1908/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1908 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1908/2023
Legislator headnote
AI generated1908/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1908 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1908/2023
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1908 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1908/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ναυτιλιακής εταιρίας πλοίων αναψυχής με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Μουντζουρώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Α. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Παυλάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 421/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων που συνεκδικάσθηκαν, η 167/2019 μη οριστική και η 519/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-10-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α` του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας (περιλαμβανομένου και του θανάτου), η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε, αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, παροχή της εργασίας (ΟλΑΠ 1287/1986). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ή, σε περίπτωση θανάτου, της ψυχικής οδύνης) οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα δικαιούμενα αντ` αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται για αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης (ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης), αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφάλειας του άρθρου 16 παρ.1 του ν. 551/1915 (ΑΠ 1389/1918, 80/2016, 910/2015). Περαιτέρω από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 922 του ΑΚ, των άρθρων 681, 688-691 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ` αρχήν προστηθείς του εργοδότη, όταν, όμως, ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του ρητώς ή σιωπηρώς τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον εργοδότη (ΑΠ 47/2020, 1237/2018, 374/2018). Επομένως για τη θεμελίωση αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης κατά του υπαιτίου ατυχήματος, ως και κατά εκείνου ο οποίος με σύμβαση έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου όπου συνέβη το ατύχημα, αναγκαία προϋπόθεση είναι ο εργοδότης να έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, στοιχεία τα οποία συνιστούν την ιδιότητα του τελευταίου ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο (ΑΠ 218/2018, 1154/2018, 181/2016, 1840/2011). Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους ασφάλειας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 ΑΚ. (ΑΠ 246/2022, 600/2020, 954/2018, 2014/2007). Τέτοιες ειδικές διατάξεις για την ασφάλεια των εργαζομένων σε ναυπηγικές και ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες περιέχει το π.δ. 70/1990, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 14 παρ. 2 και 36 του ν. 1568/1985 "υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων" και καθορίζει τις υποχρεώσεις των προσώπων που εμπλέκονται στην εκτέλεση κάθε ναυπηγοεπισκευαστικού έργου για την τήρηση των προβλεπόμενων σ` αυτό μέτρων ασφαλείας. Ειδικότερα το ανωτέρω π.δ. ορίζει κατ` αρχήν, ότι στην έννοια του ναυπηγοεπισκευαστικού έργου περιλαμβάνεται και κάθε εργασία επισκευής (πλοίου ή πλωτού ναυπηγήματος), ότι κύριος του έργου θεωρείται ο πλοιοκτήτης, ο εφοπλιστής, ο νομέας ή ο κάτοχος του πλοίου ή άλλης πλωτής κατασκευής, όπου εκτελούνται, ύστερα από εντολή του και λογαριασμό του ναυπηγοεπισκευαστικό έργο, ο δε κύριος του έργου μπορεί να εκπροσωπείται από το νόμιμο εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή τον πλοίαρχο του πλοίου (άρθρο 2 παρ. 1 και 3) και προβλέπει περαιτέρω στο μεν άρθρο 5 παρ. 2, ότι ο κύριος του έργου συνεργάζεται και με τους