Supreme Court allows appeal against public utility company's dismissal of employees' salary reduction claims based on unified pay scale.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Court of First Instance's dismissal of a public utility company's request to reduce employees' salaries. The company argued that integrating its staff into the unified public sector pay scale under Law 4024/2011 was constitutional and necessary for fiscal balance. The Court agreed, ruling that the reduction was a legitimate measure for general interest and did not violate constitutional principles or international treaties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 25(1), 23(1), 22(2) of the Constitution; Article 1 of Protocol 1 to the ECHR; Article 31 of Law 4024/2011; The integration of public sector personnel into the unified pay scale constitutes a legitimate measure for the general interest and does not violate the principle of proportionality or constitutional rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1907 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1907/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης & Αποχέτευσης Εορδαίας, που εδρεύει στην Πτολεμαΐδα, και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιορδάνη Καλαφάτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Α. του Γ., 2) Γ. Β. του Β., 3) Π. Β. του Θ., 4) Η. Γ. του Ν., 5) Ν. Δ. του Ε., 6) Ξ. Ε. του Μ., 7) Α. Θ. του Σ., 8) Α. Κ. του Φ., 9) Χ. Κ. του Χ., 10) Ε. Κ. του Ι., 11) Ε. Κ. του Β., 12) Θ. Κ. του Α., 13) Κ. Κ. του Χ., 14) Α. Κ. του Κ., 15) Π. Κ. του Φ., 16) Κ. Κ. του Κ, 17) Θ. Κ. του Δ., 18) Μ. Κ. του Α., 19) Χ. Κ. του Π., 20) Β. Κ. του Χ., 21) Χ. Κ. του Α., όλων κατοίκων ..., 22) Ι. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 23) Κ. Λ. του Φ., 24) Π. Λ. του Ν., 25) Δ. Μ. του Κ., 26) Α. Μ. του Α., 27) Ε. Μ. του Γ., 28) Α. Μ. του Σ., 29) Σ. Μ. του Α., 30) Ι. Ν. του Γ., 31) Π. Π. του Ν., 32) Κ. Π. του Δ., 33) Μ. Π. του Ν., 34) Π. Π. του Σ., 35) Ι. Π. του Β., 36) Κ. Π. του Κ., 37) Ι. Σ. του Γ., 38) Δ. - Μ. Σ. του Σ., 39) Δ. Σ. του Α., 40) Π. Σ. του Π., 41) Π. Σ. του Α., 42) Α. Τ. του Α., 43) Ε. Τ. του Γ., 44) Π. Τ. του Δ., 45) Γ. Χ. του Η., 46) Π. Χ. του Ι. και 47) Σ. Χ. - Τ. του Κ., κατοίκων όλων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Μπαλατσούκα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν η 75/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 90/22020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-2-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την, από 24.2.2021, και αριθ. εκθ. καταθ. ΑΝΡ 1/24-2-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ. 90/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση της αναιρεσείουσας δημοτικής επιχείρησης κατά της υπ'αριθ. 75/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και απέρριψε αυτήν κατ'ουσίαν. Η ως άνω αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός του χρόνου αναστολής της προθεσμίας άσκησης αίτησης αναίρεσης, αφού η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 17.11.2020 και η υπό κρίση αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στις 24.2.2021 [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 ΚΠολΔ, ΚΥΑ 80588/15.12.2020 - ΦΕΚ 5509 Β', 1293/8.1.2021 -ΦΕΚ 30 Β, 3060/16.1.2021 ΦΕΚ 89Β, 4992/23.1.2021 ΦΕΚ 186Β, 6877/29.1.2021 ΦΕΚ 341 Β, 8378/5.2.2021 ΦΕΚ 454 Β, 9147/10.2.2021 ΦΕΚ 534Β, 10969/20.2.2021 ΦΕΚ 648 Β] και θα ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Με το άρθρο 1 § 1 ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυση Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.
