Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to lack of substantive review of the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a private individual and a foreign company against a final appellate judgment. The appellants argued that the lower court failed to examine the merits of their complaint, creating a contradiction between the reasoning and the operative part of the decision. The court rejected this claim, ruling that the lower court explicitly stated it rejected the complaint as inadmissible without examining the substance, thereby negating any alleged contradiction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on a contradiction between the reasoning and operative part of a judgment is inadmissible if the lower court explicitly states it rejected the complaint on inadmissibility grounds without examining the substance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1905 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1905/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ψ. του Π., κατοίκου ... και 2) αλλοδαπής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." και δ.τ. "ΥΑ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, έχει δε υποκατάστημα στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ν. Κ. του Γ., κάτοικο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Α. Π..
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "... (ΤΕΘΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα - κοινοποιουμένη στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όπως εκπροσωπείται από το Διοικητή της, 3) Διοικητού της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα και 4) ΔΟΥ ΦΑΕ …., όπως εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενό της που εδρεύει στην ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την Φωτεινή Καμπισιούλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2018 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2021 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-2-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα Πολιτικά Δικαστήρια, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Επίσης, κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας των φερομένων ως ασκησάντων την αναίρεση διαδίκων, χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτών προς τον υπογράφοντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Α.Π. 73/2021, Α.Π. 165/2020).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι σε περίπτωση ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη, ερευνάται, αυτεπάγγελτα, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, ή, σε περίπτωση που την επισπεύδει ο αντίδικός του, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.
Αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφόσον όμως, ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την αίτηση, ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος του, κατά τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., γεγονός που διαπιστώνεται, όπως αναφέρθηκε, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρ. 104 εδ.
β` Κ.Πολ.Δ., Ολ.Α.Π. 4/1994, Ολ.Α.Π. 2/1992, Α.Π. 459/2020, Α.Π. 516/2020, Α.Π. 627/2019). Στην περίπτωση που τη συζήτηση επέσπευσε ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιός του εμφανίζεται μεν στο ακροατήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας με το συστατικό τύπο που ορίζει το άρθρο 96 παρ.1, έλλειψη που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, θεωρείται μη παριστάμενος και κηρύσσεται άκυρη και η κλήση του (Ολ.ΑΠ.2/1992), ώστε, αν δεν έχει κληθεί από τον αντίδικό του, η συζήτηση της υπόθεσης κηρύσσεται απαράδεκτη.
Με τις ανωτέρω διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., που αποτελούν δημόσιο δίκαιο, ρυθμίζεται ειδικότερα σε σχέση με το άρθρο 11 του Α.Κ. ο τύπος της μονομερούς δικαιοπραξίας της πληρεξουσιότητας όταν αυτή δίδεται για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και παράσταση στο ακροατήριο ενώπιον των ημεδαπών δικαστηρίων (δικαστική πληρεξουσιότητα).
Η δόση τέτοιας πληρεξουσιότητας συνιστά αυτή καθ` εαυτή, πέραν του ουσιαστικού δικαίου, διαδικαστική πράξη του δικονομικού δικαίου υποβαλλόμενη στον οριζόμενο από την εσωτερική έννομη τάξη πανηγυρικό (συστατικό) τύπο, χωρίς διάκριση του αν δίδεται με δικαιοπραξία στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή, επιλεγομένου υπό του νόμου αποκλειστικώς ως καταλλήλου για τη ρύθμιση αυτή του δικαίου του τόπου όπου οι διαδικαστικές πράξεις επιχειρούνται (lex fori), κατ` ειδική ρύθμιση σε σχέση με το άρθρο 11 του Α.Κ., το οποίο ως προς τον τύπο της δικαιοπραξίας δέχεται το παραπάνω δίκαιο (lex fori) διαζευτικώς εφαρμοζόμενο με τα αναφερόμενα εκεί άλλα δίκαια.
