Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and failure to consider specific ownership claim arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to consider her specific claim of ownership based on a 1879 deed, but the court found this claim was not properly formulated as a distinct supplementary request in the first instance. Consequently, the Court of Appeal correctly rejected the claim, and the Supreme Court upheld this ruling while awarding costs to the state.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 559(9) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider a claim is inadmissible if that claim was not legally proposed as a specific supplementary request in the first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1906 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1906/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., για τον εαυτό της ατομικά και ως νομίμου εκπροσώπου του υπό δικαστική απαγόρευση, δυνάμει της υπ' αριθμ. 155/1971 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, τελούντος συζύγου της ....., διορισμένης ως επιτρόπου αυτού, δυνάμει της υπ' αριθμ. 197/1971 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, κατοίκων αμφοτέρων ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γκρινιαράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα, από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του τον Κωνσταντίνο Γεωργάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2000 του ίδιου δικαστηρίου και 724/2001 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-12-2004 αίτησή της και από τους από 30-8-2006 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 19 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα και αντίστοιχα όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωσή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τ' απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δε συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.
Έτσι με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά τον χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου δ/τος. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.
Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
ΛΧΝ΄/1988 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ. 1) και ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεώς τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο-βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).
Δασική έκταση υπάρχει και όταν στο ανωτέρω η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης είναι αραιά. Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/1999).
Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.
Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος β.ρ.δ. ν. 8 παρ. 1 Κ (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50-14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41-4) ν. 6 (Πανδ (44.3), ν 767 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), που έχουν εφαρμογή κατά το άρθρο 51 Εισ.
Ν ΑΚ, για τον πριν από την έναρξη της ισχύος του ΑΚ χρόνο για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται τριακονταετής νομή και καλή πίστη και ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος μπορεί να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο και τον χρόνο των δικαιοπαρόχων του. Το ίδιο συμβαίνει κατά τις αντίστοιχες προς το άρθρο 271 ΑΚ διατάξεις ν 7 παρ. 2, 8 παρ. 1 Κώδ. (7.39) και επί παραγραφής εμπράγματης αξίωσης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 Εισ Ν ΑΚ) συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρίς με τις ανωτέρω προϋποθέσεις και επί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα εθνικά δάση. Προς τούτο όμως έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915, διότι μεταγενέστερα δεν ήταν δυνατή χρησικτησία στα κτήματα αυτά, όπως προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.
ΔΞΗ΄/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/15-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αρεοπορικής Αμύνης", με τις οποίες έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε εφεξής οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του άρα και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ' αυτά (Ολ ΑΠ 75/1987).
Η απαγόρευση αυτή επαναλήφθηκε και από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων, με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων δασών θεωρείται νομέας το Δημόσιο έστω και αν ουδεμία πράξη νομής ενήργησε π' αυτών και ότι τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου δεν υπόκεινται σε καμμία παραγραφή.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τ' ακόλουθα: Το επίδικο αποτελεί δημόσια δασική έκταση και βρίσκεται στη θέση "....." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σκάλας Λακωνίας, έχει έκταση 16.217 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με χορτολιβαδική έκταση, νότια με δημόσια δασική έκταση, ανατολικά με δημόσια δασική έκταση και δυτικά με χορτολιβαδική έκταση.
Σύμφωνα με το 337/1879 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μολάων Παν. Βεροιόπουλου, το οποίο προσκόμισε με επίκληση η αναιρεσείουσα, η ευρύτερη περιοχή του επιδίκου χαρακτηρίζεται ως "άγριος τόπος". Τούτο περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, διότι ήταν δάσος κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος του από 17/29-11-1836 διατάγματος και δεν είχε αναγνωριστεί προηγουμένως η κυριότητα ιδιώτη επ' αυτού, κατά την προβλεπόμενη από το εν λόγω διάταγμα διαδικασία.
