1906/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Φεβρουαρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 29 Μαρτίου 1999 αγωγή του Χ1, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2221/2000 μη οριστική και 2090/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7111/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2 Αυγούστου 2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1906/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1906 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1906/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη, Παναγιώτη Παρτσιλίβα και Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενου, ως ειδικού διαδόχου, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 4 του κ.ν. 486/76, της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "INTRUST (ΙΝΤΡΑΣΤ) ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΑΕΓΑ", της οποίας ανεκλήθη η άδεια λειτουργίας για παράβαση νόμου, με την υπ' αριθμ. Κ3-3480/20-4-1999 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 2121/21-4-1999 τ. ΑΕ-ΕΠΕ). Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Του αναιρεσιβλήτου:Ψ1, ο οποίος εμφανίστηκε και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Βασίλειο Καπερνάρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Φεβρουαρίου 1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 29 Μαρτίου 1999 αγωγή του Χ1, ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2221/2000 μη οριστική και 2090/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7111/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2 Αυγούστου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 3 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓπΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.
Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ακόμη, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.
Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2094/1992 (ΚΟΚ) ορίζει ότι "στο δικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας.
Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17παρ. 6 του παρόντος κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι επιβάλλεται η κίνηση του οχήματος πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, ακόμη και αν ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο, όχι μόνο για να διευκολύνεται η κίνηση και διέλευση των ομορρόπως κινούμενων οχημάτων, αλλά και για να αποφεύγονται ατυχήματα από την ενδεχόμενη είσοδο στο αντίθετο ρεύμα των αντιρρόπως κινούμενων οχημάτων, είτε κατά την πραγματοποίηση προσπεράσματος, είτε για άλλο λόγο (ΑΠ 934/1992, 107/1996).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "..... την 13-9-1998 και ώρα 19.00 ο Ψ1 (αναιρεσίβλητος) οδηγώντας την .......
δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εκινείτο στη λεωφόρο ........, με κατεύθυνση από παραλία προς ......... Στον ίδιο τόπο και χρόνο, αλλά αντίρροπα, δηλαδή προς παραλία, έβαινε ο Χ1, οδηγώντας το ........ ΙΧΕ αυτοκίνητό του που ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία "INTRUST ΑΕΓΑ" για το χρονικό διάστημα από 9-9-1998 έως 9-3-1999, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού και γι' αυτό υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της το Ν.Π.Ι.Δ.
με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", το οποίο συνεχίζει τη δίκη, με συνεπιβαίνουσα την Β1. Πρέπει εδώ να λεχθεί, ότι η λεωφόρος ........ είναι διπλής κατευθύνσεως, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,50 μέτρα και διπλή διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας. Το όριο ταχύτητας οριζόταν σε 50 χιλιόμετρα την ώρα με πινακίδα Ρ-32.
Στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 316 της πιο πάνω οδού υπάρχει επικίνδυνη στροφή δεξιά για τον κατευθυνόμενο από ....... προς παραλιακή οδό ...... - ........., όπου εκινείτο ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Ο τελευταίος, κινούμενος με υπερβολική κατά τις περιστάσεις (λόγω στροφής) ταχύτητα, η οποία δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς ελλείψει ιχνών πεδήσεως, όταν έφθασε στην στροφή δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να προβεί στον κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό για να αποφύγει τον κίνδυνο, με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παραβιάζοντας την συνεχόμενη για την πορεία του διαχωριστική γραμμή του άξονος της οδού, και να επιπέσει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο μέρος της κανονικά κινούμενης δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο Ψ1.
Μετά την σύγκρουση των παραπάνω οχημάτων, το μεν Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, συνεχίζοντας την ανέλεγκτη πορεία του, διήνυσε 17 μέτρα στο οδόστρωμα και κατόπιν προσέκρουσε σε υπάρχοντα μαντρότοιχο του προς ......... ρεύματος κυκλοφορίας της λεωφόρου ............, η δε δίκυκλη μοτοσικλέτα εκτινάχθηκε και επέπεσε στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, τον οποίο έθραυσε, ο οδηγός της εκτινάχθηκε στο οδόστρωμα και ακολούθως η μοτοσικλέτα εκτράπηκε προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία της, και ακινητοποιήθηκε στο οδόστρωμα.
