1908/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1908 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated1908/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1908 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 1908 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1908/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." (....), που εδρεύει στην …..και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Σ. Γ., 2.Α. Σ., 3.Β. Γ., 4.Μ. Ζ., 5.Ε. Τ., 6.Ι. Μ., 7.Κ. Σ., 8.Φ. Ρ. και 9. Α. Κ., όλων κατοίκων ….., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ε. Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο …... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1156/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3728/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 21-9-2005 αίτησή του και τους από 15-4-2022 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα ανέγνωσε την από 5-5-2022 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρώτου και δεύτερου λόγων του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται [και] με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Εξάλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Επομένως η έλλειψη της πληρεξουσιότητας έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 1446/2019). Τέλος, με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), μετά το άρθρο 6 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου" (ΦΕΚ Α 139) προστέθηκε άρθρο 6Α στις παραγράφους 1 και 2 του οποίου ορίζονται τα εξής: "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές.". Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 405/2016, ΑΠ 620/2017, ΑΠ 207/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της ένδικης από 21.9.2005 και με αριθμό κατάθεσης ….. αίτησης αναίρεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, οι εννέα (9) συνολικά αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο τους Εμμανουήλ Ι. Δραγασάκη, που κατέθεσε προτάσεις. Προς απόδειξη, όμως, της παρασχεθείσας εντολής και πληρεξουσιότητας στον ως άνω δικηγόρο δεν προσκομίζονται από τους δεύτερη, πέμπτη, έβδομο και όγδοη αναιρεσίβλητους, αντίστοιχα συμβολαιογραφικά έγγραφα, ή άλλως έγγραφα που να φέρουν απαραιτήτως βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή από άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, με τα οποία (έγγραφα) οι ως άνω αναιρεσίβλητοι να παρέχουν πληρεξουσιότητα προς τον δικηγόρο αυτό (δηλαδή τον Ε. Δ.) για την εκπροσώπησή τους κατά τη συζήτηση της αναιρετικής δίκης, που συνιστούν κατά νόμο τον αναγκαίο τύπο παροχής πληρεξουσιότητας του διαδίκου προς το δικηγόρο του ενώπιον του Αρείου Πάγου επί εργατικών διαφορών (άρθρο 96 παρ.3 του ΚΠολΔ). Ούτε, άλλωστε, οι δεύτερη, πέμπτη, έβδομος και όγδοη αναιρεσίβλητοι εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης προκειμένου με προφορική τους δήλωση, καταχωρούμενη στα πρακτικά, να διορίσουν ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους τον προαναφερθέντα δικηγόρο. Κατά συνέπεια, αφού δεν έχει χορηγηθεί πληρεξουσιότητα στον πιο πάνω δικηγόρο από καθένα από τους δεύτερη, πέμπτη, έβδομο και όγδοη αναιρεσίβλητους, αυτοί, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, θεωρούνται δικονομικά απόντες. Περαιτέρω, από τις με αριθμούς ….. και …… εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Α. Ά. Κ. Κ., που με επίκληση προσκομίζονται από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, προκύπτει ότι: α) ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 21.9.2005 και με αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο ….. ….. αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 3728/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., που δίκασε ως Εφετείο με πράξη ορισμού από την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ως αρμόδιου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία ορίζεται ο χρόνος για συζήτηση της υπόθεσης η ημερομηνία που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (δηλαδή η 24η Μαϊου 2022) και β) ακριβές αντίγραφο των από 15.4.2022 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου 54/18.4.2022 πρόσθετων λόγων αναίρεσης της ίδιας απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., έχουν επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 122, 127 παρ. 1, 143 παρ. 1, 498, 568 και 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ και κατά το προεκτεθέν άρθρο 6Α παρ. 1 του διατάγματος της 26 Ιουνίου -10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" (ΦΕΚ Α 139), που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), με επιμέλεια του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ στο δικηγόρο Ε. Δ., ο οποίος εκπροσώπησε (και) τους δεύτερη, πέμπτη, έβδομο και όγδοη αναιρεσίβλητους στο Ειρηνοδικείο ….. και στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ….., που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της με αριθμό 1156/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου …… και της προσβαλλόμενης, με αριθμό 3728/2005, απόφασης. Περαιτέρω, ο ως άνω δικηγόρος (και) των προαναφερθέντων αναιρεσίβλητων δεν προκύπτει να έχει αντικατασταθεί με οποιονδήποτε τρόπο μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Επομένως, εφόσον οι δεύτερη, πέμπτη, έβδομος και όγδοη αναιρεσίβλητοι έχουν νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της στο πινάκιο, η συζήτηση της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης θα προχωρήσει παρά την απουσία αυτών (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Με την από 21.9.2005 και με αριθμό κατάθεσης 123/2005 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3728/22.6.2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 15.3.2004 και με αριθμό κατάθεσης στο Ειρηνοδικείο ….. 489/17.3.2004 έφεσης του εναγομένου -εκκαλούντος- αναιρεσείοντος κατά της οριστικής διάταξης της με αριθμό 1156/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου ……, το οποίο, κατά την οριστική του διάταξη, δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την κύρια βάση της από 6.7.2003 και με αριθμό κατάθεσης 1228/8.9.2003 αγωγής ως προς τους 1η, 2η, 3η, 12η, 13η, 14ο, 15ο, 17η και 18ο ενάγοντες (επί συνόλου 22 εναγόντων) και ήδη αναιρεσίβλητους και κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος επιδίκασε σε καθένα από αυτούς το ποσό των 1.393,98 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως επίδομα πληροφορικής που προβλέπεται από το άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και αφορά στο χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 31.7.2003. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 15.3.2004 και με αριθμό κατάθεσης 489/17.3.2004 έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την ως άνω οριστική διάταξη της πρωτόδικης απόφασης. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπρόθεσμα και παραδεκτά, καθότι η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης έλαβε χώρα στις 29.7.2005 (βλ. τη σχετική επισημείωση επί του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ….. Δ. Γ. Μ.) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου …. στις 22.9.2005, δηλαδή μέσα στην τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για την οποία, κατά το άρθρο 147 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 564 παρ. 1, 144 παρ. 1 και 147 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται εμπρόθεσμα και παραδεκτά, καθότι το οικείο, από 15.4.2022, δικόγραφο έχει κατατεθεί στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 18 Απριλίου 2022 (αριθμός κατάθεσης 54/2022) και, όπως ήδη αναφέρθηκε, έχει επιδοθεί στις 19 Απριλίου 2022 στον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσίβλητων, δηλαδή περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν τη δικάσιμο της 24ης Μαΐου 2022, που είχε ορισθεί για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί (άρθρα 577 παρ. 1 και 569 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανόμενων στα ως άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την αυτή ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική. Το ίδιο ισχύει και όταν η ειδική νομοθετική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, εφαρμόζεται από το δικαστήριο η διάταξη