Legislator Case Law & Legislation
1906/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence sufficiency and procedural grounds regarding a bank dispute.

Case Number 1906/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment in a dispute involving a bank, a construction company, and heirs. The court found that the lower court properly evaluated all evidence, including sworn testimonies and documentary records, without ignoring material facts. Consequently, the appeal was rejected as the appellate court lacked grounds to overturn the first instance's factual findings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 495(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellate court finds that the lower court correctly assessed the evidence and that no legal error justifies overturning the judgment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence assessment factual findings heir succession bank dispute costs allocation procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 62, 73, 286 et seq., and 313 of the Code of Civil Procedure
Article 415, 417, 420 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 182, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1906 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1906/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών - καλουσών: 1) ανώνυμης εταιρείας κατασκευής μηχανημάτων με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ Κ. Ι. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στη ΒΙ.ΠΕ. Σίνδου και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. χήρας Κ. Κ., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ... και 3) Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίες (2η και 3η) ενεργούν εν προκειμένω για τον εαυτό τους ατομικά και ως μόνες νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των αρχικά αναιρεσειόντων: α) Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ... και β) Ε. Κ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Κουδρόγλου.

Της αναιρεσιβλήτου - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου παρεμβαίνουσας - καλούσας: εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Μητσοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2015 ανακοπή των ήδη αναιρεσειουσών - καλουσών και των αρχικών διαδίκων Κ. Κ. και Ε. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16801/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 731/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24-5-2017 αίτησή τους. Κατόπιν ματαίωσης της υπόθεσης στη δικάσιμο της 14ης Νοεμβρίου 2022, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με τις από 7-12-2022 και 9-1-2024 κλήσεις των αναιρεσειουσών - καλουσών και της προσθέτως παρεμβαίνουσας - καλούσας, αντίστοιχα.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών - καλουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62,73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες, Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, γίνεται κατά το άρθρο 287 του ίδιου Κώδικα με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής ήταν πληρεξούσιός του.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης επί θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος του, ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη [ΑΠ 1283/2022].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Μετά την άσκηση της ένδικής αίτησης αναίρεσης απεβίωσαν ο δεύτερος και η πέμπτη των αρχικών αναιρεσειόντων, στις ...-2021 και στις ...-2021 αντίστοιχα, και κληρονομήθηκαν τελικώς εξ αδιαθέτου από την τρίτη των αρχικώς αναιρεσειόντων σύζυγο του δεύτερου αρχικώς αναιρεσείοντος και μητέρα της πέμπτης αρχικώς αναιρεσείουσας και τη τέταρτη των αρχικώς αναιρεσειόντων θυγατέρα του δεύτερου αρχικώς αναιρεσείοντος και αδελφή της πέμπτης αρχικώς αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από:

α] το υπ' αριθ. .../2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Κ. Κ. και το υπ' αριθ. .../2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ε. Κ., που εκδόθηκαν από τον ληξίαρχο Θεσσαλονίκης, β] το υπ' αριθ. ...-2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Κ. Κ. και το υπ' αριθ. ...-2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών της Ε. Κ., που εκδόθηκαν από το Δήμο Φλώρινας, γ] το υπ' αριθ. ...-2024 πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης του Κ.

Κ. και το υπ' αριθ. ...-2024 πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης της Ε. Κ., που εκδόθηκαν από τον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, δ] το υπ' αριθ. ...-2024 πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας του Κ. Κ. και το υπ' αριθ. ...-2024 πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας της Ε. Κ., που εκδόθηκαν από τον γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και ε] το υπ' αριθ. .../2024 πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αγωγής αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος των κληρονόμων του Κ.

Κ. και το υπ' αριθ. .../2024 πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αγωγής αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος των κληρονόμων της Ε. Κ., που εκδόθηκαν από τον γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Οι ως άνω κληρονόμοι των αρχικώς αναιρεσειόντων, με την από 7-12-2022 κλήση τους προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, δήλωσαν το θάνατο των ως άνω αρχικώς αναιρεσειόντων και ζήτησαν την επανάληψη και τη συνέχιση της δίκης από αυτούς.

Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πρέπει να διακοπεί η δίκη ως προς τους δεύτερο και πέμπτη των αρχικώς αναιρεσειόντων και να επαναληφθεί η δίκη ως προς αυτούς από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειουσών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 59 Ν. 5221/2025 και εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 168 παρ. 3 του ιδίου νόμου, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται, αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί [ΑΠ 663/2023].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. ...-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Σ. Χ. και την υπ' αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ι. - Μ. Π., τις οποίες προσκομίζουν οι επισπεύδουσες τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείουσες, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης από 24-5-2017 αίτησης αναίρεσης και της από 7-12-2022 κλήσης προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αντιστοίχως, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία.

Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα [άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ]. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι οι αρχικώς αναιρεσείοντες με την υπ' αριθ. 4472/2015 ανακοπή τους, ζήτησαν να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 1715/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία το ποσό των 1.079.392,48 ευρώ, νομιμοτόκως, ως κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού.

Με την υπ' αριθ. 16801/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, έγινε δεκτός ο έκτος λόγος της ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, περιείχε παράνομες χρεώσεις από τον ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1875, με άμεση συνέπεια την αδυναμία προσδιορισμού της πραγματικής οφειλής και αφού κρίθηκε ότι παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώθηκε στο σύνολό της η ως άνω διαταγή πληρωμής.

Επί της από 27-1-2016 εφέσεως που άσκησε η ηττηθείσα καθ' ης τραπεζική εταιρεία εκδόθηκε η υπ' αριθ. 731/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κατ' αποδοχή λόγου εφέσεως ως βάσιμου, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί όλων των λόγων της ανακοπής, απέρριψε αυτούς και την ανακοπή στο σύνολό της.

Κατά της απόφασης αυτής, ασκήθηκε η κρινόμενη από 24-5-2017 αίτηση αναίρεσης, νόμιμα και εμπρόθεσμα, καταβληθέντος και του προσήκοντος παραβόλου [άρθρα 495, 552, 553 ,556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ] και συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για τα παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [Άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ].

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή την αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα [ΑΠ 663/2023, ΑΠ 173/2017]. Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλείται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής του από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιονδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως [ΑΠ 663/2023, ΑΠ 1329/2017].

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Τα δικονομικό δικαίωμα άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά τις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μία νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου [ΑΠ 663/2023, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020].

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής [άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ], αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 παρ. 2 ΚΠολΔ [ΑΠ 663/2023, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019].

Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως έχει κλητευθεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως ως προς τον απολιπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του [ΑΠ 663/2023, ΑΠ 368/2019].

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν.4354/2015 <<Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ...>> που εφαρμόζεται εν προκειμένω, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1του Ν.5072/2023, επειδή η επικαλούμενη σύμβαση διαχείρισης συνήφθη την ...-2019, δηλαδή πριν από την 30-12-2023, <<...Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου.

Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις>>.

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του ιδίου ως άνω Ν. 4354/2015, <<οι εταιρίες διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του Ν. 4307/2014 [ Α' 246]. Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης>> [ΑΠ 526/2024].

Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στην Αθήνα και νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία <<CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ >>, με το από 26-2-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου στις 2-3-2021 και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους αναιρεσείοντες και την αναιρεσίβλητη εταιρεία [σχετ.

προσκ. η με αριθμό ...-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ. Λ. για την υπέρ ής η πρόσθετη παρέμβαση και οι με αριθμούς ...-2021 έως ...-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Γ. Τ. για τους αναιρεσείοντες], άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός, ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία <<Symbol Investment NPL Co Designated Company >>, ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας ως προς την επίδικη απαίτηση, βάσει της από ...-2019 συμφωνίας μεταβίβασης απαιτήσεων και μεταφοράς της επιχειρηματικής δραστηριότητας υπέρ και κατά της οποίας ειδικής διαδόχου ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη κατ' άρθρο 325 περ. 2 ΚΠολΔ.

Όπως από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η εταιρεία με την επωνυμία <<Symbol Investment NPL Co Designated Company >>, κατέστη ειδική διάδοχος της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία <<Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.>>, δυνάμει της από ...-2019 σύμβασης αγοραπωλησίας και της από ...-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, με την οποία μεταβιβάστηκαν ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της από επιχειρηματικά δάνεια και τα σχετικά παρεπόμενα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης απαίτησης, μετά των τυχόν εγγυήσεων και άλλων ενοχικών και εμπραγμάτων αξιώσεων, της οποίας αντίγραφο καταχωρίσθηκε νόμιμα σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 8 Ν.3156/2003 στο Δημόσιο Βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον τόμο 10 και με αύξοντα αριθμό 400.

