Legislator Case Law & Legislation
1908/2007 AI generated

1908/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1908/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1908 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1908/2007

Legislator headnote

AI generated

1908/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1908 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1908/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1908 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1908/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Ελένη Μαραμαθά, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..... και 2. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Πέτρογλου.

Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..... Ο.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Οκτωβρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 406/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1506/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Σεπτεμβρίου 2006 αιτήσεως τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης ανέγνωσε την από 20 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.Από την προσκομιζόμενη με επίκληση ...... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Αθηνών ..... αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. 'Όμως αυτή δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ.2 ΚπολΔικ.)

ΙΙ. Με την από 30-10-2004 αγωγή τους στο μονομελές πρωτοδικείου Αθηνών οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα: Με το από .... συμφωνητικό μίσθωσης επαγγελματικής στέγης η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "τεχνική εταιρεία..... Ο.Ε." και ο X1 εκμίσθωσαν στην αναιρεσίβλητη τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που περιγράφονται στο δικόγραφο, για να χρησιμοποιηθούν από εκείνη ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε αρχικά για έξι έτη, αλλά στη συνέχεια παρατάθηκε διαδοχικά μέχρι 31-7-2004, με αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 3.550 ευρώ. Στις 5-6-1998 πέθανε ο αρχικός συνεκμισθωτής X1 και στη θέση του υπεισήλθαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του K1, K2 και K3 που αποδέχτηκαν την κληρονομία με την ..... πράξη αποδοχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Κούσουλα-Παναγάκη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων. Στις 18-2-1994 η αρχική συνεκμισθώτρια ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία λύθηκε νόμιμα και έκτοτε τελεί υπό εκκαθάριση με εκκαθαριστές τους ομόρρυθμους εταίρους της ....και ...... 'Υστερα από αναφερόμενες διαδοχικές μεταβιβάσεις εξ αδιαιρέτου ποσοστών σε οριζόντιες ιδιοκτησίες, με τα .... και ... πωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Αλίκης Παπακωνσταντίνου - Τριανταφυλλίδου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, καθένας απ'αυτούς (αναιρεσείοντες) έχει καταστεί συγκύριος και συννομέας του 25% εξ αδιαιρέτου του εν λόγω μισθίου και υπεισήλθαν έτσι αυτοδίκαια στη μισθωτική σχέση καθόλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αρχικών εκμισθωτών. Στις 31-7-2004 η μίσθωση αυτή έληξε τόσο συμβατικά, όσο και κατά το νόμο. Με την από 29-7-2004 εξώδικη δήλωση τους, που επέδωσαν στην αναιρεσίβλητη στις 30-7-2004 με τη δικαστική επιμελήτρια ...., οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) γνωστοποίησαν την υπεισέλευσή τους στη μισθωτική σχέση και δήλωσαν ότι ως κύριοι και συνεκμισθωτές συνολικού ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του άνω μισθίου δεν προτίθενται να προβούν σε περαιτέρω ανανέωση της μίσθωσης που έληγε στις 31-7-2004. Την πρόθεσή τους αυτή γνωστοποίησαν και στους συνιδιοκτήτες του υπόλοιπου 50% εξ αδιαιρέτου και συνεκμισθωτές K1, K2 και K3 στους οποίους από τις αρχές Ιουλίου 2004 είχαν προτείνει τη δικαστική επιδίωξη της απόδοσης του μισθίου από την αναιρεσίβλητη μισθώτρια και την εκμίσθωσή του σε φερέγγυο μισθωτή που προσέφερε μηνιαίο μίσθωμα 5500 ευρώ. Η αναιρεσίβλητη παρόλα αυτά παρέμεινε αυθαίρετα στη χρήση του μισθίου και μετά τη λήξη της μίσθωσης μάλιστα στις 16-8-2004 συνήψε νέα μισθωτική σύμβαση εξαετούς διάρκειας αναδρομικά από 1-8-2004 έως 31-7-2010 με τους έχοντες υπεισέλθει στη θέση του αρχικού συνεκμισθωτή X1 (κληρονόμους) συγκύριους κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του μισθίου και αυθαίρετα παρακατέθεσε γι'αυτούς (αναιρεσείοντες) στο ταμείο παρακαταθηκών και δανείων το μισό του μισθώματος του μήνα Αύγουστου 2004, που είχε διαμορφωθεί με τη νέα μίσθωση στο ποσό των 5000 Ευρώ. Με βάση αυτά, ζήτησαν οι αναιρεσείοντες, ως έχοντες άμεσο, ειδικό και ενεστώς έννομο συμφέρον (άρθρο 70 ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί ότι: α) η από 18-5-1988 αρχική έγκυρη σύμβαση, που είχε συναφθεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων τους αρχικών ως άνω συνεκμισθωτών (στη θέση των οποίων υπεισήλθαν) έληξε στις 31-7-2004, β) η από 16-8-2004 νέα μισθωτική σύμβαση μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των K1, K2 και K3 συγκυρίων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του μισθίου, είναι άκυρη έναντι αυτών, που δεν συμβλήθηκαν και δεν συναίνεσαν γι'αυτή, αν και συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του κοινού μισθίου και γ) η αναιρεσίβλητη, έναντι αυτών (αναιρεσειόντων) μη νόμιμα παρακρατεί από 1-8-2004 και το άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό τους (50%) στο εν λόγω μίσθιο. Επιπρόσθετα οι αναιρεσείοντες αξίωσαν να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει σε καθένα απ'αυτούς το ποσό των 2.662,50 ευρώ για κατ΄αποκοπή αποζημίωση χρήσεως και το ποσό των 1462,50 ευρώ για περαιτέρω αποζημίωση (συνολικά δηλαδή 4125 ευρώ), με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, αλλιώς κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με την 1506/2005 απόφασή του το μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών, αφού απέρριψε ως αόριστο το κονδύλι των 1462,50 ευρώ για περαιτέρω αποζημίωση, δέχτηκε κατά τα λοιπά την αγωγή κατά το αναγνωριστικό μέρος της και κατά το καταψηφιστικό για το ποσό των 2662,50 ευρώ, κατά την κύρια βάση, ως νόμιμη και κατ΄ουσίαν βάσιμη. Η αναιρεσίβλητη άσκησε στη συνέχεια έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, προσβάλλοντας, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, τα κεφάλαια εκείνα που αναφέρονται στην αναγνώριση α) της ακυρότητας της από 16-8-2004 νέας σύμβασης μίσθωσης, έναντι των αναιρεσειόντων, που δεν συμβλήθηκαν και δεν συναίνεσαν γι'αυτή, αν και συγκύριοι κατά το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του κοινού μισθίου και β) της μη νόμιμης παρακράτησης, έναντι των αναιρεσειόντων, από 1-8-2004 και του ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού τους (50%) στο εν λόγω μίσθιο, καθώς και στην καταψηφιστική διάταξη της εκκληθείσας απόφασης, με την οποία η εκκαλούσα (εναγομένη) υποχρεώθηκε να καταβάλει σε καθένα από τους εφεσίβλητους (ενάγοντες), για κατ΄αποκοπή αποζημίωση χρήσης Αυγούστου-Οκτωβρίου 2004, το ποσό των 2.662,50 ευρώ. Δεν προσβλήθηκε με την ίδια έφεση η διάταξη της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία αναγνωρίστηκε, ότι η από 18-5-1988 αρχική έγκυρη σύμβαση, μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των αρχικών ως άνω συνεκμισθωτών-δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων, έληξε αυτοδίκαια στις 31-7-2004. Το Εφετείο, δέχτηκε τον τέταρτο λόγο της έφεσης για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τα προσβληθέντα ως άνω κεφάλαιά της και ύστερα απέρριψε την αγωγή κατά τα κεφάλαια αυτά "ως απαράδεκτη, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, που εξετάζεται και αυτεπάγγελτα". Ειδικότερα, με βάση τα ιστορούμενα στην παραπάνω αγωγή, έκρινε ότι: "Εφόσον οι δύο ενάγοντες (αναιρεσείοντες), συγκύριοι, συννομείς και συγκοινωνοί του κοινού μισθίου ακινήτου δεν συμβλήθησαν στη νέα (από 16-8-2004) σύμβαση μισθώσεως και δεν είναι εκμισθωτές, λόγω της σχετικότητας της μισθωτικής σχέσης, δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της υπό κρίση αγωγής σχετικά με τα προσβαλλόμενα και αναφερόμενα στη νέα μίσθωση κεφάλαια, επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων και έκρινε παραδεκτή την αγωγή σχετικά με τα παραπάνω κεφάλαια, έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου, κατά το βάσιμο τέταρτο λόγο της έφεσης, και πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά τα προσβαλλόμενα ως άνω κεφάλαια και να απορριφθεί η αγωγή κατά τα προσβαλλόμενα κεφάλαια ως απαράδεκτη, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως, που εξετάζεται και αυτεπάγγελτα". Κρίνοντας όμως έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά της αγωγής και ως προς τα παραπάνω προσβληθέντα κεφάλαιά της (αιτήματα), φορείς της επίδικης έννομης σχέσης και υποκείμενα της μισθωτικής διαφοράς ήταν οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες), που υπεισήλθαν στη θέση των δικαιοπαρόχων τους αρχικών ως άνω συνεκμισθωτών στην από 18-5-1988 αρχική έγκυρη σύμβαση μίσθωσης του κοινού μισθίου, καθώς και η αναιρεσίβλητη (εναγομένη) μισθώτρια αυτού. Σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔικ είναι πρόδηλο εδώ το άμεσο έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων, για την άσκηση της αυτοτελούς αυτής αγωγής τους, με την οποία ζήτησαν δικαστική προστασία για αξιώσεις τους από την ως άνω αρχική σύμβαση μίσθωσης στο ποσοστό που αντιστοιχεί στην ιδανική μερίδα τους πάνω στο κοινό μίσθιο ή μισθωτικό δικαίωμά τους. Οπωσδήποτε αυτοί εμφανίζονται δικαιούχοι και νομιμοποιούνται στην άσκηση της αγωγής αυτής με τα άνω αιτήματά τους, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1,5, 12, 14, 44, 58 και 61 Π.Δ. 34/1995, καθώς και των άρθρων 574, 608 παρ.1, 599 παρ.1, 601, 785, 789, 790, 1113, 180 και 184 ΑΚ, οι οποίες (διατάξεις) παραβιάστηκαν από την αναιρεσιβαλλομένη, διότι δεν τις εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες με το ιστορικό της αγωγής, υποπίπτοντας έτσι και στην πλημμέλεια από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. Με αυτά τα δεδομένα υπήρχε η ενεργητική νομιμοποίηση για την άσκηση της αγωγής στους αναιρεσείοντες. Συνακόλουθα είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης, όπως διευκρινίζεται και συμπληρώνεται από τον εισηγητή αρεοπαγίτη κατά τ'ανωτέρω (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ), γι'αυτό και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών για περαιτέρω εκδίκασή της, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 406/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός απ'αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 2 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