Σύμφωνα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: α) η δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης, αποτελούσα κατά τα προαναφερθέντα αυτοτελές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, διοικείται από ίδιο διοικητικό συμβούλιο, του οποίου τα μέλη, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος ορίζονται κατά τας περί συγκροτήσεως της Επιτροπής Δημοτικών Επιχειρήσεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος διατάξεις (άρθρο 3 § 1), β) καθορίζεται με οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας, που συντάσσεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης και εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, η οργάνωση, η σύνθεση και η αρμοδιότητα των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού της, το οποίο συνδέεται με την επιχείρηση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανάλογα προς τις ανάγκες της επιχείρησης, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων αυτού κατά ομάδες ειδικοτήτων και ανάλογα με τη βαθμίδα εκπαίδευσης, οι αποδοχές, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης και απόλυσης και το αρμόδιο προς τούτο όργανο (άρθρο 7 §§ 1 & 2), γ) η επιχείρηση έχει ιδία περιουσία και δικούς της πόρους (άρθρα 8 & 10), δ] στους πόρους της επιχείρησης, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται τα τέλη σύνδεσης με τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, η αξία του καταναλισκομένου ύδατος κ.λ.π., ενώ οι ως άνω πόροι της επιχείρησης χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη μελέτη, κατασκευή, ανακατασκευή ή επέκταση ύδρευσης και αποχέτευσης ή την εξόφληση τοκοχρεωλυσίων από δάνεια (άρθρο 10 παρ. 1 και 2), ε) οι διατάξεις περί προστασίας δημοτικών και κοινοτικών κτημάτων εφαρμόζονται και επί της περιουσίας της επιχείρησης (άρθρο 8 παρ. 3), στ) το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων συμβάλλει με δωρεάν επιχορήγηση μέχρι ποσοστού 35% στις δαπάνες μελετών και κατασκευών των πάσης φύσεως έργων που ανήκουν στην αρμοδιότητα των δημοτικών επιχειρήσεων και μέχρι του ύψους των εγκρινομένων κατ' έτος για το σκοπό αυτό πιστώσεων (άρθρο 13 παρ. 1), ζ) η οικονομική διαχείριση της επιχείρησης ενεργείται με βάση δικό της προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, έχει δε η επιχείρηση δική της αυτοτελή ταμειακή υπηρεσία και διατάκτης αυτής είναι ο γενικός διευθυντής, σε σύμπραξη με τον προϊστάμενο των οικονομικών υπηρεσιών της επιχείρησης (άρθρο 17 παρ. 1), η) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης της επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές - εκτιμητές, που διορίζονται από το γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε οικονομικού έτους (άρθρο 18, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 του ν. 4483/2018), θ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας στις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου για την ψήφιση του προϋπολογισμού της επιχείρησης, του τεχνικού προγράμματος έργων και για κάθε τροποποίησή του, για την αγορά και εκποίηση ακινήτων ή την επιβάρυνσή τους με εμπράγματα βάρη, για τη σύναψη δανείων, για τις μελέτες, έργα και προμήθειες και ελέγχει τον ισολογισμό, απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει έκτακτο διαχειριστικό και ταμειακό έλεγχο από ορκωτούς λογιστές (άρθρο 20), ι) τα σχετικά με τη λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης, σύμφωνα με τις, γενικής παραδοχής, λογιστικές και οργανωτικές αρχές, ρυθμίζονται κάθε φορά με κανονισμούς, που συντάσσονται και ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης και ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο (άρθρο 21), ια) τα από την επιχείρηση εκτελούμενα έργα χαρακτηρίζονται δημοσίας ωφέλειας, τα δε προς τούτο αναγκαία ακίνητα απαλλοτριώνονται αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες της, κατόπιν αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου (άρθρο 34) και ιβ) με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που εγκρίνεται από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο καθορίζονται χωριστά τιμολόγια για την υπηρεσία ύδρευσης και αποχέτευσης (άρθρο 25 παρ. 1).
Εξ άλλου στο δέκατο μέρος του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006, το οποίο φέρει τον τίτλο "Επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης", ορίζονται τα εξής: "1. Οι δήμοι και οι κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις Ο.Τ.Α., σύμφωνα με τις παρακάτω ειδικότερες ρυθμίσεις... 4.
Επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. που συνιστώνται βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους, αποτελούν αντίστοιχες επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού. 5. Οι επιχειρήσεις των προηγούμενων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου..." (άρθρο 252 §§ 1, 4 & 5). "1. Οι κοινωφελείς επιχειρήσεις διοικούνται από διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από επτά (7) έως έντεκα (11) μέλη, τα οποία ορίζονται μαζί με τους αναπληρωτές τους από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο.
Από τα μέλη αυτά τουλάχιστον τρεις (3) είναι αιρετοί εκπρόσωποι του Δήμου, ένας (1) είναι εκπρόσωπος των εργαζομένων στην επιχείρηση, αν αυτή απασχολεί περισσότερους από είκοσι (20) εργαζόμενους, υποδεικνυόμενος από τη γενική συνέλευση αυτών, και ένας (1) είναι εκπρόσωπος κοινωνικού φορέα της περιοχής. Τα υπόλοιπα μέλη είναι δημότες ή κάτοικοι του Δήμου ή της Κοινότητας που έχουν πείρα ή γνώσεις σχετικές με το αντικείμενο της επιχείρησης.
Στην περίπτωση των αιρετών μελών τουλάχιστον ένα μέλος εξ αυτών προέρχεται από τη μειοψηφία. 2. Η θητεία του διοικητικού συμβουλίου ακολουθεί τη θητεία του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, εκτός αν στην πράξη σύστασης της επιχείρησης προβλέπεται μικρότερη θητεία. Σε κάθε περίπτωση η θητεία του λήγει το αργότερο τρεις (3) μήνες μετά την εγκατάσταση του νέου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου. 3.
Μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι δυνατόν να αντικατασταθούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, με αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που τα όρισε, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του. Για την αντικατάσταση του εκπροσώπου των εργαζομένων και του κοινωνικού φορέα της περιοχής απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του οργάνου που τους πρότεινε. 4.
Το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο ορίζει από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο του. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης προσλαμβάνεται διευθυντής μετά από σχετική προκήρυξη. Στον κανονισμό προσωπικού καθορίζονται τα προσόντα που πρέπει να έχει ο διευθυντής της επιχείρησης..." (άρθρο 255 §§ 1, 2, 3, 4). "Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης εγκρίνονται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, αν αυτές αφορούν:
α) Την ψήφιση του προϋπολογισμού, του ισολογισμού και της έκθεσης πεπραγμένων. β) Την αγορά ή εκποίηση ακινήτων ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματο δικαίωμα. γ) Τη διάθεση των καθαρών κερδών ή τη διενέργεια επενδύσεων. δ) Την αύξηση του κεφαλαίου της επιχείρησης. ε) Τη συγχώνευση ή τη λύση της επιχείρησης.
στ) Τη σύναψη δανείων και ζ) Την έγκριση των κανονισμών του επομένου άρθρου" (άρθρο 256 § 1). "Το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης συντάσσει υποχρεωτικά τους ακόλουθους κανονισμούς: α. Εσωτερικό κανονισμό υπηρεσιών, με τον οποίο καθορίζονται η οργάνωση, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες των υπηρεσιών της επιχείρησης, οι θέσεις του προσωπικού κατά ειδικότητα, καθώς και το ανώτατο όριο αυτού.
β. Κανονισμό προσωπικού, ο οποίος καθορίζει την υπηρεσιακή κατάσταση αυτού, τα προσόντα πρόσληψης, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, καθώς και τις πειθαρχικές του ευθύνες. γ. Κανονισμό οικονομικής διαχείρισης. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης μπορεί να συντάσσονται και άλλοι κανονισμοί, οι οποίοι κρίνονται απαραίτητοι για τη λειτουργία αυτής" (άρθρο 257 § 1). "Η κοινωφελής επιχείρηση είναι δυνατόν να χρηματοδοτείται από τον οικείο δήμο για τις δραστηριότητές της, μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του" (άρθρο 259 § 1 εδ.
α', όπως η § 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 § 14 ν. 4071/2012). "1. Η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση. 2... 3. Η έγκριση του προϋπολογισμού της επιχειρήσεως από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο, λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός μηνός από την ψήφιση του προϋπολογισμού του οικείου Ο.Τ.Α. 4... 5.
Ο Δήμος ή η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων" (άρθρο 260 §§ 1, 3 & 5).Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 276 οι επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε., από κρατήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους, με την επιφύλαξη των εκάστοτε ισχυουσών φορολογικών ρυθμίσεων.
Επίσης, έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια, που παρέχονται στο Δημόσιο. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, ναι μεν χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν, ωστόσο, αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο - αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση - αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμων και Περιφερειών), στα οποία ανήκουν και υπάγονται, καθώς:
α) η σύσταση κάθε επιχείρησης λαμβάνει χώρα με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, β) το διοικητικό συμβούλιο κάθε επιχείρησης ορίζεται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο, γ) ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης διορίζονται εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι, από τους οποίους ο ένας αναγκαστικά προέρχεται από την εκάστοτε μειοψηφία, δ) ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της επιχείρησης εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου, ε) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης κάθε επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές, που διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε έτους στ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου για τα σοβαρότερα ζητήματα και συγκεκριμένα για την ψήφιση και κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού της επιχείρησης και του τεχνικού προγράμματος έργων, την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων της επιχείρησης ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματα δικαιώματα, τη σύναψη δανείων, τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες, ζ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές, η) οι κανονισμοί λειτουργίας και διαχείρισης, που ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο και, τέλος, θ) οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, αναφορικά με τα χωριστά τιμολόγια ύδρευσης και αποχέτευσης ή τη διαφοροποίηση των εισπραττόμενων τελών, πρέπει να εγκριθούν από το οικείο δημοτικό συμβούλιο.
Περαιτέρω στις ανωτέρω επιχειρήσεις απονέμονται προνόμια και ατέλειες, με αποτέλεσμα την απαλλαγή τους από τον ανταγωνισμό, ενώ ως πόροι κάθε επιχείρησης ορίζονται, μεταξύ άλλων, διάφορα ανταποδοτικά τέλη. Τέλος, οι ως άνω επιχειρήσεις επιχορηγούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης, κατά ποσοστό 35%, από τις πιστώσεις της επιχείρησης, που εγκρίνονται κατ' έτος, για τον σκοπό αυτό.