εργολάβους, υπεργολάβους για την σωστή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας και την αποφυγή ατυχημάτων στις εργασίες που πραγματοποιούνται τόσον από τα συνεργεία των εργολάβων όσον και από τα μέλη του πληρώματος του πλοίου, στα δε άρθρα 37 επ., στο κεφάλαιο Ζ' και υπό τον τίτλο "ΙΚΡΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΞΕΔΡΕΣ (ΠΛΑΤΦΟΡΜΕΣ)", προβλέπονται οι όροι ασφαλείας ως προς την τοποθέτηση, και χρήση μεταξύ άλλων και κινητών ικριωμάτων κατά την εκτέλεση των ως άνω εργασιών. Κατά το νοηματικό περιεχόμενο της ως άνω διατάξεως του άρθρου 5 παρ.2, η υποχρέωση συνεργασίας εκ μέρους του κυρίου του έργου, εάν αυτός δεν έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του την διεύθυνση του έργου, τελεί υπό την προϋπόθεση της υποβολής σχετικού αιτήματος από τον εργολάβο, μελετητή κ.λπ.. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013). Κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) της υπό στοιχ. Β' έφεσης, ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία "...", είναι πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία πλοίου αναψυχής με την ονομασία "Α.", με αριθμό νηολογίου ..., τύπου καταμαράν και μήκους 18,80 μέτρων. Δυνάμει συμβάσεως έργου που συνήψε με τον Ν. Ρ., τον οποίο της συνέστησε ο αδελφός του και πλοίαρχος του πλοίου, Σ. Ρ., αυτός ανέλαβε ως εργολάβος την εκτέλεση εργασιών επισκευής και κυρίως βαφής της πρύμης αλλά και του κύτους του παραπάνω πλοίου και ειδικότερα το τρίψιμο και καθαρισμό των σημείων που έχρηζαν τοπικής επισκευής, το βάψιμο και στοκάρισμα των σημείων των τοπικών επισκευών, την ευθυγράμμιση των επισκευασμένων σημείων, το τρίψιμο της επιφάνειας με μηχανικά μέσα για δημιουργία κατάλληλης επιφάνειας πρόσφυσης, την τοπική βαφή με primer και τη βαφή με πιστόλι με το χρώμα της επιλογής της πλοιοκτήτριας. Οι εργασίες αυτές, συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθούν στο ναυπηγείο της εκκαλούσας της υπό στοιχ. Γ' έφεσης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που βρίσκεται στη θέση ... στην .... Αρχικά, δυνάμει των από 20-11-2014 συμβάσεων έργου και μίσθωσης χώρου, η πλοιοκτήτρια εταιρεία ανέθεσε στη συγκεκριμένη εταιρεία την ανέλκυση και καθέλκυση του πλοίου και την υδροβολή των υφάλων, αντί της αμοιβής των 1.000 και 140 ευρώ, αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις εγκαταστάσεις του ναυπηγείου, αντί του μισθώματος των 15 ευρώ ανά ημέρα παραμονής, με την πρόσθετη υποχρέωση της κατασκευής σκαλωσιάς για τις εργασίες αυτές, αντί της επιπλέον αμοιβής των 900 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, και στη συνέχεια δυνάμει της από 7-4-2015 συμφωνίας τους, της ανέθεσε την κατασκευή συμπληρωματικής σκαλωσιάς, έναντι της αμοιβής των 900 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Ακολούθως, περί τα μέσα Απριλίου του ίδιου έτους, ο Ν. Ρ. προσέλαβε τον ενάγοντα, ο οποίος διατηρούσε βαφείο αυτοκινήτων στην οδό ... στον ... και απασχολείτο περιστασιακά σε εργασίες βαφής σκαφών, προκειμένου να βάψει το εξωτερικό μέρος του πλοίου, έναντι αμοιβής 1.500 ευρώ και μαζί με αυτόν, ως βοηθό βαφέα, τον Χ. Κ., κατόπιν σχετικής σύστασης του ενάγοντος. Αφού προηγήθηκε η τοποθέτηση ικριωμάτων από την ιδιοκτήτρια του ναυπηγείου περιμετρικά του πλοίου, στις 16-4-2015 οι άνω εργαζόμενοι άρχισαν να εργάζονται και συνέχισαν να εκτελούν τις εργασίες που τους είχαν ανατεθεί μέχρι τις 26-4-2015. Εκείνη την ημέρα, ο ενάγων μετέβη στον χώρο του ναυπηγείου, ο οποίος είναι περιφραγμένος πλην του τμήματός του που συνορεύει με τον αιγιαλό και φυλάσσεται όλες τις ημέρες της εβδομάδας, επί εικοσιτετραώρου βάσεως από φύλακα, ο οποίος ελέγχει και καταγράφει τα πρόσωπα που εισέρχονται και την ώρα εισόδου και εξόδου τους, σε έντυπο της εταιρείας, το οποίο και υπογράφει, προκειμένου να ολοκληρώσει τις εργασίες βαφής. Συγκεκριμένα, ανέβηκε στο κινητό ικρίωμα αλλά αισθάνθηκε έντονη ζάλη και απώλεσε την ισορροπία του, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος από ύψος 2,5 περίπου μέτρων και να τραυματιστεί στο δεξί του χέρι και το πρόσωπο. Διεκομίσθη αρχικά στο Κέντρο Υγείας της ...