Ακολούθως, η παραπάνω αλλοδαπή εταιρεία με το από ...-2019 ιδιωτικό συμφωνητικό διαχείρισης απαιτήσεων, που κατάρτισε με την προσθέτως παρεμβαίνουσα, αντίγραφο του οποίου καταχωρίσθηκε στο παραπάνω βιβλίο, στον τόμο 10 και με αύξοντα αριθμό 401 και της από 5-12-2019 συμφωνίας των μερών περί ειδικών όρων παροχής των υπηρεσιών του διαχειριστή, ανέθεσε τη διαχείριση των παραπάνω απαιτήσεων συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, που απορρέει από την υπ' αριθ. ...-1998 σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, στην προσθέτως παρεμβαίνουσα.

Συνεπώς, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία πρέπει να συνεκδικασθεί με την ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης [άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ], επειδή σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, και εφόσον ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ' άρθρα 80 και 83 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργείται σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας.

Τέλος, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η υπέρ ης η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση - αναιρεσίβλητη, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, παρότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τις αναιρεσείουσες, προκειμένου να παρασταθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, θεωρείται ότι αυτή αντιπροσωπεύεται από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα αναγκαία ομόδικό της.

Κατά το άρθρο 623 ΚΠολΔ [όπως ίσχυε πριν από το Ν.4335/2015], κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 αυτού, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 626 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, [όπως επίσης ίσχυε πριν από το Ν.4335/2015], στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, πρέπει να αναφέρονται και να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Από τις παραπάνω διατάξεις, που εφαρμόζονται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός μεν η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος, αφετέρου δε η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων.

Τίθεται έτσι η έγγραφη απόδειξη της απαίτησης ως ειδική διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση γι' αυτήν διαταγής πληρωμής [ΑΠ 62/2024, ΑΠ 1413/2022, ΑΠ 694/2022]. Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται από τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ο δικαστής οφείλει κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, καθόσον λόγους ανακοπής μπορούν να αποτελέσουν, είτε η έλλειψη των διαδικαστικών [τυπικών] προϋποθέσεων, που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ.

ΚΠολΔ, για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής [ΑΠ 62/2024, ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1414/2022, ΑΠ 1972/2022]. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, για το λόγο αυτό, απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα μέσα [ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 694/2022, ΑΠ 341/2021].

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της ουσίας, ερευνώντας τον σχετικό λόγο της ανακοπής πρέπει να δεχθεί την ανακοπή και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής [άρθρα 628 παρ. 1 α', 629 ΚΠολΔ], διαφορετικά υποπίπτει στην εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια [ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 2/2024, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 88/2021]. Όμως, αν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας τα επισυναπτόμενα στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα, βεβαιώνει ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, η απόφασή του δεν ελέγχεται αναιρετικά ως προς τη σχετική κρίση της, εφόσον αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη, αφού τότε πρόκειται για κρίση περί τα πράγματα, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 62/2024, ΑΠ 1413/2022].

Η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει κατά τα προεκτεθέντα, ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφο της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 92/2024, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019), ώστε να μπορεί ο μεν καθ' ού η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για την νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας (ΑΠ 92/2024, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 999/2019).

Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής (και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της) οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 92/2024, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1/2017), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής, που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 92/2024, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019).

Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 92/2024, ΑΠ 123/2023, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019).

Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 92/2024, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019) με την άσκηση της εκ του άρθρου 632 ΚΠολΔ ανακοπής στην περίπτωση δε αυτή αυτός φέρει και το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως των σχετικών αντιθέτων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι ώστε να καταστούν αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 852/2023).

Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας από αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 92/2024, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019).

Εξάλλου, από τα άρθρα 361, 873,874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", συνάγεται ότι ο αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση μεταξύ δύο προσώπων από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος [όπως η ανώνυμη εταιρεία κατά το άρθρο 1 του ν. 2190/1920], με την οποία συμφωνείται να καταχωρούνται σε έναν λογαριασμό, με τύπο πιστοχρεωστικών κονδυλίων, οι μεταξύ τους συναλλαγές και να οφείλεται, κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, το κατάλοιπο [ΑΠ 92/2024].

Στην έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού περιλαμβάνεται, και ο ανοικτός λογαριασμός πίστωσης σε τράπεζα που κινείται με διαδοχικές αναλήψεις του δανείου [πίστωσης] από τον πιστούχο της τράπεζας και τμηματικές αποδόσεις αυτού από τον ίδιο, με τους οικείους τόκους και προμήθειες. Ο αλληλόχρεος λογαριασμός, όπως προκύπτει από το άρθρο 112 του ΕισΝΑΚ, μπορεί να κλεισθεί όχι μόνο οριστικά στις κατά νόμο οριζόμενες περιπτώσεις, αλλά και προσωρινά κατά περιόδους.

Η τράπεζα δικαιούται [άρθρο 47 παρ. 2 ν.δ. 17.7/13.8.1923], τον λογαριασμό αυτό της πιστώτριας να τον κλείσει οποτεδήποτε θελήσει. Σε περίπτωση που κατά το περιοδικό ενδιάμεσο κλείσιμο του λογαριασμού αναγνωρίσθηκε από τον οφειλέτη το προσωρινό κατάλοιπο που προέκυψε από αυτό, το υπόλοιπο αυτό αποτελεί το πρώτο κονδύλιο του λαγαριασμού της νέας περιόδου, με συνέπεια, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού της νέας περιόδου, να μην απαιτείται εκκαθάριση αυτού και παράθεση στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής του οριστικού υπολοίπου των κονδυλίων του λογαριασμού για την περίοδο στην οποία αναφέρεται η πιο πάνω αναγνώριση.

Με αναγνώριση δε του καταλοίπου κάποιας περιόδου ισοδυναμεί και η πλασματική αναγνώριση που επέρχεται σε εκτέλεση σχετικής έγκυρης συμφωνίας των διαδίκων μερών με την παρέλευση της προθεσμίας που θέτει η τράπεζα στον πιστούχο, χωρίς ο τελευταίος να προβάλλει αντιρρήσεις κατά του γνωστοποιηθέντος καταλοίπου [ΑΠ 92/2024, ΑΠ 248/2014].

Στην περίπτωση αυτή αρκεί η έγγραφη απόδειξη της αναγνώρισης και των κονδυλίων που καταχωρίσθηκαν μετά από αυτήν, οποιαδήποτε δε αμφισβήτηση των κονδυλίων από τα οποία προέκυψε το αναγνωρισθέν κατάλοιπο είναι αλυσιτελής.

Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύεται εγγράφως η σύμβαση αυτού, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο [ΑΠ 62/2024]. Έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση, αποτελούν και τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων του πιστωτή, κατόπιν συμφωνίας των συμβληθέντων μερών (ΑΠ 62/2024, ΑΠ 621/2018).

Ειδικότερα, η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης, θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τελευταίας είναι έγκυρη ως δικονομική σύμβαση διότι δεν προσκρούει στην δημόσια τάξη και μπορεί να αποτελέσει Γενικό 'Ορο Συναλλαγών (ΓΟΣ) κατά την έννοια του άρθρου 2 Ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, δηλαδή όρο που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων από την δανείστρια τράπεζα για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, αφού δεν αποκλείει ή περιορίζει υπέρμετρα τη δυνατότητα του πιστούχου καταναλωτή να αμφισβητήσει τα επιμέρους κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 852/2023) και δεν παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας.

Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, ενώ το αντίγραφο αυτού, έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρ. 449 § 1 ΚΠολΔ, 52 του ν.δ. 3026/1954-ήδη 36 2β του ν. 4194/2013- και 14 του ν. 1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου, από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τράπεζας.

Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλο της τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει εις χείρας της η πιστώτρια προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου, αλλά πρωτοτύπου (ΑΠ 62/2024, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 621/2018). Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, μεταξύ της αιτούσας πιστώτριας τράπεζας και του καθού η αίτηση πιστούχου, αρκεί να αναφέρεται, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι το ποσό αυτό θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αιτούσας και ότι ο σχετικός λογαριασμός έκλεισε με ορισμένο υπόλοιπο υπέρ αυτής, το οποίο αποδεικνύεται από το πλήρες απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της, στο οποίο εμφανίζεται η όλη κίνηση του λογαριασμού, από την υπογραφή της σύμβασης πίστωσης μέχρι το κλείσιμο της (ΑΠ 62/2024, ΑΠ 1071/2017), χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων (ΑΠ 62/2024, ΑΠ 696/2021, ΑΠ 370/2012).