Τα έργα που εκτελούνται από την επιχείρηση χαρακτηρίζονται δημόσιας ωφέλειας, με αποτέλεσμα να προβλέπεται δυνατότητα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των αναγκαίων ακινήτων ή σύστασης δουλείας οιασδήποτε μορφής επ' αυτών με σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης. Εν κατακλείδι, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δομή και η οργάνωση, καθώς και η χρηματοδότηση των Δ.Ε.Υ.Α., ταυτίζεται με την έννοια της δημόσιας επιχείρησης, δηλαδή εκείνης για την οποία νόμος, είτε ιδρυτικός της, είτε άλλος, προβλέπει ότι λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος και η οποία, περαιτέρω, οργανωμένη σε νομικό πρόσωπο, επί του οποίου το κράτος ασκεί αποφασιστική επιρροή (μέσω χρηματοδοτήσεων και οικονομικών ελέγχων), λειτουργεί με κριτήρια επιδιώξεως οικονομικού αποτελέσματος, με την έννοια όχι της κερδοσκοπίας, αλλά της δημιουργίας των οικονομικών δυνατοτήτων, για την επίτευξη των βασικών σκοπών της.
Επιπλέον, η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας, δεν συνιστά δραστηριότητα αναπόσπαστη από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, επομένως, εφόσον σκοπός των Δ.Ε.Υ.Α. είναι, όπως προαναφέρθηκε, να μεριμνούν για τον συνεχή εφοδιασμό όσων κατοικούν ή διαμένουν στην περιφέρειά τους, με επαρκή, για τις προσωπικές και οικογενειακές τους ανάγκες, ποσότητα πόσιμου ύδατος, το οποίο πληροί τους απαραίτητους όρους υγιεινής και διατίθεται σε προσιτή τιμή, ταυτοχρόνως δε για την κρίσιμη για την δημόσια υγεία παροχέτευση των ακάθαρτων υδάτων και των λυμάτων, δικαιολογείται η λήψη μέτρων, που εντάσσονται σε ενιαία δημοσιονομική πολιτική, όπως η περικοπή των μισθολογικών παροχών, ώστε να εξασφαλιστεί η επίτευξη του δημόσιου σκοπού τους, όπως αρχικά συνέβη με τους Ν. 3833 και 3845/2010 (Ολ.
Α.Π. 5/2022, ΑΠ 2040/2022). Οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται μονοπωλιακώς, σε πληθυσμό διαβιούντα σε συγκεκριμένο νομό, από δίκτυα που είναι μοναδικά και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης. Αβεβαιότητα, ως προς την συνέχεια της παροχής προϊόντων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, με αυτόν το βαθμό αναγκαιότητας, δεν συγχωρείται από το άρθρο 5 παρ. 5 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην προστασία της υγείας, καθώς και από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος που ορίζει ότι το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών, εξ ου και ο εξοπλισμός των Δ.Ε.Υ.Α.
με την αρμοδιότητα κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Την ένταξη δε των Δ.Ε.Υ.Α. στα δημοσιονομικά μέτρα, που λαμβάνονται για τη μείωση των κρατικών ελλειμάτων δικαιολογεί και η προναφερθείσα επιχορήγησή τους από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων για τη μελέτη και την κατασκευή έργων ύδρευσης και αποχέτευσης .
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο όρος "ανήκει", στη φράση "Ν.Π.Ι.Δ. που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α.", που διαλαμβάνουν οι ως άνω νόμοι, αναφορικά με το ρυθμιστικό τους πεδίο, εκφεύγει των στενών ορίων της έννοιας της ιδιοκτησίας και καταλαμβάνει κάθε Ν.Π.Ι.Δ., η δραστηριότητα του οποίου εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και τελεί υπό τη δημοσιονομική μέριμνα του κράτους, ερμηνεία που επιβάλλεται τελολογικώς από τον σκοπό του νόμου.
Είναι δε αδιάφορο για την εφαρμογή των ρυθμίσεων των ν. 3833/2010 και 3845/2010 (με τις οποίες το πρώτον έλαβε χώρα μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α. ή επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005), εάν οι επιχειρήσεις αυτές, τόσο κατά το ενωσιακό, όσο και κατά το εθνικό δίκαιο, δεν συγκαταλέγονται στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτοί προσδιορίζονται από το Μητρώο φορέων Γενικής Κυβέρνησης, που τηρείται με ευθύνη της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής [ΑΠ 2040/2022].
Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος 1975, όπως τούτο ισχύει μετά την αναθεώρηση με το από 6/17 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (Α 85), ορίζεται ότι "τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.
Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Η εν λόγω αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι: α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη τούτου, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική "εν στενή εννοία", δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (ΟλΑΠ 6/2018, ΟλΑΠ 27/2008).
Από το συνδυασμό, δε, της ως άνω διάταξης και των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5, 25 παρ. 4, 79 παρ. 1 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή (ΟλΑΠ 1/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, ΟλΣτΕ 481/2018).