Τέλος, κατά το εδ.β` της παρ.3 του ίδιου ως άνω άρθρου του Κ.Πολ.Δ., "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 670/2024, Α.Π. 412/2018, Α.Π. 99/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση η από 14-2-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 1229/111/15-2-2022) αίτηση των αναιρεσειόντων Γ. Ψ. και αλλοδαπής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", με έδρα την ..., κατά των αναιρεσίβλητων, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 134/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-2-2024), αμφότεροι οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από το δικηγόρο ...
Α.Π. (ΑΜ 9943). Όμως, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο ως άνω παριστάμενος δικηγόρος, που έχει υπογράψει την αίτηση αναίρεσης, ήταν εφοδιασμένος κατά τον υπό του Κ.Πολ.Δ. οριζόμενο συστατικό τύπο πληρεξουσιότητας (συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο) για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και την παράσταση στο ακροατήριο από τη δεύτερη αναιρεσείουσα αλλοδαπή εταιρεία ("...").
Κατά συνέπεια, αφού δεν προέκυψε ότι είχε, ως όφειλε, ο ως άνω δικηγόρος, που υπέγραψε και κατέθεσε την αίτηση αναίρεσης για λογαριασμό της δεύτερης αναιρεσείουσας, διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος της, πρέπει, η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί ως προς αυτήν ως απαράδεκτη. Δοθέντος δε ότι συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση απλή ομοδικία μεταξύ των αναιρεσειόντων, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα και να συζητηθεί η υπόθεση μεταξύ του πρώτου αναιρεσείοντος και των αναιρεσίβλητων.
Η αίτηση αναίρεσης κατά της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 134/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών (άρθρ. 614 αριθμ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ.), ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (8-1-2021), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρο 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016) (άρθρα 552, 553, 556, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα). Κατά το άρθρο 85 παρ. 1 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), επί δικών του Ν.Δ/τος αυτού (Ν.Δ. 356/1974), το Δημόσιο εκπροσωπεί ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου, ήδη ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με την ποινή του απαραδέκτου, σε κάθε όμως περίπτωση με την ίδια κύρωση απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών.
Με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (Κ.Δ. 26-6/10-7-1944), που δεν καταργήθηκε ως ειδική και ισχύει και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ., ορίζεται ότι μόνο οι κοινοποιήσεις προς τον Υπουργό των Οικονομικών οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουν νόμιμες συνέπειες και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς από άλλον, εκτός του Υπουργού των Οικονομικών, είτε από τους διευθυντές των ταμείων ή Οικονομικούς εφόρους ή τελώνες ή άλλο οποιοδήποτε κρατικό όργανο, οπότε η επίδοση προς τον Υπουργό των Οικονομικών απαιτείται προσθέτως, με συνέπεια, στην περίπτωση παραλείψεώς της, την ακυρότητα, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή απαραδέκτου στις δίκες του ΚΕΔΕ, ακυρότητας δε στις λοιπές, τόσο στον Υπουργό Οικονομικών, όσο και στο αρμόδιο όργανο και τούτο για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.
Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται απαράδεκτο ή ακυρότητα, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (Ο.λ. Α.Π. 34/1988, Α.Π. 281/2023, Α.Π. 1274/2021, Α.Π. 743/2016, Α.Π. 1105/2015, Α.Π. 1274/2014).
Οι διατάξεις αυτές δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και δεν αντίκεινται στα άρθρα 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1, 8 § 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (Α.Ε.Δ. 27/2004, Α.Π. 869/2022, Α.Π. 833/2022). Ήδη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 36 παρ. 1, 43 του Ν. 4389/2016 και 85 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του Ν.Δ. 356/1974, η αναφερόμενη παραπάνω επίδοση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται, από 1-1-2017, για την είσπραξη εσόδων του Ελληνικού Δημοσίου με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, προς τον Διοικητή της συσταθείσας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), στην Κεντρική Υπηρεσία του ΝΣΚ.
