1907/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Αυγούστου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1783/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3732/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης ανέγνωσε την από 6 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική της δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1907/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της παραγραφής αυτής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Δεν εφαρμόζεται εδώ η ΑΚ 937 διότι αυτή ισχύει στη αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία.
Full text
Απόφαση 1907 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1907/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Ελένη Μαραμαθά, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τακτικό με δήλωση κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ...... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Κατσερέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Αυγούστου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1783/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3732/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18 Οκτωβρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης ανέγνωσε την από 6 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική της δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 10 του ν.489/1976 ορίζει, στη μεν παράγραφο 1 ότι "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδίας αξίωση κατά του ασφαλιστή", στη δε παράγραφο 2 ότι "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 Α.Κ., όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (άρ. 215 Κ.Πολ.Δικ.), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.
Αν η επίδοση γίνει μετά τη συμπλήρωση της διετίας επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της παραγραφής αυτής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Δεν εφαρμόζεται εδώ η ΑΚ 937 διότι αυτή ισχύει στη αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία.
Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν.489/1976, που ρυθμίζει ειδικά την αξίωση αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή που ευθύνεται έναντι του παθόντος όχι από αδικοπραξία, αλλά από το νόμο, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ. Η παραπάνω διετής παραγραφή ως προς την αφετηρία της καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος.
Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, πράγμα που μπορεί να συμβεί σε απρόβλεπτη, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδείνωση της υγείας του παθόντος. Και στη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του ΑΚ ως προ τη διακοπή (ΑΚ 260 επ.) και αναστολή της παραγραφής (ΑΚ 255 επ.). Ειδικά με την άσκηση της αγωγής επέρχεται διακοπή της παραγραφής (ΑΚ 261).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 261 ΑΚ και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης της αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντίστοιχα εκκρεμοδικία. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.
α΄ ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και στη βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν.489/1976, "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά από είκοσι (20) χρόνια, και αν ακόμα η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", άρα σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία λόγω πρόκλησης παράνομης ζημίας, ήτοι σωματικής βλάβης από αυτοκίνητο του οποίου έχει ασφαλιστεί η ευθύνη των κατά νόμο οριζόμενων προσώπων για την πρόκληση ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο, επέρχεται καταρχήν η επιμήκυνση της διετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 του ν.489/1976 σε 20ετή αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία (απώλεια προσόδων), της αναγόμενης δηλαδή και σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάστηκε η αποζημίωση.
Και αυτό διότι και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (έμμεσα) στην περίπτωση με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την έναρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Όμως η επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής κατά τους όρους του άρθρου 268 ΑΚ προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει υποκύψει ακόμη στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή. Αυτό διότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ, όπως τούτο συμβαίνει με την αξίωση για επιδίκαση διαφυγόντων εισοδημάτων μεταγενέστερου χρόνου, για την οποία η παραγραφή, ενόσω αποτελεί προβλεπτή ζημία στα πλαίσια του άρθρου 10 παρ. 2 του ν.489/1976, άρχισε την επόμενη ημέρα του ατυχήματος (σχ.
Ολ.ΑΠ 23/1994, 38/1996, 40/1996 και 24/2003, ΑΠ 996/2007). Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα (εναγόμενη) προέβαλε τόσο πρωτόδικα με τις από 3.4.2003 προτάσεις στο μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών, σε απόκρουση της από 30.8.2002 αγωγής της τραυματισθείσας σε αυτοκινητικό ατύχημα στις 1.7.1992 αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) για περαιτέρω αποζημίωσή της από δαπάνη οικιακής βοηθού στο διάστημα από 1.2.2003 μέχρι 31.1.2006, όσο και στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο της από 2.9.2004 έφεσής της κατά της 1783/2004 πρωτόδικης απόφασης που δέχτηκε την αγωγή κατά ένα μέρος, ένσταση παραγραφής της αξίωσης της αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα ισχυρίστηκε, ότι το ατύχημα έγινε στις 1.7.1992, αντίγραφο της ένδικης αγωγής κοινοποιήθηκε σ΄ αυτή στις 1.10.2002, στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα δεν μεσολάβησε κάποιος νόμιμος λόγος αναστολής ή διακοπής της διετούς παραγραφής, κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν προβλεπτή η ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού και στο μέλλον, πράγμα που αναφέρθηκε στην πρώτη από 16.10.1992 αγωγή της αναιρεσίβλητης με την οποία ζήτησε και πέτυχε αποζημίωση για υπηρεσίες οικιακής βοηθού στο διάστημα από 17.7.1992 και μέχρι 16.10.1992.
Την ένσταση αυτή, που στηρίζεται στις άνω διατάξεις, καθώς και το σχετικό λόγο της έφεσης, απέρριψε το Εφετείο, επικυρώνοντας την εκκληθείσα απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Το ένδικο ατύχημα επισυνέβη την 1.7.1992 κατά το οποίο τραυματίστηκε η συνεπιβαίνουσα στο ....