Για το ορισμένο δε του λόγου ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής δεν αρκεί η γενική άρνηση της ορθότητας του τηρηθέντος για τη σύμβαση λογαριασμού, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται τα κατ' ιδίαν αμφισβητούμενα κονδύλια, ώστε αν κριθεί βάσιμος ο σχετικός λόγος ανακοπής, να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής κατά το αντίστοιχο ποσό (ΑΠ 852/2023, ΑΠ 368/2019).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες από το δικονομικό δίκαιο [ολΑΠ 1]2019, ΑΠ 62/2024, ΑΠ 34/2023], εκείνες δηλαδή οι οποίες ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα [αγωγές, ανακοπές κ.λπ.] ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία [ολΑΠ 1/2019, ΑΠ 1383/2021]] και δεν αφορά σε ακυρότητες από την παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ελέγχονται μέσω του προβλεπόμενου από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου λόγο αναίρεσης [ΑΠ 62/2024, ΑΠ 99/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την προκείμενη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: << Με την με αριθμό ...-1998 σύμβαση πίστωσης ανοικτού [αλληλόχρεου] λογαριασμού [αριθμ. ηλεκτρονικής σύμβασης ...], που καταρτίστηκε στο υποκατάστημα ΒΙΠΕΘ της καθής η ανακοπή(ήδη αναιρεσίβλητης), μεταξύ της καθής τράπεζας και της πρώτης ανακόπτουσας ανώνυμης εταιρίας(ήδη πρώτης αναιρεσείουσας), χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση μέχρι του ποσού των 140.000.000 δρχ. [410.858,40 ευρώ], το οποίο με την με αριθμό ...-2007 σύμβαση αύξησης του ορίου πίστωσης [αριθμ.

ηλεκτρονικής σύμβασης ...], κατά 1.089.141,60 ευρώ, ανήλθε στο ποσό των 1.500.000 ευρώ, υπό τους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στη σύμβαση, στην πρόσθετη πράξη, καθώς και στις από 13-5-1998, 30-6-2004, 27-7-2004, 29-6-2007, 2-6-2008, 10-6-2008, 10-8-2009, 17-8-2009, 16-2-2011, 19-9-2011 τροποποιητικές πρόσθετες της αρχικής, συμβάσεις, την τήρηση των όρων και την πληρωμή του καταλοίπου από μέρους της πιστούχου εγγυήθηκαν, ως αυτοφειλέτες οι δεύτερος, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των ανακοπτόντων (ήδη δεύτερος, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσειόντων), συνυπογράφοντας ο δεύτερος από αυτούς την αρχική σύμβαση πίστωσης, αυτός δε όπως και οι λοιποί των ανακοπτόντων την με αριθμ. ...-2007 σύμβαση αύξησης του ορίου πίστωσης, όπως θα αναφερθεί και παρακάτω.

Για τις παραπάνω συμβάσεις τηρήθηκαν οι με αριθμ. ..., ..., ... και ... λογαριασμοί κίνησης, κατά τον 4ο όρο της σύμβασης. Η ως άνω σύμβαση δεν εξελίχθηκε ομαλά, αφού οι ανακόπτοντες δεν ανταποκρίθηκαν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα η καθής να προβεί, στις 27-1-2014, στο κλείσιμο των παραπάνω λογαριασμών, που εξυπηρετούσαν τη σύμβαση, με χρεωστικό υπόλοιπο 1.079.392,48 ευρώ, γνωστοποιώντας αυτό στους ανακόπτοντες με τις με αριθμ. ..., ..., ..., ...

και ...-2014, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ι. Β. και καλώντας τους να της καταβάλλουν το παραπάνω χρεωστικό υπόλοιπο. Οι ανακόπτοντες δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση της καθής και για το λόγο αυτό η τελευταία, με την από 16-1-2015 αίτησή της προς τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής με την οποία οι ανακόπτοντες επιτάσσονται, για την παραπάνω αιτία, να καταβάλλουν στην καθής, εις ολόκληρον ο καθένας [η πρώτη ως πιστούχος και οι λοιποί ως εγγυητές], το ποσό των 1.079.392,48 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Η διαταγή αυτή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα αναφερόμενα σε αυτήν έγγραφα, δηλ.: α] την με αριθμό ...-1998 σύμβαση πίστωσης ανοικτού [αλληλόχρεου] λογαριασμού [αριθμ. ηλεκτρονικής σύμβασης ...], που καταρτίστηκε στο υποκατάστημα ΒΙΠΕΘ της καθής η ανακοπή, μεταξύ της καθής τράπεζας και της πρώτης ανακόπτουσας ανώνυμης εταιρίας και με την οποία χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση μέχρι του ποσού των 140.000.000 δρχ. [410.858,40 ευρώ], το οποίο με την με αριθμό ...-2007 σύμβαση αύξησης του ορίου πίστωσης [αριθμ.

ηλεκτρονικής σύμβασης ...], κατά 1.089.141,60 ευρώ, ανήλθε στο ποσό των 1.500.000 ευρώ, καθώς και τις από 13-5-1998, 30-6-2004, 27-7-2004, 29-6-2007, 2-6-2008, 10-6-2008, 10-8-2009, 17-8-2009, 16-2-2011, 19-9-2011 τροποποιητικές, πρόσθετες, της αρχικής, συμβάσεις, β]τα επικυρωμένα αντίγραφα των με αριθμ. ... [ενήμερου] λογαριασμού [από 31-12-2012 έως 27-1-2014] και ... [ενήμερου] λογαριασμού [από 29-6-2012 έως 28-1-2014], ποσού 936.644,79 ευρώ και 50.428,21 ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και του με αριθμ. ...

λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης ποσού 1.028.964,27 ευρώ, στον οποίο μεταφέρθηκε το ως άνω ληξιπρόθεσμο ποσό των 936.644,79 ευρώ και ... λογαριασμού οριστικής καθυστέρησης ποσού 50.428,21 ευρώ, στον οποίο μεταφέρθηκε το ληξιπρόθεσμο ποσό των 50.428,21 ευρώ, που εξήχθησαν από τα εμπορικά βιβλία της Τράπεζας που τηρούνται μηχανογραφικά και τα οποία, σύμφωνα με τον 9ο όρο της σύμβασης, αποτελούν πλήρη απόδειξη, γ] τις από 29-6-2012 πρόσθετες πράξεις συνομολόγησης επιτοκίου, με τις οποίες η πρώτη ανακόπτουσα αναγνώρισε την οφειλή, κατά τον χρόνο αυτό, που εμφαίνεται στους ως άνω λογαριασμούς [900.000 ευρώ] και τον τόκο της εν λόγω οφειλής και τις από 31-12-2012 επιστολές, με τις οποίες η πρώτη ανακόπτουσα αναγνώρισε, στις 31-12-2012, το λογιστικό υπόλοιπο των ως άνω λογαριασμών, το οποίο ανέρχονταν στο ποσό των 900.407,50 ευρώ και 51.093 ευρώ, αντίστοιχα, δ] τις, από 28-1-2014 εξώδικες καταγγελίες της καθής τράπεζας, που επιδόθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, στους καθών η διαταγή πληρωμής, με τις οποίες καταγγελίες, η τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση και τις παρεπόμενες συμβάσεις και γνωστοποίησε σε αυτούς το οριστικό κλείσιμο των με αριθμ. ...

και ... λογαριασμών κίνησης της πίστωσης, ποσού 1.028.964,27 και 50.428,21 ευρώ, αντίστοιχα [όπως αυτό ειδικότερα αναλύεται σε οφειλόμενο κεφάλαιο - τόκους], κάλεσε δε αυτούς να προβούν σε εξόφλησή του, έντοκα από 28-1-2014 που θα ανατοκίζονται ανά ημερολογιακό εξάμηνο, πλέον λοιπών τελών, δικαιωμάτων, εξόδων και προμηθειών.