που ισχύει για τη κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε ειδικά, και για εκείνη την κατηγορία που αδικαιολόγητα αποκλείσθηκε από την εφαρμογή της, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής αρχής και κατά συνέπεια το δικαστήριο επιδικάζει τη παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα έχουν εξαιρεθεί, χωρίς η επιδίκαση αυτή να παραβιάζει την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών που θεσπίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 3/2013). Αυτό δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 80 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος που δεν επιτρέπει την παροχή μισθού, σύνταξης, χορηγίας ή αμοιβής χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο, διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή ρύθμιση (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 306/2011). Ειδικότερη εκδήλωση της καθιερουμένης με την πιο πάνω διάταξη αρχής της ισότητας αποτελεί η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1β του ισχύοντος Συντάγματος που εφαρμόζεται επί μισθωτών που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997) και επιβάλλει στο νομοθέτη τη θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως αυτοί παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 381/2019, ΑΠ 968/2013). Δεν συντρέχει, όμως, τέτοια περίπτωση επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών που κατά τη σχετική ρύθμιση πρέπει να συγκεντρώνει ορισμένες ιδιότητες σε σχέση με άλλη κατηγορία μισθωτών, οι οποίοι δεν συγκεντρώνουν τις ιδιότητες αυτές και οι οποίοι κατά συνέπεια απασχολούνται με διαφορετικούς όρους εργασίας (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 357/2016). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 8 αριθ.11 του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40), όπως αυτή ίσχυε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (από 1-1-2002 έως 31-7-2003) πριν την κατάργησή της από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του Ν.3205/2003 (ΦΕΚ Α 297) ορίσθηκε ότι "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: [...] 11. Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής: α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ` όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση, γ) ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές. Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής. Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας". Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής που είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ προς άρση κάθε αμφισβήτησης με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ` όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος". 'Ηδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου Ν. 3205/2003 (1.1.2004), που αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέφθηκε και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ. 8 αυτού για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα [...]. Εξ άλλου οι διατάξεις των άρθρων 4 και 11 του Π.Δ/τος 194/1988 "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις των δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 84), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.5 του Ν. 1735/1987, θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ Πληροφορικής και κατηγορίες υπαλλήλων ανά κλάδο και προβλέπουν ειδικά προς τούτο προσόντα σπουδών για το διορισμό των υπαλλήλων στις αντίστοιχες οργανικές θέσεις. Διακρίνουν δε σαφώς τους κλάδους αυτούς από τον κλάδο ΔΕ προσωπικού γραμματέων Η/Υ, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 18 του ιδίου Π.Δ/τος, για την κάλυψη των οποίων δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, στο οποίο παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 18. Επιπλέον και οι διατάξεις των άρθρων 6 και 14 του π.δ. 50/2001 (ΦΕΚ Α 5.3.2001) "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα (προσοντολόγιο)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ Α 180/9.9.1999), όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο μόνο του π.