Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment, upholding lower court's rejection of abuse of rights claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an insurance company and an individual against a final judgment of the Athens Court of First Instance. The lower court had rejected the insurer's claim that the insured's exercise of rights constituted an abuse of rights under Article 281 of the Civil Code. The court upheld this decision, ruling that the insured's actions were not abusive and that the lower court correctly applied the relevant German social security law provisions regarding direct transfer of claims to the insurance carrier.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 581, 176, 180, 183, 189, 191, 495 of the Code of Civil Procedure; The exercise of rights by an insured to claim social security benefits does not constitute an abuse of rights under Article 281 of the Civil Code if the lower court correctly applied the specific rules of the foreign social security law governing the direct transfer of claims to the insurance carrier.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1906 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1906/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και 2) Σ. Π. του Α., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντανάκα.
Του αναιρεσιβλήτου: Γερμανικού Ιδρύματος Συντάξεως - ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...” ...), που εδρεύει στο ... Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Στρογγύλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3139/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6242/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το ήδη αναιρεσίβλητο με την από 23-12-2015 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 961/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Εκδόθηκε η 1403/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12-7-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 5603/614/14-7-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1403/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α,666,667,670-676 Κ.Πολ.Δ.,όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ).
Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Το ενάγον, ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., καθ' υποκατάσταση στα δικαιώματα λήπτριας ασφάλισης για ζημίες από αυτοκινητικό ατύχημα, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-2-2010 (αριθμ.
έκθ. κατ. 34204/1500/22-2-2010) αγωγή του, κατά του ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος, υπαίτιου του ατυχήματος, συνεπεία του οποίου υποχρεώθηκε τούτο και κατέβαλε αποζημίωση στην ασφαλισμένη του, και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "....", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, λόγω συγχωνεύσεως, ως καθολικός διάδοχος αυτής, η ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ζητώντας την αναγνώριση της υποχρέωσής τους να του καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρο, το ποσό που κατέβαλε αυτό στην ασφαλισμένη του.
Επικουρικά, για την περίπτωση που γίνει δεκτή ένσταση της ασφαλιστικής εταιρείας περί παραγραφής της αξίωσής του, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται αυτή πλαγιαστικώς να καταβάλει στον ασφαλισμένο της, ο οποίος αδρανεί στην άσκηση των δικαιωμάτων του, ό,τι υποχρεωθεί ο τελευταίος να καταβάλει στο ενάγον.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3139/2011 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον το δικαστήριο δέχθηκε ότι είχε παραγραφεί η αξίωση του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου, απορρίπτοντας την ένσταση περί διακοπής της παραγραφής, που υπέβαλε, ως απαράδεκτη, για το λόγο ότι είχε προταθεί με την προσθήκη των προτάσεων μετά τη συζήτηση.
Επί της από 17-6-2012 (αριθμ. έκθ. κατ. 4206/2012) έφεσης που άσκησε κατά της ως άνω απόφασης το αναιρεσίβλητο, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6242/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, δεχόμενο το Εφετείο, αφενός μεν ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, αφετέρου δε, εξετάζοντας την προβολή της αντένστασης αυτής το πρώτον ενώπιόν του, ότι, απαραδέκτως προβάλλεται, εφόσον δεν επικαλείται το αναιρεσίβλητο, στο ιστορικό του προταθέντος ισχυρισμού, τη συνδρομή των απαιτούμενων, κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 και 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., προϋποθέσεων.
Κατά της απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το αναιρεσίβλητο άσκησε την από 23-12-2015 αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 961/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτός ο προβαλλόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε.
Μετά την από 5-2-2020 κλήση του ήδη αναιρεσίβλητου, η υπόθεση εισήχθη προς νέα συζήτηση, το δε Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας, ως δικαστήριο παραπομπής, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1403/2022 απόφασή του, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την 3139/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της αγωγής, απέρριψε την ευθεία αγωγή ως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, δέχθηκε την (ευθεία) αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο, ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα και την πλαγιαστική ως προς τη δεύτερη εναγομένη, αναγνώρισε δε ότι ο πρώτος εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στο αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά και η καθολική διάδοχος της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να καταβάλει τα ίδια χρηματικά ποσά στον πρώτο εναγόμενο.
Κατά το άρθρο 25 Α.Κ. οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη και αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών. Κατά δε το άρθρο 26 του ίδιου Κώδικα οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, όταν στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία υποκαθίσταται από τον νόμο φορέας κοινωνικής ασφάλισης ή αλλοδαπό δημόσιο ή τρίτος γενικά, που έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει και ικανοποίησε το δανειστή, η νόμιμη υποκατάσταση τούτου στα δικαιώματα του δανειστή, εάν δεν υπάρχει άλλη συμβατική δέσμευση της πολιτείας, διέπεται, όχι από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για νόμιμη εκχώρηση της απαίτησης, η δε αξίωση του τρίτου έχει άμεσο έρεισμα το νόμο και δεν απορρέει από την αδικοπραξία, αλλά από το δίκαιο που διέπει τη σχέση στην οποία στηρίζεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον τρίτο, δηλαδή το δίκαιο που διέπει τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης ή τη σχέση της δημόσιας υπηρεσίας με το δανειστή και γενικά τη σχέση η οποία στηρίζει την υποκατάσταση του τρίτου στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία.
