Legislator Case Law & Legislation
1907/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to improper service of process on absent defendants.

Case Number 1907/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a public legal entity against a first-instance judgment involving twenty-nine individuals. The court found that the opposing party failed to prove the lawful and timely service of process on several defendants who were absent from the proceedings. Consequently, the court held that the lower court's judgment was procedurally flawed and could not be upheld.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110(2), 498(1), 568(1), 2, 4, and 576(2) of the Code of Civil Procedure; If the opposing party fails to prove lawful and timely service of process on an absent defendant during the appeal hearing, the Supreme Court must dismiss the appeal.

Keywords

AI generated
service of process improper summons absence of defendant procedural defect appeal dismissal Code of Civil Procedure lawful notification

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110(2), 498(1), 568(1), 2, 4, and 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) and (3) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Judicial Organization Law
Article 5(12) of Law 1738/1987
Article 2 of the Common Decision of the Ministers of Finance and Justice No. 134423/1992
Articles 4(2) and 20(1) of Law 4831/2021

Cited Case Law

AI generated
Case 1387/2019 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1907 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1907/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." (....), που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Α., 2) Μ. Μ., 3) Α. Π., 4) Χ. Φ., 5) Α. Λ., 6) Θ. Γ., 7) Ε. Σ., 8) Σ. Μ., 9) Γ. Α., 10) Γ. Α., 11) Π. Β., 12) Σ. Σ., 13) Ε. Τ., 14) Α. Φ., 15) Κ. Γ., 16) Ε. Π., 17) Φ. Σ., 18) Β. Μ., 19) Χ. Σ., 20)Π. Π., 21)Μ. Κ., 22) Β. Κ., 23) Ε. Κ., 24) Ε. Κ., 25) Δ. Μ., 26) Ε. Μ., 27) Γ. Θ., 28) Φ. Χ., 29) Γ. Β., κατοίκων απάντων …. Οι 2η, 3η, 4ος, 8η, 9ος, 11ος, 14η, 21η, 24η, 26η και 27ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, και οι λοιποί (1ος, 5η, 6η, 7η, 10η, 12ος, 13η, 15η, 16η, 17η, 18ος, 19η, 20η, 22η, 23η, 25η, 28η και 29η) εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ε. Χ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1268/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5997/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 16-12-2013 αίτησή του και τους από 15-4-2022 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα ανέγνωσε την από 5-5-2022 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος αναίρεσης της από 16-12-2013 αίτησης και να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναίρεσης του από 15-4-2022 δικογράφου των προσθέτων λόγων. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζήτησης διαδίκου, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στη συζήτηση παρά την απουσία αυτού (ΑΠ 1387/2019).

Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Περαιτέρω, με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), μετά το άρθρο 6 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου" (ΦΕΚ Α 139) προστέθηκε άρθρο 6Α στις παραγράφους 1 και 2 του οποίου ορίζονται τα εξής: "1.

Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κειμένων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές.".

Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 405/2016, ΑΠ 620/2017, ΑΠ 207/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (δηλαδή στις 24.5.2022), από τους είκοσι εννέα (29) συνολικά αναιρεσίβλητους, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο η δεύτερη (2η), η τρίτη (3η), ο τέταρτος (4ος), η όγδοη (8η), ο ένατος (9ος), ο ενδέκατος (11ος), η δέκατη τέταρτη (14η), η εικοστή πρώτη (21η), η εικοστή τέταρτη (24η), η εικοστή έκτη (26η) και ο εικοστός έβδομος (27ος) αναιρεσίβλητοι, ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από την πληρεξούσια Δικηγόρο τους Ε.

Χ.. Περαιτέρω, από τις με αριθμούς ... και ... εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου …. με έδρα το Πρωτοδικείο ….., Ά. Κ. Κ., που με επίκληση προσκομίζονται από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, προκύπτει ότι: α) ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από ….. και με αριθμό κατάθεσης στο Πρωτοδικείο ….. 157/2013, αίτησης για αναίρεση της με αριθμό …..

απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ….., που δίκασε ως Εφετείο, με πράξη ορισμού από την Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ως αρμόδιου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία ορίζεται ο χρόνος για συζήτηση της υπόθεσης η ημερομηνία που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (δηλαδή η 24η Μαϊου 2022) και β) ακριβές αντίγραφο των από 15.4.2022 και με αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του Αρείου Πάγου 53/18.4.2022 πρόσθετων λόγων αναίρεσης της ίδιας απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχουν επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 122, 127 παρ. 1, 128 παρ. 4, 143 παρ. 1, 498, 568, 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ και κατά το προεκτεθέν άρθρο 6 Α παρ. 1 του διατ/τος της 26 Ιουνίου -10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" (ΦΕΚ Α 139), που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), με επιμέλεια του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ στη Δικηγόρο Ε.

Χ., η οποία έχει υπογράψει την ένδικη, από 7.12.2008 και με αριθμό κατάθεσης 3280/22.12.2008 αγωγή και την από 2.11.2009 και με αριθμό κατάθεσης 2739/2009 έφεση των σαράντα ενός (41) εναγόντων -εκκαλούντων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι απόντες αναιρεσίβλητοι, και η οποία τους εκπροσώπησε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής, της έφεσης, της με αριθμό 1268/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και της προσβαλλόμενης, με αριθμό 5997/2012, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Περαιτέρω, η ως άνω Δικηγόρος (και) των απόντων αναιρεσίβλητων δεν προκύπτει να έχει αντικατασταθεί με οποιονδήποτε τρόπο μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Επομένως, εφόσον οι δεύτερη, τρίτη, τέταρτος, όγδοη, ένατος, ενδέκατος, δέκατη τέταρτη, εικοστή πρώτη, εικοστή τέταρτη, εικοστή έκτη και εικοστός έβδομος αναιρεσίβλητοι έχουν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτών.