δ. 347/2003 (ΦΕΚ Α 315/31.12.2003), θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ πληροφορικής, στους οποίους περιλαμβάνονται συγκεκριμένες ειδικότητες, εφόσον οι διοριζόμενοι κατέχουν ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΑΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμο αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της αλλοδαπής (άρθρο 6) και ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμων τίτλων σπουδών της αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής (άρθρο 14). Και στο π.δ. 50/2001 διακρίνονται οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 6 και 14 αυτού κλάδοι από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 19 του ίδιου π.δ. κλάδο ΔΕ Προσωπικού Η/Υ (ή ΔΕ Πληροφορικής), για την κάλυψη του οποίου δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 19 αριθμ. 1 του ως άνω π.δ/τος. Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (1.1.1997) κατά το άρθρο 33 αυτού, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι κατά καιρούς εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 194/1988 (και ήδη π.δ/μα 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ. Τέτοια διεύθυνση πληροφορικής έχει συσταθεί και στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Εθνικό Μ. Π. (....)" με το άρθρο 7 του π.δ. 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Εθνικού Μ. Π." (ΦΕΚ Α` 51), διαιρούμενη σε τρία τμήματα (οργάνωσης και μεθόδων, ανάλυσης και σχεδιασμού συστημάτων και ανάπτυξης και συντήρησης πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης), ενώ με τα άρθρα 17 και 18 καθορίζονται οι οργανικές θέσεις του μόνιμου και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου προσωπικού ανά κλάδο και ειδικότητα. Η θέσπιση των εκτεθεισών προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής ειδικά στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, συνισταμένη σε διαφορετική μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Αντιθέτως, διακρίνει αφ` ενός τους υπαλλήλους οι οποίοι έχουν ειδικά τυπικά προσόντα και κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, προς τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση του επιδόματος και αφ` ετέρου τους υπαλλήλους, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές, αλλά, απλώς, λόγω της τεχνολογικής προόδου χρησιμοποιούν ηλεκτρονικό υπολογιστή (Η/Υ) κατά την παροχή της εργασία τους σε διοικητική ή οικονομική θέση, χωρίς τη χρήση του οποίου η προσήκουσα παροχή των υπηρεσιών τους δεν θα ήταν εφικτή και προς τους οποίους απαγορεύεται η χορήγηση του άνω επιδόματος.
Συνεπώς, η διάκριση αυτή, που αναφέρεται σε ανόμοιες περιπτώσεις, βρίσκεται μέσα στα συνταγματικά πλαίσια διαμόρφωσης της πολιτικής περί τους όρους εργασίας και αμοιβής των απασχολούμενων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και δικαιολογεί την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 αριθ.11 του Ν. 2470/1997 (που ίσχυαν κατά την ένδικη χρονική περίοδο από 1.1.2002 μέχρι 31.7.2003) μόνο στη συγκεκριμένη κατηγορία εξειδικευμένων υπαλλήλων του κλάδου της πληροφορικής, που κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ κλπ και τη μη εφαρμογή των ίδιων διατάξεων και στους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ κλπ που δεν έχουν τις ως άνω ιδιότητες, αλλά χειρίζονται ηλεκτρονικούς υπολογιστές στο πλαίσιο της εργασίας τους. (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 381/2019, 41/2017) Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως: "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποίαν αναγκαίως θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού. Τα αυτά ισχύουν και εάν η παροχή της εργασίας γίνεται υπό άκυρη εξ οιουδήποτε λόγου σύμβαση προς το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, οπότε, εάν ανατεθεί παρανόμως σε μόνιμο τακτικό προσωπικό ή επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλο, ο οποίος έχει προσληφθεί προς εκτέλεση υπηρεσίας ορισμένου κλάδου, η εκτέλεση αλλοτρίων καθηκόντων εμπιπτόντων σε έτερο κλάδο αμειβόμενο βάσει υψηλοτέρων αποδοχών, το Δημόσιο ή το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ενέχεται