Το δίκαιο αυτό θεωρούμενο ως Lex causae της υποκατάστασης θα εφαρμοστεί, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 25 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 19/1995, Α.Π. 684/2011). Η εφαρμογή όμως του δικαίου τούτου τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι δεν υπάρχει διμερής σύμβαση, με την οποία ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα. Τέτοια διμερής σύμβαση έχει συναφθεί μεταξύ Ελλάδος και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και ειδικότερα, η από 28.3.1962 Ελληνογερμανική Σύμβαση περί Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 4259/1962 και απέκτησε ισχύ νόμου.
Κατά το άρθρο 53 του ανωτέρω ν.δ., όταν πρόκειται για αξίωση αποκατάστασης προκληθείσας βλάβης, για την οποία ο παθών δικαιούται, κατά τη νομοθεσία ενός των συμβαλλομένων μερών, να στραφεί κατά τρίτου υπόχρεου, ο τελευταίος υποκαθίσταται στην αξίωση του παθόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τον υπόχρεο.
Επομένως, εφόσον ασκείται αξίωση γερμανικού ασφαλιστικού φορέα είναι εφαρμοστέο το γερμανικό δίκαιο. Η ρύθμιση αυτή, η οποία επικαλύπτεται από το άρθρο 93 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους, που διακινούνται εντός της Κοινότητας, σύμφωνα με το οποίο: "Αν δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους χορηγούνται παροχές για ζημία προκληθείσα από περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τα τυχόν δικαιώματα του οφειλέτου φορέα έναντι του τρίτου, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας, ρυθμίζονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
α) όταν ο φορέας οφειλέτης υποκαθιστά, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ` αυτόν, τον δικαιούχο στα δικαιώματα, τα οποία αυτός έχει έναντι του τρίτου, η υποκατάσταση αυτή αναγνωρίζεται από κάθε κράτος μέλος, β) όταν ο φορέας οφειλέτης έχει άμεσο δικαίωμα έναντι του τρίτου, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό, τούτο έχει την έννοια ότι, εφόσον συντρέχει μια από τις προϋποθέσεις του νόμου και ο ασφαλισμένος δικαιούται αποζημίωση από τον υπαίτιο για την προκληθείσα σε βάρος του ζημία, η απαίτηση αυτή του ασφαλισμένου μεταβιβάζεται στον ανωτέρω φορέα της ασφαλίσεως στο μέτρο, κατά το οποίο αυτός οφείλει να προβεί σε παροχές προς το δικαιούχο της αποζημίωσης.
Με την C-…/1996 απόφαση της Ολομέλειας (...), το ΔΕΚ ερμήνευσε την ως άνω πρόβλεψη του Κανονισμού ως κανόνα άρσεως συγκρούσεως νόμων, που επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει αγωγή αποζημιώσεως κατά του προκαλέσαντος τη ζημία, την υποχρέωση να εφαρμόσει τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας, όχι μόνο για να προσδιορίσει, αν ο φορέας αυτός υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα, αλλά και για να προσδιορίσει τη φύση και το περιεχόμενο των απαιτήσεων, στις οποίες υποκαθίσταται ο οφειλέτης φορέας.
Επομένως, τόσο ο υποκατασταθείς οφειλέτης φορέας, όσο και τα εθνικά δικαστήρια κάθε κράτους μέλους οφείλουν να εφαρμόζουν τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας. Από την άλλη το άρθρο 93 παρ. 1 στοιχ. α` του ως άνω Κανονισμού δεν αποβλέπει στο να τροποποιήσει τους κανόνες, βάσει των οποίων προσδιορίζεται, αν και κατά πόσο θεμελιώνεται η εξωσυμβατική ευθύνη του τρίτου, που προκάλεσε τη ζημία.
Το ζήτημα της ευθύνης του τρίτου εξακολουθεί να διέπεται από τους ουσιαστικούς κανόνες, που οφείλει καταρχήν να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε το θύμα ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα, δηλαδή, καταρχήν, από τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία. Εντεύθεν προκύπτει ότι τα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, καθώς και οι προϋποθέσεις άσκησης αγωγής αποζημίωσης ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία, προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου.
Στην ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 4 (2) του πέμπτου βιβλίου του γερμανικού κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (SGB V) το αναιρεσίβλητο αποτελεί ως ΝΠΔΔ, ένα από τα προβλεπόμενα από το νόμο αυτοδιοικούμενα ασφαλιστικά ταμεία και αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης υγείας (Α.Π. 736/2019). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 116 του Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων SGB/Χ ορίζεται ότι "...αξίωση αποζημίωσης που βασίζεται σε διάταξη νόμου, μεταβιβάζεται στον ασφαλιστικό φορέα ή τον φορέα κοινωνικής πρόνοιας, στο βαθμό, που αυτός εξαιτίας του ζημιογόνου γεγονότος υποχρεούται σε κοινωνικές παροχές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την αποκατάσταση της ζημίας αυτού του είδους και αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα, για το οποίο ο ζημιώσας οφείλει να καταβάλει αποζημίωση.
Σε αυτές συγκαταλέγονται και οι εισφορές, που πρέπει να καταβληθούν για κοινωνικές παροχές...". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 119 παρ.1 του ως άνω Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων -SGB/Χ ορίζεται ότι "...εφόσον η αξίωση αποζημιώσεως ενός υποκειμένου στην υποχρεωτική ασφάλιση ασφαλισμένου περιλαμβάνει και την αξίωση αποζημίωσης των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται στον ασφαλιστικό φορέα".
Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "αν ο ζημιωθείς ήταν υποχρεωτικά ασφαλισμένος κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος, οι εισπραχθείσες ασφαλιστικές εισφορές ή τμήματα εισφορών θεωρούνται ως υποχρεωτικές εισφορές της συνταξιοδοτικής ασφάλισης. Με τη μεταβίβαση της αξίωσης προς αποζημίωση των εισφορών ο ασφαλισμένος στην κοινωνική ασφάλιση δεν επιτρέπεται να βρεθεί σε χειρότερη θέση εκείνης στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε γίνει η μεταβίβαση".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Γερμανικού δικαίου, που εφαρμόζεται ως προς την αξίωση αυτοδίκαιης υποκατάστασης εκ του νόμου του Φορέα, προκύπτει ότι η υποκατάσταση του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου, εφόσον βεβαίως του κατέβαλε παροχές, ρυθμίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 116 του δέκατου βιβλίου του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (SGB Χ), που αφορά όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, άρα και το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ.
Η υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου. Η αξίωση αποζημίωσης είναι άμεση και ευθεία κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση τρίτου. Για τα ποσά, που επέρχεται υποκατάσταση, ο ασφαλισμένος δεν νομιμοποιείται πλέον ενεργητικά να ασκήσει αξίωση αποζημίωσης κατά του υπόχρεου. Η έκταση της υποκατάστασης συναρτάται από την υποχρέωση του φορέα να καταβάλει παροχές προς τον ασφαλισμένο του.
Το καθοριστικό γεγονός είναι ότι ο φορέας έχει εκ του νόμου την υποχρέωση να καταβάλλει παροχές και όχι πότε θα τις καταβάλει. Δεν πρόκειται δηλαδή για υποκατάσταση ως προς συγκεκριμένες παροχές. Αυτές μπορεί να καταβληθούν μέσα σε χρονικό διάστημα ακόμη και δεκαετιών. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 118 SGB Χ το Δικαστήριο, το οποίο καλείται να κρίνει μια υπόθεση ασφαλιστικής υποκατάστασης του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου ζημιώσαντος, δεσμεύεται από την απόφαση του φορέα για το ζήτημα, κατά πόσον είχε υποχρέωση να καταβάλει τις παροχές, τις οποίες κατέβαλε (Α.Π. 999/2021, Α.Π. 736/2019, Α.Π. 1190/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του" και κατά τη διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα "η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται, ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από τη θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος).
Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του Α.Κ., παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί" (Α.Π. 1155/2007).
Προκύπτει, επίσης, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ` ανάγκην συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση.
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του Α.Κ. έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξίωσης αποζημίωσης, αλλά και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στο δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (Α.Π. 1306/2003). Εν όψει αυτών, στην περίπτωση, που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ζημία του ενάγοντος, που εμφανιζόταν, κατά την αγωγή, ως πιθανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλώς ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ` ουσίαν αβάσιμη ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε.
Για να επιδικαστεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (Α.Π. 999/2021, Α.Π. 1448/2018, Α.Π 325/2016, Α.Π. 1105/2015).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π. 49/2019, Α.Π. 199/2018, Α.Π. 147/2018, Α.Π. 349/2014). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικώς ως παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει το σύννομο της αγωγής αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα πράγματι ο νόμος απαιτεί ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Η τυχόν περαιτέρω ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που ανάγεται στην παράθεση στο αγωγικό δικόγραφο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία εξειδικεύουν την ασκούμενη αξίωση και το με βάση αυτά προβαλλόμενο αίτημα, ώστε το τελευταίο, ως λογικό επακόλουθό τους, να είναι σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμός 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 339/2020, Α.Π. 566/2018, Α.Π. 1592/2014, Α.Π. 320/2016, Α.Π. 1182/2012).
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 15/2000, Α.Π. 93/2020, Α.Π. 1401/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, αναφορικά με τα ερευνώμενα ζητήματα με τους συναφείς αναιρετικούς λόγους: "Στην Κω, στις 8.5.2003 και περί ώρα 14:20', ο πρώτος εναγόμενος, Σ. Π. (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ΚΧΑ - …. ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία απορροφήθηκε, λόγω συγχωνεύσεως, από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση, από … προς …..
Η οδός αυτή, πλάτους οδοστρώματος 14,30 μέτρων, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας, ανά κατεύθυνση και κατά τον ως τόπο και χρόνο, η άσφαλτος ήταν ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή και των πεζών αραιή, επικρατούσε καλοκαιρία, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ενώ το όριο ταχύτητας ήταν 90 χιλ/ώρα.
Όταν ο ανωτέρω οδηγός έφθασε στο 3° χιλ. της ανωτέρω οδού, εξετράπη της πορείας του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο κανονικά, στο δεξιό άκρο της λωρίδας κυκλοφορίας του, ο R. S. (Ρ.Σ.), Γερμανός υπήκοος, οδηγώντας ποδήλατο και συγκρούστηκε με αυτό, με το αριστερό εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του.
Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να τραυματισθεί θανάσιμα ο ως άνω οδηγός του ποδηλάτου. Αποκλειστικά υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση και το θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου είναι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του αυτοκινήτου, ο οποίος, από αμέλειά του και συγκεκριμένα από έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις προσοχής, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί, σε κάθε στιγμή, να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, αλλά απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί, με το ποδήλατο, που εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του (άρθρα 12 παρ. 1, 16 παρ. 4 και 19 παρ. 1,2 ΚΟΚ).