Με την κρινόμενη, από 16.12.2013 και με αριθμό κατάθεσης 157/30.12.2013, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 5997/30.11.2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών:

α) την από 2.11.2009 και με αριθμό κατάθεσης …… έφεση των συνολικά σαράντα ενός (41) εναγόντων -εκκαλούντων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι είκοσι εννέα (29) αναιρεσίβλητοι και β) την από 20.11.2009 και με αριθμό κατάθεσης ... έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά της με αριθμό 1268/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου ….., με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, είχε δεχθεί:

α) εν μέρει την από 7.12.2008 και με αριθμό κατάθεσης 3280/2008 αγωγή και β) την περί διετούς παραγραφής ένσταση του εναγομένου -αναιρεσείοντος και είχε υποχρεώσει το τελευταίο να καταβάλει σε καθένα από τους (41) ενάγοντες (δηλαδή και στους αναιρεσίβλητους) τα στην απόφασή του αναγραφόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, προς εξόφληση του επιδόματος το οποίο καταβάλλεται στους διοικητικούς υπαλλήλους του ΥΠΕΠΘ που συμμετέχουν στην προετοιμασία και διεξαγωγή των γενικών εξετάσεων για την εισαγωγή στα ΑΕΙ και στα ΤΕΙ της χώρας και το οποίο (επίδομα) έκρινε ότι το δικαιούνται οι ενάγοντες κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως 31.12.2008.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις: (α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 2.11.2009 έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων, (β) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20.11.2009 έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος ως προς τους τους πρώτο (1) έως και εικοστή ένατη (29η) ενάγοντες -εφεσίβλητους -αναιρεσίβλητους, επικυρώνοντας έτσι την πρωτοβάθμια απόφαση και (γ) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος ως προς τους τριακοστό (30ο) έως τεσσαρακοστή πρώτη (41η) ενάγοντες -εφεσίβλητους και μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη, εξαφάνισε ως προς τους τελευταίους την πρωτοβάθμια απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την από 7.12.2008 αγωγή, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς αυτούς.

Η αίτηση αναίρεσης ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπρόθεσμα και παραδεκτά, καθότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 30.12.2013 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει να έχει γίνει επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων, δημοσιεύθηκε στις 30.11.2012 (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Επίσης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται παραδεκτά και εμπρόθεσμα (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι το οικείο, από 15.4.2022, δικόγραφο έχει κατατεθεί στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 18 Απριλίου 2022 (αριθμός κατάθεσης 53/18.4.2022) και, όπως ήδη αναφέρθηκε, έχει επιδοθεί στις 20 Απριλίου 2022 στην ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσίβλητων, δηλαδή περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν τη δικάσιμο της 24ης Μαϊου 2022, που είχε ορισθεί για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί (άρθρα 577 παρ.1 και 569 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων στα άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 5/2021, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 1420/2013).

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή, στην περίπτωση έρευνας της ουσίας της διαφοράς με την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, η έλλειψη δε μείζονος πρότασης και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την έννοια της διάταξης του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση (ΑΠ 810/2021, ΑΠ 708/2020, ΑΠ 903/2010), διότι το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζουν οι νομικές αναλύσεις, αλλά οι ουσιαστικές παραδοχές που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση (ΑΠ 1291/2010, ΑΠ 1696/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό από τον αριθμό 1 εδαφ. α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο του κυρίως δικογράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 49 του ν. 2413/1996, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 παρ. 10 του ν. 3027/2002 και του άρθρου 19 παρ. 4 εδαφ. 3 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40), τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε με την ακόλουθη, κατά το αναιρεσείον μη νόμιμη και αναιτιολόγητη, κρίση: "[...] σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνεται όχι μόνο η ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύεται ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων, στα οποία αφορά, είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ. 3 Σ (εννοείται του Συντάγματος) την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλειστεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση άλλη κατηγορία, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχείρισης, η διάταξη αυτή, που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση".

Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έρευνα του ως άνω μοναδικού λόγου αναίρεσης προκύπτει ότι η κατά λέξη παρατεθείσα κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αποτελεί τμήμα της μείζονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασής του (βλ. 4ο φύλλο αυτής). και δεν περιέχεται στα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος του κυρίως δικογράφου της ένδικης αίτησης, με τον οποίο και υπό την επίκληση από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται απόσπασμα της μη ιδρύουσας αυτοτελή λόγο αναίρεσης μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά, είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος την άσκηση του, εκ της ισονομίας, ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλειστεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή άλλη κατηγορία, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχείρισης, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής (Ολ.ΑΠ 19/2004, ΑΠ 2235/2013.).

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται (ΟλΑΠ. 16 και 17/2015, ΑΠ 794/2022).

Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς ήτοι, όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή Ν.Π.Δ.Δ.

