Legislator Case Law & Legislation
1906/2014 AI generated

Supreme Court allows second appeal, remands case for substantive trial and awards costs to appellants.

Case Number 1906/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the second appeal against the First Instance Court's decision regarding co-ownership rights. The appellants argued that the lower court failed to properly examine their claim for co-ownership acquired through special usufruct after an informal gift. The court held that a new substantive hearing is required after a second appeal to ensure a fair trial and avoid excessive procedural burdens on the parties.

Legislator headnote

AI generated

Art. 580, 581, 561, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; After a second appeal, the Supreme Court must remand the case for a new substantive hearing to ensure proper examination of the merits while respecting the principle of judicial economy.

Keywords

AI generated
second appeal procedure substantive trial remand co-ownership rights special usufruct judicial economy principle costs allocation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 580 of the Code of Civil Procedure
Art. 581 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1906 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1906/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Μ. συζ. Ι. Α., το γένος Ε. Β. Π., 2)Ε. Β. του Ε., και 3)Γ. Β. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρίκλεια Απαλαγάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. συζ. Κ. Π., το γένος Ε. Β. Π., 2)Ε. συζ. Μ. Μ., το γένος Ε. Π., κατοίκων ..., 3)Ι. συζ. Ε. Κ., το γένος Ε. Β. Π., 4)Δ. Β. του Ε., και 5)Γ. συζ. Γ. Μ., το γένος Ε. Β. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ποντικάκη.

Κοινοποιούμενης της αίτησης αναίρεσης Ι. Ρ., το γένος Ε. Β. ή Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Σπυρόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι αναγνωρίζει στο σύνολό της την ουσιαστική και νομική βασιμότητα της αίτησης αναίρεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/8/1995 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 463/1995 και μετ' ανακοπή 220/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 599/2004 του Εφετείου Κρήτης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 187/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου (Α1' Πολιτικό Τμήμα) η οποία αναίρεσε την ως άνω 599/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια το Εφετείο Κρήτης εξέδωσε την 167/2012 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12/10/2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 11/5/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων και ο πληρεξούσιος της προς ης η κοινοποίηση ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων ασκήθηκε από τους ήδη αναιρεσείοντες η από 9-8-1995 αγωγή κατά του πατέρα τους, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους στο επίδικο ακίνητο, δικαίωμα το οποίο απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία, μετά την άτυπη δωρεά τούτου από τον τελευταίο, ο οποίος είχε καταστεί κύριος του ίδιου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, και αμφισβητούσε το δικαίωμά τους αυτό.

Επί της αγωγής εκδόθηκε, ερήμην του εναγομένου, η 463/1995 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, που δέχθηκε κατ' ουσίαν αυτήν, λόγω της τεκμαιρόμενης ομολογίας των πραγματικών περιστατικών της από την ερημοδικία του τελευταίου. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ερήμην δικασθείς εναγόμενος άσκησε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου την από 24-1-2001 ανακοπή ερημοδικίας, επικαλούμενος προς θεμελίωση αυτής αφ' ενός την έλλειψη κλήτευσής του για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αγωγής, προσβάλλοντας ως πλαστογραφημένη, την προσκομισθείσα στο παραπάνω δικαστήριο έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους προς απόδειξη της κλήτευσής του κατά τη συζήτηση αυτής, και αφ' ετέρου την έλλειψη επίδοσης της εκδοθείσας ερήμην του απόφασης, προς δικαιολόγηση της εμπρόθεσμης άσκησης αυτής, αρνούμενος περαιτέρω την επικαλούμενη από τους τελευταίους στην αγωγή τους άτυπη δωρεά από τον ίδιο προς αυτούς του επιδίκου ακινήτου, καθώς και τη συνδρομή των προϋποθέσεων στο πρόσωπό τους της έκτακτης χρησικτησίας.

Επί της ανακοπής εκδόθηκε η 220/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, επειδή είχε ασκηθεί εκπροθέσμως. Σημειωτέον ότι στη δίκη εκείνη λόγω του θανάτου του ανακόπτοντος, πριν από τη συζήτηση της ανακοπής ερημοδικίας, υπεισήλθαν στη δικονομική του θέση ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του και συνέχισαν αυτήν οι αναιρεσίβλητοι και η θυγατέρα του Ι.