Με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Στην έννοια της περιουσίας που προστατεύεται από την ως άνω διάταξη εμπίπτουν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, όμως, με τη διάταξη αυτή δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 E. κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 P. κατά Ρουμανίας, απόφαση της 7.5.2013, Κ.
και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος) εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΟλΣτΕ 1307/2019, ΟλΣτΕ 481/2018), ούτε θίγεται το δικαίωμα του κράτους να νομοθετεί με τον τρόπο που κρίνει αναγκαίο, στα πλαίσια του γενικού δημοσίου συμφέροντος, δεδομένου ότι ο νομοθέτης χαίρει ευρείας διακριτικής ευχέρειας σχετικά με τον καθορισμό της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και των προτεραιοτήτων ως προς την κατανομή των περιορισμένων πόρων του κράτους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 7.5.2013, Κ.
και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος). Περαιτέρω, με το ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (Α 226) και στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α` και Β` βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", με έναρξη ισχύος των διατάξεων του ως άνω Κεφαλαίου (άρθρα 4 έως 31) από 1.11.2011 (άρθρο 32 παρ.4), ορίζονται, μεταξύ των άλλων, τα εξής:
Με το άρθρο 4 ορίζεται ότι "1. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), [...]. 2.
Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, [...] εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17". Με το άρθρο 6 παρ.1 ορίζεται ότι "Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, [...]".
Με το άρθρο 12 του ως άνω νόμου καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 με την κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) ανάλογα του χρόνου υπηρεσίας τους, και με το άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου. Με το άρθρο 29 παρ.2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της από 16.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α 262/16.12.2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4047/2012 (ΦΕΚ Α 31/23.2.2012), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: [α)...
β)... γ)...]. Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:
α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου".
Ακόμη, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα" ορίζονται, μεταξύ των άλλων, τα εξής: α) Στην παράγραφο 1 ορίζεται ότι: "α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α του ν. 3429/2005 (Α` 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ.1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α` 212), με εξαίρεση τα ΝΠΙΔ του ν. 3864/2010 (Α` 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α` 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. [...]", β) στις παραγράφους 3 και 4 , όπως αυτές συμπληρώθηκαν από τις παραγράφους 3 και 4, αντίστοιχα, του άρθρου 1 της από 31-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α` 268/31.12.2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (ΦΕΚ Α 31/23.2.2012) , ορίζονται, αντίστοιχα, ότι: "3.
Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ` εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο.
Για τα διευθυντικά στελέχη των ως άνω φορέων που εργάζονται σε θέσεις ευθύνης, αντίστοιχες των θέσεων Τμηματάρχη, Διευθυντή και Γενικού Διευθυντή του παρόντος Κεφαλαίου, το ανώτατο όριο μηνιαίων τακτικών αποδοχών ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ` εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους κατέχοντες θέση Τμηματάρχη, Διευθυντή ή Γενικού Διευθυντή στο Δημόσιο.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου καθ` ύλην Υπουργού μπορεί να εξαιρούνται κλάδοι ή ειδικότητες των φορέων της υποπαραγράφου 1α από τα ανώτατα όρια μηνιαίων τακτικών αποδοχών που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσης παραγράφου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, δεν υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται στην επόμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου. 4.
Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900,00) ευρώ το μήνα. Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%" και γ) στην παράγραφο 7 ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζομένους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29".
Με το νόμο αυτό (4024/2011) επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της Χώρας (ΟλΑΠ 1/2021).
Περαιτέρω, με το ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (Α 222), ορίζονται στην περίπτωση 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου, όπως η περίπτωση 2 συμπληρώθηκε με την προσθήκη του τελευταίου εδαφίου της από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 31 παρ.1 του ν. 4354/2015 (Α 176) και στην περίπτωση 12 της ίδιας υποπαραγράφου, αντίστοιχα, τα εξής: "2.
Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β` του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α` 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012. Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1.1.2013" και "12.
Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α` 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α` 212).
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίες μπορούν να ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, μπορούν να ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής των προηγούμενων εδαφίων. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2".
Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 (Α 28) Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, την ένταξη από 1.1.2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί για το προσωπικό του στενού δημόσιου τομέα με το ν. 4024/2011.
Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν κατ` αρχήν τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών των φορέων τόσο του στενού δημόσιου τομέα όσο και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι και τα αναφερόμενα στην περίπτωση 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νομικά πρόσωπα λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή, με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων, που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (ΟλΑΠ 1/2021).
Περαιτέρω, με το ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, μισθολογικές ρυθμίσεις και άλλες επείγουσες διατάξεις εφαρμογής της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" (Α 176), και με το Κεφάλαιο Β με τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), καθώς και των Δ.Ε.Κ.Ο.
