1908/2008 · 1908/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 1908 / 2008 (Β, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1908/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο ΚουτσόπουλÎ...
Full Text of the Judgment · 1908/2008
Απόφαση 1908 / 2008 (Β, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1908/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Της εταιρείας με την επωνυμία "BRAVE SHIPPING S.A", που εδρεύει στην Ονδούρα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Της εταιρείας με την επωνυμία"SPIRIT MARITIME S.A", που εδρεύει στα νησιά Μάρσαλ και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ...., τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Ευάγγελος Χλούπης.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ... και 2) ..., τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Χρήστος Μόσχος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.04.2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4661/2003 του ίδιου δικαστηρίου και 294/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29.08.2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 30.09.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, ενώ εκθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι διατηρούν αξιώσεις από την παροχή εργασίας ύψους 43.572 ευρώ ο πρώτος και 35.237 ευρώ ο δεύτερος και ότι κατ' επιτρεπτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ζητούν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι- αναιρεσείοντες να καταβάλουν εις ολόκληρον στον καθένα το ποσό των 10.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι τους οφείλουν τα υπόλοιπα των αγωγικών αξιώσεών τους ποσά 33.572 και 25.237 ευρώ αντίστοιχα, δεν αναφέρει με ποιο τρόπο έγινε ο μερικός περιορισμός του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και ειδικότερα αν έγινε με δήλωση των εναγόντων στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά ή με τις προτάσεις τους ούτε αναφέρει αν έλαβε υπόψη τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τις προτάσεις των εναγόντων, δοθέντος μάλιστα ότι κατά την εργατική διαδικασία που εκδικάσθηκε η κρινόμενη διαφορά δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων και θα έπρεπε ο περιορισμός του αιτήματος να γίνει με δήλωση στο ακροατήριο και καταχώρηση στα πρακτικά. Εφόσον δε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης δεν περιλαμβάνεται τέτοια δήλωση, θα έπρεπε το Εφετείο να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, άλλως ως αόριστη, άλλως θα έπρεπε να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προσήκουσα σχετικά με την παραδοχή αυτή αιτιολογία. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στηριζόμενος αληθώς στο άρθρ. 559 αρ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ, είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με τον κατά τα άνω γενόμενο μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό δεν δικαιολογείται το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων να επικαλεσθούν τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες. Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι κατά το άρθρ. 223 του Κ.Πολ.Δ είναι επιτρεπτή η παραίτηση του ενάγοντος ολική ή μερική από του καταψηφιστικού αιτήματος και ο περιορισμός της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα. Στην περίπτωση αυτή ο περιορισμός του αιτήματος, αν και θεωρείται κατά το άρθρ. 295 § 1 εδ. β' του ιδίου κώδικα ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο, δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την παραίτηση από το δικόγραφο αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις που προβλέπουν τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να είναι παραδεκτός ο περιορισμός του αιτήματος και με τις προτάσεις, ακόμη και με την προσθήκη αυτών κατά τους όρους του άρθρ. 223 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 907/2004). Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των προτάσεων που υπέβαλαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και τις οποίες επανέφεραν νομίμως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν ρητώς, για λόγους καταβολής δικαστικού ενσήμου, σε περιορισμό του αγωγικού τους αιτήματος σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, ο περιορισμός δε αυτός ήταν σύμφωνος με τους όρους του άρθρ. 223 του Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, με τον από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως ελέγχονται οι παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρ. 223 του Κ.Πολ.