και η άλλη σε Ν.Π.Ι.Δ. ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα (ΑΠ 2235/2013). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.12 εδ.α' του ν. 2327/1995 "Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, ρύθμιση θεμάτων έρευνας παιδείας και μετεκπαίδευσης εκπαιδευτικών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 156/31.7.1995) χορηγήθηκε στους διοικητικούς υπαλλήλους των κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΕΠΘ) μηνιαίο ειδικό επίδομα ποσού δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) δραχμών, για την απασχόλησή τους στη διαδικασία της προετοιμασίας και διεξαγωγής των γενικών (πανελλαδικών) εξετάσεων.

Στη συνέχεια, με το άρθρο 49 του ν. 2413/1996, "Η Ελληνική Παιδεία στο εξωτερικό, διαπολιτισμική εκπαίδευση και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α' 124/17-6-1996) η χορήγηση του εν λόγω επιδόματος επεκτάθηκε και στο μόνιμο ή με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου διοικητικό, τεχνικό και λοιπό βοηθητικό προσωπικό όλων των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, αυτοτελών και μη υπηρεσιών και εκπαιδευτικών μονάδων αρμοδιότητας του ΥΠ.Ε.Π.Θ.

και υπαλλήλους ..., καθώς και σε όλα τα μέλη ...ων Ανωτάτων και των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων καθώς και στους τεχνικούς εργαστηρίων των ΤΕΙ. Κατόπιν με το άρθρο 10 παρ.4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40/21-3-1997), ισχύοντος από 1-1-1997 κατ' άρθρο 33 αυτού, καταργήθηκε (μεταξύ άλλων και) το ανωτέρω επίδομα από όλες τις κατηγορίες των υπαλλήλων, όλων των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου και υπηρεσιών αρμοδιότητας του ΥΠ.Ε.Π.Θ.

από 1.1.1997. Παράλληλα, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.4 εδ. γ' του ίδιου νόμου προβλέφθηκε η χορήγηση εφάπαξ αμοιβής, προσδιοριζόμενης καθ' ύψος από τον αρμόδιο υπουργό, μόνο "στο διοικητικό προσωπικό αρμοδιότητας του ΥΠ.Ε.Π.Θ., που συμμετέχει καθ' οιονδήποτε τρόπο στη διεξαγωγή και υποστήριξη των γενικών (εισαγωγικών) εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ".

Σύμφωνα με αυτή την εξουσιοδοτική διάταξη, εκδόθηκαν στη συνέχεια κοινές αποφάσεις των υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, με τις οποίες καθορίσθηκε και αναπροσαρμόσθηκε κατ' έτος το ύψος της εν λόγω εφάπαξ αμοιβής κατά μισθολογική κατηγορία, για το διοικητικό προσωπικό της κεντρικής και των περιφερειακών υπηρεσιών του ΥΠ.Ε.Π.Θ., που συμμετέχει στη διεξαγωγή και υποστήριξη (ήτοι, όχι πλέον "στη διαδικασία της προετοιμασίας και διεξαγωγής", όπως αναφερόταν στο άρθρο 10 παρ.12 εδ.α' του ν. 2327/1995) των ετήσιων, εισαγωγικών εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.10 του ν. 3027/2002 "Ρύθμιση Θεμάτων Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, ανώτατης εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 152/28-6-202) τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 49 παρ.1 του ν. 2413/1996 (που, κατά τα ανωτέρω, είχε ήδη καταργηθεί) ως εξής: "Στην παρ.1 του άρθρου 49 του ν. 2413/1996 και μετά τις λέξεις "διοικητικό, τεχνικό" τίθεται η λέξη "νοσηλευτικό", η ισχύς της διάταξης αυτής αρχίζει από 1-12-2001".

Κατά την αληθινή έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 6 παρ.10 του ν. 3027/2002, δεν χορηγήθηκε εκ νέου το ένδικο επίδομα με το γενικό τρόπο που αναφερόταν στο άρθρο 49 του ν. 2413/1996, αφού δεν γίνεται κανένας λόγος για αναβίωση των επιδομάτων που είχαν καταργηθεί με το ν. 2470/1997, μεταξύ των οποίων ήταν και το συγκεκριμένο.

Άλλωστε και από το περιεχόμενο της εισηγητικής έκθεσης του νόμου αυτού προκύπτει σαφώς η μη αναβίωση του ως άνω ενδίκου επιδόματος, αφού σ' αυτήν αναφέρεται ότι η ως άνω προσθήκη τίθεται για να λυθεί η διχογνωμία που υπήρξε στο παρελθόν ως προς αν το νοσηλευτικό προσωπικό των ιδρυμάτων αρμοδιότητας του ΥΠ.Ε.Π.Θ.

δικαιούταν ή όχι το επίδομα του άρθρου 10 παρ.12 του ν. 2327/1995, κατά το χρόνο που αυτό ίσχυε (ΑΠ 42/2017, ΑΠ 257, 258/2014, ΑΠ 432/2010). Αργότερα στο άρθρο 17 παρ.4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ" (ΦΕΚ Δ 297/23-12-2003), ισχύοντος από 1-1-2004 κατ' άρθρο 56 αυτού (πριν την αντικατάσταση και αναρίθμηση που έγινε με το άρθρο 7 του ν. 3833/2010), ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους εκπαιδευτικούς και λοιπό προσωπικό που συμμετέχουν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη των γενικών και ειδικών εξετάσεων ή άλλης διαδικασίας εισαγωγής στην Ανώτατη Εκπαίδευση και την έκδοση των αποτελεσμάτων επιλογής, καθώς και στις εξετάσεις ιδιωτικών, Γενικών και Τεχνικών Επαγγελματικών Λυκείων και τεχνικών Επαγγελματικών Σχολών και στις αναβαθμολογήσεις γραπτών δοκιμίων μαθητών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