ς, όπου διαπιστώθηκε κάταγμα δεξιού βραχιονίου και στη συνέχεια, με ασθενοφόρο, στο νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ", όπου επιβεβαιώθηκε η διάγνωση περί κατάγματος και την επομένη ημέρα υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ανοικτής ανάταξης εσωτερικής οστεοσύνθεσης και του τοποθετήθηκε βραχιοπηχεοκαρπικός γυψονάρθηκας. Επίσης, από την πτώση του υπέστη κάταγμα σε τέσσερα δόντια και υποβλήθηκε σε προσθετική αποκατάστασή τους. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι τα ικριώματα που είχε τοποθετήσει η ιδιοκτήτρια του ναυπηγείου, είχαν αφαιρεθεί κατά την ημέρα του ατυχήματος. (...). Το πλέον δε λογικό συμπέρασμα είναι ότι υπήρχε και δεύτερος όροφος-ή δεύτερο επίπεδο- στα ικριώματα, λόγω και του ύψους του πλοίου, ο οποίος πράγματι αποσυναρμολογήθηκε και αφαιρέθηκε, ενώ ο πρώτος όροφος, που αποτελείτο μάλιστα, όπως αποτυπώνεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, από περισσότερα τμήματα και δεν ήταν ενιαίος, απλώς απομακρύνθηκε λίγο από το πλοίο χωρίς να αποσυναρμολογηθεί πλήρως, διότι ενδεχομένως η ιδιοκτήτρια του ναυπηγείου θα μπορούσε να τα αξιοποιήσει άμεσα, εξοικονομώντας μάλιστα χρόνο, σε εργασίες επισκευής ή συντήρησης άλλου πλοίου. (...). Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο εργολάβος του έργου, Ν. Ρ., προσέλαβε τον ενάγοντα, καθορίζοντας τον τρόπο και το ωράριο εργασίας του, ελέγχοντάς τον και δίνοντάς του οδηγίες, όπως αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι, τόσο κατά την ημέρα του ατυχήματος αλλά οπωσδήποτε και στις 16-4-2015 ήταν παρών, και μάλιστα κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία επί πολλές ώρες, με βάση την κατάσταση εισερχομένων και εξερχομένων που τηρούσε ο φύλακας του ναυπηγείου. Το γεγονός ότι δεν απασχολείτο σε μόνιμη βάση από τον εργολάβο δεν ασκεί επιρροή, ενώ η μη ασφάλισή του στο ΙΚΑ, όπως συνέβη αντιθέτως με τον βοηθό του, οφείλεται στο ότι ήταν ήδη ασφαλισμένος στο ΤΕΒΕ. Άλλωστε, κατά τα λεγόμενό του, ο ίδιος απευθύνθηκε στον εργολάβο, επισημαίνοντάς του ότι τα μέτρα ασφαλείας δεν ήταν επαρκή. Τα παραπάνω στοιχεία είναι ενδεικτικά της ύπαρξης εξάρτησης του ενάγοντος από τον τελευταίο, τέτοιας που καθιστούν κατά την κρίση του δικαστηρίου απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με αυτόν και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Έτσι, από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι μεταξύ του ενάγοντα και του τρίτου εναγομένου-εφεσίβλητου, συνήφθη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας-ορισμένου χρόνου (...). Με βάση, επομένως, όσα προαναφέρθηκαν, το επίδικο ατύχημα ήταν εργατικό κατά την έννοια του ν. 551/1915, δεδομένου ότι η προκληθείσα βλάβη της υγείας του ενάγοντος ήταν αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, που δεν αναγόταν σε οργανική ή παθολογική προδιάθεσή του, κατά την εκτέλεση της εξαρτημένης εργασίας του ως βαφέα, το οποίο δεν θα ελάμβανε χώρα, χωρίς αυτήν. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι το ατύχημα αυτό οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του εργολάβου, ο οποίος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4 § § 1,7,9 και 19, και 63 και 64 § 5 του πδ 70/1990 που περιέχει ειδικές διατάξεις για την ασφάλεια των εργαζομένων σε ναυπηγικές και ναυπηγοεπισκευαστικές εργασίες, δεν οργάνωσε, επέβλεψε και επιθεώρησε την εκτέλεση της εργασίας της βαφής, ώστε να εξασφαλίσει την ύπαρξη ασφαλών συνθηκών εργασίας και δη την ύπαρξη ασφαλούς ικριώματος, προβαίνοντας σε διακοπή των εργασιών εφόσον δεν τηρούνταν οι όροι ασφαλείας των εργαζομένων, ούτε χορήγησε ατομικά