Legislator Case Law & Legislation
1907/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible regarding state and rejects distortion claim due to evidence evaluation.

Case Number 1907/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision, ruling it inadmissible in part because it targeted only the Greek State. The court further rejected the appellant's claims that the lower court distorted evidence or documents without sufficient proof. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the other parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335 and 338-341 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 20; The appeal is inadmissible if it does not contain grounds relevant to the part of the decision addressed against the State, and the claim of document distortion fails when the lower court's different judgment stems from an erroneous evaluation of evidence rather than a deliberate misinterpretation of the documents.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal Greek State liability document distortion evidence evaluation legal costs award Code of Civil Procedure Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 335 and 338-341 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1907 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1907/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καλούντος: ..... ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Πατρινιά-Μαρία Αδαμοπούλου και Φωτίου Κρεμμύδα.

Των αναιρεσιβλήτων- καθών η κλήση: 1. .... 2. ..... 3. Χ1 4. .... και 5. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει την Αθήνα. Οι 1ος, 2η, 3ος(Χ1) και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Κουτσιλαίο, το 5ο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1427/2003 ίδιου Δικαστηρίου και 9096/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την 12/3/2004 αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1624/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο καλών με την από 15-12-2005 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος, ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2005 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Αντωνιάδη, με την οποία εισηγήθηκε, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης της 9096/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των καλούντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παρισταμένων καθών η κλήση την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. ΕΠΕΙΔΗ, ως προς το απολιπόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο νομίμως και εμπροθέσμως κλητεύθηκε να παραστεί στη συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (σχετικές οι με αριθμούς 3075Δ και 3076Δ/14-3-2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χ1), η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε, κατά το μέρος που απευθυνόταν κατ' αυτού, την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, ως απαράδεκτη, διότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν περιείχε διάταξη επιβλαβή για τον εκκαλούντα και ωφέλιμη για το εφεσίβλητο (ήδη πέμπτο αναιρεσίβλητο).

Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, εφόσον δεν περιέχει κανένα λόγο αναίρεσης σχετικό με το ανωτέρω κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, καθό μέρος απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.

ΙΙ. ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αποδεικνυόμενο ή μη ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνονται και τα προσκομιζόμενα για πρώτη φορά από τον εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείοντα), τα οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν είχε προσκομίσει αυτός στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο χωρίς πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης οριστικής αποφάσεως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στον 1ο λόγο της αναιρέσεως έγγραφα και συγκεκριμένα : α) τα υπ' αριθ. 9/13-9-1967 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Μεγάρων, β) την 25390/1967 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών και γ) το από 23-9-1966 σημείωμα του Χ1 χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία των εγγράφων αυτών.

Συνεπώς ο από τον αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ 1ος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για να ιδρυθεί όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να αποδώσει στο έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο και στη συνέχεια να μορφώνει την κρίση του στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο κατ' αυτό τον τρόπο παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου.

Δεν ιδρύεται επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ εκτιμά το περιεχόμενο του εγγράφου όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο επικαλούμενος το έγγραφο, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 2ο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση : α) "με την λανθασμένη ανάγνωση (της από 29 Ιουλίου 1966 αιτήσεως του αναιρεσείοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεγάρων και της από 9-1-1969 αγωγής του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) οδηγήθηκε στα επάλληλα συμπεράσματα.....Εάν η παραπάνω αίτηση και αγωγή μου είχαν αναγνωσθεί ορθώς τότε θα είχε καταδειχθεί το αληθές : ...." και β) "αναγνώσασα την ανωτέρω υπ' αριθμ. 5426/1968 ένορκη βεβαίωση του ....

κατά παράλειψη ουσιωδών τμημάτων της, συνήγαγε από αυτήν το συμπέρασμα......Εάν όμως είχε αναγνωσθεί η παραπάνω ένορκη βεβαίωση πλήρως χωρίς περικοπές, θα είχε αποδειχθεί.....". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων από το Εφετείο και η διαφορετική κρίση του από την επικαλούμενη στο λόγο αυτό αναιρέσεως, αναφορικά με την ταυτότητα των επίδικων ακινήτων, δεν ιδρύει τον λόγο αυτό.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, κατά το βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2004 αίτηση αναίρεσης κατά της 9096/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