Με όμοια απόφαση καθορίζεται εφάπαξ αμοιβή για το διοικητικό προσωπικό του ΥΠ.Ε.Π.Θ. που συμμετέχει στις ανωτέρω διαδικασίες". Με βάση την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη εκδόθηκαν: α) η 2/24945/0022/10-05-2004 (ΦΕΚ 729/Β/17.5.2004) ΚΥΑ, με την οποία χορηγήθηκε η εφάπαξ αμοιβή στο διοικητικό προσωπικό της Κεντρικής και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠΕΠΘ για τη συμμετοχή και υποστήριξη των Γενικών Εξετάσεων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ, β) η 2/44250/0022/08-11-2004 (ΦΕΚ 1682/Β/12.11.2004) ΚΥΑ, με την οποία χορηγήθηκε αποζημίωση στο διοικητικό προσωπικό του Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων (ΟΕΔΒ), που συμμετέχει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην υποστήριξη των γενικών ή ειδικών εξετάσεων ή λοιπών διαδικασιών επιλογής υποψηφίων για την τριτοβάθμια πανεπιστημιακή εκπαίδευση και γ) η 2/36779/0022/14-07-2005 (ΦΕΚ 1018/Β/19.7.2005) ΚΥΑ, με την οποία χορηγήθηκε εφάπαξ αμοιβή στο διοικητικό προσωπικό της Σιβιτανίδειου Δημόσιας Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων (ΣΔΣΤΕ) για τη συμμετοχή του στη διεξαγωγή και υποστήριξη των Γενικών Εξετάσεων στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ.

Οι ως άνω υπουργικές αποφάσεις, όμως, πλην της πρώτης που αφορά στο διοικητικό προσωπικού της Κεντρικής και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.Ε.Π.Θ., για το οποίο γίνεται ρητά λόγος στην εξουσιοδοτική διάταξη του δευτέρου εδαφίου του ως άνω άρθρου 17 παρ.4 του ν. 3205/2003, είναι ανίσχυρες κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 εδ β του Συντάγματος.

Πράγματι, για "διοικητικό προσωπικό" γίνεται λόγος μόνο σε αναφορά προς το ΥΠ.Ε.Π.Θ., ενώ για "λοιπό προσωπικό" γίνεται λόγος μόνο σε αναφορά προς τους εκπαιδευτικούς της εξουσιοδοτικής διάταξης του πρώτου εδαφίου, των οποίων τα καθήκοντα (οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη των γενικών εξετάσεων, έκδοση αποτελεσμάτων και αναβαθμολογήσεις) περιγράφονται ειδικά και περιοριστικά και στην υποβοήθηση του έργου των οποίων και μόνο πρέπει να νοηθεί η συμβολή του "λοιπού προσωπικού".

Ως εκ τούτου, οι λοιπές υπουργικές αποφάσεις έχουν εκδοθεί καθ' υπέρβαση της παρασχεθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης και δεν μπορεί να αποτελέσουν νομοθετικό έρεισμα που να δικαιολογεί επέκταση της σχετικής ρύθμισης σύμφωνα με την αρχή της ισότητας (ΑΠ 42/2017), καθότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (Ολ ΑΠ 16/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης, από 7.12.2008 και με αριθμό κατάθεσης 3280/2008, αγωγής, της με αριθμό 1268/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και της προσβαλλόμενης, με αριθμό 5997/2012, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά τα τμήματα της τελευταίας που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής:

Με την ένδικη αγωγή οι σαράντα ένας (41) συνολικά ενάγοντες, στους οποίους περιλαμβάνονται οι είκοσι εννέα (29) αναιρεσίβλητοι, εκθέτουν ότι επί σειρά ετών εργάζονται στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με "σύμβαση μίσθωσης έργου" και ότι μετά τη μετατροπή της εργασιακής τους σχέσης σε ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου βάσει των διατάξεων των άρθρων 17 του ν. 2839/2000 και 11 π.δ. 164/2004, καθ' όλη την ένδικη χρονική περίοδο από 1.1.2004 έως 31.12.2008 και κατά τα ειδικότερα μέσα σε αυτή χρονικά διαστήματα για τον καθένα τους, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό.

Ότι, ειδικότερα, οι 1ος έως και 12ος ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι ανήκουν στο κλάδο Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, οι 13η, έως και 16η ενάγουσες -αναιρεσίβλητες ανήκουν στον κλάδο Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, οι 17η, 18ος, 19η, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 26η, 27ος, 28η και 29η ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι ανήκουν στον κλάδο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και οι 30ος έως 41η ενάγοντες και μη διάδικοι στην αναιρετική δίκη ανήκουν στον κλάδο Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης και ότι το μισθολόγιό τους διεπόταν μέχρι την 31.12.2003 από το ν. 2470/1997 (ενιαίο μισθολόγιο δημοσίων υπαλλήλων) και από τις 1.1.2004 διέπεται από το ν. 3205/2003.

Ότι, αν και κάθε έτος προετοιμάζουν τη διεξαγωγή των Πανελληνίων Εξετάσεων, συντάσσοντας πρόταση σχετικά με τον αριθμό των εισακτέων φοιτητών στα Τμήματα του εναγομένου -αναιρεσείοντος, και υποστηρίζουν τη διαδικασία εισαγωγής των φοιτητών στα εκπαιδευτικά Ιδρύματα, ενεργώντας συμπληρωματικά με τους διοικητικούς υπαλλήλους και εκπαιδευτικούς του ΥΠ.Ε.Π.Θ.