Δ. Επειδή με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο του σκέλος οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι οι δύο πρώτες εταιρείες είχαν την έδρα τους τυπικά στο εξωτερικό και ουσιαστικά στον ... και μάλιστα στα γραφεία του τρίτου αναιρεσείοντος επί της οδού ... και ότι ο τελευταίος συνήψε μαζί του τρεις φορές συμβάσεις για να προσληφθούν στο ίδιο πλοίο με διαφορετικό πλοιοκτήτη και ότι η ευθύνη του τελευταίου στηρίζεται στον Ν. 762/1978. Εφόσον όμως η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η έδρα των δύο εταιρειών ήταν στο εξωτερικό, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται κατά το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού της αναίρεσης ότι το Εφετείο έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, άλλως ως αβάσιμη, αφού οι ενάγοντες δεν ισχυρίσθηκαν ούτε στην αγωγή υπήρχε επικουρική βάση περί της ευθύνης των αναιρεσειόντων και ειδικότερα του τρίτου εξ αυτών που να στηρίζεται στην προϋπόθεση ότι η έδρα των εταιρειών ήταν στην αλλοδαπή, ώστε να κριθεί η εφαρμογή του Ν. 762/1978 ως προς αυτόν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την παραδεκτώς γενόμενη επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν προβάλει τον πιο πάνω ισχυρισμό στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού μοναδικούς λόγους της έφεσής των συνιστούσαν οι ενστάσεις παραγραφής και εξόφλησης των επίδικων αξιώσεων (καθώς και ο ισχυρισμός περί μη εφαρμογής των ελληνικών συλλογικών συμβάσεων ναυτικής εργασίας, που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης) και δεν είναι εξ εκείνων που εμπίπτουν σε κάποια από τις διαλαμβανόμενες στο άρθρ. 562 § 2 του Κ.Πολ.Δ εξαιρέσεις.
Επειδή με τον αυτό ως άνω δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 479 του ΑΚ, στην οποία θεμελιώνεται η σχετική αγωγική απαίτηση, με το να δεχθεί ότι υφίσταται εις ολόκληρον ευθύνη της δεύτερης εξ αυτών ως πλοιοκτήτριας και του τρίτου ως εκπροσώπου και διαχειριστή αυτής για τις αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων από την παροχή της εργασίας τους κατά το χρονικό διάστημα από 13-9-2002, που η δεύτερη απέκτησε ως σύνολο περιουσίας το πλοίο από την πρώτη αναιρεσείουσα, μέχρι την 15-10-2002 που οι εργαζόμενοι απολύθηκαν και τους υποχρέωσε (2η και 3ο αναιρεσείοντες) να καταβάλουν τα ποσά των 206.667 και 149.833 δρχ. αντίστοιχα στον καθένα από αυτούς, καθόσον κατά το άρθρ. 479 του ΑΚ υφίσταται υποχρέωση του αποκτώντος για χρέη του μεταβιβάζοντος που γεννήθηκαν μέχρι τη μεταβίβαση της περιουσίας ή επιχείρησης. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο υποχρέωσε τους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσειόντων να καταβάλουν στον δεύτερο αναιρεσίβλητο και το ποσό των 337,54 ευρώ, "κατά το οποίο υπολείπεται ως προς αυτόν η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης στην οποία απασχολήθηκε μέχρι 13-9-2002". Παρά την ασαφή αυτή διατύπωση, που φαίνεται σαν να πρόκειται για χρέος της πρώτης αναιρεσείουσας, από το σύνολο της αποφάσεως συνάγεται αβιάστως ότι το ποσό αυτό των 337,54 ευρώ αποτελεί μέρος των αποδοχών του εν λόγω εργαζομένου του χρονικού διαστήματος από 14-9-2002 έως 15-10-2002, που απασχολήθηκε με σύμβαση εργασίας κατά τα άνω στη δεύτερη αναιρεσείουσα και ανέρχονταν (οι αποδοχές του) σε 149.833 δρχ., επιδικάσθηκαν δε μειωμένες σύμφωνα με το αιτούμενο με την αγωγή ποσό (βλ. σελ. 13 της αποφάσεως), καθόσον για την απασχόλησή του στην πρώτη αναιρεσείουσα μέχρι την 13-9-2002 επιδικάσθηκε το ποσό των 2.603.583 δρχ. ή 7.640,46 ευρώ και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν εις ολόκληρον. Επομένως, ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ομοίως δε και κατά το τρίτο του σκέλος είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η απαίτηση των αναιρεσειόντων για το χρονικό διάστημα από 14-9-2002 μέχρι 15-10-2002 στηριζόταν στις διατάξεις του άρθρ. 479 του ΑΚ και για τον λόγο αυτό άλλωστε κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων των εργαζομένων προέβη σε χωριστή αναφορά των αποδοχών που αντιστοιχούν στο εν λόγω χρονικό διάστημα.
Επειδή όταν προβάλλεται σχετική αιτίαση και εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλα τα αναγκαία περιστατικά ο Άρειος Πάγος εκτιμώντας τα δικόγραφα υπάγει αυτεπαγγέλτως αυτά στον προσήκοντα λόγο αναιρέσεως, έστω και αν από τον αναιρεσείοντα γίνεται εσφαλμένη επίκληση της σχετικής διατάξεως από το άρθρο 559 του ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 128 παρ. 4 του ΚΠολΔ, αν η επίδοση γίνει με θυροκόλληση λόγω απουσίας του παραλήπτη από την κατοικία του ή απουσίας ή ανυπαρξίας των άλλων προσώπων που αναφέρονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου, τότε το αργότερο την επόμενη της θυροκόλλησης εργάσιμη ημέρα πρέπει να παραδοθεί αντίγραφο του θυροκολληθέντος εγγράφου στα χέρια του προϊσταμένου και ελλείψει αυτού του αξιωματικού υπηρεσίας του αστυνομικού τμήματος ή σταθμού της περιφέρειας της κατοικίας και να ταχυδρομηθεί προς τον παραλήπτη έγγραφη ειδοποίηση για το θυροκολληθέν έγγραφο. Η επίδοση θεωρείται, κατ' άρθ. 136 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, ότι συντελέσθηκε με τη θυροκόλληση του εγγράφου, με την προϋπόθεση ότι έγιναν όσα ορίζονται παραπάνω. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 122, 124 παρ. 2, 128 παρ. 1-3, 139, 435 και 440 του ΚΠολΔ, η βεβαίωση στην έκθεση επιδόσεως ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση, όπου έγινε η επίδοση του εγγράφου, είναι η κατοικία αυτού που το παρέλαβε, είναι περιστατικό την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής και εντεύθεν αυτό επιδέχεται ανταπόδειξη χωρίς να προσβληθεί ως πλαστό, το βάρος δε της ανταποδείξεως φέρει σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ. 338 του ίδιου κώδικα, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθεια της σχετικής βεβαίωσης στην έκθεση του επιμελητή. Κατά δε το αρθρ. 159 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η ακυρότητα της επίδοσης του αρθρ. 128 παρ. 4 του ίδιου κώδικα, ως παράβαση διατάξεως που ρυθμίζει τη διαδικασία διαδικαστικής πράξεως, ερευνάται μετά από πρόταση των διαδίκων και με τη συνδρομή των στοιχείων της βλάβης.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως προβάλλουν ακυρότητα της επίδοσης της αγωγής και της εξ αυτής πρόκλησης βλάβης; που δεν μπορεί να αποκατασταθεί παρά με την κήρυξη της ακυρότητας, ισχυριζόμενοι ότι η επίδοση έγινε στον τρίτο εξ αυτών ατομικά και ως εκπρόσωπο και αντίκλητο των άλλων δύο, την 15.4.2003, με θυροκόλληση στο επί της οδού ... στον .... γραφείο, ενώ αυτός (τρίτος αναιρεσείων) είχε αποχωρήσει από την άνω διεύθυνση την 1.2.2003 και είχε εγκατασταθεί σε άλλο γραφείο επί της οδού ... στον .... Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού περί ακυρότητας της επίδοσης επικαλέσθηκαν τα παρακάτω έγγραφα: 1) το από 1.1.1997 έως . 31.12.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό παράτασης της μίσθωσης, 2) την από 19.4.2006 βεβαίωση της εκμισθώτριας ..., στην οποία αναφέρεται ότι παρέμεινε στο επί της οδού ... γραφείο μέχρι 31.1.2003 και 3) τους λογαριασμούς και την εκκαθάριση δαπανών από Ιανουάριο 1996 μέχρι Ιανουάριο 2003. Το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα προσκομισθέντα με επίκληση ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα και δη τη μνημονευόμενη ένορκη βεβαίωση και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, μερικά εκ των οποίων αναφέρονται ειδικά στην απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας της επίδοσης της αγωγής δεν είναι βάσιμος, διότι ο τρίτος αναιρεσείων, τουλάχιστον μέχρι την ημέρα που επιδόθηκε η αγωγή ατομικά για τον ίδιο και ως εκπρόσωπο των εναγόμενων εταιρειών, δεν είχε αποχωρήσει εντελώς από τα γραφεία της οδού ... και ως εκ τούτου, ορθώς τηρήθηκε η διαδικασία της επιδόσεως με θυροκόλληση Σημειώνεται ότι στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε προβληθεί ισχυρισμός περί κατά τόπον αναρμοδιότητας του αστυνομικού τμήματος, στον προϊστάμενο του οποίου έγινε εγχείριση του δικογράφου της αγωγής, όπως ήδη αιτιώνται με την αναίρεση Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια αληθώς από τον αρ. 14 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ με το να μη κηρύξει άκυρη την επίδοση, κατ' αρθρ. 159 παρ. 3 και 160 του ίδιου κώδικα. Επειδή κατά το αρθρ. 1 παρ.3 του Ν.762/1978, "οι αξιώσεις των .ναυτικών κατά του αντιπροσώπου .του εργοδότη που συνήψε σύμβαση σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο του νόμου αυτού, υπόκεινται σε εξάμηνη παραγραφή, η οποία αρχίζει από την καθ' οιανδήποτε τρόπο λύση της συμβάσεως ναυτολογήσεως. Κατά το αρθρ. 289 παρ. 1 του ΚΙΝΔ, σε ετήσια παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις του πλοιάρχου και του πληρώματος για μισθούς και λοιπές παροχές, κατά δε το αρθρ. 291 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η παραγραφή των αξιώσεων αυτών αρχίζει μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου συμπίπτει η αφετηρία αυτής. Τέλος, στο άρθρο 270 παρ. 2 Α.Κ. ορίζεται ότι, για τις αξιώσεις ειδικότερα του άρθρου 250, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνες των εργατών για μισθό ή άλλες αμοιβές, η νέα παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου περαιώθηκε η διακοπή. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι για τις αξιώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 289 ΚΙΝΔ, επί διακοπής της οριζόμενης ετήσιας παραγραφής αυτών, με την άσκηση της σχετικής αγωγής ή κατόπιν άλλης διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων ή του δικαστηρίου, η νέα παραγραφή δεν αρχίζει αμέσως μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη, αλλά από την λήξη του έτους, κατά το οποίο συνέβη η διαδικαστική πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 Α.Κ., που εφαρμόζεται συμπληρωματικώς στην προκειμένη περίπτωση, διότι στον ΚΙΝΔ δεν ρυθμίζεται το ζήτημα του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής μετά την διακοπή της (Ολ. Α.