Από την αντίστοιχη διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων 85 παρ. 1 του ΚΕΔΕ και 5 του Κ.Δ. 26-6/10-7-1944, "παν δικόγραφον" και "οιουδήποτε δικογράφου" προκύπτει, κατ' αρχήν, ότι η ανωτέρω διπλή επίδοση αφορά κάθε δικόγραφο που επιδίδεται στο Δημόσιο. Ως δικόγραφο δε νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο), κατ' άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ., είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο (Ολ.Α.Π. 4/2012, Α.Π. 1008/2022, Α.Π. 624/2022) και εν γένει κάθε άλλο διαδικαστικό έγγραφο που αφορά τη δίκη όταν επιβάλλεται να επιδοθεί και στο δημόσιο (Oλ.Α.Π. 34/1988, Α.Π. 281/2023, Α.Π. 432/2002).
Ειδικότερα δε, η διάταξη του άρθρου 36 παρ. 1 του Ν. 4389/2016 ορίζει ότι: "Η Αρχή (Α.Α.Δ.Ε.) εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Διοικητή της και παρίσταται αυτοτελώς, εκπροσωπώντας το Δημόσιο, σε κάθε είδους δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή τις έννομες σχέσεις που την αφορούν.
Οι επιδόσεις των δικογράφων στις δίκες αυτές γίνονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προς τον Διοικητή, αντί του Υπουργού των Οικονομικών. Ειδικώς για την εκπροσώπηση και την επίδοση των δικογράφων σε δίκες που αφορούν σε φορολογικές εν γένει διαφορές και σε διαφορές που αναφύονται κατά είσπραξη των δημοσίων εσόδων, εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 περίπτωση α`, σε συνδυασμό προς το άρθρο 49 (παράγραφοι 2 και 4) και 219 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικαιοσύνης και 85 παρ. 1 (Ν. 2717/1999, Α` 97) και 85 παρ. 1, εδάφιο πρώτο του Ν.Δ. 356/1974 (Α` 90).
Η προβλεπομένη στο άρθρο 85 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του Ν.Δ. 356/1974 κοινοποίηση στον Υπουργό Οικονομικών γίνεται προς τον Διοικητή, στην Κεντρική Υπηρεσία του ΝΣΚ", ενώ κατά το άρθρο 1 και 2 εδ. α' του ως άνω Ν. 4389/2016 ορίζεται ότι "1. Η Αρχή ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπονται, κατά την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της, στις διατάξεις της Υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε` του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (Α'222), σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων και των κανονιστικών πράξεων του Υπουργού Οικονομικών, του Αναπληρωτή Υπουργού και του Υφυπουργού Οικονομικών, καθώς και τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με τον παρόντα νόμο και με οποιαδήποτε άλλη γενική ή ειδική διάταξη. 2.
Η Αρχή έχει, ιδίως, τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών και τελωνειακών εσόδων, καθώς και την είσπραξη λοιπών δημοσίων εσόδων, β)...,γ)...κβ)...". Κατά το άρθρο 73 παρ. 1 του Ν.Δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), όπως ίσχυε πριν την κατάργηση του Ν.Δ. με το άρθρο 85 παρ.5 του νέου Κ.Ε.Δ.Ε.
ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο Ν. 4978/2022 (ΦΕΚ Α 190/7-10-2022) "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του ΚΕΔΕ, όπως δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 1 αντικαταστάθηκαν με την παρ.5 του άρθρου 7 του Ν. 4224/2013 (ΦΕΚ Α 288/ 31.12.2013) με ημερομηνία ισχύος την 1.1.2014, ορίζεται: "1.
Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, καθώς και των δημοσίων εσόδων της περίπτωσης β` της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του παρόντος Κώδικα, μετά την καταχώριση του χρέους ως δημοσίου εσόδου κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 3, η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει ατομική ειδοποίηση, την οποία, είτε αποστέλλει ταχυδρομικά στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα είτε την κοινοποιεί σε αυτούς σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν. 4174/2013.
Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται τα στοιχεία και ο αριθμός φορολογικού μητρώου, εφόσον υπάρχει, του οφειλέτη, το είδος και το ποσό του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των τόκων που έχουν ήδη υπολογισθεί κατά την κείμενη νομοθεσία, ο αριθμός και η χρονολογία καταχώρισης του χρέους ως δημοσίου εσόδου ή ο τίτλος στον οποίο βασίζεται το χρέος, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής αυτού, η μνεία ότι από την επομένη ημέρα της λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής του χρέους και μέχρι την τελική εξόφληση αυτού υπολογίζονται οι τόκοι και το πρόστιμο του άρθρου 6 του παρόντος".2.
Η κατά την προηγούμενην παράγραφον κοινοποιουμένη ατομική ειδοποίησις δεν εξομοιούται προς την επιταγήν προς πληρωμήν. 3. Η παράλειψης αποστολής της κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων".
Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων προκύπτει, ότι κατά το στάδιο πριν από την έναρξη της εκτέλεσης, δύναται να προσβληθεί εκ μέρους του οφειλέτη με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ και η κοινοποιηθείσα προς εκείνον ατομική ειδοποίηση χρεών, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη νόμιμου τίτλου, αφού ακολουθεί τη νομότυπη ταμειακή βεβαίωση του σχετικού ποσού και σκοπό έχει τη γνωστοποίηση στον οφειλέτη του χρέους του, ούτως ώστε αυτός να μπορέσει να αμυνθεί αποτελεσματικά, με την άσκηση ανακοπής ή να προβεί στη ρύθμιση του (Α.Π. 1538/2017, Α.Π. 904/2005, ΕλΣ 47/2010, ΣτΕ 3214/1999).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π.1419/2019), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (A.Π. 1185/2021, A.Π. 363/2021, A.Π. 1735/2008), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2020, Ολ.Α.Π. 4/2018, Ολ.Α.Π. 6/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ανακόπτοντες, Γ. Ψ., ήδη πρώτος αναιρεσείων και η αλλοδαπή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", με την από 8-2-2018 (αριθμ. έκθ. κατ. 13159/29/9-2-2018) ανακοπή τους, κατ' άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
απευθυνόμενη κατά του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "... (Τ.ΕΘ.Α.)", ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και του Ελληνικού Δημοσίου, ήδη δευτέρου αναιρεσίβλητου, ζήτησαν την ακύρωση της υπ' αριθμ. 133/2-1-2018 ατομικής ειδοποίησης χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ... η οποία γνωστοποιήθηκε στον πρώτο ανακόπτοντα (πρώτο αναιρεσίβλητο) στις 12-1-2018, ως νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης ανακόπτουσας αλλοδαπής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ..., προκειμένου να καταβληθεί το βεβαιωθέν ως δημόσιο έσοδο χρηματικό ποσό των 58.504,56 ευρώ, που αφορούσε απαίτηση του πρώτου των καθ' ων Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "... (Τ.ΕΘ.Α)" από μη καταβληθέντα και καταλογισθέντα μισθώματα σε βάρος της δεύτερης ανακόπτουσας, μισθώτριας, κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού, του αναψυκτηρίου του Άλσους του Ελληνικού Στρατού, για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται σ' αυτήν.
Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 170/2019 απόφασή του, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 133/2-1-2018 ατομική ειδοποίηση χρεών. Κατόπιν άσκησης από τα καθ' ων η ανακοπή της από 6-5-2019 έφεσης (αριθ. έκθ. κατ. 42102/3262/2019), εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 134/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...
η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη (υπ' αριθμ. 170/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...) απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την ανακοπή, την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη. Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο ... κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου της έφεσης των αναιρεσίβλητων, δέχθηκε, επί λέξει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση η ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, "άνοιξε" δίκη για έννομη σχέση που αφορά την Α.Α.Δ.Ε., αφού με την ανακοπή προσβλήθηκε πράξη αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (ατομική ειδοποίηση οφειλής), με την οποία άρχισε αναγκαστική εκτέλεση για την είσπραξη δημόσιου εσόδου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο τρίτο σκέλος της μείζονος πρότασης.
Η πιο πάνω ανακοπή, η οποία στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο) και του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "..." (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο), επιδόθηκε στο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "...", στο Ελληνικό Δημόσιο και στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ... (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη), όπως προκύπτει από τις 4431Γ/12.2.2018, 4405179.2.2018 και 4432Γ/12.2.2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ...