Το γεγονός ότι τα πιο πάνω οχήματα συγκρούσθηκαν μέσα στο ρεύμα πορείας που εκινείτο ο Ψ1 και σε απόσταση 0,30 εκατοστών του μέτρου από τη συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή του άξονος της οδού, προκύπτει από τα ευρήματα των οργάνων της Τροχαίας, τα οποία αφίχθησαν αμέσως μετά το ατύχημα, ενισχύεται δε και από την κατάθεση του μάρτυρα ..........., ο οποίος έσπευσε στον τόπο του ατυχήματος αμέσως μετά το ατύχημα, καθόσον κατοικεί στον οικοδομικό αριθμό .....
της λεωφόρου ........... Μάλιστα από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα, που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας, προκύπτει ότι ίχνη υγρών της μοτοσικλέτας βρέθηκαν στο ρεύμα πορείας της, όπως και ίχνη ξέσματος 17 μέτρων από το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και χαραγής μήκους 0,80 εκατοστών του μέτρου από τη μοτοσικλέτα. Η κατάθεση της συνεπιβάτιδας του Χ1 (Β1), η οποία ισχυρίζεται ότι η μοτοσικλέτα επέπεσε στο Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο και μάλιστα στο ρεύμα πορείας του τελευταίου δεν κρίνεται πειστική, εφόσον έρχεται σε αντίθεση με τα προαναφερόμενα δημόσια έγγραφα. Το ίδιο ισχύει και για την κατάθεση του φερόμενου ως αυτόπτη μάρτυρα ........, ο οποίος κατέθεσε στο στάδιο της προανάκρισης και συγκεκριμένα στις 13-12-1998, ότι η σύγκρουση των οχημάτων έγινε στο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς παραλία.
Υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης είναι ο Χ1, ο οποίος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις να επιδείξει, καταβάλλοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού κάτω από ανάλογες συνθήκες (άρθρο 330 ΑΚ), δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελέσει τον απαιτούμενο χειρισμό, αλλά αντιθέτως έβαινε με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, αν και τούτο δεν επιτρέπεται, παραβιάζοντας σωρευτικά τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 16 παρ.1 και 5, 19 παρ. 1, 2, 3 του Ν.2094/1992 (ΚΟΚ).
Αντίθετα, τον Ψ1 δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνει αμέλεια. Αυτός έβαινε με ταχύτητα κανονική, κάτω των 50 χιλιομέτρων την ώρα, εντός του ρεύματος πορείας του. Το ότι αυτός δεν εκινείτο στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, αλλά στο αριστερό μέρος του ρεύματος κυκλοφορίας του, δεν τον καθιστά υπεύθυνο του ατυχήματος, κατ' άρθρο 16 παρ.1 του ΚΟΚ, διότι η υποχρέωση πορείας των οχημάτων στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος τέθηκε προς εξασφάλιση της ακώλυτης κυκλοφορίας των κινούμενων στο ίδιο ρεύμα οχημάτων και όχι προς αποφυγή σύγκρουσης με τα οχήματα που κινούνται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.
Ο ενάγων της από 29-3-1999 αγωγής (Χ1) ισχυρίζεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος της συγκρούσεως είναι ο Ψ1, διότι αυτός εισήλθε με τη μοτοσικλέτα του στο ρεύμα πορείας του. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται. Αντίθετα, η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου, που στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, δεν μπορεί να ανατραπεί από εικασίες και αυθαίρετες κρίσεις".
Με τις αιτιολογίες αυτές δέχτηκε εν μέρει κατ' ουσίαν τις από 28-12-2002 και 5-7-2002 εφέσεις του αναιρεσιβλήτου και του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη 2090/2002 απόφαση του μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στο σύνολό της (εκτός από τη διάταξή της που καταργεί τη δίκη ως προς τον εναγόμενο Χ1), κράτησε και δίκασε στην ουσία την από 12-2-1999 αγωγή του αναιρεσιβλήτου την οποία έκανε δεκτή για τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά, αναφορικά με τα κονδύλια εκείνα που είχαν προσβληθεί με αντίστοιχο λόγο έφεσης των διαδίκων μερών και άρα υπήρξαν αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης.
