Supreme Court allows appeal on alimony calculation error due to failure to consider witness testimony.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding alimony. The lower courts erred by failing to consider a specific witness testimony from the first-instance proceedings when calculating post-2006 support. Consequently, the Court found a procedural violation regarding the assessment of evidence and remanded the case for recalculation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 539(11) and 559(11γ) of the Code of Civil Procedure; The court must consider all evidence presented in the first instance, and a failure to evaluate specific witness testimony constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1906 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1906/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Α. Γ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Γραμματικόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Δ. του Π., 2 Π. Δ. του Ν., 3 Ι. Δ. του Π., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 4. Της εδρεύουσας στην Αθήνα ΑΕΓΑ, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Σφαιρόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 3-6-2005 αγωγή εξ αναγωγής της 4ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 474/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2037/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 31-12-2012 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτη Μιλτιάδη Σπυρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της 4ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα υπ'αριθ. ...'/27-7-2012, ...'/27-7-2012 και .../27-7-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο της 11-1-2013, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε καθένα των πρώτου, δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτου Ν. Δ., Π. Δ. και Ι. Δ., κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας, μετά δε την αναβολή εκείνη η υπόθεση μεταφέρθηκε και εγγράφηκε στο πινάκιο της ίδιας δικασίμου (20-9-2013), χωρίς πλέον να χρειάζεται κλήτευση οποιουδήποτε διαδίκου (άρθρ. 226 παρ.4 εδ. γ' σε συνδυασμό με το άρθρο 575 παρ.1, εδ.α' του Κ.Πολ.Δ.). Όπως όμως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά, οι ίδιοι πιο πάνω τρεις αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των ίδιων αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 336, 339, 340, 591 παρ.1 και 681 Α ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για τις ζημιές από αυτοκίνητο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, προς την απόδειξη των ισχυρισμών τους, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και αυτοί, που θεμελιώνουν την αγωγή. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 ΚπολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης του. Αρκεί δε για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1700/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων και αναφορικά με τον προβαλλόμενο πρώτο λόγο αναίρεσης τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο θανών, κατά τον χρόνο του θανάτου του, (1-1-2003) ήταν ηλικίας 47 ετών, υγιής, αρτιμελής και με βάση αυτές τις ατομικές του συνθήκες θα ζούσε, αν δεν μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα, και για το επίδικο χρονικό διάστημα, εργαζόμενος όμως έως την συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του (δηλαδή μέχρι το έτος 2021) και όχι έως το 2036 (οπότε θα ήταν 80 ετών), όπως διατείνεται η πρώτη ενάγουσα, οπότε και θα εξακολουθούσε να συνεισφέρει για τις ανάγκες της οικογένειας τους, έτσι όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί πριν από τον θάνατο του.
Πριν από το ατύχημα εργαζόταν ως εργολάβος μικρών οικοδομικών εργασιών (επιχρισμάτων) και (μολονότι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ) απασχολούσε για την εργασία του αυτήν και άλλους εργάτες και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές κατά μέσο όρο, ανήρχοντο, κατά τον χρόνο του θανάτου του, σε 2.000 ευρώ μηνιαίως (βλέπε και την με αριθ. 1495/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου - Εφετείου Αθηνών), που θα αναπροσαρμόζοντο, κατά την συνήθη των πραγμάτων πορεία, σε 2.400 ευρώ, για το επίδικο χρονικό διάστημα.
Η πρώτη ενάγουσα Ε. Γ., σύζυγος του, ηλικίας 42 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος και 49 ετών σήμερα, δεν εργάζεται, ούτε έχει έσοδα ή περιουσία, καθώς από την αρχή της έγγαμης συμβιώσεως απασχολήθηκε αποκλειστικό με τα του οίκου της και με την ανατροφή των τεσσάρων (4) συνολικά τέκνων τους, Μ., Α., Μ. και Θ. Εκ των πραγμάτων δε και μετά την ενηλικίωση των ανωτέρω τέκνων, αδυνατεί να ανεύρει εργασία παρά το σχετικό νεαρό της ηλικίας της, γιατί στερείται προϋπηρεσίας και ειδικών γνώσεων.
Ο θανών σύζυγος της, εν όψει των οικονομικών του δυνατοτήτων, θα συνεισέφερε ατομικώς υπέρ της πρώτης ενάγουσας (συζύγου του) κατά μήνα το ποσό των 450 ευρύ), ποσό, όμως, που υπολείπεται των παροχών που λαμβάνει από το ΙΚΑ. ως (κυρία και επικουρική) σύνταξη του θανόντος Α. Γ. (βλέπε τις από 21.10.2008 και από 21.1.2010 βεβαιώσεις του Δ/ντή ΙΚΑ Πατησίων, από τις οποίες προκύπτει η καταβολή συνολικού ποσού 472,83 ευρώ μηνιαίως για το 2007, 487,02 ευρώ για το 2008 και το ποσό των 496,70 ευρώ για το 2009).