και τους διοικητικούς υπαλλήλους των εποπτευόμενων από το ΥΠ.Ε.Π.Θ νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, τα οποία κατονομάζουν, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας δεν τους χορηγείται το επίδομα για τη συμμετοχή τους στη διεξαγωγή των Γενικών (Πανελληνίων) Εξετάσεων, το οποίο μέχρι την ισχύ του ν. 2470/1997 καταβαλλόταν και στο διοικητικό προσωπικό του εναγομένου -αναιρεσείοντος με βάση το άρθρο 49 του ν. 2413/1996 και το οποίο επαναχορηγήθηκε στους διοικητικούς υπαλλήλους του ΥΠ.Ε.Π.Θ.

και των κατονομαζόμενων στην αγωγή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που εποπτεύονται από το ΥΠ.Ε.Π.Θ., με βάση το άρθρο 17 παρ. 4 του ν. 3205/2003 και τις κατ' εξουσιοδότησή του εκδοθείσες Υπουργικές Αποφάσεις, που παραθέτουν. Με βάση τους ως άνω ισχυρισμούς τους, ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο -αναιρεσείον να καταβάλει τα αναγραφόμενα στην αγωγή για κάθε ενάγοντα ποσά, ως δεδουλευμένο ειδικό επίδομα Γενικών (Εισαγωγικών) Εξετάσεων, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας που ισχύει για τους ιδιώτες από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, που δίκασε την ως άνω αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε ότι οι αξιώσεις των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων, που αφορούσαν τη χρονική περίοδο από 1.1.2004 μέχρι 30.12.2006 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή των άρθρων 48 παρ. 3 και 49 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και κατά τα λοιπά δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο-αναιρεσείον να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το αναγραφόμενο στην απόφασή του ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι ενάγοντες άσκησαν την από 2.11.2009 και με αριθμό κατάθεσης 2739/2009 έφεση και το εναγόμενο άσκησε την από 20.11.2009 και με αριθμό κατάθεσης ... έφεση. Με την προσβαλλόμενη με αριθμό 5997/2012 απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις (αντίθετες) εφέσεις των διαδίκων κατά της με αριθμό 1268/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, μετά από την εκτίμηση των με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντων αποδεικτικών μέσων και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, δέχθηκε τα εξής: "Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες- εφεσίβλητοι υπηρετούν στο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο-εκκαλούν ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου.

Ειδικότερα, αυτοί απασχολούνται με τις κάτωθι ειδικότητες : α) ο 1ος, ο 4ος, η 5η, η 8η και ο 12ος με την ειδικότητα ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού, β) οι 17η, 18η, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 25η, 27ος, 28η και 29η με την ειδικότητα ΔΕ Υπαλλήλων Γραφείου, γ) η 2η με την ειδικότητα ΠΕ Φυσικής Αγωγής, δ) η 3η με την ειδικότητα ΠΕ Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Η/Υ, ε) η 6η και η 7η με την ειδικότητα ΠΕ Πολιτικών Μηχανικών, στ) ο 9ος με την ειδικότητα ΠΕ Μηχανολόγων Μηχανικών, ζ) η 10η και ο 11ος με την ειδικότητα ΠΕ Μηχανολόγων Μηχανικών, η) η 13η και η 14η με την ειδικότητα ΤΕ Βιβλιοθηκονομίας, η) η 15η και 16η με την ειδικότητα ΤΕ Τεχνολόγων Τροφίμων και Διατροφής, θ) η 19η με την ειδικότητα ΔΕ Προσωπικού Η/Υ, ι) η 26η με την ειδικότητα ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού [...].

Το εναγόμενο - εφεσίβλητο συμμετέχει κάθε χρόνο δια των διοικητικών του υπαλλήλων στην προετοιμασία και τη διεξαγωγή των Γενικών (Εισαγωγικών) Εξετάσεων στα Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. με τον ακόλουθο τρόπο : Κάθε χρόνο και κατόπιν σχετικής εντολής του ΥΠ.Ε.Π.Θ. οι διοικητικοί υπάλληλοι του εναγόμενου - εφεσίβλητου αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συντάξουν πρόταση σχετικά με τον αριθμό των εισακτέων φοιτητών και σπουδαστών στα τμήματα σπουδών του.

Η πρόταση αυτή συντάσσεται, αφού πρώτα ελεγχθεί πόσοι φοιτητές - σπουδαστές οφείλουν και ποια από τα μαθήματά τους και πιθανολογηθεί το ποσοστό αυτών που θα διαγωνισθούν επιτυχώς στις εξετάσεις του Πολυτεχνείου με επεξεργασία των στοιχείων των προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών, ώστε να υπολογισθεί ο αριθμός των κενών θέσεων που θα καταλάβουν οι νεοεισερχόμενοι φοιτητές και ο αριθμός των εργαστηρίων που θα παραμείνουν ελεύθερα για το επόμενο διδακτικό έτος, καθώς και ο αριθμός των αιθουσών διδασκαλίας που θα φιλοξενήσουν τους νέους φοιτητές.