Η παραπάνω απαίτηση της καθής τράπεζας δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το οφειλόμενο ποσό είναι βέβαιο και εκκαθαρισμένο, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προαναφέρονται και ελήφθησαν υπόψη από τον Δικαστή κατά την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής. Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση ανακοπής, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι από τα προσκομιζόμενα στην αίτηση για έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής έγγραφα δεν εξειδικεύονται τα ποσά που αποτυπώνονται στους προαναφερόμενους λογαριασμούς και δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός των τόκων που η καθής επικαλείται στην αίτηση για έκδοση της διαταγής πληρωμής, ενώ δεν αποδεικνύεται το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της χορηγούμενης πίστωσης και ο χρόνος ισχύος αυτού, ώστε να παρέχεται η ευχέρεια να εξευρεθεί το οφειλόμενο ποσό των τόκων με βάση τη χρονική περίοδο ισχύος του και κατ' επέκταση δεν αποδεικνύεται το ύψος του αιτούμενου χρεωστικού καταλοίπου, ούτε η καθής ανέφερε στην αίτησή της με ποιο επιτόκιο υπολόγισε το ποσό των τόκων, το οποίο ζητούσε να της καταβάλουν [συμβατικούς και υπερημερίας μετά τις καταγγελίες της σύμβασης και το κλείσιμο του λογαριασμού], παράλειψη, που όπως ισχυρίζονται δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα που προσκόμισε η καθής και ότι [επικουρικός δεύτερος λόγος ανακοπής] όπως προκύπτει από το σώμα της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής σε κανένα σημείο αυτής δεν αναφέρεται το ποσοστό του ανατοκισμού, ενώ παραλείπεται η αναφορά του ακριβούς ύψους των συμβατικών τόκων και των επιτοκίων υπερημερίας.

Ότι, συνεπώς, για όλα τα παραπάνω, η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι αόριστη και πρέπει να ακυρωθεί ως μη νόμιμη, αφού δεν προκύπτει από το σώμα της ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 624 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, νομικά αβάσιμος, αφού τα επικαλούμενα από τους ανακόπτοντες ελλείποντα στοιχεία δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, αλλά μπορούν να προκύπτουν και από τα επισυναπτόμενα για την έκδοσή της απαιτούμενα έγγραφα, καθώς δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται στην αίτηση και τα επί μέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στα σχετικά αποσπάσματα, από τα οποία, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της πιστοδότριας τράπεζας.

Τα σχετικά δε αποσπάσματα που φέρουν θεώρηση από τους αρμόδιους υπαλλήλους της καθής η ανακοπή δεν είναι αντίγραφα αλλά πρωτότυπα και για αυτό το λόγο έχουνε αποδεικτική δύναμη. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, το ύψος του επιτοκίου, βάσει του οποίου υπολογίστηκαν οι τόκοι, δεν είναι αναγκαίο να προκύπτει ευθέως από το απόσπασμα που προσκομίζεται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, αφού τα λοιπά σταθερά στοιχεία [κεφάλαιο-χρόνος] επιτρέπουν τον υπολογισμό του επιτοκίου βάσει απλών αριθμητικών πράξεων, τοσούτο δε μάλλον όταν στα αντίγραφα των λογαριασμών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτών, που προσκομίστηκαν για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, κάθε κονδύλιο τόκων [συμβατικοί, υπερημερίας, ανατοκισμού κ.λπ.] παρατίθενται λεπτομερώς.

Σε αυτούς με σαφήνεια αναφέρεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι μετά το οριστικό κλείσιμο του με αριθμό ... [ενήμερου] λογαριασμού, στις 27-1-2014, το φερόμενο σε αυτόν ποσό των 936.644,79 ευρώ μεταφέρθηκε στον με αριθμ. ... λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης και ως εκ τούτου ο με αριθμό ... λογαριασμός εμφανίζει, μετά την μεταφορά του τηρούμενου σε αυτόν χρεωστικού υπολοίπου, μηδενικό υπόλοιπο, όπως το ίδιο ισχύει και για τον με αριθμό 840410977 [ενήμερο] λογαριασμό, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των ανακοπτόντων ο οποίος εμπεριέχεται στον [επικουρικό] δεύτερο λόγο ανακοπής.

Συνεπώς, δεν δημιουργείται σύγχυση ή αοριστία ως προς την απαίτηση της καθής, όπως οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται. Απορριπτέος κρίνεται και ο τρίτος λόγος ανακοπής, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, (ενν. εκτίθεται ότι) είναι άκυρη η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, διότι από τα έγγραφα που προσκόμισε η καθής η ανακοπή για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και ειδικότερα δεν αποδεικνύεται η κίνηση του λογαριασμού και τα επιμέρους κονδύλια, καθόσον από τις προσκομισθείσες από την τελευταία καρτέλες λογαριασμών δεν αποδεικνύεται εγγράφως η απαίτησή της, ενόψει του ότι δεν αναφέρεται σε αυτές το είδος των επιμέρους χρεοπιστώσεων, δεν εξηγούνται τα επιμέρους κονδύλια και τι αντιπροσωπεύουν, δεν προσδιορίζεται το επιτόκιο, δεν μνημονεύεται ο χρόνος εισαγωγής των κονδυλίων στον λογαριασμό και ο χρόνος έναρξης τοκοφορίας των διαφόρων κονδυλίων, αφού, από τα προσκομιζόμενα από την καθής έγγραφα, όπως αυτά εκτενώς προαναφέρθηκαν, αποδεικνύεται ότι η καθής προσκόμισε, ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, αφενός τις καρτέλες λογαριασμών όπου εμφαίνονται αναλυτικά τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, καθώς και τις από 31-12-2012 επιστολές έγγραφης αναγνώρισης του υπολοίπου του λογαριασμού και τις από 29-6-2012 πρόσθετες πράξεις συνομολόγησης επιτοκίου, από την πιστούχο πρώτη ανακόπτουσα, αναγνώριση που σύμφωνα με τον με αριθμό 3.2 όρο της με αριθμ. ...-2007 σύμβασης [βλ.

και τους με αριθμ. 3.2 όρους στις με αριθμ. ...-2009 και ...-2009 συμβάσεις παροχής εγγύησης], δεσμεύει και τους λοιπούς ανακόπτοντες-εγγυητές, αφετέρου δε αποσπάσματα των λογαριασμών από τα οποία προκύπτει σαφώς η κίνηση αυτών και τα επιμέρους κονδύλια έως το κλείσιμο του λογαριασμού στις 27-1-2014, στοιχεία που ήταν επαρκή και αποδείκνυαν την απαίτηση της καθής, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής...

Με τον πρώτο λόγο τη ανακοπής, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής θα πρέπει να ακυρωθεί, διότι τα προσκομισθέντα για την έκδοσή της αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων [καρτέλες λογαριασμού] της καθ' ης η ανακοπή τράπεζας, σε αντίγραφα, δεν είχαν την κατά νόμο αποδεικτική δύναμη.

Και τούτο, διότι η βεβαίωση της ακρίβειάς τους έγινε από αναρμόδιο για την επικύρωση πρόσωπο [υπάλληλό της] και όχι από δικηγόρο. Όμως, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της καθής τράπεζας των με αριθ. ..., ..., ... και ... λογαριασμών κίνησης και οριστικής καθυστέρησης, αντίστοιχα, τα οποία προσήχθησαν κατά την κατάθεση της αίτησης για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, σε αντίθεση με όσα οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, αποδεικνύεται ότι τα εν λόγω έγγραφα έχουν την τυπική δομή ενός αποσπάσματος κίνησης λογαριασμού στον οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο αυτού, το οποίο δύναται βάσει των όσων αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη να αποδείξει την απαίτηση της πιστώτριας τράπεζας και να στηρίξει την έκδοση διαταγής πληρωμής.

Τα συγκεκριμένα έγγραφα φέρουν στο τέλος τους τη διατύπωση των υπαλλήλων της τράπεζας η οποία βεβαιώνει ότι είναι αποσπάσματα από τα σε ηλεκτρονική μορφή τηρούμενα εμπορικά βιβλία της τράπεζας και παρήχθησαν από συνδεδεμένο με το σύστημα ηλεκτρονικό εκτυπωτή της ιδιοκτησίας της σε γνήσια εκτύπωση.

Στην περίπτωση αυτή επομένως δεν πρόκειται περί αντιγράφων αλλά περί πρωτοτύπων εγγράφων που έχει στα χέρια της η καθής τράπεζα, αφού στην προκειμένη περίπτωση, που τα εμπορικά βιβλία της τράπεζας τηρούνται μηχανογραφικά, η εκτύπωση του αποσπάσματος αυτών, που περιέχεται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλο της τράπεζας που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει εις χείρας της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αποσπάσματος των βιβλίων της.