Π. 5/1992). Η παραγραφή που διεκόπη, κατά το άρθρο 261 του ΑΚ και 221 του Κ.Πολ.Δ, με την επίδοση της αγωγής, αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, όταν δε απρακτούν οι διάδικοι μπορεί να συμπληρωθεί εν επιδικία, εάν μεταξύ δύο διαδικαστικών πράξεων παρήλθε ολόκληρος ο απαιτούμενος για την παραγραφή χρόνος, χωρίς να μεσολαβήσει νέα διαδικαστική πράξη ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης. Ακόμη, η παραγραφή διακόπτεται, κατά το άρθρ, 260 του ΑΚ, με την αναγνώριση της αξιώσεως από τον υπόχρεο. Η αναγνώριση μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στον δανειστή, ακόμη και προφορικά, αρκεί να προκύπτει κατ' αντικειμενική κρίση ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξιώσεως του τελευταίου, θεωρεί αυτήν υπάρχουσα. Η ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ή να συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξιώσεως ή σύμβαση αναγνώρισης χρέους, κατά την έννοια του άρθρ. 873 του ΑΚ, πρέπει δε να αποδεικνύεται πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής. Εξάλλου, η ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης, άρα και της επίδοσης της αγωγής, εφόσον προβάλλεται νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 159 και. 160 του ΚΠολΔ και αποδεικνύεται η βασιμότητά της από τον προτείνοντα την ακυρότητα, δεν επιφέρει διακοπή της παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο (κατά τα λοιπά) και τέταρτο λόγους της αναίρεσης ισχυρίζονται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των περί παραγραφής και διακοπής της παραγραφής διατάξεων των άρθρ. 289 παρ. 1 και 291α του ΚΙΝΔ, 1 παρ. 3 του Ν.762/1978 και 261 του ΑΚ, το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς περί παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων (που σημειωτέον είχαν προβάλει νομοτύπως με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς των και με τις προτάσεις των, που εκτιμώνται ως πρόσθετοι λόγοι έφεσης, κατ' αρθρ. 674 παρ. 1 και 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αφού αναφέρονται στο εκκληθέν, και συνέχονται αναγκαίως με αυτό, κεφάλαιο της παραγραφής). Συγκεκριμένα, ισχυρίσθηκαν πρωτίστως ότι λόγω ακυρότητας της επιδόσεως της αγωγής, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, δεν επήλθε διακοπή της παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, με συνέπεια να έχουν υποκύψει στην ενιαύσια παραγραφή οι απαιτήσεις κατά των πλοιοκτητριών εταιρειών και στην εξάμηνη παραγραφή οι απαιτήσεις κατά του τρίτου αναιρεσείοντος, άλλως ότι οι απαιτήσεις κατά των πλοιοκτητριών εταιρειών του έτους 2001 είχαν σε κάθε περίπτωση παραγραφεί μέχρι την άσκηση της αγωγής, αφού η παραγραφή αυτών συμπληρώθηκε την 31.12.2002, επικουρικά δε ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις παρεγράφησαν εν επιδικία, διότι από την τελευταία διαδικαστική πράξη, που ήταν η δημοσίευση της 4661/2003 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 29.10.2003 και μέχρι την επόμενη διαδικαστική πράξη, που ήταν η επίδοση της άνω αποφάσεως την 26.7.2005, παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον του απαιτουμένου για την παραγραφή των αξιώσεων. Όπως είχε προαναφερθεί, το Εφετείο απέρριψε τον περί ακυρότητας της επίδοσης της αγωγής ισχυρισμό ως αναπόδεικτο. Επομένως, με το να δεχθεί στη συνέχεια, ότι η παραγραφή διεκόπη με την επίδοση της αγωγής δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθρ. 261 του ΑΚ και ο από το αρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν είναι βάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι κατά την απόλυση των εργαζομένων την 15.10.2002 οι αναιρεσείοντες αναγνώρισαν ως οφειλόμενα τα ποσά της αγωγής που αφορούσαν τις δεδουλευμένες αποδοχές με βάση τις συμφωνημένες με τις συμβάσεις ναυτολογήσεως αποδοχές και οι οποίες ανέρχονταν σε 13.981 ευρώ για τον πρώτο και σε 7.978 ευρώ για τον δεύτερο (σε αντίθεση με τις αγωγικές αξιώσεις από διαφορές που απέρρεαν από την οικεία συλλογική σύμβαση ναυτικής εργασίας και από υπερωριακή απασχόληση, τις οποίες δεν προέκυψε, ότι αναγνώρισαν οι αναιρεσείοντες και το Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν ως παραγεγραμμένες) και ότι ο τρίτος αναιρεσίβλητος, προφασιζόμενος προσωρινή ταμειακή δυσχέρεια, τους κατέβαλε μόνο τα έξοδα παλιννόστησης και. τους υποσχέθηκε σύντομη εξόφληση των οφειλομένων. Επομένως, το Εφετείο δέχθηκε σαφώς ότι με την αναγνώριση αυτή επήλθε διακοπή των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων του έτους 2001 κατά των πλοιοκτητριών εταιρειών, η οποία είχε αρχίσει την 1.1.2002 και δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την κατά τα άνω αναγνώριση και ο σχετικός από το αρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ασχολήθηκε καθόλου με τον ισχυρισμό της αυτό, δεν είναι