Ρ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Οι τελευταίοι άσκησαν έφεση κατά της παραπάνω αποφάσεως ενώπιον του Εφετείου Κρήτης, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 599/2004 απόφαση αυτού. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης άσκησαν αναίρεση οι εκκαλούντες, η οποία έγινε δεκτή με την 178/2010 απόφαση του δικαστηρίου τούτου κατά παραδοχή αναιρετικού λόγου που στήριζε πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

και ειδικότερα σύμφωνα με τις παραδοχές της ενόψει της αμφιβολίας του δικαστηρίου αν λήφθηκαν υπόψη από την προσβαλλομένη τότε απόφαση όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε σχέση με τον ισχυρισμό των τότε αναιρεσειόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί πλαστότητας της έκθεσης επίδοσης της ανακοπτόμενης απόφασης, που θα έκρινε και την εμπρόθεσμη ή μη άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας.

Ακολούθως παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση, το οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δικάζοντας την έφεση, δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε την ανακοπή, την οποία έκρινε ως εμπρόθεσμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και ακολούθως εξαφάνισε την ανακοπτόμενη απόφαση και δικάζοντας πλέον την αγωγή, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν με την 167/2012 απόφασή του.

Η τελευταία αυτή απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής προσβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως, με την οποία αποδίδονται σ' αυτήν πλημμέλειες ως προς την κρίση της τόσον για την κατ' ουσίαν παραδοχή της ανακοπής ερημοδικίας, όσον και της αγωγής.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.5 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, αναφερόμενος σε παραδοχή της καθ'ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου.

Επομένως ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης, που υπάγεται κατά το άρθρο 19 Κ.Πολ.Δ. στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ. Α.Π. 30/1995, Ολ. Α.Π. 5/2003, ΑΠ 1816/2008, ΑΠ 1104/2007, ΑΠ 1591/2007).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση κατ' ορθή υπαγωγή του διαλαμβανομένου νομικού σφάλματος από τον αρ.5 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι από τον αρ.14 ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ έπρεπε η ένδικη ανακοπή ερημοδικίας να ασκηθεί ενώπιον του καθ'ύλην αρμόδιου Εφετείου, επειδή κατά το χρόνο άσκησης αυτής (ανακοπής ερημοδικίας), η προσβαλλομένη με αυτήν απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εκδοθείσα ερήμην του εναγομένου, είχε καταστεί ανέκκλητη, λόγω παρέλευσης της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας κατ' άρθρο 518 παρ. 2 προς άσκηση αυτής.

Η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς τη δική του αρμοδιότητα και συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 14/2005). Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 432 επ.

Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Έτσι και οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, που δεν έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν, ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη, είναι απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και δεν απαιτείται να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση, αλλά αρκεί να βεβαιώνεται σ' αυτήν γενικώς ότι λήφθηκαν υπόψιν όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και να μην καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψιν και αυτές τις ένορκες βεβαιώσεις (Α.Π. 1118/2011, Α.Π. 1291/2010).

Επειδή κατ' άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο τους ουσίας, εκτός αν γίνεται επίκληση συνδρομής μιας από τις εξαιρέσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στη διάταξη αυτή. Θεωρείται δε ότι έχει προταθεί νόμιμα ο ισχυρισμός, όταν περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία και σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, η πρότασή του από τον εφεσίβλητο πρέπει να έχει γίνει παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ακολούθως να επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο ή να προτάθηκε για πρώτη φορά σ' αυτό στην έκταση που συγχωρείται τούτο από το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ..

Εξάλλου κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους, με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλομένη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί ούτε είναι νόμιμη, αλλά πρέπει να γίνεται αναφορά, έστω και περιληπτικά των ισχυρισμών που προτάθηκαν πρωτοδίκως, με παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του ισχυρισμού.

Με το πρώτο μέρος του έκτου λόγου της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με την ανακοπή ερημοδικίας, την οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους περί ελλείψεως δικαιοπρακτικής ικανότητας του πατέρα τους και συνεπώς ελλείψεως ικανότητας δικαστικής παράστασης και επιχείρησης διαδικαστικών πράξεων και ειδικότερα άσκησης της ένδικης ανακοπής ερημοδικίας, λόγω σοβαρών προβλημάτων της υγείας του 1) την από 16/11/2000 βεβαίωση του Νοσοκομείου Χανίων 2) την από 4/1/2001 ιατρική βεβαίωση ότι πάσχει από καρκίνο πνεύμονος και νοσηλεύτηκε από 23/12/2001 έως 3/1/2001 με μεταστάσεις εγκεφάλου νοσηλευόμενος σε βαρειά κατάσταση 3) την ...