Επομένως, τα εν λόγω αποσπάσματα της κίνησης των λογαριασμών που προσκομίσθηκαν για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής ήταν πρωτότυπα και όχι αντίγραφα και δεν απαιτούνταν η βεβαίωση της γνησιότητάς τους από δικηγόρο ή από αρμόδια αρχή [άρθρα 449 παρ. 2 του ΚΠολΔ, 52 του ν. δ. 3026/1954, 14 του ν. 1599/1986].

Συνακόλουθα, ο παραπάνω λόγος ανακοπής κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος>> Κρίνοντας το Εφετείο ότι τα αναφερόμενα στην αίτηση έκδοσης της διαταγής πληρωμής και προσκομισθέντα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσίβλητης τράπεζας, τα οποία σύμφωνα με τον 9ο όρο της επίδικης σύμβασης πίστωσης, αποτελούν πλήρη απόδειξη, ήταν πρωτότυπα έγγραφα, εξαχθέντα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της τράπεζας με τη σχετική βεβαίωση περί της γνησιότητάς τους από τον αρμόδιο υπάλληλό της και δεν απαιτούνταν η βεβαίωση της γνησιότητάς τους από δικηγόρο ή από αρμόδια αρχή και συνεπώς αποτελούσαν νόμιμα αποδεικτικά μέσα, με βάση τα οποία αποδεικνυόταν η απαίτηση και μπορούσε να εκδοθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και έτσι απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, ορθά, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, ερμήνευσε και εφάρμοσε την εφαρμοστέα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 623 επ.

ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αποτελούν ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ [και όχι και των αρ. 11 και 12 του ίδιου άρθρου, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες] και γι' αυτό ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτο και ορθά απέρριψε το τρίτο λόγο της ανακοπής και τον δεύτερο λόγο της ανακοπής ,κατά το οικείο μέρος του, καθόσον με βάση τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία η αναιρεσίβλητη προσκόμισε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και τα οποία ελήφθησαν υπόψη από τον Δικαστή που την εξέδωσε, συνέτρεχε η απαιτούμενη για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της βέβαιης και εκκαθαρισμένης απαίτησης της αναιρεσίβλητης, και του ποσού της, δεδομένου ότι, ειδικότερα κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε και επισύναψε στην αίτησή της, αφενός τις καρτέλες λογαριασμών όπου εμφαίνονται αναλυτικά με σαφή αρκτικόλεξα τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, καθώς και τις από 29-6-2012 πρόσθετες πράξεις συνομολόγησης επιτοκίου, με τις οποίες η πρώτη ανακόπτουσα αναγνώρισε την οφειλή, κατά τον χρόνο αυτό και τις από 31-12-2012 επιστολές, με τις οποίες η πρώτη ανακόπτουσα αναγνώρισε, στις 31-12-2012, το λογιστικό υπόλοιπο των ως άνω λογαριασμών, αναγνώριση που σύμφωνα με τον με αριθμό 3.2 όρο της υπ' αριθ. ...-2007 σύμβασης, δεσμεύει και τους λοιπούς ανακόπτοντες - εγγυητές, αφετέρου δε αποσπάσματα των λογαριασμών από τα οποία προκύπτει σαφώς η κίνηση αυτών και τα επιμέρους κονδύλια έως το κλείσιμο του λογαριασμού στις 27-1-2014, στοιχεία που ήταν επαρκή και αποδείκνυαν την απαίτηση της καθής, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και για το χρονικό διάστημα μετά την αναγνώριση της οφειλής από την πιστούχο.

Επομένως ο δεύτερος και ο τρίτος λόγοι της αναίρεσης, από τον αριθμό 14 [και όχι και από τους αριθμούς 9 γ', 10 και 19] του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Σύμφωνα με το άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, η απαίτηση για τη οποία ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, πρέπει να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, δηλαδή να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Ειδικότερα, η αναφορά στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται, προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη, κατά την έννοα του άρθρου 916 ΚΠολΔ, και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει αυτή κατά ποσό και ποιόν.

Εκκαθαρισμένη, επίσης, είναι η χρηματική απαίτηση και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή το νόμο [ΑΠ 123/2023, ΑΠ 368/2019]. Σε περίπτωση έκδοσης διαταγής πληρωμής, παρά την έλλειψη της πιο πάνω προϋπόθεσης, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, καθόσον λόγο ανακοπής μπορεί να αποτελέσουν όλες οι ενστάσεις που καταλύουν τον τίτλο, όσο και το δικαίωμα του δανειστή που βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής.

Ωστόσο, σε περίπτωση ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παράνομων χρεώσεων δεν θίγεται η απόδειξη της απαίτησης με έγγραφα ούτε και καθίσταται ανεκκαθάριστη, αλλά συνεπάγεται απλώς, την ακυρότητα αντίστοιχου κονδυλίου της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Οι εν λόγω χρεώσεις, δηλαδή, δεν οδηγούν στην απαλλαγή των πιστούχων και επομένως και των εγγυητών της πίστωσης, αλλά παρέχουν σ' αυτούς τη δυνατότητα να προσβάλλουν με λόγο ανακοπής κατά της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής τις παράνομες επιβαρύνσεις και να επιτύχουν, έτσι, μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο ποσό.

Μόνη δε η γενική αμφισβήτηση, με τους λόγους ανακοπής της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης δεν καθιστά όπως προαναφέρθηκε την απαίτηση ανεκκαθάριστη. Οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ έχουν δικονομικό χαρακτήρα και ιδρύουν πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γιατί το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα [ ΑΠ 123/2023, ΑΠ 196/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι μη νομίμως εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, εφόσον η απαίτηση της αναιρεσίβλητης, με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεν ήταν βεβαία και εκκαθαρισμένη συνεπεία των εκτιθέμενων στην ανακοπή παράνομων επιβαρύνσεων του υπολογισμού τόκων με βάση το έτος των 360 αντί των 365 ημερών.

Όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, μόνο το γεγονός της ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παράνομων χρεώσεων, δεν καθιστά ανεκκαθάριστη την απαίτηση, αλλά συνεπάγεται, απλώς, την ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ενώ δεν αρκεί και η γενική αμφισβήτηση με τους λόγους της ανακοπής, της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με την ανακοπή τους, αμφισβήτησαν αορίστως το ύψος της απαίτησης, χωρίς να προσβάλλουν συγκεκριμένο κονδύλιο ή κονδύλια του λογαριασμού που περιέχονταν στα προσκομισθέντα προς απόδειξη αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων, ήτοι δεν προσδιορίζουν το συγκεκριμένο ποσό που προκύπτει από τον υπολογισμό των τόκων με έτος 360 ημερών αντί του υπολογισμού με έτος 365 ημερών.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε εκκαθαρισμένη την απαίτηση και δεν ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, κρίνοντας με την κύρια αιτιολογία του, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο σχετικός πέμπτος λόγος της ανακοπής είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί γιατί "δεν προσδιορίζεται κατά ποίο ποσό επιβαρύνθηκε η επιτασσόμενη απαίτηση εξ αιτίας του υπολογισμού αυτού" δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει ακυρότητα και δε υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ως εκ τούτου ο ως άνω λόγος αναίρεσης [τέταρτος], είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την επικουρική αιτιολογία της απόφασης ότι σε κάθε περίπτωση ο πέμπτος λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος και αποδίδονται με αυτόν πλημμέλειες από τους αριθμού 1, 13 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι προεχόντως αλυσιτελής και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν επλήγη επιτυχώς η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία ο παραπάνω πέμπτος λόγος της ανακοπής των αναιρεσειουσών απορρίφθηκε ως αόριστος.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, <<επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα [1] επί της χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους ενός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης δύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αυτή τροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως συμφωνηθεισών εισφορών>>.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά το σκοπό του νόμου, ο οποίος [σκοπός] πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγόρευσης.

Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975 δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του, αλλά ούτε και την απαγόρευση μετακύλισής του.

Αλλά ούτε από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου προκύπτει λόγος αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι την εισφορά πρέπει να επιβαρυνθούν τελικά τα πιστωτικά ιδρύματα.