βάσιμος. Μετά τη διακοπή της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων με την επίδοση της αγωγής την 15.4.2003 άρχισε νέα παραγραφή για μεν τις αξιώσεις του αρθρ. 289 παρ. 1 του ΚΙΝΔ, κατ' ανάλογη εφαρμογή του αρθρ. 270 παρ. 2 του ΑΚ, από το τέλος του έτους που επήλθε η διακοπή, για δε τις αξιώσεις του αρθρ. 1 παρ. 3 του Ν.762/1978 από την επομένη της διακοπής. Η αγωγή συζητήθηκε την 29.9.2003, η εκδοθείσα δε επ' αυτής απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δημοσιεύθηκε την 29.10.2003. Η δημοσίευση αυτή ήταν η τελευταία διαδικαστική πράξη μέχρι την κοινοποίηση της ίδιας αποφάσεως στους αναιρεσείοντες την 26.7.2005. Δέχθηκε όμως το Εφετείο ότι από τη δημοσίευση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου την 29.10.2003 οι αναιρεσείοντες δια του τρίτου εξ αυτών, που ενεργούσε ατομικά και ως εκπρόσωπος των πλοιοκτητριών εταιρειών, στις συχνές οχλήσεις των εργαζομένων για καταβολή των επιδικασθέντων χρηματικών ποσών, δεν έπαυσε να αναγνωρίζει ότι οφείλονται τα δεδουλευμένα και υποσχόταν ότι θα τους πληρώσει, πράξεις που εξακολουθούσε να ενεργεί μέχρι και την άσκηση της εφέσεως και από τις οποίες προκύπτει σαφώς η πεποίθηση των αναιρεσειόντων για την ύπαρξη των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων. Η με τον τρόπο αυτό δε αναγνώριση των αξιώσεων είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της παραγραφής των, η οποία είχε αρχίσει με τη δημοσίευση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (από το τέλος του ίδιου έτους για τις αξιώσεις του αρθρ. 289 του ΚΙΝΔ) και τον μη υπολογισμό στον χρόνο της παραγραφής όλου του έκτοτε και μέχρι την άσκηση της εφέσεως χρονικού διαστήματος και εντεύθεν την κατ' ουσίαν απόρριψη της ενστάσεως παραγραφής που είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθρ. 260 του ΑΚ και δεν παραβίασε άλλη, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης με την επίκληση πλημμελειών, κατ' εκτίμηση από τους αρ. 1 και 19 του . αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Οι αποδιδόμενες δε κατά τα λοιπά με τον αυτό λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, που ανάγονται σε ελλείψεις ή ανεπάρκειες αιτιολογιών ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ως προς την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από τις αποδείξεις πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς, είναι προεχόντως απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης. Επειδή, περαιτέρω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του τα ακόλουθα: Με συμβάσεις ναυτικής εργασίας αόριστου χρόνου που καταρτίσθηκαν στον ... αφενός μεταξύ του τρίτου αναιρεσείοντος, ως αντιπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, της οποίας αυτός ήταν εκπρόσωπος και διαχειριστής, πλοιοκτήτριας του υπό σημαία Ονδούρας Φ/Γ πλοίου "..."... και των αναιρεσιβλήτων αφετέρου, προσλήφθηκαν και ναυτολογήθηκαν ο πρώτος την 31.1.2000 και ο δεύτερος (υιός του) την 15.3.2001, με την ειδικότητα του ναύκληρου και του ναύτη αντίστοιχα, σύμφωνα με τους όρους της οικείας Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας, αντί αποδοχών καταβαλλομένων σε δραχμές και παρείχαν την εργασία τους μέχρι την 13.9.2002, που το πλοίο μεταβιβάσθηκε στη δεύτερη αναιρεσείουσα. Παρέμειναν δε και μετά τη μεταβίβαση αυτή με την ίδια ειδικότητα στο πλοίο με νέα σύμβαση ναυτικής εργασίας που συνήψαν με τον τρίτο αναιρεσείοντα, ως αντιπρόσωπο της νέας πλοιοκτήτριας εταιρείας, της οποίας αυτός ήταν επίσης εκπρόσωπος και διαχειριστής και παρείχαν την εργασία τους μέχρι την 15.10.2002 που απολύθηκαν με κοινή συναίνεση. .Οι μηνιαίες αποδοχές τους είχαν συμφωνηθεί στο συνολικό ποσό (κλειστός μισθός) των 175.000 δρχ. για τον πρώτο, που αυξήθηκε από 1.12.2001 σε 200.000 δρχ. και σε 145.000 δρχ. για τον δεύτερο. Στο διάστημα της ναυτολόγησής τους οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνταν τις ακόλουθες αποδοχές: Α) ο πρώτος από 1.1.2001 μέχρι 30.11.2001 το ποσό των 3.162.850 δρχ. (175.000 Χ 11 μήνες + 363.400 δρχ. συμφωνημένες έκτακτες αμοιβές για επί πλέον εργασίες - 112.500 δρχ. προκαταβολές που έλαβε σε χρήμα και σε είδος (τσιγάρα, διεθνή τηλεφωνήματα), από 1.12.2001 μέχρι 13.9.2002 το ποσό των 2.622.717 δρχ. (200.000 Χ 9 μήνες και 13 ημέρες + 1.099.250 δρχ. συμφωνημένες έκτακτες αμοιβές για επί πλέον εργασίες (καθαρισμός αμπαριών και σεντινών, βάρδιες στο τιμόνι, ζύμωμα και εργασία μαγείρου) - 363.200 δρχ. προκαταβολές σε χρήμα και είδος και από 14.9.2002 μέχρι 15.10.2002 το ποσό των 206.667 δρχ. (200.000 Χ 1 μήνα και 1 ημέρα) και συνολικά 5.999.234 δρχ. ή 17.585 ευρώ και Β) ο δεύτερος από 15.3.2001 έως 13.9.2002 το ποσό των 2.603.583 δρχ. (145.000 Χ 17 μήνες και 28 ημέρες) + 315.000 δρχ. συμφωνημένες έκτακτες αμοιβές για επί πλέον εργασία (καθαρισμός αμπαριών και σεντινών) - 311.750 δρχ. προκαταβολές σε χρήμα και σε είδος (τσιγάρα, διεθνή τηλεφωνήματα) και από 14.9.2002 μέχρι 15.10.2002 το ποσό των 143.833 δρχ. (145.000 Χ 1 μήνα και 1 ημέρα) και συνολικά 2.753.416 δρχ. ή 8.080,46 ευρώ. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι τα ποσά αυτά δεν καταβλήθηκαν στους εργαζομένους και ότι αυτό αποδεικνύεται εκ του ότι, αν και τα έντυπα των οικείων λογαριασμών μισθοδοσίας, οι οποίοι περιλάμβαναν τους επί μέρους λογαριασμούς των παραπάνω ποσών κάτω από τα ποσά των λογαριασμών και ακριβώς πάνω από τις υπογραφές των εργαζομένων περιείχαν την έντυπη δήλωση "εξωφλήθην, λαβών απάσας τα αποδοχάς μου, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών, αδείας κλπ και ουδεμίαν έχω περαιτέρω απαίτησιν κατά του πλοίου, των Πλοιοκτητών ή Πρακτόρων αυτού", σύμφωνα με την ένορκη βεβαίωση του πλοιάρχου του πλοίου Χ, που προσυπογράφει τους λογαριασμούς αυτούς κατά το μεγαλύτερο μέρος του ένδικου διαστήματος, η υπογραφή αυτή είχε την έννοια ότι οι υπογράφοντες συμφωνούσαν ως προς το ύψος του οφειλομένου ποσού από τον κάθε επί. μέρους λογαριασμό, το οποίο οι πλοιοκτήτριες εταιρείες δια του εκπροσώπου του, τρίτου αναιρεσείοντος, υπόσχονταν ότι θα εξοφλήσουν στο μέλλον. Η εκδοχή αυτή επαληθεύεται απολύτως και από την περιεχόμενη στους προσκομιζόμενους από τους αναιρεσιβλήτους λογαριασμούς της 1ης Οκτωβρίου 2002 σημείωση, όπου εκτός των άλλων κονδυλίων μισθοδοσίας, αναφέρεται στην αγγλική γλώσσα "Balance due seafarer" (χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού ναυτικού), έναντι της οποίας σημείωσης αναγράφεται το συνολικό ποσό που προκύπτει ότι έπρεπε να εισπράξουν οι αναιρεσίβλητοι, πέρα από τις καταβληθείσες προκαταβολές και από το ποσό της περιόδου του λογαριασμού αυτού κατά το μέχρι τότε διάστημα της εργασίας τους από τον Ιανουάριο του 2001. Οι λογαριασμοί αυτοί, τη γνησιότητα των οποίων αμφισβήτησαν οι αναιρεσείοντες, φέρουν τη σφραγίδα του πλοίου και την υπογραφή του πλοιάρχου, ο οποίος και αναγνώρισε τη γνησιότητά τους, ενώ, αντίθετα, οι δύο αποδείξεις πληρωμής με ημερομηνίες 15 Οκτωβρίου 2002 και 18 Οκτωβρίου 2002, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη της ένστασης εξοφλήσεως και των οποίων τη γνησιότητα αμφισβήτησαν οι αναιρεσίβλητοι, δεν αποδείχθηκε ότι έχουν τις γνήσιες υπογραφές των τελευταίων, των οποίων μάλιστα οι υπογραφές τόσο στις αποδείξεις αυτές όσο και σε όλους τους λογαριασμούς μισθοδοσίας είναι κάθε φορά εντελώς διαφορετικές. Κατά την απόλυσή τους την 15.10.2002 οι αναιρεσίβλητοι δεν εξοφλήθηκαν τις παραπάνω συμφωνημένες και δεδουλευμένες αποδοχές τους αλλά ο τρίτος των αναιρεσειόντων, με την πρόφαση ότι αντιμετώπιζε προσωρινή ταμειακή δυσχέρεια, τους κατέβαλε μόνο τα έξοδα παλιννόστησης και τους υποσχέθηκε ότι θα τους εξοφλήσει σύντομα. Οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, αφού εκθέτουν μεταξύ άλλων εγγράφων αναλυτικά τις μισθοδοτικές καταστάσεις που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο προς απόδειξη της ενστάσεως ολοσχερούς εξόφλησης των δεδουλευμένων αποδοχών των αναιρεσιβλήτων, αντιπαραβάλλοντας αυτούς με τους μισθοδοτικούς λογαριασμούς που προσκόμισαν οι τελευταίοι, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, α) δεν καθίσταται βέβαιο από την απόφαση ότι έλαβε υπόψη και εκτίμησε και ειδικά αξιολόγησε τα υπ' αυτών προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, β) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη των αιτημάτων περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης του μάρτυρα πλοιάρχου Χ και διενέργειας πραγματογνωμοσύνης περί της γνησιότητας της υπογραφής του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην από 18.10.2002 απόδειξη καταβολής σε αυτόν (και για λογαριασμό του δευτέρου) του ποσού των 51.800 ευρώ σε πλήρη εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών τους στο πλοίο καθόλο το ένδικο χρονικό διάστημα, ακόμη δε και αντιφατικές αιτιολογίες τόσο ως προς την παραδοχή ότι στον πρώτο αναιρεσίβλητο οφείλεται το συνολικό ποσό των 5.999.234 δρχ. (= 17.585 ευρώ), ως άθροισμα των επί μέρους ποσών που παρατίθενται, ενώ το σύνολο που πράγματι προκύπτει από το άθροισμα των επί μέρους ποσών ανέρχεται σε 5.005.283 δρχ. (= 14.689 ευρώ), όσο και ως προς την παραδοχή ότι οι φερόμενες ως υπογραφές των αναιρεσιβλήτων στις από 15.10.2002 και 18.10.2002 αποδείξεις πληρωμής δεν είναι δικές τους, παρότι δέχεται ότι οι υπογραφές τους διαφέρουν σε κάθε έγγραφο και γ) ότι με το να δεχθεί ότι η κατάθεση του πλοιάρχου Χ στην οικεία ένορκη βεβαίωση είναι σαφής ως προς τα αναφερόμενα σε αυτήν ουσιώδη περιστατικά, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της. Ο υπό στοιχ. α' λόγος για μη λήψη εγγράφων που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν (αρθρ. 559 αρ.