του Κεφαλαίου A του ν. 3429/2005 (Α 314) και άλλες μισθολογικές διατάξεις" με έναρξη ισχύος των διατάξεων των άρθρων 7 έως 34 του ως άνω Κεφαλαίου Β από 1.1.2016 (άρθρο 35) επαναρρυθμίσθηκαν από 1.1.2016 οι διατάξεις που αφορούν το μισθολόγιο του προσωπικού του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ και των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Με το άρθρο 34 του ως άνω νόμου καταργήθηκαν από 1.1.2016, μεταξύ των άλλων, οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του ν. 4024/2011 και η περίπτωση 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ` του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, επίσης, ότι αρχικά, με το ν. 4024/2011, θεσμοθετήθηκε ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, το οποίο δεν καταλάμβανε το προσωπικό του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όμως, με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", για το προσωπικό αυτό και συνακόλουθα και για το προσωπικό της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας (δημόσιας επιχείρησης) προβλέφθηκε ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών προσωπικού με τη θέσπιση ανωτάτου ορίου μέσου μισθολογικού κόστους ύψους 1.900 ευρώ και ανωτάτου ορίου μηνιαίων τακτικών αποδοχών κάθε εκπαιδευτικής κατηγορίας το αντίστοιχο ανώτατο μηνιαίο όριο της αντίστοιχης εκπαιδευτικής κατηγορίας υπαλλήλων του Δημοσίου, με πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση που, από την εφαρμογή αυτού του ορίου, θα προέκυπτε μείωση αποδοχών ανώτερη του 25%, η πέραν του 25% μείωση θα ήταν σταδιακή, εντός διαστήματος δύο ετών από την πάροδο ενός έτους από την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011, ήτοι από 1.11.2012 έως 1.11.2014, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ως άνω νόμου, που εφαρμόζεται αναλογικά στα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημοσίου τομέα (άρθρο 31 παρ. 7 ν. 4024/2011), του οποίου στη συνέχεια η εφαρμογή ανεστάλη αναδρομικά μέχρι 31.12.2016 με τη διάταξη της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.
Κατ` εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι μισθωτοί της αναιρεσείουσας δημοτικής επιχείρησης, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι αναιρεσίβλητοι, με βάση το προβλεπόμενο ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών, υπέστησαν την 1.11.2011 μειώσεις επί των κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 αποδοχών τους, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το, τυχόν, υπερβάλλον το ως άνω ποσοστό (25%) μετά την 31.12.2016.
Ακολούθως, από 1.1.2013 οι ως άνω μισθωτοί υπήχθησαν στο ενιαίο μισθολόγιο και βαθμολόγιο του ν. 4024/2011, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρούνταν τα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με συνέπεια την εφεξής κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών, που καταλαμβάνονται πλέον από τη ρύθμιση της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, η οποία ρητά ορίζει ότι οι ρυθμίσεις περί μισθολογίου δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Κατά την ένταξη του προσωπικού της αναιρεσείουσας από 1.1.2013 στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν. 4024/2011, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, διαμορφώθηκαν οι αποδοχές του προσωπικού της και συνακόλουθα και των αναιρεσίβλητων, με βάση τις διατάξεις του ως άνω ενιαίου βαθμολογίου και μισθολογίου και έκτοτε (από 1.1.2013) έπαυσε η ισχύς των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, ως άνευ αντικειμένου πλέον, εκτός της παραγράφου 2 αυτού (που δεν αφορά την κρινόμενη περίπτωση).
Λόγω, δε, της ένταξης των μισθωτών της αναιρεσείουσας στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου από 1.1.2013, οι αποδοχές τους, υπέστησαν νέες μειώσεις σε σχέση με τις καταβαλλόμενες αποδοχές τους την 31.12.2012, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το, τυχόν, υπερβάλλον ποσοστό μετά την 31.12.2016. Κατά τις ανωτέρω διατάξεις και τον με βάση τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, σκοπό θέσπισής τους, αφενός της άμεσης αντιμετώπισης της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης, της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων και της ανταμοιβής της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, προκύπτει ότι τυγχάνουν εφαρμοστέες δύο μειώσεις, ήτοι μια (πρώτη) μείωση την 1.11.2011 επί των κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2011 αποδοχών μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενη κατά το υπερβάλλον ποσοστό μετά την 31.12.2016 και μια (δεύτερη) μείωση την 1.1.2013 κατά ποσοστό, επίσης μέχρι 25% επί των καταβαλλομένων το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 αποδοχών, ετεροχρονιζόμενη, επίσης, κατά το τυχόν υπερβάλλον ποσοστό, μετά την 31.12.2016.
Οι μισθολογικές αυτές ρυθμίσεις, που ίσχυαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, εισήχθησαν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης, για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, ενόψει του ότι, παρά τις αρχικές μειώσεις με βάση το άρθρο 31 του ν. 4024/2011, οι μέσες μηνιαίες αποδοχές των απασχολουμένων στους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εξακολουθούσαν να υπερτερούν των αντιστοίχων αποδοχών των υπαλλήλων του στενού δημόσιου τομέα, όπως οι τελευταίες είχαν διαμορφωθεί από 1.11.2011 με την εφαρμογή των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου του ν. 4024/2011 και στο οποίο εντάχθηκαν από 1.1.2013 και οι απασχολούμενοι στους φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 1/2021).