έκθεση επιδόσεως στην οποία ο δικαστικός επιμελητής Ε.Φ. βεβαιώνει ότι ο αποδέκτης εξωδίκου, πατέρας των διαδίκων, δεν ήταν σε κατάσταση να υπογράψει. Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες προτάσεις των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν και στους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας, προκύπτει ότι με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προς απόκρουση της ανακοπής ερημοδικίας ισχυρίστηκαν ότι ο ανακόπτων πατέρας τους ήταν πλήρως ανίκανος προς δικαιοπραξία διότι δεν είχε συνείδηση των πραττομένων συνεπεία βαρύτατης ασθένειας από τη οποία έπασχε και διότι εστερείτο της χρήσης του λογικού του ένεκα πνευματικής αναπηρίας και συνεπώς ήταν ανίκανος προς παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας στο δικηγόρο που άσκησε την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας.

Τον ισχυρισμό όμως αυτό δεν επανέφεραν οι αναιρεσείοντες νομότυπα ως εφεσίβλητοι στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού περιορίσθηκαν να ενσωματώσουν στις προτάσεις τους στο Εφετείο αντίγραφο των προτάσεών τους, που κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να αναφέρονται σε συγκεκριμένο μέρος αυτών των προτάσεων, που περιλαμβανόταν ο σχετικός ισχυρισμός.

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις που κατέθεσαν στο Εφετείο, πλέον της ενσωμάτωσης των πρωτοδίκων προτάσεων και υπό τον τίτλο "Αποδεικτικά στοιχεία ανικανότητας του πατρός μας" επικαλούνται τα προαναφερόμενα έγγραφα προς απόδειξη της ανικανότητας προς δικαιοπραξία του τελευταίου πάσχοντος από καρκίνο του πνεύμονος και συνεπώς ανικανότητας χορήγησης δικαστικής πληρεξουσιότητας προς άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας.

Και αν ακόμα γίνει δεκτό ότι προτείνεται ο σχετικός ισχυρισμός, με τον οποίο δεν ασχολήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πρώτη φορά παραδεκτώς στο δικαστήριο της παραπομπής από τους εφεσίβλητους προς υπεράσπιση κατά της έφεσης και διατήρηση του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ.) εφ' όσον πρόκειται περί ισχυρισμού που αφορά μεν δικονομική ακυρότητα της προδικασίας, με την οποία αμφισβητείται η συνδρομή διαδικαστικής προϋπόθεσης δηλαδή έλλειψη δικαστικής πληρεξουσιότητας προς άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία όμως λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρα 94, 97, 104, 159, 163, 527 Κ.Πολ.Δ.) και από την οποία εξαρτάται η εγκυρότητα της δίκης, ο ισχυρισμός αυτός ήταν αόριστος.

Καθ' όσον ενόψει του ότι η ικανότητα δικαστικής παραστάσεως δηλαδή της εξουσίας επιχείρησης διαδικαστικής πράξης και στην προκειμένη περίπτωση της χορήγησης δικαστικής πληρεξουσιότητας προς άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας ρυθμίζεται στο χώρο του δικονομικού δικαίου με βάση την ικανότητα προς επιχείρηση δικαιοπραξίας του ουσιαστικού δικαίου, όπως αυτή ορίζεται στα άρθρα 127-137 ΑΚ, δεν εκτίθεται η συνδρομή στο πρόσωπο του ανακόπτοντος των προϋποθέσεων των διατάξεων του άρθρου 128 αρ. 2, 129 αρ. 2 και 3, ότι δηλαδή κατά το χρόνο δήλωσης της βούλησής του για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας βρισκόταν ο τελευταίος σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση ή σε μερική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση, ή συνέτρεξαν στο πρόσωπό του οι περιστάσεις που προβλέπει το άρθρο 131 ΑΚ δηλαδή αν είχε κατά τον προαναφερόμενο χρόνο έλλειψη συνειδήσεως των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, εξ' αιτίας της προαναφερόμενης νόσου από την οποία έπασχε.

Επομένως, αφού δεν επανέφεραν οι αναιρεσείοντες παραδεκτώς στο Εφετείο τον προαναφερόμενο ισχυρισμό τους αυτό, για την απόδειξη του οποίου επικαλέσθηκαν τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός προβληθείς για πρώτη φορά στο Εφετείο ήταν αόριστος και ως εκ τούτου ήταν επουσιώδης και αν ακόμα δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας τα έγγραφα αυτά δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ.11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

και ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο μέρος του έκτου λόγου της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ίδια παραπάνω πλημμέλεια από τον αρ.11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος με βάση το οποίο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού ότι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία μετά από παραχώρηση τούτου από τον δικαιοπάροχο πατέρα τους με άτυπη δωρεά 1) την ..., ένορκη βεβαίωση του συζύγου της τρίτης των αναιρεσιβλήτων που δόθηκε στα πλαίσια δίκης του πατέρα τους με τρίτο πρόσωπο, ο οποίος καταθέτει ότι το επίδικο ανήκε στους αναιρεσείοντες, τις ..., ...