σε απόδοση προς τον ως άνω υπάλληλο της ωφέλειας, την οποίαν αποκόμισε, ισούμενης προς την διαφορά των αποδοχών, την οποίαν θα κατέβαλε προς άλλον υπάλληλο, στον οποίον θα ανέθετε νομίμως τα εν λόγω καθήκοντα (ΟλΑΠ 5/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 6.7.2003 και με αριθμό κατάθεσης 1228/8.9.2003 αγωγή, είκοσι δύο (22) συνολικά ενάγοντες, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εννέα (9) αναιρεσίβλητοι, εξέθεταν ότι, συνδεόμενοι από 12.12.2001 με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατατάχθηκαν σε συσταθείσες προσωρινές θέσεις η 1η έως την 11η ενάγουσες στην κατηγορία ΔΕ υπαλλήλων γραφείου, οι 12η, 13η, 14ος, 15ος και 16η ενάγοντες στην κατηγορία ΔΕ/Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, η 17η ενάγουσα στην κατηγορία ΤΕ Διοικητικού Λογιστικού, ο 18ος ενάγων στην κατηγορία ΠΕ Πληροφορικής, η 19η και η 20η ενάγουσες στην κατηγορία ΠΕ Διοικητικού -Οικονομικού, ο 21ος ενάγων στην κατηγορία ΠΕ Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών και η 22η ενάγουσα στην κατηγορία ΔΕ υπαλλήλων και ότι για την εξυπηρέτηση των αναγκών του εναγομένου ήταν υποχρεωμένοι να χειρίζονται κατ' αποκλειστική απασχόληση τους ηλεκτρονικούς του υπολογιστές, ελλείψει των απαιτούμενων οργανικών θέσεων χειριστών και προγραμματιστών Η/Υ, χωρίς το εναγόμενο να τους χορηγεί το προβλεπόμενο από το νόμο ειδικό επίδομα χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να τους το καταβάλει με βάση την προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, καθόσον, κατά το άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997, το επίδομα αυτό χορηγείται σε αυτούς που εργάζονται ως χειριστές και προγραμματιστές Η/Υ. Με βάση τους ως άνω ισχυρισμούς τους και επικαλούμενοι το άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, άλλως την κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ αδικοπρακτική συμπεριφορά του Πρυτανικού Συμβουλίου του εναγομένου, άλλως τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο -αναιρεσείον να καταβάλει στον καθένα τους το ποσό των 1.393,98 ευρώ για επίδομα πληροφορικής που αφορά στο χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 31.7.2003, με το νόμιμο τόκο κατά τα οριζόμενα στην αγωγή. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, που δίκασε την ως άνω αγωγή, με τη με αριθμό 1156/2003 απόφασή του: α) ανέστειλε την εκδίκασή της ως προς τους 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 9η, 10η, 11η, 16η, 19η, 20η, 21ο και 22η ενάγοντες και μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη, δεχόμενο ότι ως προς αυτούς υφίσταται εκκρεμοδικία και β) δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την κύρια βάση της αγωγής ως προς τους 1η, 2η, 3η, 12η, 13η, 14ο, 15ο, 17η και 18ο ενάγοντες και ήδη πρώτη έως ένατο αναιρεσίβλητους και υποχρέωσε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στον καθένα τους το ποσό των 1.393,98 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της οριστικής διάταξης της άνω απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 15.3.2004 και με αριθμό κατάθεσης 489/2004 έφεση, την οποία έστρεψε κατά των 1ης, 2ης, 3ης, 12ης, 13ης 14ου, 15ου, 17ης και 18ου εναγόντων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων και στην οποία επικαλείτο εσφαλμένη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζήτησε δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε την ως άνω έφεση, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 3728/2005 απόφασή του, μετά την εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) τα ακόλουθα: "Οι ενάγουσες (ενάγοντες) [ήδη αναιρεσίβλητοι] είχαν προσληφθεί από το έτος 1994 και εντεύθεν με διαρκώς ανανεούμενες συμβάσεις έργου ή εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2001 κατατάχθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2839/2000 με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου ύστερα από γνωμοδότηση του υπηρεσιακού συμβουλίου σε προσωρινές συνιστώμενες θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εφόσον εξυπηρετούνται στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Στο