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι, δηλαδή, ως προς τις ως άνω αποδοχές του προσωπικού των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα τυγχάνει εφαρμοστέα μία ενιαία μείωση συνολικά μέχρι ποσοστού 25% επί των, κατά την 31.10.2011, καταβαλλομένων αποδοχών ή επικουρικά κατά ποσοστό 25% κατ'ανώτατο όριο επί των, κατά την ως άνω ημερομηνία (31.10.2011) καταβαλλομένων αποδοχών, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι μισθωτοί της αναιρεσείουσας δημοτικής επιχείρησης με την ένδικη αγωγή τους, δεν συνάγεται 1) από τη ρύθμιση της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία ανεστάλη μέχρι 31.12.2016 η εφαρμογή της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, δηλαδή της υπερβάλλουσας το ποσοστό του 25% μείωσης των αποδοχών και τούτο, διότι η αναστολή αυτή, που εισάγεται με την ως άνω ρύθμιση της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (με την περίπτωση 12 της οποίας, όπως προεκτέθηκε, εισάγεται και η ένταξη από 1.1.2013 του προσωπικού των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο του ν. 4024/2011), αναφέρεται στην τυχόν προκύπτουσα υπερβάλλουσα μείωση αποδοχών κατά ποσοστό πλέον του 25%, λόγω της εφαρμογής από 1.1.2013 στο ως άνω προσωπικό των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου και εναρμονίζεται με τον επιδιωκόμενο με το μέτρο αυτό σκοπό του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης και της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα και 2) από τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν. 4354/2015, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, προστέθηκε νέο εδάφιο στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, από τότε που ίσχυε, με το οποίο (εδάφιο) ορίσθηκε ότι για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12 (δηλαδή των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα), η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1.1.2013 και τούτο, διότι αυτή δεν έχει την έννοια αναστολής, από την ως άνω ημερομηνία, της υπαγωγής του προσωπικού των ως άνω φορέων στις μισθολογικές διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου του ν. 4024/2011, αλλά αφορά την αναστολή της, τυχόν, υπερβάλλουσας το ποσοστό του 25% μείωσης αποδοχών της περίπτωσης β του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 και τέθηκε, ενόψει της κατάργησης με τον ίδιο νόμο (άρθρο 34 ν. 4354/2015) της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του ν. 4093/2012, ώστε και μετά την κατάργηση της διάταξης αυτής να ισχύει η αναστολή της υπερβάλλουσας το ποσοστό του 25% μείωσης των αποδοχών σε σχέση με τις καταβαλλόμενες στις 31.12.2012 αποδοχές, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 μέχρι 31.12.2016 (Ολ.ΑΠ 2/2023 και 1/2021).
Οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις είναι συνταγματικά ανεκτές, διότι, παρά τη διπλή μείωση των αποδοχών των αναιρεσίβλητων που προκύπτουν από την εφαρμογή τους, το μέτρο αυτό, που αποτελεί, όπως προεκτέθηκε, τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016"), αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, περιλαμβανομένων και των ελλειμμάτων που δημιουργούνταν από τη λειτουργία δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών που λειτουργούν χάριν του κοινωνικού συνόλου, όπως η αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Επομένως, το επίδικο μέτρο εφαρμογής από 1.1.2013 στους μισθωτούς των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα των διατάξεων του ενιαίου μισθολογίου του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, που συνεπάγεται, όπως προεκτέθηκε, περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο καταλαμβάνει γενικά όλους τους μισθωτούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών των ως άνω φορέων και συνακόλουθα και της Δημόσιας Διοίκησης.
Ακόμη, η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται, όπως προεκτέθηκε, σε οριακό δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης, απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους.
Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του.
Περαιτέρω, ενόψει του, κατά τα ανωτέρω, προκύπτοντος ποσοστού μείωσης των αποδοχών και του λόγου της θέσπισής του, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο οι αποδοχές των υπαλλήλων των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και συνεπώς και των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, που ήταν υπέρτερες των υπαλλήλων του στενού δημόσιου τομέα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η επελθούσα με την περίπτωση 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 μείωση των συνολικών αποδοχών τους θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι με τη διάταξη αυτή παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού δημοσίου συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των ως άνω υπαλλήλων.
Συνεπώς η ένταξη, με την ως άνω διάταξη, του προσωπικού των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα από 1.1.2013 στο ενιαίο μισθολόγιο και η εξ αυτής μείωση των αποδοχών του, δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΟλΑΠ 1/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού [ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013].
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται [άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες με την από 27.12.2016 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης εξέθεταν ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση, με την οποία συνδέονται δυνάμει συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και παρέχει υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης.