Κατ' αυτό τον τρόπο οι διοικητικοί υπάλληλοι του εναγόμενου - εφεσίβλητου, που απασχολούνται με τις παραπάνω εργασίες, εργάζονται συμπληρωματικά προς τους συναδέλφους τους της Κεντρικής Υπηρεσίας και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.Ε.Π.Θ., αφού για την επιτυχή οργάνωση και διεξαγωγή των εισαγωγικών εξετάσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση απαιτείται προετοιμασία τόσο από πλευράς του Υπουργείου, όσο και από την πλευρά των εργαζόμενων στο Πολυτεχνείο.

Επομένως, αφού ο δικαιολογητικός λόγος της δια νόμου χορήγησης του επίδικου επιδόματος στους διοικητικούς υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.Ε.Π.Θ. ήταν η προσφορά εργασίας τους καθ' οιονδήποτε τρόπο για την επιτυχή οργάνωση και διεξαγωγή των εξετάσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και εφόσον κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 17 παρ. 4 του Ν.3205/2003 εκδόθηκαν διάφορες ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η επίδικη αμοιβή σε διοικητικούς υπαλλήλους άλλων νπδδ εποπτευόμενων από το ΥΠΕΠΘ για όμοια εργασία, έπρεπε κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 Σ (εννοείται του Συντάγματος), να δοθεί και σε όσους διοικητικούς υπαλλήλους του εναγόμενου απασχολούνται κατά τον προεκτεθέντα τρόπο με την προετοιμασία των Γενικών (Εισαγωγικών) Εξετάσεων.

Άλλωστε κανένας λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος για τη μη χορήγησή του και σε αυτούς δεν αποδείχθηκε και ως εκ τούτου ο αποκλεισμός των τελευταίων από την καταβολή του συνιστά αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση του νομοθέτη σε βάρος τους, σε σχέση με τους διοικητικούς υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.Ε.Π.Θ., καθώς και αυτών που απασχολούνται στον ΟΕΔΒ και στη Σιβιτανίδειο Δημόσια Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων.

Συνεπώς, είναι σαφές ότι η χορήγηση της επίδικης αμοιβής πρέπει να ισχύσει και για όσους από τους ενάγοντες αποδεικνύεται ότι είχαν αναλάβει καθήκοντα σχετικά με τη διεξαγωγή των γενικών εξετάσεων".[...]. Εξάλλου, δεδομένης της ειδικότητας του κάθε ενάγοντος σε συνδυασμό με τις απαιτούμενες για τη διεξαγωγή των εξετάσεων εργασίες, που αναπτύχθηκαν παραπάνω, είναι σαφές ότι οι διοικητικοί υπάλληλοι του εναγόμενου που δικαιούνται την επίδικη αμοιβή είναι οι 1ος έως και 29η ενάγοντες [...].

Δεδομένου ότι οι αντίστοιχοι διοικητικοί υπάλληλοι του ΥΠ.Ε.Π.Θ. για την επίδικη αιτία λαμβάνουν : α) η κατηγορία ΠΕ ετησίως το ποσό των 1.145 ευρώ και άρα μηνιαίως το ποσό των 95,42 ευρώ, β) η κατηγορία ΤΕ ετησίως το ποσό των 1.100 και άρα μηνιαίως το ποσό των 91,67 ευρώ και γ) η κατηγορία ΔΕ ετησίως το ποσό των 1.035 ευρώ και άρα μηνιαίως το ποσό των 86,25 ευρώ, το εναγόμενο πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει :

α) σε καθένα από τους 1ο έως και 11ο των εναγόντων, κατηγορίας ΠΕ, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως και 31.12.2008 το ποσό των 2.290,08 ευρώ, β) στον 12ο ενάγοντα κατηγορίας ΠΕ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως και 28.2.2008 το ποσό των 1.335,80 ευρώ, γ) σε κάθε μία από τις 13η έως 26η ενάγουσες, κατηγορίας ΤΕ, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 μέχρι 31.12.2008 το ποσό των 2.200,08 ευρώ και δ) σε καθένα από τους 17η έως και 29η των εναγόντων κατηγορίας ΔΕ, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 έως και 31.12.2008 το ποσό των 2.070 ευρώ.

Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον [...] η αγωγή είναι νόμιμη, έστω και αν στηρίζεται σε εν μέρει διαφορετικές διατάξεις από αυτές που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της έφεσης του εναγομένου, καθώς και ο δεύτερος λόγος της έφεσης των εναγόντων πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.

Ομοίως, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος της έφεσης του εναγομένου, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι εν προκειμένω δεν υπάρχει παραβίαση της ισότητας (4 παρ. 1 Σ), καθώς είναι άλλα τα καθήκοντα των απασχολούμενων με τη διεξαγωγή των Πανελλήνιων Εξετάσεων. Τούτο διότι [...] οι διοικητικοί υπάλληλοι των Α.Ε.Ι.

που απασχολούνται με τον καθορισμό των εισακτέων σε κάθε τμήμα φοιτητών και με την προετοιμασία της κτηριακής υποδομής (ελεύθερες αίθουσες, εργαστήρια κλπ) κάθε νέο σπουδαστικό έτος, εργάζονται συμπληρωματικά προς τους αντίστοιχους διοικητικούς υπαλλήλους του ΥΠ.Ε.Π.Θ., που προετοιμάζουν τη διενέργεια των εξετάσεων. [...].".

Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό της την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά το μέρος που αφορούσε τους πρώτο έως και εικοστή ένατη ενάγοντες-εφεσίβλητους-αναιρεσίβλητους, επικυρώνοντας έτσι τη με αριθμό 1268/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε αποφανθεί καθ' όμοιο τρόπο ως προς αυτούς.