Δεν αποδείχθηκε ότι απώτατοι δικαιοπάροχοι της αναιρεσείουσας και του συζύγου της ...., τον οποίο αυτή εκπροσωπεί ως δικαστικός συμπαραστάτης τούτου, είχαν ασκήσει επί του επιδίκου, πριν από την 11-9-1915 και για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών τουλάχιστον, πράξεις νομής. Η κρίση αυτή έρεισμα έχει το γεγονός ότι το έδαφος του επιδίκου είναι πετρώδες (ασβεστολιθικό), σε ποσοστό 70% περίπου, με εξέχον το μητρικό πέτρωμα και ως εκ τούτου ακατάλληλο για γεωργικές καλλιέργειες.
Τούτο επιβεβαιώνεται από την από 1-3-1989 έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών του έτους 1945, την οποία συνέταξε ο ..... και στην οποία αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι "από τη στερεοσκοπική παρατήρηση των Α/Φ προέκυψε ότι η έκταση.........εμβαδού 16,217 στρεμμάτων...........δεν καλλιεργήθηκε ποτέ γεωργικώς. Φαίνεται πετρώδης έκταση, όπως παρουσιάζεται και σήμερα".
Σημειώνεται ότι ορισμένα τμήματα του επιδίκου, τα οποία βρίσκονται προς τη βόρεια πλευρά του και καλύπτονται με χώμα, δεν είναι δυνατόν να καλλιεργηθούν ενόψει της μικρής τους επιφάνειας (20 έως 50 τ.μ.). Πριν την κατά το έτος 1986 κατάληψη και εκχέρσωσή του καλυπτόταν από άγρια ξυλώδη βλάστηση και συγκεκριμένα από ασφάκες, αφάνες και αγριαπιδιές, με ποσοστό πυκνότητας 70% και για το λόγο αυτό το αναιρεσίβλητο το διαχειριζόταν ως δημόσια χορτολιβαδική έκταση.
Συνεπώς αβάσιμα η αναιρεσείουσα (εναγόμενη) υποστηρίζει ότι οι δικαιοπάροχοί της από το έτος 1879 νέμονταν καλόπιστα το επίδικο, στο οποίο είχαν φυτεύσει ελαιόδενδρα και αμυγδαλιές και των οποίων συνέλεγαν τους καρπούς. Το ότι το επίδικο δεν καλλιεργήθηκε στο παρελθόν και ειδικότερα πριν από την, κατά τα ανωτέρω, κατάληψη και εκχέρσωσή του, συνηγορεί και το γεγονός ότι μέσα, σ' αυτό βρέθηκαν ελαιόδενδρα νεαρής ηλικίας.
Βέβαια δικαιοπάροχοι της αναιρεσείουσας αγόρασαν με το προαναφερόμενο συμβόλαιο του έτους 1879 ένα ανεμόμυλο στη θέση "....." του χωρίου ...... Δεν αποδείχθηκε όμως ότι αγόρασαν και την περιβάλλουσα εδαφική έκταση, η οποία χαρακτηρίζεται ως "άγριος τόπος". Με βάση τ' ανωτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η κυριότητα του επιδίκου ανήκει στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο διότι ήταν ανέκαθεν δάσος, δεν ζητήθηκε από ιδιώτη η αναγνώριση κυριότητας επ' αυτού με τη διαδικασία του διατάγματος της 17/29-11-1836 και δεν χρησιδεσπόστηκε επί 30ετία τουλάχιστον μέχρι το 1915 από τους απώτατους δικαιοπαρόχους της αναιρεσείουσας.
Έτσι το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας-εναγομένης, επικύρωσε την 72/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, η οποία δέχθηκε τη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις, και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Ειδικότερα στην απόφαση αναφέρονται όλα τα στοιχεία κτήσεως κυριότητας του επιδίκου από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και δη ότι αυτό αποτελούσε δάσος-δασική έκταση, κατά την έννοια του νόμου ΑΧΝ/1888, πριν από την έναρξη ισχύος του δ/τος της 17-11-1836, ότι ο δασικός χαρακτήρας του παρέμεινε κατά τη διαδρομή του χρόνου, ότι δεν χρησιδεσπόσθηκε από τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσείουσας μέχρι το 1915 και ότι το αναιρεσίβλητο το διαχειριζόταν μέχρι το 1986, που έλαβε χώρα η εκχέρσωση από την αναιρεσείουσα, ως δημόσια χορτολιβαδική έκταση.