μέσα προστασίας στον ενάγοντα, κατάλληλα για την αποτροπή της πτώσης του και συγκεκριμένα ζώνη ασφαλείας με όλα τα παρελκόμενά της, αλλά και της πλοιοκτήτριας εταιρείας, η ευθύνη της οποίας θεμελιώνεται αυτοτελώς στη διάταξη του άρθρου 5 § 2 του άνω πδ 70/1990 και, επομένως, το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου και το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ως προστήσασα αυτόν, στερείται εννόμων συνεπειών. (...). Ειδικότερα, όσον αφορά την ευθύνη της πλοιοκτήτριας εταιρείας, ενώ οι νόμιμοι εκπρόσωποί της γνώριζαν την εκτέλεση εργασιών στο πλοίο της συγκεκριμένη ημέρα, δεδομένου ότι και ο πλοίαρχος Σ. Ρ. βρισκόταν στον τόπο του ατυχήματος όταν αυτό συνέβη, δεν συνεργάστηκαν με τον εργολάβο για τη σωστή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας και την αποφυγή ατυχημάτων στις εργασίες που ο τελευταίος πραγματοποιούσε με εργαζόμενούς του και έτσι δεν μερίμνησε για την αντικατάσταση του ακατάλληλου και ανασφαλούς ικριώματος με νέο που θα πληρούσε τους όρους των άρθρων 37 επ. του άνω πδ/τος. Είναι βέβαιον, επίσης, με βάση τα διδάγματα της λογικής ότι γνώριζαν ότι είχε ειδοποιηθεί η ιδιοκτήτρια του ναυπηγείου για την ολοκλήρωση των εργασιών και την απομάκρυνση των ικριωμάτων όπως και για την εκτέλεση τελικώς και κάποιων πρόσθετων εργασιών, προφανώς λόγω αστοχίας ή ελλείψεων των ήδη εκτελεσθέντων, που διαπιστώθηκαν εκ των υστέρων, αφού τόσο η σχετική ειδοποίηση όσο και η εντολή εκτέλεσης των εργασιών αυτών δόθηκε από τον Σ. Ρ., ο οποίος δεν θα μπορούσε να ενεργήσει με αποκλειστικά δική του πρωτοβουλία για τα συγκεκριμένα θέματα, χωρίς έστω ενημέρωση της πλοιοκτήτριας. Έτσι, και ανεξαρτήτως του ότι δεν αποδείχθηκε ότι είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου, όφειλε, εφόσον εκτελούνταν ακόμη εργασίες κατά τον κρίσιμο χρόνο να έχει εξασφαλίσει την τήρηση των κανόνων ασφαλείας των εργαζομένων, βάσει των προαναφερθέντων ειδικών διατάξεων. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε τα ικριώματα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την ημέρα του ατυχήματος ήταν πρόχειρα και συγκεκριμένα : α/ το δάπεδο τους δεν αποτελείτο από τρία τουλάχιστον μαδέρια ελάχιστου πάχους πέντε (5) εκατοστών, και συνολικού πλάτους τουλάχιστον εξήντα (60) εκατοστών, β/ τα μαδέρια του δαπέδου δεν συνδέονταν από το κάτω μέρος κάθετα προς την κατασκευή με ζεύγματα (κλάπες) σε τρόπο που να είναι αδύνατη η ανομοιόμορφη κάμψη τους, γ/ δεν εξασφάλισε τη σταθερότητα των πλαγιοστατών της οριζόντιας δοκού ανά δύο με αντερείσματα που συγκολλώνται ή προσηλώνονται ανάλογα στο μέσον της οριζόντιας δοκού και στα κάτω άκρα των πλαγιοστατών, κατά παράβαση των άρθρων 41 § 1α και δ και 45 § 2 του πδ 70/1990, οι ελλείψεις δε αυτές συνδέονται αιτιωδώς με την πτώση του ενάγοντος, διότι το ασφαλές δάπεδο εργασίας, όπως και τα αντερείσματα που θα συνδέονταν με τους πλαγιοστάτες, θα εξασφάλιζαν αφενός μεγαλύτερη επιφάνεια δαπέδου εργασίας του και αφετέρου θα μπορούσαν να τον συγκρατήσουν από την πτώση. (...). Με βάση, επομένως, όσα προεκτέθηκαν ο ενάγων, ως παθών, δικαιούται να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του, ενώ η αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, θεμελιώνεται στις γενικές διατάξεις και όχι στον ειδικό νόμο 515/1915.". Ακολούθως, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του κατ' αποδοχή της εφέσεως της αναιρεσείουσας ως βάσιμης κατ' ουσία (κατά το μέρος που εδώ ενδιαφέρει), εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, έκανε δεκτή αυτήν ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσία επιδικάζοντας τα σ' αυτή αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος λόγω ηθικής βλάβης. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 681, 688-651 ΑΚ και τη διάταξη του 5Α παρ. 2 του ΠΔ 70/1990. Τούτο δε διότι, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα πλοιοκτήτρια του με ελληνική σημαία πλοίου αναψυχής με την ονομασία "Α." ανέθεσε με σύμβαση έργου στον Ν. Ρ., ως εργολάβο, την εκτέλεση ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών επί του πλοίου και ως κυρία του έργου δεν επιφύλαξε για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη του έργου και συνεπώς δεν τελούσε μετ' αυτού σε σχέση προστήσεως, ακολούθως έκρινε ότι η αναιρεσείουσα, για την επέλευση του προπεριγραφέντος εργατικού ατυχήματος, ευθύνεται αυτοτελώς (ανεξαρτήτως της ευθύνης του εργολάβου) με βάση τη διάταξη του άρθρου 5Α παρ. 2 του Π.Δ. 70/1990, η οποία όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση (όταν δηλαδή ο κύριος του έργου δεν έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση του έργου) δεν θεσπίζει αντικειμενική ευθύνη του κυρίου του έργου ως προς την ορθή τήρηση και εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας και την αποφυγή ατυχημάτων, η οποία θα υφίστατο, υπό τα προαναφερθέντα, μόνο στην περίπτωση υποβολής σχετικού αιτήματος από τον εργολάβο ή του κατά περίπτωση τεχνικού ασφαλείας, επιβλέποντος μηχανικού κλπ του έργου και μη συνεργασίας της κυρίας του έργου-αναιρεσείουσας. Παράλληλα δε κατά την εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων για τη θεμελίωση της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες και ως προς την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα ως κυρία του έργου γνώριζε ότι εκτελούνταν εργασίες επισκευής επί του πλοίου αυτής, ότι αυτές είχαν ολοκληρωθεί και απέμειναν κάποιες πρόσθετες εργασίες αποκατάστασης αστοχιών του όλου έργου, χωρίς όμως να περιλαμβάνεται σχετική παραδοχή, περί του ότι υπεβλήθη σχετικό αίτημα συνεργασίας προς την αναιρεσείουσα σχετικά με τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας προς αποκατάσταση της ακαταλληλότητας του ικριώματος με τη χρήση του οποίου ακολούθως προέβη ο εργαζόμενος στην εκτέλεση των εργασιών αποκατάστασης των αστοχιών και ελλείψεων, κατά τη διάρκεια των οποίων συνέβη το αναφερόμενο εργατικό ατύχημα. Μόνη δε η γνώση της κυρίας του έργου περί εκτέλεσης εργασιών αποκατάστασης αστοχιών, υπό τα προαναφερόμενα δεν θεμελιώνει ευθύνη της κυρίας του έργου-αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εφάρμοσε εσφαλμένως το άρθρο 914 του ΑΚ, καθ` όσον απέδωσε στην αναιρεσείουσα παράλειψη υποχρεώσεως εκ του νόμου την οποία όμως, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της δεν είχε, και συνεπώς, εντεύθεν δεν υπάρχει παράνομη πράξη, ώστε να δικαιολογείται εφαρμογή αυτής της διατάξεως και η θεμελίωση της ευθύνης της αναιρεσείουσας. Κατόπιν αυτών, τα Εφετείο, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 KΠολΔ. Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία αυτών, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης ως βάσιμου, πρέπει ν` αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα της βασιμότητας των λοιπών λόγων αναίρεσης. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 αρ. 3 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές). Στην προκειμένη περίπτωση, αν και η αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αφορά εργατική διαφορά, η αναιρεσείουσα επικαλείται και προσκομίζει το με αριθμό ... ηλεκτρονικό παράβολο ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ και την από 14-10-2020 ηλεκτρονική πληρωμή του μέσω της Τράπεζας Πειραιώς για την άσκηση αναίρεσης. Επειδή η ως άνω διαφορά, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αίτησης αναίρεσης
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 519/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στην αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας από την
υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως
Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος,
Δήμητρα Ζώη
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