Η. Τ. αντίστοιχα, ενώ δεν επιδόθηκε στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη). Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο πρώτο σκέλος της μείζονος πρότασης η ανωτέρω ανακοπή ήταν επιδοτέα στον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, με ποινή απαραδέκτου αυτού του ένδικου βοηθήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 85 παρ. 1 εδάφιο α του Κ.Ε.Δ.Ε.
και 36 του Ν. 4389/2016 (βλ. πρώτο σκέλος της μείζονος πρότασης). Η παράλειψη αυτή δεν "καλύπτεται" με την επίδοση της ανακοπής στον Υπουργό των Οικονομικών. Και αυτό διότι η ανωτέρω αρχή, εκπροσωπούμενη από τον διοικητή της, έχει λειτουργική ανεξαρτησία, διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, δεν υπόκειται σε ιεραρχικό έλεγχο ή εποπτεία από τον Υπουργό Οικονομικών και έχει συγκεκριμένες αρμοδιότητες, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο δεύτερο σκέλος της μείζονος πρότασης (άρθρα 1,2,3, και 5 του συστατικού της νόμου).
Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε την ανακοπή παραδεκτή, με το ακόλουθο σκεπτικό "...Περαιτέρω το απαράδεκτο της ανακοπής, λόγω της μη τήρησης της επίδοσης της κρινόμενης ανακοπής στην ανεξάρτητη αρχή δημοσίων εξόδων αίρεται, δεδομένου ότι η επίδοση της 1356/28.12.2017 απόφασης καταλογισμού στη δεύτερη ανακόπτουσα δεν συνιστούσε την προσήκουσα πλήρη ενημέρωση του πρώτου ανακόπτοντος.
Και τούτο διότι δεν ενημερώθηκε, δηλ. ο πρώτος ανακόπτων για το είδος του χρέους, έτσι ώστε να γνωρίζει ότι σε περίπτωση που δεν επιδώσει την ανακοπή του στον διοικητή της ΑΑΔΕ θα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, χωρίς να ερευνάται από το δικαστήριο το ζήτημα εάν ο ενδιαφερόμενος έχει λάβει με άλλο τρόπο γνώση του είδους του χρέους, είναι δε αυτονόητο το έννομο συμφέρον της δεύτερης ανακόπτουσας, της οποίας το ΑΦΜ αναγράφεται στη ατομική βεβαίωση".
Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και να απορριφθεί η ανακοπή ως απαράδεκτη...". Με αυτά που δέχθηκε το Μονομελές Εφετείο ... με την προσβαλλόμενη απόφασή του (134/2021) νόμιμα κήρυξε απαράδεκτη την ως άνω ασκηθείσα ανακοπή και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, όπως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Και τούτο, διότι σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες νομικές σκέψεις, στις δίκες του Ν.Δ/τος 356/1974 [Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ)], με αντικείμενο πράξεις που αποσκοπούν στην είσπραξη δημοσίων εσόδων, όπως εν προκειμένω η δίκη επί της από 8-2-2018 ανακοπής των ανακοπτόντων, του πρώτου εξ αυτών ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, μετά την ισχύ του νόμου 4389/2016, ήτοι μετά την 1-1-2017, η αναφερόμενη στο άρθρο 85 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα κοινοποίηση του δικογράφου προς τον Υπουργό Οικονομικών, σε δίκες που αφορούν σε φορολογικές εν γένει διαφορές και σε διαφορές που αναφύονται κατά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, γίνεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 36 του Ν. 4389/2016, προς τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, αντί του Υπουργού Οικονομικών, επί ποινή απαραδέκτου του σχετικού ένδικου βοηθήματος.
Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 1551/2018, Α.Π. 130/2016).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 20/2005).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.Α.Π. 28/1998, Α.Π. 1551/2018, Α.Π. 1572/2017).
Από το άρθρο 68 και 556 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν αυτήν λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.
