθνική οδό, η οποία είναι ταχείας κυκλοφορίας, κλειστή, με μεγάλη, σε σχέση με αυτά, υψομετρική διαφορά 6 έως 8 μέτρων, χωρίς να επικοινωνούν (ακίνητα) άμεσα με αυτήν αλλά μέσω κόμβων που βρίσκονται 700 έως 1.000 μ.

μεταξύ τους, αποκλείουν την ωφέλεια αυτών (ακινήτων), τα οποία βρίσκονται μακράν των κόμβων και εκατέρωθεν του κλειστού αυτοκινητόδρομου, αντιθέτως, ζημιώνονται με την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, λόγω της μεγάλης ηχητικής και χημικής (εκπομπής ρύπων) ρύπανσης. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας επειδή δεν αναφέρεται:

α) η συμβολή του έργου για το οποίο γίνεται η απαλλοτρίωση στην οικονομική ανάπτυξη της περιοχής και αν τα συγκεκριμένα ακίνητα ωφελούνται από αυτήν την ανάπτυξη (με συνέπεια την αύξηση της αξίας τους) ή όχι, β) ο τρόπος της πρόσβασης των παρόδιων στην Εθνική Οδό, ιδίως σε πόση απόσταση βρίσκεται η πλησιέστερη είσοδος και εάν είχαν πριν την απαλλοτρίωση πρόσβαση τα ακίνητα στο προϋφιστάμενο εθνικό οδικό δίκτυο, γ) ποιά ήταν, πριν τη διάνοιξη της οδού, η χρήση (κύρια ή δευτερεύουσα) καθενός ακινήτου, δ) οι επιπτώσεις και ο βαθμός της έντασής τους στην υφιστάμενη χρήση των ακινήτων και ε) εάν είναι δυνατές νέες χρήσεις των ακινήτων, είναι απαράδεκτες, αφενός διότι ανάγονται σε ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση αυτών από το Εφετείο, καθώς και ως προς τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προπαρατιθέμενο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το παραπάνω ουσιώδη ζήτημα και αφετέρου διότι με αυτές, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, κατ` άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, οι περαιτέρω αιτιάσεις σχετικά με το ότι δεν περιλαμβάνονται στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, πριν από την απαλλοτρίωση η, κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των ακινήτων και τα γεωμετρικά στοιχεία εκάστου ακινήτου μετά την απαλλοτρίωση (εμβαδό, πρόσωπο επί της Εθνικής Οδού, βάθος), είναι αβάσιμες ενόψει της κρίσης του Εφετείου ότι ελλείπει η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση των ακινήτων προσώπου επί της διανοιγείσας οδού, σε περίπτωση συνδρομής της οποίας και μόνον τότε θα έπρεπε να εξεταστούν και άλλα στοιχεία (ΑΠ 4/2021, ΑΠ 396/2020, ΑΠ 500/2020, ΑΠ 62/2017, ΑΠ 455/2016, ΑΠ 653/2014), δεδομένου ότι η απαλλοτρίωση συντελέστηκε προ της ισχύος του ν. 2971/2001 (ΑΠ 396/2020, ΑΠ 62/2017).

Επομένως, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, που επιτρεπτά ερευνώνται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 462/2017), πρέπει, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις, να απορριφθούν.