Ήδη δε τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα, επομένως υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή εκ των πραγμάτων, δεδομένου ότι, αφού οι Τράπεζες μπορούν να καθορίζουν ελεύθερα τα επιτόκια των χορηγήσεων, μπορούν και να υπολογίζουν το ποσοστό της εισφοράς στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση.

Αλλά και αν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς είχε, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζόμενου επιτοκίου πέραν του προβλεπόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από το ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο επιτοκίου.

Συμπερασματικά, ενόψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της θεσπιζόμενης με αυτόν εισφοράς. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου, έναντι του Δημοσίου, προσώπου στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά τη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι τη σχέση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών.

Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται κατά το άρθρο 361 ΑΚ με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τοιαύτης νοουμένης της θέσπισης ανωτάτου ορίου επιτοκίου. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανειακής σύμβασης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον δανειολήπτη, είναι νόμιμος, διότι δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου, κατ' άρθρο 174 ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο καλυμμένο, πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό, ουσιαστικά δε προσαυξάνει το ποσοστό του, λογίζεται κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.

α' ΑΚ ως τόκος και συνεπώς νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται με τους λοιπούς καθυστερούμενους τόκους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν.2601/2008, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου [ΑΠ 526/2024, ΑΠ 695/2023, ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1368/2022, ΑΠ 669/2020.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της ανακοπής τους, οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι η υπ' αριθ. 1705/2015 διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, επειδή στο ποσό, που επιδικάζεται εις βάρος τους με αυτήν για το κεφάλαιο της δανειακής απαίτησης της αναιρεσίβλητης τράπεζας, περιλαμβάνονται και ποσά, που προέρχονται από την μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975 και τον παράνομο ανατοκισμό αυτής Το Εφετείο απέρριψε το λόγο αυτό με δύο επάλληλες αιτιολογίες αφενός ως αόριστο και αφετέρου ως μη νόμιμο, με το σκεπτικό ότι η μετακύλιση της εισφοράς αυτής [και ο ανατοκισμός της] είναι νόμιμη, επειδή ο νόμος επιτρέπει τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής, η οποία αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3 του ν. 128/1975 και 361 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεδομένου ότι, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει την μετακύλιση της εισφοράς στους αναιρεσείοντες, η εισφορά αυτή αποτέλεσε μέρος του πραγματικού επιτοκίου του δανείου και κατά συνέπεια επιτρεπτώς συνυπολογίστηκε στην οφειλή και ανατοκίστηκε από την αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση της προαναφερθείσας ουσιαστικής διάταξης, είναι αβάσιμος ενώ ο περιεχόμενος στον λόγο αυτό ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι παραβιάστηκε η διάταξη των παρ. 6 και 7 του άρθρου 2 του Ν. 2251/1994 γιατί η συμφωνία για την μετακύλιση της ανωτέρω εισφοράς του Ν. 128/1975 στους ιδίους είναι άκυρος ΓΟΣ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί δεν προβάλλουν και ότι τον ισχυρισμό αυτό προέβαλαν με λόγο ανακοπής (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη ως αόριστου του παραπάνω ισχυρισμού και αποδίδονται με αυτόν πλημμέλειες από τους αριθμούς 10, 14 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αλυσιτελής και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν επλήγη επιτυχώς η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμος ο παραπάνω ισχυρισμός των αναιρεσειουσών και η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ναι μεν η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του.

Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ' αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησής του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική.

Το ζήτημα, δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του [ ολΑΠ 6/2016, ΑΠ 526/2024, ΑΠ 92/2024, ΑΠ 1873/2014].

Ακόμη, το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει έννομο συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με την διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος [ΑΠ 526/2024, ΑΠ 267/2021, ΑΠ311/2020].

Εξάλλου, κατά τη διάταξη ου άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 <<Προστασία Καταναλωτών>>, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το ν. 3587/2007, οι γενικοί όροι συναλλαγών [ΓΟΣ], δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή.

Η ρύθμιση της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Με τους ΓΟΣ είτε επιχειρείται απόκλιση από ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου είτε ρυθμίζονται πρόσθετα στοιχεία που δεν αντιμετωπίζονται από διατάξεις ενδοτικού δικαίου.

Δεν απαγορεύεται όμως η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη του ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνο από εκείνες που φέρουν καθοδηγητικό χαρακτήρα ή σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών, από τα ουσιώδη, για την επίτευξη του σκοπού και της διατήρησης της φύσης της σύμβασης, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη για το συγκεκριμένο είδος συναλλαγής.

Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία αποκλίνει από ουσιώδεις βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία διαταράσσεται όταν με το περιεχόμενο του ΓΟΣ αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή.

Ελέγχεται, επίσης για καταχρηστικότητα η ρύθμιση ενός ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται η ματαίωση του σκοπού της. Για να κριθεί αν ένας ΓΟΣ διαταράσσει τη συμβατική ισορροπία και συνεπώς είναι άκυρος ως καταχρηστικός γίνεται αξιολογική στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων και εκτιμώνται οι ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Λαμβάνονται υπόψη, εκτός από την ανάγκη προστασίας του κατά τεκμήριο ασθενέστερου καταναλωτή, η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της, όπως ο εξειδικευμένος ή μη χαρακτήρας της συναλλαγής, η εξοικείωση του πελάτη με τις σχετικές συναλλαγές, το μορφωτικό και πνευματικό του επίπεδο, οι κίνδυνοι που αναλαμβάνονται και η δυνατότητα αντιμετώπισής τους, καθώς επίσης και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται [ολΑΠ 15/2007].

Για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγής (ΓΟΣ), πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή". Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου.

Επομένως, ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994 (Ολ. ΑΠ 4/2019, ΑΠ 1188/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ν. 2251/1994, καταναλωτής που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών,, αρκούντος απλώς και μόνο του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης αυτών. Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί την υπηρεσία και δεν την διοχετεύει σε τρίτους.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις τραπεζικές συναλλαγές.

Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους. Έτσι, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τους τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους.

Έτσι υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση των ιδιωτικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, χωρίς να αποκλείεται όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ, μετά από την υποβολή σχετικής ένστασης από την τράπεζα, κάθε φορά που η επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή εμφανίζεται ως καταχρηστική, όπως συμβαίνει, όταν ο δανειολήπτης δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, διότι διαθέτει εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή έχει τέτοια οικονομική επιφάνεια και οργανωτική υποδομή, ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της δανειακής του σύμβασης.

Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ' του ν. 2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, στο προστατευτικό πεδίο του άνω νόμου εντάσσεται ρητά και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του.

Ενόψει των εκτεθέντων: α] ο δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου θεωρείται τελικός αποδέκτης των πιστωτικών υπηρεσιών της τράπεζας και συνεπώς και καταναλωτής κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ν. 2251/1994 [ΟλΑΠ 13/2015, ΑΠ 526/2024, Α.Π. 1395/2021, Α.Π. 1138/2020, Α.Π. 368/2019], β] ο εγγυητής υπέρ τέτοιου δανειολήπτη και ιδίως αυτός που εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης [παραιτούμενος των ενστάσεων], ο οποίος δεν ενεργεί στο πλαίσιο επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άνω νόμου, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγύησης [ΟλΑΠ 13/2015, ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019].

Κατά το άρθρο 47 παρ. 2 του ΝΔ 17.7/13.8.1923 <<περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών>>, που εφαρμόζεται επί δανείου [πίστωσης] με ανοιχτό λογαριασμό, σύμφωνα και με το άρθρο 5 παρ. του ιδίου ΝΔ, το λογαριασμό αυτό <<κλείει η πιστώτρια τράπεζα όταν θελήσει>> Εξάλλου, κατά το άρθρο 112 παρ. 2 του ΕισΝΑΚ, <<Ο αλληλόχρεος λογαριασμός κλείνει περιοδικά κάθε εξάμηνο, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά όμως και σε διαστήματα μικρότερα από ένα τρίμηνο.

Κάθε ένα από τα μέρη μπορεί οποτεδήποτε, με καταγγελία του, να θεωρήσει ότι ο λογαριασμός έκλεισε οριστικά, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου έχει δικαίωμα να το απαιτήσει αμέσως>>. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι επί δανείου που χορηγείται από ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με ανοιχτό [αλληλόχρεο] λογαριασμό, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ πιστώτριας και πιστούχου ότι η πιστώτρια μπορεί να κλείνει το λογαριασμό και να αξιώνει την πληρωμή του καταλοίπου.