Έτσι, αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Α.Π. 394/2012). Όπως, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, ή προσάπτεται πλημμέλεια για παραδοχή της απόφασης η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό, εφόσον αυτό στηρίζεται αυτοτελώς και σε άλλες παραδοχές, αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του (λόγου αναίρεσης) δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 1660/2012, Α.Π. 144/2015).
Επίσης, αλυσιτελείς είναι οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (Α.Π. 755/2018, Α.Π. 1207/2017). Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ο.λ. ΑΠ 25/2003 Α.Π. 713/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο, αν και στο εφετήριο έγγραφο των αναιρεσίβλητων υφίσταται αοριστία, καθόσον δεν γίνεται αναφορά στην προκήρυξη δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, ούτε στην κατακυρωτική διαταγή του Διοικητή του Σχηματισμού και αντίφαση ως προς τη νομιμοποίηση των εκκαλούντων (αναιρεσίβλητων), ως προς την ιδιότητα με την οποία φέρεται να μετείχαν αμφότερα τα νομικά πρόσωπα στην επίδικη σύμβαση μίσθωσης και η πλημμέλεια αυτή προκύπτει από την ίδια αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που ο κανόνας δικαίου, ήτοι η Υ.Α.
Φ914.2/Γ/1920/Σ.813/31-5-2007, απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος. Ο λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής. Τούτο δε, διότι, όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη ανακοπή, ως απαράδεκτη, και η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά στο διατακτικό αυτής.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας της αντίφασης αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (Α.Π. 146/2022, Α.Π. 759/2016, Α.Π. 895/2015, Α.Π. 1153/2010).
Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 13/1995 Α.Π. 1097/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ήτοι ότι η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις με την επίκληση ότι "στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δηλώνεται και βεβαιώνεται ότι η με αριθμό 13159/29/2018 ανακοπή μας κατά των αντιδίκων (αναιρεσίβλητων) δικάστηκε κατ' ουσίαν και ότι το Εφετείο "απορρίπτει την ανακοπή", χωρίς άλλη διευκρινιστική αναφορά για την αιτία της απόρριψης...Αλλά στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η ανακοπή απερρίφθη ως απαράδεκτη...
Επομένως, από τις περιεχόμενες στο διατακτικό της αποφάσεως του Εφετείου, δηλώσεις, προκύπτουν αντιφάσεις και σύγχυση, καθόσον αφορά στην ουσιαστική ή μη κρίση της ανακοπής με την απόφαση αυτή, οι οποίες αντιφάσεις, κατ' αντικειμενική κρίση και εκτίμηση, εμποδίζουν την παραγωγή και την ενέργεια του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας αυτής...".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί καμία πλημμέλεια - αντίφαση δεν υπάρχει στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) αναφέρεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ότι: "Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την από 6.5.2019 έφεση των: 1) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "..." και 2)του Ελληνικού Δημοσίου, που έχει κατατεθεί με αριθμό 42102/3262/2019.
Εξαφανίζει την 170/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών. Κρατεί και δικάζει κατ' ουσίαν την από 8.2.2018 ανακοπή:1)του Γ. Ψ. του Π. και 2) της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", προς το Μονομελές Πρωτοδικείο ... που έχει κατατεθεί με αριθμό 13159/29/2018.
Απορρίπτει την ανακοπή". Σε κάθε περίπτωση ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αντίφαση, που από προφανή παραδρομή υπάρχει, μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, επειδή η ανακοπή εν προκειμένω δεν εξετάσθηκε κατ' ουσίαν, αλλά απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, δεν ιδρύει κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό και μόνο της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν στη δίκη, πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, ως απαράδεκτη, την από 14-2-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1229/111/15-2-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 134/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα ("...") .
Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς την ανωτέρω αναιρεσείουσα και τη συνέχιση αυτής ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα (Γ.Ψ.).
Απορρίπτει την από 14-2-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1229/111/15-2-2022 αίτηση αναίρεσης κατά της ιδίας ως άνω αποφάσεως (υπ' αριθμ. 134/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ...), ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα (Γ. Ψ.). Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