ΙΙγ' του ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον ως προς τους λογαριασμούς μισθοδοσίας που οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν, εκτός από τη ρητή βεβαίωση της απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα χωρίς εξαίρεση τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, γίνεται και ειδική αναφορά σε ορισμένα από αυτά, όπως είναι οι αποδείξεις πληρωμής της 15.10.2002 και 18.10.2002, χωρίς από την έλλειψη αναφοράς στα υπόλοιπα να προκύπτει ότι και αυτά δεν ελήφθησαν υπόψη, το αυτό δεν ισχύει και για τους λογαριασμούς μισθοδοσίας της περιόδου από 1.1.2000 έως 28.2.2001 που προσκόμισε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ενώ από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι αυτοί επικαλέσθηκαν κατάσταση πληρώματος και βιβλίο ναυτολόγησης ναυτικών, που ήδη παραπονούνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη. Ο υπό στοιχ. β' λόγος για ανεπαρκείς αιτιολογίες (αρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ) ως προς την απόρριψη του αιτήματος περί αυτοπρόσωπης εμφάνισης του μάρτυρα Χ και περί διενεργείας πραγματογνωμοσύνης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η έλλειψη νόμιμης βάσης τότε μόνο δικαιολογεί την αναίρεση όταν αφορά παράβαση ουσιαστικού και όχι δικονομικού κανόνα, όπως είναι οι διατάξεις που ισχυρίζονται ότι παραβιάσθηκαν. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως για αντιφατικές αιτιολογίες συνιστάμενο σε εσφαλμένο υπολογισμό του αθροίσματος των επί μέρους ποσών που οφείλονται στον πρώτο αναιρεσίβλητο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι παραδρομές γραφικών ή λογιστικών λαθών κατά τη σύνταξη της αποφάσεως δεν δημιουργούν λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ αλλά λόγο διόρθωσης της αποφάσεως κατά το άρθρ. 315 επ. του ίδιου κώδικα. Ούτε υπάρχει αντίφαση μεταξύ της εκτίμησης αφενός ότι οι από 15-10-2002 και 18-10-2002 αποδείξεις πληρωμής δεν αποδείχθηκε ότι φέρουν τη γνήσια υπογραφή των αναιρεσιβλήτων και αφετέρου ότι οι υπογραφές των τελευταίων τόσο στις αποδείξεις αυτές όσο και σε όλους τους λογαριασμούς μισθοδοσίας είναι κάθε φορά εντελώς διαφορετικές, καθόσον την κρίση της περί γνησιότητας των υπό των αναιρεσιβλήτων προσκομιζόμενων λογαριασμών η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία και όχι στην υπογραφή των εργαζομένων. Κατά τα λοιπά ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει τη γενόμενη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων. Ο υπό στοιχ. γ' λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου (αρθρ. 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα της κατάθεσης του πλοιάρχου Χ στην ένορκη βεβαίωση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ένορκες βεβαιώσεις δεν θεωρούνται έγγραφα κατά την έννοια του αρθρ. 559 αρ. 20. Ισχυρίζονται ακόμη οι αναιρεσείοντες, κατ' εκτίμηση του υπό στοιχ. 5 τρίτου λόγου της αναιρέσεως, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α)του λογαριασμού μισθοδοσίας από 1-1-2001 έως 28-2-2001 που προσκόμισε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και από τον οποίον προκύπτει ότι ο φερόμενος ως δικαιούχος δεν είναι αυτός (πρώτος αναιρεσίβλητος) αλλά άλλο πρόσωπο με διαφορετικό όνομα και ιδιότητα και επιδίκασε εσφαλμένα στον παραπάνω εργαζόμενο αποδοχές του εν λόγω χρονικού διαστήματος, αν και αυτός προσλήφθηκε την 1-3-2001 και β) της κατάστασης του πληρώματος από την οποία προκύπτει ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε την 1-4-2001 και όχι την 15-3-2001, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και επιδίκασε εσφαλμένα αποδοχές και για το χρονικό αυτό διάστημα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όπως και οι αναιρεσείοντες εκθέτουν και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση αυτή από την συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων.
Επειδή, κατά το άρθρ. 559 αρ. 6 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο και ιδίως τις, σχετικές περί την επίδοση διατάξεως ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν ο διάδικος δικάσθηκε. ερήμην παρανόμως κατά τη. συζήτηση εκείνη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση και όχι όταν σε αυτή τη συζήτηση δικάσθηκε κατ' αντιμωλία και η άκυρη ερημοδικία έγινε σε προηγούμενη συζήτηση της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του που με αυτόν οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρ. 6 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι παρανόμως δικάσθηκαν ερήμην πρωτοδίκως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή, κατά το αρθρ. 