Η συμφωνία αυτή δεν είναι συμφωνία περί ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής, στην απόλυτη κρίση του ενός από τους συμβαλλομένους, η οποία θα ήταν άκυρη κατά το άρθρο 372 ΑΚ, γιατί τη συμφωνία αυτή επιτρέπει ρητώς ο νόμος, αφού μάλιστα παρέχει στην πιστώτρια ανώνυμη εταιρεία την ευχέρεια να κλείνει το λογαριασμό οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς να υπάρχει σχετική συμφωνία με τον πιστούχο.

Άλλωστε, ανάλογη ευχέρεια παρέχεται και επί κοινού δανείου, σύμφωνα με το άρθρο 807 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της ανακοπής [κατά το οικείο μέρος του], οι αρχικώς αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει την μεταξύ τους σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, χωρίς προηγουμένως να τους τάξει καμμία εύλογη προθεσμία, είναι καταχρηστική.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: << Στη περίπτωση που πρόκειται, με τον όγδοο λόγο ανακοπής, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η ως άνω, από 28-1-2014, καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, στην οποία προέβη η καθής, χωρίς προηγουμένως να τους τάξει καμία προθεσμία είναι αυθαίρετη και καταχρηστική.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον η καθής τράπεζα, κατ' αρχήν κατά τον 5β'όρο της αρχικής σύμβασης πίστωσης, είχε δικαίωμα οποτεδήποτε θελήσει να κλείσει τον λογαριασμό, ανεξάρτητα από την υπερημερία ή μη της οφειλέτου [κατά την ελεύθερη κρίση της], το δε κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλ` αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) αυτής ...

και με την επίκληση της κατάχρησης δικαιώματος δεν μπορεί να προσβληθεί το δικαίωμά της δεδομένου ότι [η επίκληση αυτή] κατατείνει στην κήρυξη της ακυρότητας της οικείας δήλωσης βούλησης [καταγγελίας] της τράπεζας κάθε φορά που γίνεται χωρίς εύλογη αιτία [ορισμένο, ειδικό και σπουδαίο λόγο], προς τούτο δε απαιτείται, για την πληρότητα του σχετικού ισχυρισμού και του παραδεκτού του από άποψη χρόνου προβολής του, να εκτίθενται αναλυτικά και σαφώς στο δικόγραφο όλα τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από την τράπεζα στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση ...

και στη περίπτωση που πρόκειται, οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση του ισχυρισμού τους.

Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης πίστωσης βασίστηκε στην μακροχρόνια άρνηση των ανακοπτόντων να ανταποκριθούν στην υποχρέωση που ανέλαβαν κατά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης να καταβάλουν σε πίστωση των λογαριασμών της πίστωσης τα αναλαμβανόμενα από την πίστωση ποσά κατά τις τασσόμενες από την τράπεζα εκάστοτε προθεσμίες.

Από την επίδοση δε της ως άνω καταγγελίας της σύμβασης πίστωσης [28-1-2014], μέχρι την κατάθεση της αίτησης για έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής [20-1-2015 κατάθεση της από 16-1-2015 αίτησης] παρήλθε ένα έτος, συντρέχοντος σαφώς σπουδαίου λόγου καθόσον δημιουργούνταν εύλογα κίνδυνος για την ικανοποίηση της απαίτησής της.

Το δικαίωμά της δε αυτό δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι εν προκειμένω, ο ως άνω όρος της σύμβασης της παρείχε το δικαίωμα να την καταγγείλει και με μία μη εμπρόθεσμη κατάθεση, καθισταμένης της πρώτης ανακόπτουσας υπερήμερης και δικαιούμενης, χωρίς ειδοποίηση, να κλείνει οριστικά τους λογαριασμούς, χωρίς να χαρακτηρίζεται καταχρηστική η ενάσκηση του συμβατικού αυτού δικαιώματος.

Εδώ πρέπει να αναφερθεί, ότι τα αναφερόμενα στον έβδομο λόγο ανακοπής, με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καθής η ανακοπή να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση και να επιδιώξει την αξίωσή της με την έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι απορριπτέα, καθόσον δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλ.

δεν συνεπάγονται από μόνα τους υπέρβαση των ορίων, που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Το γεγονός ότι η πρώτη ανακόπτουσα απέστειλε προς τον διευθύνοντα σύμβουλο της καθής την, από 17-9-2014, επισυναπτόμενη στην ένδικη ανακοπή, επιστολή, στην οποία γίνεται αναφορά για διάπραξη αδικημάτων εκ μέρους της καθής, χωρίς να αποδεικνύεται η υποβολή έγκλησης ή άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος οποιουδήποτε [βλ.

και την από 1...-2014 απαντητική επιστολή της καθής, που προσκομίζουν οι ανακόπτοντες] και το γεγονός ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η άσκηση του συμβατικού δικαιώματος της καθής επέφερε τυχόν βλάβη στους ανακόπτοντες, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαιώματος, παρά μόνο αν αυτό μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ.

όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής αποφασίζει, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, να εισπράξει την απαίτησή του, διακόπτοντας παράλληλα την πίστωση του οφειλέτη, με σκοπό να αποτρέψει και τη διόγκωση του χρέους του, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι, στην περίπτωση που πρόκειται, οι ανακόπτοντες υπήρξαν ασυνεπείς ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, διότι αυτό αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας [διαχείρισης] μόνο αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός βέβαια αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει προφανής υπέρβαση, στοιχείο που δεν προκύπτει εν προκειμένω από τα ιστορούμενα από τους ανακόπτοντες στο δικόγραφο της ανακοπής ...

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι, οι δεύτερος, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των ανακοπτόντων, εγγυήθηκαν, με τις προαναφερόμενες συμβάσεις [από 29-6-2007, 10-8-2009, 17-8-2009], εγγράφως, ανεπιφύλακτα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της ως άνω [...-1998] σύμβασης πίστωσης, που είχε ως σκοπό την αναχρηματοδότηση των υφισταμένων τραπεζικών της υποχρεώσεων της πιστούχου πρώτης ανακόπτουσας, ενεχόμενοι εις ολόκληρον με αυτήν και ως αυτοφειλέτες.

Κατά τον χρόνο παροχής της εγγυήσεώς τους αυτής, ο δεύτερος υπογράφοντας ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου και νόμιμος εκπρόσωπος της πιστούχου ανώνυμης εταιρίας, η τρίτη σύζυγός του, η τέταρτη θυγατέρα του δευτέρου και στη συνέχεια νομική εκπρόσωπος της πιστούχου και η πέμπτη θυγατέρα του δευτέρου, υπό τις παραπάνω ιδιότητές τους, ασχολούνταν με το αντικείμενο και τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων της δανειολήπτριας ανώνυμης εταιρίας τους.

Είναι επομένως πρόδηλο, με βάση το περιεχόμενο της σύμβασης εγγύησης ότι οι παραπάνω εγγυητές ανέπτυσσαν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα μέσω της ως άνω δανειολήπτριας εταιρίας κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κατ` ουσία αυτή ταυτιζόταν με εκείνη [επιχειρηματική δραστηριότητα] του νομικού προσώπου της εταιρίας, αφού η πορεία των εταιρικών υποθέσεων και τα αποτελέσματά της είχαν άμεση επίδραση στην οικονομική τους κατάσταση ως μετόχων της εταιρίας.

Ενόψει αυτών στην παροχή της ως άνω εγγυήσεώς τους προέβησαν οι παραπάνω εγγυητές στα πλαίσια της επαγγελματικής τους ενασχόλησης, αποβλέποντας αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των προσωπικών τους συμφερόντων από την προσδοκία των κερδών που θα επέφερε στην δανειολήπτρια εταιρία ο συναφθείς, μεγάλης οικονομικής αξίας, δανεισμός της και στη συνακόλουθη προσωπική τους ωφέλεια, και όχι στην κάλυψη δικών τους καταναλωτικών αναγκών σε ιδιωτικό επίπεδο.

Η κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών μεγάλης αξίας συναλλαγή καταδεικνύει, ότι οι συμβληθέντες εγγυητές απομακρύνονται από το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, επενδυτή ή επαγγελματία και εμφανίζονται ως γνώστες του οικείου συναλλακτικού κύκλου, χωρίς να έχουν την ανάγκη της παρεχόμενης στους άπειρους και συνήθεις καταναλωτές προστασίας.

Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, αυτοί δεν εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως ασθενέστερο μέρος της προκείμενης σύμβασης, βάσει των επικαλουμένων από τους ίδιους διατάξεων του ν. 2251/1994, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται ...

Ενόψει των παραπάνω, εφόσον όλοι οι λόγοι της υπό κρίση ανακοπής κρίθηκαν απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή στο σύνολό της και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής>>. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε τον όγδοο λόγο της ανακοπής για καταχρηστική καταγγελία του ένδικου αλληλόχρεου λογαριασμού εκ μέρους της πιστώτριας τράπεζας, ως μη νόμιμο.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού τα επικαλούμενα από τους αρχικώς αναιρεσείοντες πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση του άνω λόγου της ανακοπής, αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούν να στηρίξουν την κρίση ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης αντιτίθεται στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, δεδομένου ότι, ειδικότερα, α] με τον 5 β' όρο της σύμβασης των διαδίκων η αναιρεσίβλητη είχε δικαίωμα, όπως προβλέπεται και από τις προαναφερθείσες νομικές διατάξεις, να καταγγείλει τη σύμβαση και χωρίς ειδοποίηση, εφόσον, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχουν άλλες περιστάσεις, που να καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του συμβατικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, β] η καταγγελία της σύμβασης και η έκδοση της διαταγής πληρωμής είναι απόρροια του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, για διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας ελεύθερα κατ' αρχήν αυτή αποφασίζει, χωρίς να έχει νόμιμη υποχρέωση να προτείνει στον οφειλέτη λύση με όρους ασύμφορους για την ίδια ή να δεχτεί τυχόν ζημιογόνα γι' αυτήν πρόταση του, πολύ δε περισσότερο αφού η καταγγελία της ένδικης σύμβασης πίστωσης βασίστηκε στην μακροχρόνια άρνηση των αναιρεσειόντων να ανταποκριθούν στην υποχρέωση που ανέλαβαν κατά την κατάρτιση της σύμβασης να καταβάλλουν σε πίστωση των λογαριασμών της πίστωσης τα αναλαμβανόμενα από την πίστωση ποσά κατά τις τασσόμενες από την αναιρεσίβλητη εκάστοτε προθεσμίες, γ] η μη άσκηση του δικαιώματός της συνεπάγεται σοβαρές συνέπειες για την αναιρεσίβλητη συνιστάμενες στην ματαίωση της ικανοποίησης της ως άνω σημαντικού ύψους απαίτησής της , δ] η επιστολή της πρώτης αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη με καταγγελία διάπραξης ποινικών αδικημάτων, χωρίς την επίκληση υποβολής έγκλησης και άσκησης ποινικής δίωξης, δεν αποτελεί λόγο που να καθιστά καταχρηστική την καταγγελία της σύμβασης.

Επομένως, το Εφετείο δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για να κρίνει νόμιμο τον προβληθέντα ως άνω λόγο ανακοπής και, ως εκ τούτου ο έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ] πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον αυτό όγδοο λόγο της ανακοπής[κατά το οικείο μέρος του] οι αρχικώς αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν και ότι είχαν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά τη σύναψη των ένδικων συμβάσεων εγγύησης και η συμφωνία που σύναψαν με την αναιρεσίβλητη, ότι αυτή είχε δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, χωρίς προηγουμένως να τους τάξει καμμία εύλογη προθεσμία, είναι αντίθετη στο Ν. 2251/1994, αποτελούσα άκυρο Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ) γιατί έχει ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισσοροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μερών σε βάρος των ιδίων ως καταναλωτών.

Το Εφετείο δέχθηκε, με τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν, ότι οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν είχαν την ιδιότητα του καταναλωτή και απέρριψε τον όγδοο λόγο της ανακοπής [κατά το οικείο μέρος του]. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τον όγδοο λόγο ανακοπής κατά το οικείο μέρος του, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 εδ.

α' , 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει στα μέρη του αλληλόχρεου λογαριασμού να τον καταγγείλουν μονομερώς και να τον κλείσουν οριστικά οποτεδήποτε, χωρίς οιαδήποτε άλλη προϋπόθεση, δεν είναι άκυρη και η τυχόν όμοια συμφωνία των μερών, η οποία δεν εμπίπτει έτσι στην ακυρότητα του άρθρου 2 παρ. 6, 7 του ν.2251/1994 ακόμη και αν έχει διατυπωθεί με Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ), καθόσον δεν μπορεί να είναι άκυρη συμφωνία που επαναλαμβάνει διάταξη νόμου, ώστε παρέλκει η έρυνα περί του εάν οι αναιρεσείοντες έχουν ή όχι την ιδιότητα του καταναλωτή.

Συνεπώς, αφού αντικατασταθούν κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ οι αιτιολογίες του με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για αποτροπή δεδικασμένου, ώστε να αναιρεθεί η απόφαση μόνο κατά την ελλιπή αιτιολογία της, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο όγδοος [κατά το οικείο μέρος του] λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής διάταξης ουσιαστικού δικαίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινή χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά τη οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα <<πράγματα>> που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για <<πράγματα>> που δέχθηκε ως αληθινά. Ο όρος <<πράγματα>> και στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου [ΑΠ 146/2022, ΑΠ 8/2019].

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αυτός ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας [ΑΠ 146/2022, ΑΠ59/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του στα αποδεικτικά μέσα [κατάθεση μάρτυρος, ανωμοτί εξέταση διαδίκου και έγγραφα], που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νόμιμα οι διάδικοι. Επομένως ο όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη πραγμάτων ως αληθινών χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά τα νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335,338-340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά [ολΑΠ 23/2008, ΑΠ 242/2023]. Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του [ΑΠ 242/2023].

Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά, ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος [ολΑΠ 2/2008, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 500/2019].

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα:

α] το άρθρο της εφημερίδας Κυριακάτικη Contra news που δημοσιεύθηκε στο τεύχος του Σαββάτου 19-9-2015 με τίτλο <<ΚΟΛΠΟ ΓΚΡΟΣΟ ΤΗΣ ΠΑΡΕΑΣ ... ΜΕ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ>>. Έκλεψαν 416 εκατομμύρια από την Εθνική Τράπεζα>>, το οποίος εμπλέκει τον Διοικητή της αναιρεσίβλητης Α. Τ., ως πρωταγωνιστή γιγαντιαίου σκανδάλου, β] την από 13-2-2015 αίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας προς το κατάστημα Σίνδου της αναιρεσίβλητης, η οποία υποβλήθηκε την 20-2-2015 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 002879, γ] την από 6-3-2015 και υπ' αριθ.

πρωτ. 100174566-15 επιστολή της αναιρεσίβλητης σε απάντηση της ανωτέρω αίτησης της πρώτης αναιρεσείουσας, δ] την από 24-2015 αίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας προς το κατάστημα της οδού ... της Θεσσαλονίκης της αναιρεσίβλητης, ε] εκτύπωση από την αποστολή με αριθμό ... της ACS, σχετικά με την παράδοση με την παράδοση της απάντησης της αναιρεσίβλητης στην πρώτη αναιρεσείουσα και στ] τα υπ' αριθ. 16801/2015 Πρακτικά Συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Όμως, από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της καθής που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την χωρίς όρκο εξέταση της τέταρτης ανακόπτουσας, η κατάθεση της οποίας εκτιμάται ελεύθερα [άρθρ. 415, 417, 420 ΚΠολΔ], που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τα έγγραφα της δικογραφίας, όσο και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω φερόμενα ως αγνοηθέντα από τις αναιρεσείουσες, ενώ, τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου ως προς τη βαρύτητα, που προσέδωσε σε ένα έκαστο εξ αυτών, καθώς ανάγεται στην περί τα πράγματα κρίση του.

Επομένως ο ερευνώμενος έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ]. Δικαστικά έξοδα σε βάρος των ηττηθεισών αναιρεσειουσών και υπέρ της αναιρεσίβλητης δεν θα επιβληθούν λόγω ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης, που έτσι δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα, ενώ ως προς την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, κατά το βάσιμο αίτημά της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών-καθ' ών η πρόσθετη παρέμβαση [άρθρα 176, 182, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διακόπτει την δίκη ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα Κ. Κ. και την πέμπτη αναιρεσείουσα Ε. Κ. και επαναλαμβάνει τη δίκη με τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειουσών.

Απορρίπτει την από 24-5-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ.731/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειουσών-καθ' ων η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση τα δικαστικά έξοδα της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