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ως άνω οδηγός του ποδηλάτου ήταν άμεσα ασφαλισμένος στο ενάγον ΝΠΔΔ (ήδη αναιρεσίβλητο) και, ήδη, από 26.6.2001 με την υπ' αριθμ. 4799/26.6.2001 απόφαση του ως άνω ασφαλιστικού φορέα ελάμβανε μηνιαία σύνταξη, ύψους 1.639,13 ευρώ. Περαιτέρω, μετά τον, εξαιτίας του βαρύτατου τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα, θάνατο του ασφαλισμένου του, το ενάγον, κατέβαλε, σύμφωνα με τις διατάξεις του Γερμανικού δικαίου, στη δικαιούμενη, κατά νόμο διατροφή χήρα του θανόντος, D.D.S. (γεννηθείσα στις 23.9.1944), από 1.6.2003 μεγάλη σύνταξη χηρείας, ενόψει του ότι αυτή είχε συμπληρώσει το 45° έτος της ηλικίας της.
Έτσι, το ενάγον κατέβαλε, για το χρονικό διάστημα από 1.6.2003 έως 30.6.2003 το ποσό των 30,05 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1.6.2003 έως 30.6.2003 το ποσό των 1.128,19 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1.7.2003 έως 31.8.2003 το ποσό των 2.362,90 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1.9.2003 έως 31.3.2004 το ποσό των 7.486,43 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1.4.2004 έως 30.9.2004 το ποσό των 6.387 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1.10.2004 έως 30.6.2005 το ποσό των 9.601,11 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1.7.2005 έως 31.3.2007 το ποσό των 9.560,88 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1.4.2007 έως 30.6.2007 το ποσό των 3.197,40 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1.7.2007 έως 30.4.2008 το ποσό των 10.715,10 ευρώ και συνολικά το ποσό των 50.469,06 ευρώ.
Εξάλλου, το ενάγον και για το επόμενο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1.5.2008 έως 12.6.2016 εξακολούθησε να καταβάλλει στη σύζυγο του θανόντος τη σύνταξη χηρείας, η οποία ανέρχεται στο ποσόν των 1.085,46 ευρώ, μηνιαίως, καθώς και το ποσό των 78,70 ευρώ, μηνιαίως, για ασφαλιστικές εισφορές, ήτοι συνολικά το ποσό των 1.164,16 ευρώ, μηνιαίως.
Για τα παραπάνω ποσά το ενάγον, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν, υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της δικαιούμενης από τον ως άνω θανόντα σύζυγό της, διατροφής, κατά του υπαιτίου οδηγού και της ασφαλιστικής εταιρείας. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι τα επιμέρους ποσά για ασφαλιστικές εισφορές υγειονομικής ασφαλίσεως και για ασφαλιστικές εισφορές ασφαλίσεως φροντίδας, που συμπεριλαμβάνονται στη μηνιαία σύνταξη χηρείας πρέπει να απορριφθούν, διότι η ως άνω σύζυγος του θανόντος δεν είχε τέτοιες αξιώσεις από το σύζυγό της και ως εκ τούτου, δεν υπάρχει ποσοτική και ποιοτική αντιστοιχία με τη χορηγηθείσα σύνταξη χηρείας, ώστε να υποκατασταθεί το ενάγον, κρίνεται απορριπτέος, ως μη νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα με την παράγραφο 116 του δέκατου βιβλίου (S.X) του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (S.-S.) (βλ.
προσκομιζόμενη "Νομική Πληροφορία -Θέμα: Ασφαλιστική υποκατάσταση του φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως στο γερμανικό δίκαιο"), πρόκειται για κοινωνικές παροχές, που αποσκοπούν στην ανόρθωση της ζημίας, για τις οποίες ο ζημιώσας οφείλει να καταβάλει αποζημίωση. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι προβάλουν την ένσταση συνεισφοράς της ως άνω συζύγου του θανόντος στη διατροφή της, ισχυριζόμενοι ότι η αξία των υπηρεσιών της στις εργασίες του κοινού οίκου αποτιμάται στο ποσό των 1.000 ευρώ και, συνεπώς, από το ποσό της ανάλογης διατροφής της, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 500 ευρώ.
Η ως άνω ένσταση, κρίνεται απορριπτέα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε το είδος και το ύψος της συνεισφοράς της ως άνω συζύγου του θανόντος. Οι εναγόμενοι, με τις προτάσεις τους, προβάλουν τον ισχυρισμό περί συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, ισχυριζόμενοι ότι το ενάγον δεν έχει υποστεί ζημία από το επίδικο ατύχημα και συγκεκριμένα από το θάνατο του ασφαλισμένου του, διότι το αιτούμενο με την αγωγή συνολικό ποσό των 171.282,40 ευρώ, για την καταβολή της μεγάλης σύνταξης χηρείας, είναι μικρότερο από το ποσό των 255.977,42 ευρώ, που θα κατέβαλε στον ίδιο τον ασφαλισμένο του, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, που ήταν το προσδόκιμο όριο της ζωής του.
Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον η ως άνω ωφέλεια του ενάγοντος ΝΠΔΔ, που επικαλούνται οι εναγόμενοι, ουδόλως αποτελεί ωφέλεια της δικαιούμενης να αιτηθεί από αυτούς αποζημίωση, λόγω της θανάτωσης του συζύγου της, ως προς την οποία δύνανται να αντιτάξουν τον ισχυρισμό περί συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους.