Στη συνέχεια όμως, χωρίς να υπάρχει λόγος έφεσης "ενσωμάτωσε το ορθό μέρος της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης για να υπάρχει ένας μόνο τίτλος εκτελεστός (η αναιρεσιβαλλόμενη)", επιδικάζοντας στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα, για κονδύλια της πρωτόδικης απόφασης που δεν είχαν προσβληθεί με τις εφέσεις των αντιδίκων, τα επιπρόσθετα ποσά των 1.752,60 και 2206,90 ευρώ (συνολικού ύψους 3.959,50 ευρώ), ενώ τα ποσά αυτά δεν είχαν επιδικασθεί με την πρωτόδικη απόφαση (κατά το μέρος που έμεινε απρόσβλητο), δεν περιλαμβάνονται στα αιτούμενα με την παραπάνω αγωγή κονδύλια αποζημίωσης και δεν υπήρξαν αντικείμενο καμιάς έφεσης.
Για την επιδίκαση των επιπρόσθετων αυτών χρηματικών ποσών δεν υπάρχει στην αναιρεσιβαλλομένη σαφής και επαρκής αιτιολογία, για ποιό λόγο ειδικότερα επιδικάστηκαν, ποιά συγκεκριμένη ζημία του αναιρεσιβλήτου αφορούν και για ποιά αιτία υποχρεούται το αναιρεσείον (εναγόμενο) να τα καταβάλει. Ούτε λήφθηκε υπόψη η βάσιμη, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ένσταση του αναιρεσείοντος για συντρέχον πταίσμα του αναιρεσιβλήτου (σε ποσοστό 20%) για μείωση των κονδυλίων αυτών σε ευρώ 1402,08 (1752,60 - 20%) και 1.765,52 (2.206,90 - 20%), αντίστοιχα.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και διέλαβε σ' αυτή ανεπαρκείς, ασαφείς και εν μέρει αντιφατικές αιτιολογίες, στα ουσιώδη πιο πάνω ζητήματα που αντιμετώπισε και ιδιαίτερα στα κρίσιμα ζητήματα: α) της υπαιτιότητας των παραπάνω οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων αυτών κατά την οδήγηση των οχημάτων τους και της σύγκρουσης που επήλθε από την οποία προκλήθηκαν ζημιές και τραυματισμός και β) της ζημίας του τραυματισθέντος αναιρεσιβλήτου, που αντιπροσωπεύουν τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά των 1.752,60 και 2.206,90 ευρώ.
Ειδικότερα, σε σχέση με την υπαιτιότητα, η προσβαλλόμενη απόφαση: α) Αν και δέχτηκε ότι στο σημείο της σύγκρουσης υπάρχει πινακίδα Ρ-32 που ορίζει το όριο ταχύτητας σε 50 χλμ την ώρα, δεν αναφέρει αν η ρυθμιστική του ορίου ταχύτητας πινακίδα υπήρχε στην πορεία και των δύο οδηγών που έχουν εμπλακεί στο αυτοκινητικό αυτό ατύχημα ή μόνο του ενός (και ποίου) απ΄ αυτούς.
β) Αν και δέχτηκε ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, κατά τις περιστάσεις (λόγω στροφής), που δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς από έλλειψη ιχνών πέδησης, ο δε οδηγός της μοτοσικλέτας εκινείτο με κανονική ταχύτητα κάτω των 50 χλμ την ώρα, δεν αναφέρει και δεν αιτιολογεί στη συνέχεια, πως και με ποία άλλα στοιχεία μπόρεσε να προσδιορίσει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας κάτω από τα 50 χλμ την ώρα, ενώ δεν είχε τέτοια δυνατότητα για την ταχύτητα του αυτοκινήτου, τη στιγμή που σύμφωνα με τις παραδοχές της δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης από κανένα όχημα.
γ) Αν και δέχτηκε αρχικά, ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει την ταχύτητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου, στη συνέχεια κατά τρόπο αντιφατικό δέχτηκε ότι το αυτοκίνητο αυτό είχε υπερβολική ταχύτητα που δεν εξειδικεύει και δεν αιτιολογεί, αλλά αποδίδει σε αμελή συμπεριφορά του οδηγού του Χ1, για παράβαση του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του Κ.Ο.Κ.