άρθρο 17 παρ. 8 του ν. 2839/2000 ορίσθηκε ότι οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της νέας θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους και ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Από το χρόνο δε αυτό έχουν εξομοιωθεί με τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους και προσφέρουν τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο στην κατηγορία ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ. Καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο 2001 έως 31.7.2003 οι ενάγουσες (ενάγοντες) προγραμμάτιζαν, εισήγαγαν εντολές και συγκέντρωναν στοιχεία στους η/υ της υπηρεσίας τους προς εξυπηρέτηση των αναγκών της και ασκούσαν κατά κύρια απασχόληση καθήκοντα χειριστών η/υ [...]. Η ανάθεση στις ενάγουσες (ενάγοντες) των πιο πάνω καθηκόντων έγινε για την εξυπηρέτηση απολύτως υπηρεσιακών αναγκών του εναγομένου [ήδη αναιρεσείοντος], το οποίο δε διέθετε τις αναγκαίες οργανικές θέσεις, κατόπιν εντολής του προϊσταμένου διεύθυνσης, διότι είχαν τα απαραίτητα από το νόμο προσόντα, μεταξύ των οποίων και την εμπειρία δύο τουλάχιστον ετών. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε σε εκάστη έκαστο της πρώτης, δεύτερης, τρίτης, δωδέκατης, δέκατης τρίτης, του δέκατου τέταρτου, του δέκατου πέμπτου, της δέκατης έβδομης και δέκατης όγδοης των εναγουσών (εναγόντων) [ήδη αναιρεσίβλητων] το ποσό των 1.393,98 ευρώ ως επίδομα χειρισμού η/υ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 31.7.2003, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής δεν έσφαλε ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένων ως ουσία αβάσιμων των σχετικών λόγων έφεσης. Συνακόλουθα πρέπει η έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με τις ως άνω παραδοχές και το πόρισμα που συνήγαγε από αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 Συντάγματος και του άρθρου 8 αριθμ. 11 του ν. 2470/1997 σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 4 και 11 του π.δ/τος 194/1988, και εκείνων των άρθρων 7, 17 και 18 του π.δ./τος 46/1998, αφού εσφαλμένα έκρινε ότι για την κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής στους ως άνω ενάγοντες-αναιρεσίβλητους αρκεί η σε αυτούς απλή ανάθεση καθηκόντων χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά κύρια απασχόληση στο πλαίσιο της εργασίας τους και ότι δεν απαιτείται αυτοί να υπηρετούν σε οργανική θέση της νομοθετημένης Διεύθυνσης Πληροφορικής του εναγομένου -αναιρεσείοντος και να έχουν τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 4 και 11 του π.δ. 194/1988 τυπικά προσόντα. Επομένως ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559) του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου σε συνδυασμό με τους πρώτο, και δεύτερο λόγους αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που εκτιμώνται ενιαίως, είναι βάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 2839/2000 ως προς τις ως άνω αξιώσεις των αναιρεσίβλητων για την καταβολή του επιδόματος πληροφορικής σε σχέση με τον χρόνο κατάταξής τους σε οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου.
Με το δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη αιτιολογίας ως προς το αποδεικτικό της πόρισμα ότι "στις θέσεις που υπηρετούσαν οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν προβλεφθεί από το αναιρεσείον οργανικές θέσεις χειριστών η/υ ανά κλάδο και κατηγορία προσωπικού". Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αντίστοιχος με τον οριζόμενο στον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, το οποίο και εφαρμόζεται όταν η αίτηση για αναίρεσή τους, όπως εν προκειμένω, έχει ασκηθεί πριν την 1.1.2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν.4335/2015). Κατά συνέπεια, κατά παραδοχή του πρώτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου σε συνδυασμό με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα. Στη συνέχεια πρέπει να γίνει δεκτή η από 15.3.2004 και με αριθμό κατάθεσης 489/2004 έφεση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με αριθμό 1156/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά την οριστική της διάταξη με την οποία