και ... ένορκες βεβαιώσεις, στη δεύτερη και τρίτη των οποίων καταθέτει η μητέρα των διαδίκων από τις οποίες προκύπτει ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά τους. 2) την από 28/4/1998 κατάθεσή του δικαιοπαρόχου πατέρα τους ως κατηγορουμένου, στην οποία αναφέρει ότι το επίδικο ανήκει στους αναιρεσείοντες και ότι ο ίδιος σκοπίμως δεν παρέστη στη δίκη για να εκδοθεί ερήμην αυτού απόφαση. 3) την ...

ένορκη βεβαίωση του δικηγόρου των αναιρεσειόντων Ν. Ν., στην οποία ο ίδιος αναφέρει ότι πρότεινε στους αναιρεσείοντες και το δικαιοπάροχο πατέρα τους, επειδή δεν υπήρχε τίτλος για το επίδικο ακίνητο να ασκηθεί αναγνωριστική αγωγή και ότι ο τελευταίος συμφώνησε σ' αυτό. 4) την αίτηση αναστολής που άσκησε ο πατέρας των αναιρεσειόντων το 1996 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων, μετά την έκδοση της ερήμην επί της αναγνωριστικής αγωγής ανακοπτομένης απόφασης, κατά τρίτου, εκπροσωπηθείς στη σχετική δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δασκαλάκη, στην οποία αναφέρει ότι το επίδικο ανήκει στους αναιρεσείοντες και ότι το παραχώρησε σ' αυτούς με άτυπη δωρεά το 1974, οι οποίοι και το νέμονται έκτοτε, τα οποία έγγραφα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι γίνεται σ' αυτές σαφής και ορισμένη επίκληση των παραπάνω εγγράφων. Από την περιλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή, δεχόμενο ότι ουδέποτε νεμήθηκαν οι αναιρεσείοντες το επίδικο, αλλά τούτο νεμόταν ο πατέρας τους μέχρι το θάνατό του και ότι μεθόδευσαν να ασκήσουν την ένδικη αγωγή εν αγνοία του πατέρα τους για να δημιουργήσουν τίτλο για την κυριότητα του επιδίκου, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψιν και συνεκτίμησε εκτός των άλλων τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δημιουργείται αμφιβολία αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.

Και τούτο επειδή το Εφετείο δεν κάνει καμιά αναφορά ή σχολιασμό στην προσβαλλομένη απόφαση για τα αποδεικτικά αυτά μέσα, δεδομένου ότι από το εκτιθέμενο στο σχετικό αναιρετικό λόγο περιεχόμενό τους μπορούσαν να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και να ενισχύσουν τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ενόψει της αντίθετης ουσιαστικής κρίσης στην οποία κατέληξε και την οποία στήριξε μεταξύ άλλων, όπως αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση "πρωτίστως στον ίδιο τον πατέρα των διαδίκων, ο οποίος τα όσα εκθέτει στην ανακοπή ερημοδικίας (την ένδικη) τα οποία ως προς το κρίσιμο σημείο της άσκησης διακατοχικών πράξεων νομής στο επίδικο ενισχύονται από δημόσια έγγραφα και δικαστικές αποφάσεις, χωρίς να αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσον", αγνοώντας πλήρως τόσον την προαναφερόμενη αίτηση αναστολής εκτελέσεως του πατέρα των διαδίκων με αντίθετο ακριβώς περιεχόμενο από εκείνο που εκθέτει στην ανακοπή ερημοδικίας όσον και τα λοιπά παραπάνω αποδεικτικά μέσα το περιεχόμενο των οποίων εναρμονίζεται ως προς το ίδιο ουσιώδες ζήτημα, με τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναστολής.

Συνεπώς ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν.4045/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δε γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παραγράφου 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ.2 και 570 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 237 Κ.Πολ.Δ.

και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορεί δηλαδή να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσον της αίτησης αναίρεσης όσον και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.

Έτσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1588/2013, 1517/2013, 1393/2014).

Συνεπώς πρέπει κατά παραδοχή του παραπάνω αναιρετικού λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των παραβόλων που κατατέθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012, στους αναιρεσείοντες και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 167/2012 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Διατάσσει ην επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