Επομένως, η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που ασκείται ατομικώς από την πρώτη ενάγουσα, θα πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω της αυτοδίκαιης υποκαταστάσεως του ΙΚΑ στην σχετική αξίωση της".
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη 2037/2010 απόφαση του, για να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό πόρισμά του ως προς την ένδικη αξίωση διατροφής της αναιρεσείουσας δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση της μάρτυρας Κ. Γ., που εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά της 3379/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως, εκτός άλλων και για την απόδειξη των εισοδημάτων του θανόντος και του ποσού που συνεισέφερε για τη διατροφή της αναιρεσείουσας συζύγου του.
Από τη βεβαίωση, τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την αποζημίωση για στέρηση διατροφής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη "τα προσκομισθέντα στην πρωτοβάθμια δίκη έγγραφα (μάρτυρες δεν εξετάστηκαν) που έχουν επαναπροσκομισθεί με επίκληση, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από το αποδεικτικό υλικό που συγκεντρώθηκε στα πλαίσια της προανάκρισης και από τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις των διαδίκων", χωρίς όμως ουδεμία μνεία και ουδείς σχολιασμός να γίνεται της ως άνω μαρτυρικής κατάθεσης, αντιθέτως γίνεται μνεία ότι μάρτυρες δεν εξετάστηκαν, αβίαστα προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε καθόλου υπόψη την ένορκη κατάθεση της ως άνω μάρτυρα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, η οποία ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και είχε προς τούτο επικαλεσθεί και προσκομίσει η ενάγουσα τα 3379/2007 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στα οποία περιεχόταν η ως άνω μαρτυρική κατάθεση της Κ.
Γ., πρακτικά τα οποία αναφέροντο στις από 3-2-2010 προτάσεις της ενάγουσας ενώπιον του Εφετείου Αθηνών (βλ. 12η σελίδα αυτών) αλλά και στις προτάσεις της εναγόμενης (ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΕΓΑ) (ΒΛ.9η σελίδα αυτών) ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και η μαρτυρική αυτή κατάθεση περιεχόταν στα πρακτικά του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το οποίο με την ταυτάριθμη 3379/2007 απόφαση του ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της αναφερόμενης στο σκεπτικό αυτής δίκης, ακολούθως δε το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την 474/2009 απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα), διαλαμβάνοντας, εσφαλμένως, ότι "μάρτυρες δεν εξετάστηκαν", το ίδιο μάλιστα σφάλμα επανέλαβε και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, το οποίο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 539 αριθ.11 ΚΠολΔ.
Προφανές είναι ότι από την βεβαίωση της προσβαλλομένης δευτεροβάθμιας αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα δεν καλύπτεται και το περιεχόμενο στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο της μάρτυρος Κ.Γ. Και ναι μεν η προσβαλλόμενη για την ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας για τη διατροφή της του επίδικου χρονικού διαστήματος από 1-1-2007 μέχρι το έτος 2021 που θα συμπλήρωνε ο θανών το 65ο έτος της ηλικίας του έλαβε υπόψη της ως βάση εκκινήσεως υποχρεωτική το ύψος των εισοδημάτων του θανόντος σε 2.000€ το μήνα όπως προσδιορίσθηκε με την προγενέστερη τελεσίδικη υπ'αριθμ. 1495/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης για την ίδια αιτία που εδικαιούτο μέχρι το έτος του 2006 στη συνέχεια όμως κατά την εκφορά του περαιτέρω αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης το Εφετείο αρκέστηκε για τον υπολογισμό των αποδοχών του θανόντος από 1-1-2007 σε απλή αναπροσαρμογή του προαναφερθέντος ποσού μηνιαίων αποδοχών κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων σε 2400€ για όλο το υπολειπόμενο επίδικο χρονικό διάστημα δηλ.
από 1-1-2007 έως 31-1-2021 χωρίς να συνεκτιμήσει την προαναφερθείσα μαρτυρική κατάθεση. Επομένως τα όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται βάσιμα. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλομένης δι'αυτής αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή στην εξέτασή του ετέρου λόγου αναιρέσεως.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της, που αφορά την αποζημίωση λόγω διατροφής της αναιρεσείουσας, ότι ακολούθως δε παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ.580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2037/22-4-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