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, δεν δημιουργείται ο αναιρετικός λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης όταν υπάρχουν στην απόφαση ελλείψεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολογίες του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, αρκεί τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια. Με τον έκτο λόγο του δικογράφου οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά τη θεμελίωση της ευθύνης της δεύτερης αναιρεσείουσας στο αρθρ. 479 του ΑΚ με το να δεχθεί ότι το αναφερόμενο πλοίο που αυτή απέκτησε αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της πρώτης αναιρεσείουσας, χωρίς όμως να διαλαμβάνεται από ποια στοιχεία και αποδεικτικά έγγραφα ή ομολογία αποδείχθηκε το περιστατικό αυτό, όταν μάλιστα οι εξετασθέντες μάρτυρες δήλωσαν άγνοια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι πλήττει τη γενόμενη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων και το πόρισμα που δέχθηκε το Δικαστήριο είναι σαφές, ενώ δεν καθιστά την αιτιολογία ανεπαρκή η έλλειψη ιδιαίτερης αναφοράς σε καθένα αποδεικτικό μέσο και στα επιχειρήματα των διαδίκων. Επειδή από το αρθρ. 479 του ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση μεταβίβασης περιουσίας ή επιχείρησης ως συνόλου επέρχεται εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των μέχρι τη μεταβίβαση χρεών που ανήκουν στην περιουσία ή επιχείρηση και ο νέος κτήτορας ευθύνεται μέχρι την αξία των στοιχείων της περιουσίας ή επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε, εφόσον, προκειμένου περί ειδικού αντικειμένου, αυτός κατά τη μεταβίβαση γνώριζε ότι αποτελούσε το μοναδικό ή το σπουδαιότερο στοιχείο της περιουσίας ή επιχείρησης, έτσι δε ότι απέκτησε περιουσία ή επιχείρηση ως σύνολο. Εξάλλου, από τα αναλογικώς εφαρμοζόμενα προς εξεύρεση του εφαρμοστέου δικαίου επί εξωσυμβατικών ενοχών αρθρ. 4 παρ. 1 εδ α' της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με τον Ν.1792/1988 και ισχύει από 1.4.1991 και 25 εδ. β' του ΑΚ, συνάγεται ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο που αρμόζει στη σχέση από το σύνολο των προτεινομένων από τους διαδίκους και αποδεικνυομένων ειδικών συνθηκών, οι οποίες συνεκτιμώνται ανάλογα με τη στενότητα ή χαλαρότητα που έχουν με την έννομη σχέση. Στοιχεία δε που συγκροτούν τις ειδικές συνθήκες είναι μεταξύ άλλων ο τόπος κατάρτισης και εκτέλεσης της σύμβασης, η κατοικία ή έδρα των μερών και ο τόπος επαγγελματικής δραστηριότητας των συμβληθέντων. Η ως άνω ενοχική σχέση (ευθύνη) εκ του νόμου δεν διέπεται από το δίκαιο βάσει του οποίου κρίνεται η τυχόν υφιστάμενη υποσχετική σύμβαση περί μεταβιβάσεως της περιουσίας ή επιχείρησης (λ.χ. πώληση), που είναι κατ' αρχήν, σύμφωνα με τα αρθρ. 25 εδ. α' του ΑΚ και 3 της Σύμβασης της Ρώμης, το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Οι διατάξεις των αρθρ. 4 έως 33 του ΑΚ και οι άλλοι ειδικότεροι περί συγκρούσεως νόμων κανόνες ιδ.δ.δ. αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ. Υπόκειται έτσι στον αναιρετικό έλεγχο η κρίση του δικαστή της ουσίας ως προς το εάν με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά περί των ειδικών συνθηκών, το καθορισθέν ως εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο που αρμόζει στη σχέση.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον τελευταίο λόγο της αναίρεσης από τον αρ. 8 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, σχετικά με την εκ του νόμου ευθύνη της δεύτερης αναιρεσείουσας, ότι έχει εφαρμογή το ελληνικό δίκαιο ως το πλέον αρμόζον στη σχέση, "διότι και ο τόπος κατάρτισης της σύμβασης της πώλησης και της καταβολής του τιμήματος είναι ο Πειραιάς", περιστατικά όμως των οποίων δεν έγινε επίκληση ούτε και αποδείχθηκαν και τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού χωρίς, την παραδοχή τους η αγωγή θα απορρίπτετο για τη δεύτερη αναιρεσείουσα και κατά ένα μέρος και για τον τρίτο αναιρεσείοντα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν συνιστούν πράγματα οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εκτός αυτού, η λήψη υπόψη των εν λόγω περιστατικών, που έχουν σχέση με την υποσχετική σύμβαση μεταβίβασης της περιουσίας της πρώτης αναιρεσείουσας στη δεύτερη, δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στη διερεύνηση του ζητήματος των ειδικών συνθηκών βάσει των οποίων κρίνεται το εφαρμοστέο ως προς την ευθύνη του νέου κτήτορα αρμόζον στη σχέση δίκαιο και από το σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, ασχέτως της μνείας και των περιστατικών αυτών, η κρίση της περί εφαρμογής του ελληνικού δικαίου στηρίχθηκε στο ότι ο τρίτος αναιρεσείων ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής τόσο της μεταβιβάζουσας όσο και της προς την η μεταβίβαση εταιρείας, είχε την ελληνική υπηκοότητα και ήταν εγκατεστημένος στην Ελλάδα, στοιχεία που δικαιολογούν επαρκώς τον καθορισμό του ελληνικού δικαίου ως το αρμόζον από τις ειδικές συνθήκες εφαρμοστέο δίκαιο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-8-2007 αίτηση των α)εταιρείας με την επωνυμία "BRAVE SHIPPING S.A", Β)εταιρείας με την επωνυμία "SPIRIT MARITIME S.A" και γ)... για αναίρεση της 294/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