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ενάγουσα (αναιρεσίβλητη). Αυτή με την από 16.10.1992 αρχική αγωγή της κατά του υπαίτιου οδηγού και της ασφαλιστικής εταιρείας ζήτησε, μεταξύ άλλων, να της επιδικαστεί το ποσό των 100.000 δραχμών για το διάστημα από 17.7.1992 μέχρι 16.10.1992 για τις υπηρεσίες οικιακής βοηθού που είχε οπωσδήποτε ανάγκη και συνεπώς ως προς το μέρος αυτό της αξίωσής της δημιουργήθηκε εκκρεμοδικία.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε καταρχήν η 1845/28.2.1994 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία, αφού κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος ο εναγόμενος οδηγός (εδώ δεν είναι διάδικος), στη συνέχεια επιδικάστηκε στην ενάγουσα και το ποσό των 90.000 δραχμών για υπηρεσίες οικιακής βοηθού. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 20.4.1994 έφεση από μέρους των εναγομένων και εκδόθηκε η 6667/22.12.1994 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος ο ίδιος ως άνω εναγόμενος οδηγός, στη συνέχεια επιδικάστηκε στην ενάγουσα, μεταξύ άλλων, το ίδιο ως άνω ποσό των 90.000 δραχμών για υπηρεσίες οικιακής βοηθού.
Συνεπώς από τη δημοσίευση (22.12.1994) της 6667/1994 τελεσίδικης απόφασης άρχισε η εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης της ενάγουσας για χρήση οικιακής βοηθού, που ασκήθηκε για ένα μόνο μέρος της (από 17.7.1992), μέχρι 16.10.1992, και της οποίας αξίωσής της μέχρι την ως άνω ημερομηνία της τελεσιδικίας (22.12.1994) δεν είχε συμπληρωθεί η βραχυχρόνια παραγραφή της διετίας για την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (αναιρεσείουσα).
Πλέον των ως άνω πρέπει να σημειωθεί, ότι για την ίδια ως άνω αξίωση της ενάγουσας και για μεταγενέστερα του αρχικού χρονικά διαστήματα εκδόθηκε η 307/1995 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών κατά της οποίας δεν άσκησαν έφεση οι εναγόμενοι, η 5242/1998 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η 4808/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς και οι 5013/1999 και 2338/2001 αποφάσεις του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών κατά των οποίων δεν άσκησαν έφεση οι εναγόμενοι".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο: α) παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αφού με τις άνω παραδοχές η βεβαίωση της καθόλου αξίωσης με την 6667/1994 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών έλαβε χώρα στις 22.12.1994 και άρα δεν ήταν εφικτή η λειτουργία του άρθρου 268 εδ.
α΄ ΑΚ, προκειμένου να αρχίσει νέα παραγραφή του δεύτερου μέρους της αξίωσης ως εικοσαετής, διότι η από το άρθρο 10 παρ. 2 του ν.489/1976 αρχική (διετής) παραγραφή είχε συμπληρωθεί στις 2.7.1994, δηλαδή πριν από την τελεσιδικία στις 22.12.1994 της καθόλου αξίωσης με την πιο πάνω 6674/22.12.1994 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και β) διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές κατά ένα μέρος αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον αα) αν και έπρεπε (σχ.ΑΠ 1100/2005), δεν έχει καμιά αιτιολογία η απόφαση στο θέμα του προβλέψιμου από την αρχή (δηλαδή από την άσκηση της πρώτης από 16.10.1992 αγωγής της αναιρεσίβλητης) ή μη της επίδικης αγωγικής αξίωσης (ζημίας από δαπάνη οικιακής βοηθού στο διάστημα από 1.2.2003 μέχρι 31.1.2006), αν μπορούσε και σε ποια έκταση να προβλεφθεί από το χρόνο του ατυχήματος (1.7.1992) ή της πρώτης αγωγής (16.10.1992) η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της αναιρεσίβλητης, όπως αυτή αναφέρεται στο δικόγραφο της από 30.8.2002 αγωγής της, που επέβαλε την ανάγκη χρήσης υπηρεσιών οικιακής βοηθού την οποία και προσέλαβε για την καθημερινή περιποίησή της, ββ) επικαλείται επιπρόσθετα, για την έναρξη της εικοσαετούς παραγραφής της καθόλου αξίωσης από 22.12.1994, τις 307/1995, 5242/1998 και 2338/2001 τελεσίδικες αποφάσεις του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς και την 4808/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για τις οποίες διηγηματικά αναφέρει μόνον ότι "εκδόθηκαν για την ίδια ως άνω αξίωση της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) και για μεταγενέστερα του αρχικού χρονικά διαστήματα", χωρίς να αποδίδει όμως σ΄ αυτές κάποια έννομη συνέπεια και δίχως να παραθέτει με σαφήνεια, τις πραγματικές παραδοχές του διατακτικού τους, τα χρονικά διαστήματα για τα οποία φέρονται να επιδίκασαν αποζημίωση για δαπάνη από υπηρεσίες οικιακής βοηθού και τις χρονολογίες δημοσίευσής τους και γγ) ενώ αρχικά δέχεται ότι το ατύχημα έγινε στις 1.7.1992 και η 6667/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δημοσιεύτηκε στις 22.12.1994, στη συνέχεια καταλήγει, αντιφατικά, χωρίς να αιτιολογεί για ποιο λόγο, ότι η διετής παραγραφή δεν είχε συμπληρωθεί τάχα στις 22.12.1994, αλλά έτσι δεν καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακόλουθα υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., γι΄ αυτό και πρέπει ο λόγος αυτός, όπως παραδεκτά διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε κατά το άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δικ. από τον εισηγητή αρεοπαγίτη, να γίνει δεκτός ως βάσιμος, στη συνέχεια να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3732/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 2 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