Περαιτέρω, οι εναγόμενοι προβάλουν τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (άρθρ. 281 ΑΚ), ισχυριζόμενοι ότι το ενάγον με την υπό κρίση αγωγή του δεν αποσκοπεί στην κάλυψη της ζημίας του αντιδίκου του αλλά στον πλουτισμό του. Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως μη νόμιμος, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις εκείνες που θεμελιώνουν ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, αφού δεν γίνεται επίκληση περιστατικών τέτοιων, από τα οποία να στοιχειοθετείται οποιαδήποτε συμπεριφορά εκ μέρους του ενάγοντος, που προηγήθηκε και, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, δημιούργησε στους εναγόμενους και, μάλιστα, εύλογα, την πεποίθηση ότι αυτό δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του ούτε γίνεται επίκληση τέτοιας κατάστασης, που διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, ώστε η ανατροπή της, να επάγεται επαχθείς συνέπειες για τους εναγομένους.
Περαιτέρω, οι εναγόμενοι, με τις προτάσεις τους, υποβάλουν αίτημα για την κατ' εξαίρεση επιδίκαση τόκων υπερημερίας επί των αιτουμένων κονδυλίων. Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, ευλόγως, αντιδίκησαν με το ενάγον, ως προς την αιτούμενη αξίωση και ως εκ τούτου, το αίτημα των εναγομένων πρέπει να γίνει δεκτό, ως κατ' ουσίαν βάσιμο...".
Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση: α) απέρριψε την ευθεία αγωγή κατά της δεύτερης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας), λόγω παραγραφής, β) δέχθηκε την ευθεία αγωγή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς τον πρώτο εναγόμενο (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα) και αναγνώρισε ότι ο πρώτος εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στο ενάγον (ήδη αναιρεσίβλητο) το ποσό των 50.469,06 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και το ποσό των 1.164,16 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1.5.2008 έως 12.6.2016, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την καταβολή κάθε μηνιαίας μεγάλης σύνταξης χηρείας, μέχρι την εξόφληση και γ) δέχθηκε τη σωρευόμενη πλαγιαστική αγωγή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι η οιονεί καθολική διάδοχος της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστική εταιρεία "...." οφείλει να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 50.469,06 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και το ποσό των 1.164,16 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 1.5.2008 έως 12.6.2016, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την καταβολή κάθε μηνιαίας σύνταξης χηρείας, μέχρι την εξόφληση.
Με τους πρώτο και δεύτερο συναφείς λόγους της αίτησης αναίρεσης, ενιαίως εκτιμώμενους από τον αριθμό 1 του Κ.ΠολΔ., οι αναιρεσείοντες (ασφαλιστική εταιρεία και οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου) αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων του ελληνικού δικαίου των άρθρων 914 και 928 του Α.Κ., άλλως των διατάξεων του γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB) των άρθρων 1353,1356,1360,844 εδ. 2 και 843, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ορισμένη και νόμω βάσιμη την κρινόμενη αγωγή του αναιρεσίβλητου, αντί να την απορρίψει, ως αόριστη και νόμω αβάσιμη, αντίστοιχα, καθόσον:1)δεν περιέχονται στο δικόγραφο όλα τα απαιτούμενα κατά το νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτής, διότι τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν, είτε εφαρμόζεται το ελληνικό είτε εφαρμόζεται το γερμανικό δίκαιο, δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ως άνω διατάξεων ως προς τον προσδιορισμό του είδους και του ύψους της ζημίας του αναιρεσίβλητου ασφαλιστικού φορέα εκ του τροχαίου δυστυχήματος, όπως κατ' ένσταση προέβαλαν τόσο πρωτοδίκως, όσο και στο Εφετείο, κατ' άρθρο 527 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., και συγκεκριμένα δεν αναφέρονται οι οικονομικές δυνάμεις των συζύγων (θανόντος και χήρας) και οι ανάγκες και συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής, το ποσό της καταβλητέας από τον υπόχρεο διατροφής, τα πάγια εφάπαξ έξοδα του νοικοκυριού, το εισόδημα προς διάθεση δαπανών του ασφαλισμένου, το οικογενειακό εισόδημα, το ποσό των βασικών αναγκών κ.λ.π.
Ειδικότερα, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες, ότι δεν διαλαμβάνεται στην ως άνω ένδικη αγωγή το είδος και το μέγεθος κατά ποσό αποζημίωσης της D. D. S. σε βάρος τους, στην οποία το αναιρεσίβλητο (φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης) υποκαταστάθηκε, καίτοι η αξίωση που είχε αποκτήσει το τελευταίο είχε αντικείμενο όχι την απόδοση των από αυτό γενομένων ή οφειλόμενων παροχών στην D.