Η διαχείριση του επιδίκου ως χορτολιβαδικής έκτασης δεν έρχεται σε αντίθεση με τον χαρακτηρισμό τούτου ως δάσους ή δασικής εκτάσεως, αφού, κατά τις ανωτέρω διατάξεις περί δασών, στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και τα εντός αυτής βρισκόμενα τμήματα χορτολιβαδικών εκτάσεων.
Επομένως όλες οι αντίθετες αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ που προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής και συγκεκριμένα με τον πρώτο λόγο, μέρος α΄ και γ΄, δεύτερο λόγο, και πρώτο - τρίτο πρόσθετους λόγους είναι αβάσιμες και πρέπει ν' απορριφθούν. Επειδή, με τον αυτό πρώτο λόγο, μέρος β΄ και δ΄ η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση επίσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, αντίστοιχα, α) "δεν εκτίθεται στην πληττομένη ούτε ένα πραγματικό περιστατικό στο οποίο να εστήριξε την ουσιαστική κρίση της ότι το επίδικο ήταν δάσος κατά την 1-12-1836" και β) "δεν μνημονεύει στο σκεπτικό της ούτε αν πραγματικό περιστατικό, στο οποίο να εστήριξε την κρίση της ότι το επίδικο είναι δημόσια δασική ή δημόσια χορτολιβαδική έκταση και σαν τέτοια τη διαχειριζόταν το Δημόσιο, ούτε περιέλαβε στο σώμα της κάποιο περιστατικό πράξεως διαχειρίσεως του επιδίκου, δυνάμενο να προσπορίσει στο αντίδικο τη νομή και κατοχή αυτού, αποκλείουσα κατά τα δεκτά από αυτήν γενόμαν την παρ΄ εμού ή των δικαιοπαρόχων μου την άσκηση νομής και κατοχής επ΄ αυτού με διάνοια κυρίων και καλή πίστη".
Κατά τα άνω δύο μέρη ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος, διότι, με την επίφαση της αιτίασης για έλλειψη νόμιμης βάσης πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μεταξύ των οποίων είναι και έγγραφα που προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τ' αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και "όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν".
Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αναμφίβολο ότι, μολονότι δε μνημονεύει όλα τα έγγραφα ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα εξειδικευόμενα στον τρίτο και τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους ανωτέρω λόγους της αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση για να ιδρυθεί όμως ο λόγος, προϋποτίθεται ότι ο ισχυρισμός είχε προταθεί κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό και να είναι νόμιμος.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ ως αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Έτσι η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά εκείνον του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον 5ο λόγο της αναίρεσής της και το δεύτερο πρόσθετο λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό της ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα, με το προαναφερόμενο 337/1879 συμβόλαιο, του εδάφους που καταλάμβανε ο ανεμόμυλος, μολονότι παραπονέθηκε για τούτο με την έφεσή της.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης που συνιστά τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο και όχι και τον από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι όπως προκύπτει από της προτάσεις της αναιρεσείουσας-εναγόμενης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ή ένσταση της ιδίας κυριότητος του επιδίκου δεν περιλάμβανε και ορισμένο επικουρικό αίτημα απόρριψης της αγωγής κατά το μέρος που το επίδικο καταλαμβανόταν από τον ανεμόμυλο, με πλήρη περιγραφή του τμήματος αυτού και ως εκ τούτου, αφού δεν προβλήθηκε νομίμως (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) ορθώς το Εφετείο τον απέρριψε σιωπηρώς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-12-2004 αίτηση και τους από 31-8-2006 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 724/2001 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