Με τη κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις παρατεθείσες στην προηγηθείσα νομική σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών. Τούτο διότι από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι το αδιακρίτως χορηγούμενο επίδομα των άρθρων 10 παρ.12 του ν. 2327/1995 και 49 του ν. 2413/1996 καταργήθηκε οριστικά με το άρθρο 10 παρ.4 του ν. 2470/1997 και ότι η εφάπαξ αμοιβή του άρθρου 19 παρ. 4 εδ.

γ' του ν. 2470/1997 και του άρθρου 17 παρ.4 του ν. 3205/2003 δεν ταυτίζεται με το καταργηθέν επίδομα, αλλά καταβάλλεται μόνο, πέραν των εκπαιδευτικών και όσων υποβοηθούν το έργο τους, στους διοικητικούς υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΕΠΘ), που συμμετέχουν στην οργάνωση, διεξαγωγή και υποστήριξη των ετήσιων γενικών εξετάσεων ή άλλης διαδικασίας εισαγωγής στην Ανώτατη Εκπαίδευση και στην έκδοση των αποτελεσμάτων εισαγωγής.

Και, περαιτέρω, σε συνδυασμό με τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, τα οποία ως ουσιαστικές παραδοχές παρατέθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση και στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι (δηλαδή οι πρώτος έως και 29η ενάγοντες) απασχολούνται ως διοικητικοί υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο αναιρεσείον Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα, που ως ΝΠΔΔ εποπτεύεται μεν από το ΥΠ.Ε.Π.Θ., αλλά δεν ταυτίζεται με αυτό (δηλαδή το ΥΠ.Ε.Π.Θ.).

Οι αναιρεσίβλητοι, δηλαδή, αποτελούν διαφορετική κατηγορία εργαζομένων από εκείνη των διοικητικών υπαλλήλων της Κεντρικής Υπηρεσίας και των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠ.Ε.Π.Θ.), στους οποίους χορηγήθηκε η επίδικη εφάπαξ παροχή με τη με αριθμό 2/24945/0022/10.5.2004 ΚΥΑ, η οποία είναι σύμφωνη με τη ρητή για τους τελευταίους εξουσιοδοτική διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 17 του ν. 3205/2003.

Συνεπώς, η μη εφαρμογή στους αναιρεσίβλητους των ως άνω διατάξεων είναι δικαιολογημένη και δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισονομίας ή της παροχής ίσης αμοιβής για την ίδια εργασία (ΑΠ 42/2017, ΑΠ 2235/2013, ΑΠ 1578/2008). Ως εκ τούτου, με το να δεχθεί τα αντίθετα η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 εδαφ.

α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως, κατά παραδοχή των από τον αριθμό 1 εδαφ. α του άρθρου 560 του ΚΠολΔ μοναδικού λόγου αναίρεσης, ο οποίος περιλαμβάνεται στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης και με τον οποίο υποστηρίζονται τα ως άνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο και δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την από 7.12.2008 αγωγή ως προς τους πρώτο έως και εικοστή ένατη ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους.

Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεσθεί οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι για τη θεμελίωση της αγωγής τους, όπως προκύπτει από το επισκοπηθέν από τον Άρειο Πάγο και συνοπτικά εκτεθέν περιεχόμενό της, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ.

α του ΚΠολΔ, η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα. Στη συνέχεια πρέπει να γίνει δεκτή η από 20.11.2009 και με αριθμό κατάθεσης ... έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η με αριθμό 1268/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (και) ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες δέχθηκε εν μέρει την από 7.12.2008 αγωγή ως προς τους 1ο έως και 29η ενάγοντες -αναιρεσίβλητους και επιδίκασε στον καθένα τους τα σε αυτή διαλαμβανόμενα χρηματικά ποσά και να απορριφθεί η από 7.12.2008 αγωγή (και των ως άνω εναγόντων -αναιρεσίβλητων) ως νομικά αβάσιμη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών, ήτοι του επιδικασθέντος κεφαλαίου και των τόκων αυτού, πλέον της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όχι όμως και των επί των πρώτων παρακρατηθέντων από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικών εισφορών, φόρων και λοιπών κρατήσεων, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (ΟλΑΠ 11/2007, ΑΠ 381/2019).

Η ως άνω επαναφορά μπορεί να ζητηθεί και επί εκουσίας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, λόγω της επικύρωσης αυτής, θεωρείται ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 22/2006, ΑΠ 381/2019 ΑΠ 1406/2009, ΑΠ 143/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ` αυτών σημείωση της αρμόδιας Γραμματέα, στις 23 Μαϊου 2022, δηλαδή την παραμονή της δικασίμου, υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που αυτό κατέβαλε σε αυτούς σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση.

Την εν λόγω επιστροφή ζητεί με το νόμιμο τόκο από την καταβολή, άλλως από την επίδοση της εκδοθησομένης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου. Το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, με εξαίρεση το αίτημα καταβολής τόκων από την καταβολή των επί μέρους ποσών στους αναιρεσίβλητους, το οποίο δεν είναι νόμιμο, καθότι μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης οι αναιρεσίβλητοι καθίστανται υπερήμεροι (άρθρο 340 του ΑΚ) για την επιστροφή του καταβληθέντος στον καθένα τους ποσού, λαμβάνοντας γνώση της ανατροπής της απόφασης, γιατί γενεσιουργός λόγος της σχετικής αξίωσης είναι η αναίρεση της απόφασης που εκτελέσθηκε, ενώ κατά τον προηγούμενο χρόνο οι αναιρεσίβλητοι κατέχουν νόμιμα τα καταβληθέντα με βάση την απόφαση αυτή, ως νόμιμο τίτλο (ΟλΑΠ 37/2005, ΑΠ 381/2019).

Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. έγγραφα προκύπτει ότι το τελευταίο, σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία είχε ενσωματωθεί η πρωτόδικη απόφαση με την απόρριψη της κατά της τελευταίας έφεσής του, κατέβαλε στις 2.12.2014 με πίστωση των τραπεζικών λογαριασμών μισθοδοσίας των αναιρεσίβλητων- υπαλλήλων του τα ακόλουθα ποσά για επιδικασθέν κεφάλαιο και για δεδουλευμένους τόκους από την επίδοσης της αγωγής, μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών υπέρ Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΙΚΑ, ΤΣΜΕΔΕ, ΜΤΠΥ) και του φόρου μισθωτών υπηρεσιών (βλ.

την από 14.10.2014 μηχανογραφημένη κατάσταση πληρωμής των αναιρεσίβλητων από τα αρχεία μισθοδοσίας που συνέταξε η εκκαθαρίστρια αποδοχών του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ σε συνδυασμό με το από 14.3.2022 υπηρεσιακό σημείωμα): (α) σε καθένα από τους πρώτο, δεύτερη, τέταρτο, πέμπτη και όγδοη αναιρεσίβλητους κατέβαλε το συνολικό ποσό των 2.065,18 ευρώ, (β) σε καθένα από τους τρίτη, έκτη, έβδομη, ένατο, δέκατη και ενδέκατο αναιρεσίβλητους κατέβαλε το συνολικό ποσό των 2.304,34 ευρώ, (γ) στο δωδέκατο αναιρεσίβλητο κατέβαλε το συνολικό ποσό των 1.204,28 ευρώ, (δ) σε καθεμία από τις δέκατη τρίτη, δέκατη τέταρτη, δέκατη πέμπτη και δέκατη έκτη αναιρεσίβλητες κατέβαλε το συνολικό ποσό των 1.984,02 ευρώ, (ε) σε καθένα από τους δέκατη έβδομη, δέκατο όγδοο, δέκατη ένατη, εικοστή, εικοστή πρώτη, εικοστή δεύτερη, εικοστή τρίτη, εικοστή πέμπτη, εικοστό έβδομο, εικοστή όγδοη και εικοστή ένατη αναιρεσίβλητους κατέβαλε το συνολικό ποσό των 1.866,72 ευρώ και (στ) σε κάθε μία από τις εικοστή τέταρτη και εικοστή έκτη αναιρεσίβλητες κατέβαλε το συνολικό ποσό των 2.213,24 ευρώ.

Επομένως, το καταβληθέν ως άνω ποσό σε κάθε αναιρεσίβλητο πρέπει ο τελευταίος να υποχρεωθεί να το επιστρέψει στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση, κατά παραδοχή της αίτησης επαναφοράς ως ουσιαστικά βάσιμης. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη, όσο και για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, μειωμένων ως ορίζεται στο διατακτικό κατ' εφαρμογή των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της με αριθμό 134423/1992 Κοινής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, καθότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του ν. 4831/2021 (ΑΠ 331/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 5997/30.11.2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.

Κρατεί και δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση.

Δέχεται την από 20.11.2009 και με αριθμό κατάθεσης ... έφεση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ (και) κατά των πρώτου έως και εικοστής ένατης των εναγόντων- εφεσίβλητων.

Εξαφανίζει τη με αριθμό 1268/12.8.2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που δέχθηκε την από 7.12.2008 και με αριθμό κατάθεσης 3280/2008 αγωγή ως προς τους ως άνω ενάγοντες -εφεσίβλητους.

Απορρίπτει την από 7.12.2008 αγωγή ως προς αυτούς.

Δέχεται την από 23 Μαΐου 2022 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Υποχρεώνει : (α) καθένα από τους πρώτο, δεύτερη, τέταρτο, πέμπτη και όγδοη αναιρεσίβλητους να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων εξήντα πέντε ευρώ και δέκα οκτώ λεπτών (2.065,18 ευρώ), (β) καθένα από τους τρίτη, έκτη, έβδομη, ένατο, δέκατη και ενδέκατο αναιρεσίβλητους να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων τεσσάρων ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (2.304,34 ευρώ), (γ) τον δωδέκατο αναιρεσίβλητο να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων διακοσίων τεσσάρων ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (1.204,28 ευρώ), (δ) καθεμία από τις δέκατη τρίτη, δέκατη τέταρτη, δέκατη πέμπτη και δέκατη έκτη αναιρεσίβλητες να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων εννιακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και δύο λεπτών (1.984,02 ευρώ), (ε) καθένα από τους δέκατη έβδομη, δέκατο όγδοο, δέκατη ένατη, εικοστή, εικοστή πρώτη, εικοστή δεύτερη, εικοστή τρίτη, εικοστή πέμπτη, εικοστό έβδομο, εικοστή όγδοη και εικοστή ένατη αναιρεσίβλητους να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των χιλίων οκτακοσίων εξήντα έξι ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (1.866,72 ευρώ) και (στ) κάθε μία από τις εικοστή τέταρτη και εικοστή έκτη αναιρεσίβλητες να καταβάλει στο αναιρεσείον το ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων δέκα τριών ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (2.213,24 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης μέχρι την εξόφληση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