Ότι εν λόγω δημοτική επιχείρηση δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των ν. 4093 /2012 και 4354/2015, καθ'ο μέρος επιβάλουν περικοπές στους μισθούς των, γιατί δεν ανήκει στο δημόσιο τομέα . Ζητούσαν δε τη μη εφαρμογή αυτών στη μισθολογική τους κατάσταση και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει τις αποδοχές τους, όπως είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2012 μετά την εφαρμογή της ποσοστιαίας μείωσης του 25% δυνάμει του ν. 4024/2011.
Επ'αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθ. 75/2019, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης η οποία έκανε δεκτή την αγωγή. Κατόπιν εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ'ουσίαν. Ειδικότερα το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας δέχθηκε ότι η εκκαλούσα δημοτική επιχείρηση δεν υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ότι οι περικοπές αποδοχών, που επέβαλε το άρθρο 29 του Ν. 4024/2011 επέφερε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, ενώ η νέα μείωση που προβλέπει ο ν. 4093/2012 [25% επί των αποδοχών της 31.12.2012 δεν έχει νομοθετικό έρεισμα.
Επί πλέον δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ο ν. 4354/2015, αφού η εναγόμενη δημοτική επιχείρηση δεν υπάγεται στην έννοια του δημόσιου τομέα. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι έσφαλε η προσβαλλομένη απόφαση δεχόμενη ότι αυτή δεν μπορεί να υπαχθεί στο δημόσιο τομέα, αναφορικά δε με τη μισθολογική μεταχείριση των υπαλλήλων της ότι δεν μπορεί να εφαρμοσθεί ο ν. 4093/2012 ούτε και ο ν. 4354/2015, παραβιάζοντας με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 29 παρ.2 εδαφ.
τελευτ. του ν. 4024/2011, της περιπτ. 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και της περίπτωσης 2 της ως άνω υποπαραγράφου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την προσθήκη του τελευταίου εδαφίου της , από τότε που ίσχυσε , με το άρθρο 31 παρ.1 του ν. 4354/2015. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος Και τούτο διότι, κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, η αναιρεσείουσα κατά τα ως άνω υπάγεται στην έννοια του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με την ένταξη δε από 1.1.2013 του προσωπικού της στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου του ν. 4024/2011, οι αποδοχές των αναιρεσιβλήτων προσδιορίσθηκαν από την 1.1.2013 με βάση τις διατάξεις αυτές.
Ειδικότερα οι καταβαλλόμενες αποδοχές την 31.12.2012, όπως είχαν διαμορφωθεί από την 1.11.2011 με την πρώτη μείωση] μέχρι ποσοστού 25% σε σχέση με τις αποδοχές του Οκτωβρίου του 2011 [κατ'άρθρ. 31 Ν. 4024/2011], την 1.1.2013 έπρεπε να μειωθούν εκ νέου [δεύτερη μείωση], λόγω της ένταξής τους, με τη διάταξη της περιπτ. 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του πρώτου άρθρου του Ν. 4093/2012, στο ενιαίο μισθολόγιο του ν. 4024/2011 κατά ποσοστό μέχρι 25%, η δε υπερβάλλουσα [του 25%] μείωση ετεροχρονίσθηκε μετά την 31.12.2016.
Από 1.1.2016 δε έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Κεφαλαίου Β 'του ν. 4354/2015 [άρθρ. 7 έως 31] στο πεδίο εφαρμογής του οποίου υπάγονται οι αναιρεσίβλητοι κατά το άρθρο 35 του ιδίου νόμου. Οι ως άνω διατάξεις που εφαρμόσθηκαν είναι συνταγματικά ανεκτές, καθόσον με αυτές ο νομοθέτης προέβη στην ένταξη του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο νέο ενιαίο μισθολόγιο, ως άμεσο μέτρο για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την αντιμετώπιση της συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.
Υπό τα ανωτέρω δεν παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των αναιρεσιβλήτων και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητος, και στα άρθρα 25 παρ. 1, 23 παρ.1, 22 παρ.2 του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. [ΟλΑΠ 2/2023] Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης.
Μετά από αυτά, εφόσον η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης, πρέπει ο 'Αρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και αφού δικάσει την έφεση, να γίνει αυτή δεκτή κατ'ουσίαν [άρθρ. 580 παρ.3 εδ.α ΚΠολΔ]. Και αφού εξαφανίσει την εκκαλουμένη, να κρατήσει και δικάσει την ένδικη αγωγή και να απορρίψει αυτήν ως μη νόμιμη.
Τέλος τα δικαστικά έξοδα όλων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων λόγω του δυσερμηνεύτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν [άρθρ. 176, 178 παρ.1, 179 ΚΠολΔ], ως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθ. 90/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την, από 9.12.2019, έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθ. 75/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης.
Δέχεται κατ'ουσίαν την έφεση Εξαφανίζει την ως άνω απόφαση.
Δικάζει την από 27.12.2016 αγωγή
Απορρίπτει αυτήν.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