και υπαιτιότητα στο ατύχημα. δ) Αν και δέχτηκε ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν κάτω των 50 χλμ την ώρα, δεν προσδιόρισε επακριβώς την ταχύτητα αυτή, για να ελεγχθεί αν ήταν η κανονική ή όχι, ενόψει των ειδικών συνθηκών που υπήρχαν (επικίνδυνη στροφή, όριο ταχύτητας). ε) Δεν εξειδικεύει την "υπερβολική ταχύτητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου, για τις περιστάσεις (λόγω στροφής)", ώστε να μπορεί επίσης να ελεγχθεί αν αυτή ήταν ή όχι υπερβολική ενόψει των περιστάσεων (λόγω στροφής), καθώς και ποια ήταν η κανονική ταχύτητα με την οποία έπρεπε να κινείται το αυτοκίνητο αυτό.
στ) Δεν προσδιορίζει το σημείο και τη θέση που βρισκόταν η μοτοσικλέτα πάνω στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας της κατά την εκτροπή του αυτοκινήτου και την είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα, σε ποιο σημείο αριστερής (αφού για τον οδηγό του αυτοκινήτου ήταν δεξιά) στροφής (στην είσοδο, στην κορυφή ή στην έξοδο) βρισκόταν, πόση η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα, καθώς και αν κυκλοφορούσαν ή όχι άλλα, στοιχεία αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί αν ο οδηγός της μοτοσικλέτας μπορούσε, καταβάλλοντας τη συνηθισμένη στις συναλλαγές επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού κάτω από τις ίδιες συνθήκες να αντιδράσει και να αποφύγει τη σύγκρουση, είτε με τροχοπέδηση, είτε με κάποιο αποφευκτικό ελιγμό (προς τα δεξιά ή αριστερά), είτε και τα δύο, και περαιτέρω να ελεγχθεί αν οδηγούσε αυτός ο οδηγός της μοτοσικλέτας με σύνεση και προσοχή ή όχι και αν τον βαρύνει κάποια αμέλεια κατά την οδήγηση ή όχι.
ζ) Δεν προσδιορίζει, δεν αιτιολογεί και δεν αξιολογεί την ακριβή τελική θέση στην οποία βρέθηκε η μοτοσικλέτα μετά τη σύγκρουση, σε σχέση μάλιστα με τα ευρήματα της Τροχαίας και ειδικότερα τα ίχνη υγρών και χαραγής της μοτοσικλέτας (με βάση τα οποία έχει προσδιορίσει το σημείο σύγκρουσης στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας).
Και η) Αν και δέχτηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος οδηγός της μοτοσικλέτας δεν εκινείτο στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, αλλά στο αριστερό μέρος του ρεύματος πορείας του, κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., στη συνέχεια κατά τρόπο αντιφατικό και χωρίς κάποια σαφή αιτιολογία δέχτηκε ότι δεν τον βαρύνει αμέλεια στην οδήγηση της μοτοσικλέτας και υπαιτιότητα για το ατύχημα, χωρίς συγχρόνως να δέχεται ότι η κίνηση αυτή του αναιρεσιβλήτου στο αριστερό του ρεύματος πορείας του (και όχι στο δεξιό), δεν τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, ότι δηλαδή ακόμη και αν ο αναιρεσίβλητος εκινείτο στο δεξιό του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του θα συγκρούονταν τα δύο οχήματα, δεδομένου ότι μόνο σε μία τέτοια περίπτωση δεν φέρει ευθύνη για το ατύχημα, λόγω της συγκεκριμένης παράβασης του Κ.Ο.Κ.
Με αυτές τις αιτιολογίες καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της υπαιτιότητας των άνω οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων στο παραπάνω αυτοκινητικό ατύχημα, καθώς και της ορθής ή όχι εφαρμογής των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Συνακόλουθα, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τους οποίους προβάλλεται ασάφεια, ανεπάρκεια και μερική αντιφατικότητα αιτιολογιών σε σχέση με τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα, ώστε στη συνέχεια να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά βέβαια τα εδώ (στην αναιρετική δίκη, διάδικα μέρη), παραπεμφθεί δε η υπόθεση μετά απ' αυτά για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο εφετείο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί την 7111/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τις διατάξεις της εκείνες που αφορούν τα εδώ διάδικα μέρη.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και -
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