1907/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑγωγή. Σύμβαση έργου. Στοιχεία για να είναι ορισμένη. Αναίρεση. Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Όχι λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι [Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 35/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών].
Legislator headnote
AI generated1907/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο καθ' ου η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαιτήσεώς του για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθ' ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή.
Full text
Απόφαση 1907 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αγωγή. Σύμβαση έργου. Στοιχεία για να είναι ορισμένη. Αναίρεση. Απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που πλήττει την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Όχι λόγος αναιρέσεως κατά αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι [Απορρίπτει αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 35/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών].
Αριθμός 1907/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δρακάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-1999 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1856/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 8238/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα με την από 27-1-2005 αίτησή της. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 1760/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το εφετείο εξέδωσε τη 1527/2008 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-11-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 16-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ.1, 585, 933 και 979 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν ο λόγος ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαιτήσεως του καθ' ου που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής αρκεί μόνο η άρνηση αυτή, δεδομένου ότι ο καθ' ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαιτήσεώς του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.
Δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο καθ' ου η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαιτήσεώς του για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθ' ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή.
Η ανωτέρω άρνηση ή αμφισβήτηση της υπάρξεως της απαιτήσεως για την οποία έγινε η κατάταξη, μπορεί να γίνει και στην περίπτωση ακόμη που αυτή αποδεικνύεται έναντι του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη από έγγραφα τα οποία έχουν αποδεικτική δύναμη έναντι αυτού, γιατί η αποδεικτική αυτή δύναμή τους δεν δεσμεύει και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν.
Οι τελευταίοι, μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα κατατάξεως, στο πλαίσιο της διεξαγόμενης κατόπιν ανακοπής του άρθρου 979 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. δίκης, είναι τρίτοι έναντι του καθ' ου και δεν δεσμεύονται ούτε ωφελούνται από το μεταξύ αυτού και οποιουδήποτε δανειστή δεδικασμένο. Επομένως ο ανακόπτων δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο αποφάσεως μεταξύ του καθ' ου η ανακοπή και του καθ' ου η εκτέλεση (Α.Π.1501/2006).
Με βάση τ' ανωτέρω - αφού, με μόνη την αμφισβήτηση του ανακόπτοντος και την αντίστοιχη παράλειψη του καθ' ου η ανακοπή να επικαλεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα της απαιτήσεώς του, το ύψος αυτής και τον προνομιακό της χαρακτήρα, το δικαστήριο οφείλει να δεχθεί το λόγο της ανακοπής - κατά της αποφάσεως με την οποία γίνεται δεκτή η ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως για το λόγο αυτό, δεν είναι παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως που προϋποθέτουν υποχρέωση του δικαστηρίου να ερευνήσει τα αποδεικτικά μέσα, όπως εκείνοι του άρθρου 559 αριθ.11 και 12 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν το εφετείο, αφού έκανε δεκτή την από 15-7-2002 έφεση της ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 1856/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε απορριφθεί η από 17-12-1999 ανακοπή της αναιρεσιβλήτου κατά του ...
πίνακα κατατάξεως δανειστών της συμβολαιογράφου Αθηνών Βαρβάρας Σγούρα), κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε την ανακοπή, μεταρρύθμισε δε τον προσβαλλόμενο πίνακα ώστε να καταταγεί προνομιακά η αναιρεσίβλητη στο ποσό των 39.369,04 ευρώ με αντίστοιχη αποβολή του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη με την ανακοπή της είχε αμφισβητήσει την απαίτηση και το προνόμιο του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος, κατά τη συζήτηση της ανακοπής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν επικαλέσθηκε, όπως όφειλε, τα παραγωγικά γεγονότα της απαιτήσεώς του και τον προνομιακό της χαρακτήρα.
Συνεπώς οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.11 και 12 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε και ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι προεχόντως διότι προϋποθέτουν υποχρέωση του δικαστηρίου να ερευνήσει τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσης, δεν υπήρχε στην προκειμένη περίπτωση.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2009 αίτηση για αναίρεση της 1527/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