δέχθηκε στο σύνολό της ως νομικά βάσιμη και στη συνέχεια και ως ουσιαστικά βάσιμη την κύρια βάση της από 6.7.2003 και με αριθμό κατάθεσης 1228/8.9.2003 αγωγής ως προς τους 1η, 2η, 3η, 12η, 13η, 14ο, 15ο, 17η και 18ο ενάγοντες (δηλαδή ως προς τους αναιρεσίβλητους) και επιδίκασε στον καθένα από αυτούς το ποσό των 1.393,98 ευρώ ως επίδομα πληροφορικής του διαστήματος από 1.1.2002 μέχρι 31.7.2003 μέχρι την εξόφληση, να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η κύρια βάση της ένδικης αγωγής ως προς τους συγκεκριμένους ενάγοντες ως μη νόμιμη, κατά παραδοχή των λόγων της ως άνω έφεσης του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος. Τούτο, διότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο του δικογράφου της (που επισκοπήθηκε από τον Άρειο Πάγο), κατά την ένδικη χρονική περίοδο από 1.1.2002 έως 31.7.2003 οι ως άνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν υπηρετούσαν στη συσταθείσα με το άρθρο 7 του π.δ. 46/1998 Διεύθυνση Πληροφορικής του εναγομένου -αναιρεσείοντος και όλοι (πλην του 18ου ενάγοντος και ήδη 9ου αναιρεσίβλητου) δεν είχαν τα τυπικά προσόντα που ορίζονται στα άρθρα 4 και 11 του π.δ. 194/1988 Επίσης, η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που αφορά στους 1η, 2η, 3η, 12η, 13η, 14ο, 15ο, 17η και 18ο ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη και ως προς τις μη ερευνηθείσες πρωτοδίκως επικουρικές της βάσεις, δηλαδή την επικουρική της βάση που επιχειρείτο να θεμελιωθεί στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις του άρθρου 904 του ΑΚ, καθώς και την επικουρική της βάση, που επιχειρείτο να θεμελιωθεί στην κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ αδικοπρακτική ευθύνη των οργάνων του εναγομένου ΝΠΔΔ. Τούτο διότι: (α) κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στο επισκοπηθέν δικόγραφό της δεν θεμελιώνεται ο κατά το άρθρο 904 ΑΚ πλουτισμός του εναγομένου (ήτοι του αναιρεσείοντος) σε βάρος της περιουσίας των ως άνω εναγόντων (δηλαδή των αναιρεσίβλητων), συνιστάμενος στο επίδομα πληροφορικής που αυτό θα κατέβαλε σε πρόσωπα τα οποία θα προσλάμβανε με έγκυρη εργασιακή σύμβαση, θα ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και θα είχαν τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με εκείνα των συγκεκριμένων εναγόντων, καθόσον και στα πρόσωπα αυτά, ως μη πληρούντα τις σωρευτικά απαιτούμενες αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 8 αριθμ. 11 του ν. 2470/1997, δεν θα το κατέβαλε, (Ολ.ΑΠ 5/2021) και (β) μόνη η εκ μέρους των οργάνων του εναγομένου ΝΠΔΔ παράλειψη υπαγωγής των ως άνω εναγόντων στη ρύθμιση του άρθρου 8 αριθμ. 11 του ν. 2470/1997 δεν ιδρύει αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι όμως και των επί των πρώτων παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (ΟλΑΠ 11/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009 (ΦΕΚ Α 163/4.9.2009) "Το επίδομα πληροφορικής το οποίο καταβλήθηκε από 1.1.1997, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α) και, ακολούθως, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ 297 Α) ως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, θεωρείται νομίμως καταβληθέν και δεν αναζητείται. Ειδικότερα θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας επιστροφής των καταβληθέντων σε συμμόρφωση προς σχετικές καταλογιστικές πράξεις, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών". Η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται, ως εκ του περιεχομένου της, για ποσά που ήδη καταβλήθηκαν σε υπαλλήλους ως επίδομα πληροφορικής κατά το διάστημα από 1.1.1997 έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4.9.2009) και αποσκοπούσε στην απαλλαγή των υπαλλήλων, που είχαν ήδη εισπράξει και προφανώς δαπανήσει τα σχετικά ποσά, από τη σε βάρος τους έκδοση καταλογιστικών πράξεων για την επιστροφή των ποσών αυτών ως αχρεωστήτως καταβληθέντων (πρβλ ΕλΣυν. 955/2010) και την άρση των σε βάρος τους δυσμενών οικονομικών συνεπειών που θα σήμαινε γι αυτούς η ως άνω επιστροφή. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ` αυτών σημείωση της αρμόδιας Γραμματέα, στις 23.05.2022, δηλαδή την παραμονή της δικασίμου, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που αυτό κατέβαλε σε αυτούς στις 27.12.2005 σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση. Την εν λόγω επιστροφή ζητεί με το νόμιμο τόκο από την καταβολή, άλλως από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου. Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με εξαίρεση το αίτημα καταβολής τόκων από την καταβολή των επί μέρους ποσών στους αναιρεσίβλητους, το οποίο δεν είναι νόμιμο, καθότι μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης οι αναιρεσίβλητοι καθίστανται υπερήμεροι (άρθρο 340 του ΑΚ) για την επιστροφή του καταβληθέντος σε καθένα τους ποσού, λαμβάνοντας γνώση της ανατροπής της απόφασης, γιατί γενεσιουργός λόγος της σχετικής αξίωσης είναι η αναίρεση της απόφασης που εκτελέσθηκε, ενώ κατά τον προηγούμενο χρόνο οι αναιρεσίβλητοι κατέχουν νόμιμα τα καταβληθέντα με βάση την απόφαση αυτή ως νόμιμο τίτλο (ΟλΑΠ 37/2005). Οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου από 27.5.2022 προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 5 του Ν. 3801/2009 δεν ενέχονται στην επιστροφή των ποσών, τα οποία το έτος 2005 το αναιρεσείον τους κατέβαλε ως επίδομα πληροφορικής, συμμορφούμενο εκουσίως στις διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο ισχυρισμός τους αυτός είναι νομικά βάσιμος, αφού στηρίζεται στην ως άνω διάταξη του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009. Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί κατ' ουσίαν.
Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. έγγραφα προκύπτει ότι το τελευταίο, σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 27.12.2005 κατέβαλε με πίστωση των τραπεζικών λογαριασμών μισθοδοσίας των αναιρεσίβλητων υπαλλήλων του (μετ` αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών υπέρ οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης (ΙΚΑ, ΤΣΜΕΔΕ, ΜΤΠΥ) και του φόρου μισθωτών υπηρεσιών) το συνολικό ποσό των 1.176,65 ευρώ σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους (βλ. το με αριθμό πρωτ. 8154/24.2.2022 έγγραφο της προϊσταμένης της Δ/νσης Οικονομικών Υπηρεσιών του αναιρεσείοντος, την από 21.10.2005 μηχανογραφημένη κατάσταση πληρωμής των αναιρεσίβλητων από τα αρχεία μισθοδοσίας που συνέταξε η εκκαθαρίστρια αποδοχών του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ και το από 14.3.2022 υπηρεσιακό σημείωμα της αναπλ. προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του αναιρεσείοντος). Επειδή, όμως, τα ως άνω ποσά, που αφορούν επίδομα πληροφορικής, καταβλήθηκαν στους αναιρεσίβλητους στις 27.12.2005 (δηλαδή μέσα στο διάστημα από 1.1.1997 έως 4.9.2009), καταλαμβάνονται από τη ρύθμιση της εκτεθείσας διάταξης του άρθρου του άρθρου 20 παρ. 5 του Ν. 3801/2009, με αποτέλεσμα οι αναιρεσίβλητοι να μην υποχρεούνται στην επιστροφή τους. Κατόπιν αυτού η υποβληθείσα από το αναιρεσείον αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τόσο για την αναιρετική δίκη, όσο και για τις δίκες των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, μειωμένων ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) και των άρθρων 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 3728/22.06.2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση Δέχεται κατ' ουσίαν την από 15.03.2004 και με αριθμό κατάθεσης 489/2004 έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος.
Εξαφανίζει τη με αριθμό 1156/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά την οριστική της διάταξη.
Κρατεί και δικάζει την από 6.7.2003 και με αριθμό κατάθεσης 1228/8.9.2003 αγωγή ως προς τους 1η, 2η, 3η, 12η, 13η, 14ο, 15ο, 17η και 18ο ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητους).
Απορρίπτει την ως άνω, από 6.7.2003, αγωγή κατά την κύρια βάση της και κατά τις κατά δικονομική επικουρικότητα σωρευόμενες βάσεις αυτής ως προς τους ανωτέρω (1η, 2η, 3η, 12η, 13η, 14ο, 15ο, 17η και 18ο) ενάγοντες.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τις δίκες των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Απορρίπτει την από 23 Μαΐου 2022 αίτηση του αναιρεσείοντος περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