D. S. (σύνταξη χηρείας), αλλά την αποζημίωση καθ' αυτήν (αξιώσεις διατροφής, αξιώσεις συνεισφοράς, άλλες αξιώσεις), την οποία χωρίς τη νόμιμη εκχώρηση (υποκατάσταση) θα δικαιούνταν η ίδια να επιδιώξει απ' αυτούς κατ' άρθρο 928 ΑΚ. και 2) το ύψος της αιτούμενης με την αγωγή αποζημίωσης προσδιορίζεται με βάση την εκάστοτε καταβαλλόμενη μηνιαία από το αναιρεσίβλητο σύνταξη στη χήρα του θανόντος κατά το τροχαίο ατύχημα ασφαλισμένου του, για το χρονικό διάστημα από 1-6-2003 έως 30-4-2008, πλέον 3.548,63 ευρώ για ασφαλιστικές εισφορές υγειονομικής ασφάλισης και 100,79 ευρώ για ασφαλιστικές εισφορές ασφάλισης φροντίδας και για το χρονικό διάστημα από 2-5-2008 έως 12-6-2016 με βάση ό,τι αυτό θα καταβάλει για την ίδια αιτία ως σύνταξη χηρείας και για εισφορές υγειονομικής περίθαλψης και φροντίδας, συν επίδομα ακρίβειας, και όχι με βάση τις οικονομικές δυνάμεις των συζύγων (θανόντος και χήρας), τις ανάγκες και τις συνθήκες της διαβίωσης αυτών, όπως προβλέπεται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις (είτε του ελληνικού είτε του γερμανικού δικαίου), σύμφωνα με τις οποίες ο προσδιορισμός της αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής σε περίπτωση θανάτου του υπόχρεου προς διατροφή τρίτου, καθορίζεται από τις οικονομικές δυνάμεις των συζύγων, τις ανάγκες και τις συνθήκες της διαβίωσης των συζύγων.
Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε, εκ του πράγματος, την ανωτέρω ένσταση αοριστίας της ένδικης αγωγής, κρίνοντας ορθά, ότι στην κρινόμενη υπόθεση ως προς την θεμελίωση της αξίωσης του αναιρεσίβλητου κατά των αναιρεσειόντων εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 25 του Α.Κ. σε συνδυασμό με το άρθρο 53 του ν.δ/τος 4259/1962, με το οποίο κυρώθηκαν οι μεταξύ της Ελλάδος και Γερμανίας Συμβάσεις "Περί Κοινωνικής Ασφάλειας και Ασφαλίσεως Κατά της Ανεργίας", το Γερμανικό Δίκαιο και ειδικότερα η παράγραφος 116 του νόμου για την κοινωνική ασφάλιση (SGB), με βάση την οποία η αξίωση του θύματος κατά του υποχρέου σε αποζημίωση μεταβιβάζεται αμέσως μόλις συμβεί το ατύχημα, χωρίς κάποια άλλη προϋπόθεση, στον αλλοδαπό φορέα κοινωνικής ασφάλισης, η καταβολή των προς τον παθόντα οφειλόμενων ασφαλιστικών παροχών από τον ασφαλιστή του και ότι στην ένδικη αγωγή περιέχονται τα στοιχεία αυτά για το ορισμένο της.
Πράγματι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικού εγγράφου της δίκης, προκύπτει ότι περιέχονται στην ιστορική της βάση με σαφήνεια και επάρκεια όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν το δικαίωμα του αναιρεσίβλητου ιδρύματος να επιδιώξει δικαστικώς να αναγνωριστεί το δικαίωμά του και αντίστοιχα η υποχρέωση καταβολής από τους αναιρεσείοντες προς αυτό, ως υποκατάστατο της D.
D. S., συζύγου όσο ζούσε του άμεσα ασφαλισμένου του R. S., ο οποίος απεβίωσε σε τροχαίο δυστύχημα, το οποίο συνέβη από αποκλειστική υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος, κατά την οδήγηση οχήματος ασφαλισμένου στην πρώτη αναιρεσείουσα, δηλαδή των παροχών που ήδη το ενάγων κατέβαλε, τις οποίες αναλυτικά παραθέτει στο αγωγικό δικόγραφο, όσο και των παροχών, που θα καταβάλει στη χήρα του ασφαλισμένου του στο μέλλον, ως απόρροια του τροχαίου δυστυχήματος, που αποτελεί την αιτία της καταβολής της σύνταξης χηρείας.
Δηλονότι η ένδικη αγωγή ορθά κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη κατά τα παραπάνω αιτήματα και εξετάσθηκε περαιτέρω κατ' ουσίαν. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτοι και δεύτερος λόγοι αναίρεσης ως αβάσιμοι. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι, εσφαλμένως και χωρίς να το αναφέρει, εφάρμοσε τη διάταξη της παραγράφου 118 του Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (SGB X), η οποία προβλέπει ότι: "Αν ένα δικαστήριο είχε να αποφασίσει για μία σύμφωνα με την παράγραφο 116 μεταβιβαζόμενη αξίωση, δεσμεύεται από την μη δυνάμενη να προσβληθεί απόφαση του φορέα της παροχής για το ζήτημα αν και σε ποια έκταση όφειλε να προβεί στην παροχή", η οποία (διάταξη) δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί, καθώς εφαρμοστέα τυγχάνει η παράγραφος 116 εδ. 1 του SGB X, η οποία προβλέπει ότι: "Αξίωση αποζημιώσεως, που πηγάζει από άλλες νομοθετικές διατάξεις, μεταβιβάζεται στον ασφαλιστικό φορέα ή τον φορέα κοινωνικής πρόνοιας, στο βαθμό που αυτός εξ αιτίας του ζημιογόνου γεγονότος υποχρεούται σε κοινωνικές παροχές, οι οποίες σκοπούν στην ανόρθωση της ζημίας αυτού του είδους και αφορούν στο ίδιο χρονικό διάστημα που ο ζημιώσας οφείλει να καταβάλει αποζημίωση...".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το Εφετείο ορθά εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη 116 εδ. 1 του SGB X, η οποία ήταν εφαρμοστέα, και όχι όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες τη διάταξη 118 του SGB X, καθόσον δέχθηκε ότι το αναιρεσίβλητο (γερμανικός ασφαλιστικός φορέας) αυτοδικαίως υποκαταστάθηκε εκ του νόμου, κατά τη στιγμή επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης (τροχαίο ατύχημα), στα δικαιώματα της νόμιμης συζύγου του θύματος, η οποία εκ του νόμου είχε δικαίωμα διατροφής έναντι του θανόντος συζύγου της, όσο αυτός ζούσε, την οποία απώλεσε εξαιτίας του θανάτου του στο τροχαίο ατύχημα και ειδικότερα ότι το αναιρεσίβλητο υποκαταστάθηκε εκ του νόμου αυτοδικαίως στις παροχές που έχει καταβάλει ή πρόκειται να καταβάλει στο μέλλον από την αιτία αυτή, που αποτελούν τη ζημία που υπέστη το αναιρεσίβλητο.
Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, αληθώς από τον αριθμό 1 (και όχι και 19) του 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττουν την προσβαλλόμενη, για το λόγο ότι, εκτός από το σύνολο της καταβληθείσας στην D. D. S. σύνταξη χηρείας, επιδίκασε επί πλέον 3.548,63 ευρώ για εισφορές υγειονομικής ασφάλισης, 100,79 ευρώ για ασφαλιστικές εισφορές ασφάλισης φροντίδας για το χρονικό διάστημα από 1-6-2003 έως 30-4-2008 και 8.167,65 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-5-2008 έως 12-6-2016 για ασφαλιστικές εισφορές υγειονομικής ασφάλισης, ενώ η ως άνω σύζυγος του θανόντος δεν είχε τέτοιες αξιώσεις από το σύζυγό της και ως εκ τούτου δεν υπάρχει ποσοτική και ποιοτική αντιστοιχία με τη χορηγηθείσα σύνταξη χηρείας, ώστε να υποκατασταθεί το αναιρεσίβλητο.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με την προαναφερόμενη παράγραφο 116 του δέκατου βιβλίου (S. X) του Κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (S.-SGB), πρόκειται για κοινωνικές παροχές, που αποσκοπούν στην ανόρθωση της ζημίας, για τις οποίες ο ζημιώσας οφείλει να καταβάλει αποζημίωση. Από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαίτια υποχρεούται σε αποζημίωση, που περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της ενεστώσας περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος και εκείνης που θα είχε αυτός, αν δεν συνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός.
Για το λόγο αυτό οσάκις εξ αυτού προκύπτει και ωφέλεια, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφελείας. Η ωφέλεια όμως αυτή πρέπει να τελεί σε αιτιώδη με το ζημιογόνο γεγονός σύνδεσμο, να ήταν δηλαδή το γεγονός αυτό πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (Α.Π. 523/1995).
Τέτοιος σύνδεσμος δεν υπάρχει όταν η ωφέλεια και η ζημία στηρίζονται η κάθε μία σε διαφορετική αιτία (Α.Π. 394/1997, Α.Π. 32/1997). Τυχόν ωφέλεια του ζημιωθέντος που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο γεγονός, συνυπολογίζεται και μειώνει το ύψος της ζημίας. Ο συνυπολογισμός αυτός λαμβάνεται υπόψη, μόνον εάν ο ζημιώσας επικαλεσθεί αυτόν, αντιτάσσοντας ένσταση ανατρεπτική κατά της αγωγής για αποζημίωση περί συμψηφισμού ζημίας και κέρδους, ο οποίος νοείται ευρύτερα, δηλαδή με την έννοια του συνυπολογισμού του κέρδους στη ζημία (Α.Π.1297/2014, Α.Π. 1539/1998).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (Α.Π. 49/2022, Α.Π. 50/2020, Α.Π. 536/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Τέτοια περίπτωση μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο πράγματος που προτάθηκε υπάρχει και σε περίπτωση προταθείσας ένστασης συμψηφισμού κέρδους ζημίας, η οποία δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1539/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.Α.Π. 12/2000).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ.β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα δια των προτάσεών τους προς αντίκρουση της έφεσης του αναιρεσίβλητου ένσταση συμψηφισμού, ότι το αναιρεσίβλητο δεν υπέστη ζημία, αλλά αντιθέτως ωφελήθηκε.
Ειδικότερα, ισχυρίσθηκαν ότι το αναιρεσίβλητο εξοικονόμησε ποσό 255.977,42 ευρώ από τη μη καταβολή της σύνταξης στον θανόντα από το τροχαίο δυστύχημα R.S. για το χρονικό διάστημα από 8-5-2003 έως 12-6-2016, το οποίο με την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων θα κατέβαλε, αν δεν μεσολαβούσε ο θάνατός του από το τροχαίο δυστύχημα και συγχρόνως υπέστη ζημία 171.282,40 ευρώ από την καταβολή σύνταξης χηρείας στη σύζυγο του θανόντος D.
D. S. για το ίδιο χρονικό διάστημα, από το συμψηφισμό δε των ως άνω ποσών προκύπτει ωφέλεια του αναιρεσίβλητου ποσού 84.695,02 ευρώ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ως απαράδεκτο, δεχόμενο ότι "η ως άνω ωφέλεια του ενάγοντος ΝΠΔΔ (αναιρεσίβλητου), που επικαλούνται οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) ουδόλως αποτελεί ωφέλεια της δικαιούμενης να αιτηθεί από αυτούς αποζημίωση, λόγω της θανάτωσης του συζύγου της, ως προς την οποία δύνανται να αντιτάξουν τον ισχυρισμό περί συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους".