Και αυτό, ανεξαρτήτως του ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ο οποίος εμπεριέχεται στο τέταρτο αναιρετικό λόγο, ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι οι έβδομη, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατη έβδομη, εικοστός έκτος και τριακοστός δεύτερος των εναγόντων, δεν οφείλουν να καταβάλουν την κατ' άρθρο 1 του ν. 653/1977 συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης, αλλά δικαιούνται να την εισπράξουν αν και αυτή η συμμετοχή υπερβαίνει την αποζημίωση που δικαιούνται λόγω της απαλλοτρίωσης, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 αρ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ως άνω ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά από το αναιρεσείον ως εκκαλούν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το από 5-4-2010 εφετήριο και τους από 30-10-2012 πρόσθετους λόγους έφεσης, όπως όφειλε, αν και μπορούσε να προβληθεί, παρά μόνο επίκληση του λόγου αυτού γίνεται με το αναιρετήριο, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 807/2023, ΑΠ 834/2021), πλέον του ότι αλυσιτελώς προτείνεται και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί, διότι στην ένδικη υπόθεση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του προαναφερθέντος άρθρου 1 παρ. 4-6 του ν. 657/1977, διότι κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης οι ως άνω ενάγοντες-δικαιούχοι αποζημίωσης και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν ωφελούνται από την ένδικη απαλλοτρίωση και ως εκ τούτου δεν έχουν υποχρέωση αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων, ώστε να επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΑΠ 4/2021).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 του ν. 653/1997, 33 παρ. 1 και 37 ν. 2971/2001 προκύπτει ότι, η αγωγή του παρόδιου ιδιοκτήτη αφενός για την αναγνώριση της μη συνδρομής του, από την πρώτη απ` αυτές (διατάξεις) προβλεπόμενου τεκμηρίου ωφέλειας και αφετέρου για τη καταβολή της ανάλογης αποζημίωσης, στηρίζεται σε αυτοτελή νομική βάση και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το καθ` ύλην πολιτικό Δικαστήριο, της ασκούμενης με αυτήν αξίωσης υποκείμενης στην οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 10 του ν.δ/τος 797/1971 και ήδη άρθρο 10 του ν. 2882/2001 όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 126 παρ. 4 του ν. 4070/2012 και ισχύει, σύμφωνα με το αρθρ.146 παρ. 7 του ν. 4070/2012 και για τις συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος αυτού απαλλοτριώσεις, όπως η ένδικη, δεκαετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από την κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ή από την συντέλεση της απαλλοτρίωσης και διακόπτεται, κατά τη ρητή πρόβλεψη της παρ. 2 του ως άνω άρθρου 10 του ν. 2882/2001, με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν είτε σε δικαστική ή διοικητική αναγνώριση είτε στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης είτε, τέλος στον οριστικό προσδιορισμό αυτής και δεν υπόκειται στην κατά το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 γενική (πενταετή) παραγραφή των αξιώσεων κατά του δημοσίου, ούτε αρχίζει από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ της απόφασης για την απαλλοτρίωση, οπότε ο ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης λαμβάνει γνώση του χαρακτηρισμού της έκτασής του ως αυτοαποζημιούμενης (από τα οικεία κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακα) (ΑΠ 4/2021, ΑΠ 396/2020, ΑΠ 313/2019, ΑΠ 816/2018, ΑΠ 260/2018, ΑΠ 452/2018, ΑΠ 2120/2014).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα της παραγραφής της ένδικης αξίωσης, δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 (5ετής παραγραφή), η οποία, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ήταν εφαρμοστέα στη προκειμένη περίπτωση, ενώ εφάρμοσε τη διάταξη του ως άνω άρθρου 10 του ν.δ/τος 797/1971 και ήδη 10 παρ. 1 του ν. 2882/2001.

Το δικάσαν Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι: "...... από τη συντέλεση της εν λόγω απαλλοτρίωσης, η οποία σε κάθε περίπτωση έλαβε χώρα στις 31-12-1998, οπότε δημοσιεύθηκε στο οικείο ΦΕΚ (ΦΕΚ 1106/31-12-1998 τ. Δ'(...) η ειδοποίηση παρακατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της προσωρινής αποζημίωσης, που καθορίστηκε με την υπ' αριθ. 147/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...

για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, μεταξύ των οποίων και αυτά των εναγόντων, μέχρι την 1-4-2008, ημερομηνία άσκησης της κρινόμενης αγωγής (....), αλλά και σε κάθε περίπτωση από το έτος 2000, οπότε και εκδόθηκε η απόφαση που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ιδιοκτησιών δεν είχε παρέλθει δεκαετία, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 και επομένως η ένδικη αξίωση δεν έχει παραγραφεί, καθόσον η αξίωση αυτή στηρίζεται στην άνω ειδική διάταξη και όχι σε αυτές των άρθρων 91 παρ. 1 του ν.δ 321/1969 και 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, όσον αφορά την προβληθείσα ένσταση παραγραφής, που επαναλαμβάνεται με αυτοτελή λόγο εφέσεως, σωστά εφάρμοσε το νόμο και όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με το σχετικό λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα .....''.

Κρίνοντας έτσι το δικάσαν Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν.δ/τος 797/1971, καθόσον, στη προκειμένη περίπτωση, πρόκειται περί αξίωσης καταβολής αποζημίωσης από απαλλοτρίωση, κατόπιν ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, η οποία, σύμφωνα με τα ανωτέρω, υπόκειται στη προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη δεκαετή παραγραφή.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α' του ΚΠολΔ προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.

Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 2/2020, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 538/2014).

Εξάλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 653/1977 και 33 του ν. 2971/2001, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 111, 118 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το ορισμένο της αίτησης άρσης του παραπάνω τεκμήριου ωφέλειας, αρκεί, αλλά και απαιτείται η αναφορά στο δικόγραφο της ιδιότητας του αιτούντος ως κυρίου του απαλλοτριούμενου ακινήτου και των περιστατικών, εξαιτίας των οποίων το τμήμα του ακινήτου αυτού που απέμεινε από την απαλλοτρίωση, δεν ωφελείται από αυτήν, αλλά αντιθέτως, ζημιώνεται (ΑΠ 838/2021, ΑΠ 1168/2017, ΑΠ 104/2015, ΑΠ 34/2015).

Με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα απέρριψε την ένστασή του την οποία προέβαλε νομότυπα ενώπιόν του με τον από 30-10-2012 πρόσθετο λόγο έφεσης και δεν απέρριψε την αίτηση αυτή ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της.

Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής αυτή διαλάμβανε όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση του με την αγωγή ασκούμενου ένδικου δικαιώματος στοιχεία και συγκεκριμένα τους λόγους για τους οποίους τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών των εναγόντων δεν αποκτούν ωφέλεια από τη διάνοιξη της οδού (υψομετρική διαφορά αυτής από τα ακίνητα, μη άμεση επικοινωνία αυτών με την οδό και χωρίς άμεσο πρόσωπο επί της οδού αφού αυτή είναι υπερυψωμένη, απόσταση αυτών από τους κόμβους), το εμβαδόν της έκτασης κάθε ακινήτου για την οποία δεν καταβλήθηκε στους αναιρεσίβλητους αποζημίωση, ενώ γίνεται και αναφορά [χωρίς να απαιτείται δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται το γεγονός της μη καταβολής αποζημίωσης για τα επίδικα τμήματα των ακινήτων (ΑΠ 1168/2017)] του συνόλου της καθορισθείσας για τη συνολική έκταση κάθε ακινήτου οριστικής αποζημίωσης και της αναλογίας των καταβληθέντων στους αναιρεσίβλητους ποσών οριστικής αποζημίωσης στις αντίστοιχες απαλλοτριωθείσες εκτάσεις.

Εξάλλου, η εξειδικευμένη αναφορά ανά ακίνητο, καθώς και η διακριτή αναφορά της βλαπτικής επίδρασης της απαλλοτρίωσης για κάθε ακίνητο χωριστά δεν απαιτείται, διότι αναφέρεται στην αγωγή ότι οι βλαπτικές συνέπειες από την απαλλοτρίωση αφορούν όλα τα ακίνητα ανεξαιρέτως, οπότε δεν απαιτείται χωριστή αναφορά σε ποιο ή σε ποια ακίνητα αφορούν οι βλαπτικές επιπτώσεις.

Τα επιπλέον επικαλούμενα από το αναιρεσείον, στοιχεία, όπως τα όρια και οι πλευρικές διαστάσεις των ακινήτων και η συγκεκριμένη χρήση κάθε ακινήτου κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν στη συγκεκριμένη ένδικη περίπτωση τη βάση της κρινόμενης αγωγής περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, ώστε η έλλειψη αυτών να καθιστά την αγωγή αυτή αόριστη, ενόψει του ότι στην αγωγή αναφέρεται ότι ο ως άνω οδικός άξονας έχει κατασκευαστεί ως κλειστός αυτοκινητόδρομος, περιφραγμένος και υπερυψωμένος, ταχείας κυκλοφορίας, στον οποίο δεν έχουν άμεση πρόσβαση.

Επομένως, ο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ποσοτική αοριστία (έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα) της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

Διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε και υπέρ των αναιρεσίβλητων δεν θα περιληφθεί, διότι οι τελευταίοι λόγω της ερημοδικίας τους δεν έχουν υποβάλει σχετικό αίτημα (άρθρ. 106 του ΚΠολΔ) και δεν έχουν υποβληθεί σε δικαστικά έξοδα (ΑΠ 598/2024, ΑΠ 801/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την, από 7-2-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 5/2014), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. 195/2013 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