Εξάλλου, με το συναφή όγδοο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 14 του 559 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, για το λόγο ότι απέρριψε την ως άνω προβληθείσα εκ μέρους τους ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, το ήδη αναιρεσίβλητο, με την ένδικη αγωγή δεν άσκησε ίδιο δικαίωμα κατά των υποχρέων ήδη αναιρεσειόντων, αλλά με την άμεση (ex lege) υποκατάσταση, ως ειδικός διάδοχος, το δικαίωμα αποζημίωσης της D.
D. S., συζύγου του θανόντος ασφαλισμένου του R. S., κατά τη διάταξη 116 του SGB X (Κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων) στην έκταση που ικανοποίησε αυτήν. Η ωφέλεια, που κατά τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων προέκυψε στο αναιρεσίβλητο από τη μη καταβολή σύνταξης στον θανόντα από το τροχαίο δυστύχημα ποσού 84.695,02 ευρώ βασίζεται σε άλλη αιτία, και δη στις διατάξεις που διέπουν την κοινωνική ασφάλιση του γερμανικού δικαίου και προβλέπουν την παροχή σύνταξης χηρείας στη σύζυγο του αποβιώσαντος άμεσα ασφαλισμένου του και δεν συνέχεται με την καθ' υποκατάσταση αξίωση του τελευταίου προς αποζημίωση, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914, 928 Α.Κ.
Επομένως, δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και της ωφέλειας, αφού η καθεμία στηρίζεται σε διαφορετική αιτία. Ενόψει των εκτεθέντων, απορρίπτοντας το Εφετείο την ανωτέρω ένσταση, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, που υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον παραπάνω λόγο της αίτησης αναίρεσης.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν οι προαναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.Α.Π. 25/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενοι ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου είναι απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, διότι δεν έχει υποστεί ζημία, καθόσον στον θανόντα κατέβαλε σύνταξη γήρατος 1.639,13 ευρώ και μετά το θάνατό του καταβάλει στη χήρα του αποβιώσαντος 999,79 ευρώ, δηλαδή μικρότερη από αυτήν που κατέβαλε στον άμεσα ασφαλισμένο της.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθώς, κατά τις ανωτέρω εκτιθέμενες νομικές σκέψεις, το έννομο συμφέρον αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας και συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της.
Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, που είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο ή από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου ή από κανόνες δημόσιας τάξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε από αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.
Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του.
Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (Ολ.ΑΠ 8/2018, Α.Π. 1399/2019, Α.Π. 1370/2019, Α.Π. 1951/2017, Α.Π. 841/2017). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.ΑΠ 2/2019, Α.Π. 8/2018, Α.Π. 6/2016).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 2/2019,Α.Π. 387/2022, Α.Π. 1120/2020, Α.Π. 1399/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο αναιρετικό λόγο, προβάλλεται η πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, εσφαλμένα απέρριψε την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης του αναιρεσίβλητου, ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ως μη νόμιμη.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των από 28-9-2021 προτάσεων των αναιρεσειόντων, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προέβαλαν, ισχυρίσθηκαν τα εξής:"...
Εν προκειμένω, όπως ήδη έχουμε αποδείξει και όπως εξάλλου συνομολογεί το αντίδικο με την αγωγή του, αυτό δεν υπέστη ζημία εξαιτίας της άδικης πράξης του δευτέρου από εμάς. Η υπό κρίση αγωγή του δεν αποσκοπεί στην κάλυψη της ζημίας του αντιδίκου που υπέστη εξαιτίας του ασφαλισμένου του αλλά στον πλουτισμό του.
Όμως ο θεσμός της υποκατάστασης είναι για την κάλυψη των ζημιών των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και συντάξεων και όχι ο πλουτισμός τους εις βάρος του αδικοπραγήσαντος και του αστικώς υπευθύνου. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η αγωγή του αντιδίκου πρέπει να απορριφθεί, διότι η δι' αυτής άσκηση των δικαιωμάτων του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ως και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ο οποίος εν προκειμένω είναι η είσπραξη της ζημίας την οποία πράγματι υπέστη το ασφαλιστικό ταμείο".
Το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι τα για τη θεμελίωσή της προβαλλόμενα ως άνω περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική (κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ), την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο η ένσταση αυτή ήταν απορριπτέα, ως μη νόμιμη, διότι τα άνω περιστατικά, είναι απρόσφορα να θεμελιώσουν ένσταση κατάχρησης δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, απορρέοντος από τις διατάξεις του περί κοινωνικής ασφάλισης γερμανικού δικαίου (παράγραφος 116 Χ του SGB), με τις οποίες καθιερώνεται η άμεση μεταβίβαση στο φορέα της κοινωνικής ασφάλισης της αξίωσης του παθόντος, άμεσα ασφαλισμένου, ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, των κατά νόμο δικαιούμενων προσώπων, στο βαθμό που οι κοινωνικοασφαλιστικές παροχές που παρέχει ο ασφαλιστικός φορέας αντιστοιχούν στην αξίωση αποζημίωσης και συνεπώς, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ο σχετικός αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176,180,183,189 παρ.1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 5603/614/14-7-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1403/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς
και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου
ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