Legislator Case Law & Legislation
1905/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment due to inadmissible vague grounds and failure to consider evidence.

Case Number 1905/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a first-instance judgment ordering them to pay compensation. The appellants argued that the lower court failed to consider witness affidavits and the defendant's summons, claiming these omissions violated procedural rules. The court rejected these arguments as vague and unsupported, noting that the summons did not explicitly list witness professions as required by law at the time, and that the appeal did not revive the expired litigation period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the necessary content of the summons, or if the appeal does not revive an expired litigation period.

Keywords

AI generated
appeal admissibility vague grounds summons requirements litigation period witness affidavits procedural defect costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 422 of the Code of Civil Procedure
Article 424 of the Code of Civil Procedure
Article 116(1)(b) of Law 4842/2021
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AED 42/1990
OLAP 17/2013
OLAP 626/1980

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1905 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 1905/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Παναγιώτη Βενιζελέα -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Ν. του Γ., κατοίκου Καρδίτσας, 2) Π. Ν. του Ν., κατοίκου Φλόριντας Ηνωμένων Πολιτειών, 3) Δ. Ν. του Ν., κατοίκου Αθηνών και 4) Κ. Ν. του Ν., κατοίκου Ουάσινγκτον Ηνωμένων Πολιτειών. Η πρώτη αναιρεσείουσα παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τριβουρέα, ενώ οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας.

Εκδόθηκε η απόφαση 28/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-12-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 309 εδ.α', 321 και 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, η οποία δηλαδή απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως.

Συνεπώς, τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλίαν οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αν έχει χωρήσει παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της με το ένδικο μέσο της εφέσεως ή από το ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο της εφέσεως. Η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ήδη ασκηθέντος ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1990, ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 626/1980).

Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης έφεσης μπορεί να γίνει και με άλλο τρόπο, ακόμα δε μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι, ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει έφεση. Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ.β' ΚΠολΔ), η έλλειψη της οποίας όμως μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης, που αφορά στην παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1147/2021, ΑΠ 221/2020, ΑΠ 318/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης: Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά των αναιρεσειουσών, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας την από 28/9/2015 αγωγή της, με την οποία ζητεί κυρίως μεν να απαγγελθεί η διάρρηξη ως καταδολιευτικών τεσσάρων δικαιοπραξιών, δια των οποίων η οφειλέτης της πρώτη αναιρεσείουσα μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στις λοιπές αναιρεσείουσες θυγατέρες της, τα αναφερόμενα στην αγωγή για εκάστη τούτων ακίνητα και επικουρικά να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των δικαιοπραξιών αυτών, γιατί είναι εικονικές.

Η αγωγή αυτή συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων στις 12/6/2017 και εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 28/4-8-2017 προσβαλλόμενη απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η κυρία βάση της αγωγής και απαγγέλθηκε η διάρρηξη των επιδίκων δικαιοπραξιών. Στις 14/12/2018, ο παρασταθείς και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου για τις αναιρεσείουσες δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Κων/νος Τριβουρέας, έχοντας ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα από τις πρώτη και τρίτη των αναιρεσειουσών, δοθείσα με τα ...

ειδικά συμβολαιογραφικά πληρεξούσια των συμ/φων Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα και Αθηνών Μαρίας Παπιδά, αντιστοίχως, εμφανίστηκε στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας και προέβη, στις 10.40'π.μ., για λογαριασμό των αναιρεσειουσών, σε παραίτηση από τα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης κατά της ανωτέρω απόφασης, συνταχθείσας της 116/14-12-2018 Έκθεσης Παραίτησης από τα ένδικα μέσα, ενώ στις 11.05 π.μ.

άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Ακολούθως, οι δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσειουσών, με τα 2644/27-3-2019 και 17768/6-2-2019 ειδικά πληρεξούσια του γενικού προξένου της Ελλάδας στην πόλη Τάμπα των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής Δ. Σ. και της διευθύνουσας το προξενικό γραφείο της Ελληνικής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον της ιδίας χώρας Χ.

Β. αντιστοίχως, ενέκριναν τόσον την ανωτέρω παραίτηση από τα τακτικά ένδικα μέσα, όσον και την άσκηση της αναίρεσης. Επομένως, αφού η προσβαλλόμενη κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα απόφαση κατέστη τελεσίδικη, μετά την νόμιμη παραίτηση των αναιρεσειουσών από το δικαίωμα άσκησης έφεσης κατ'αυτής και κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνεται με βάση το νόμο, που όφειλε να εφαρμόσει το ουσιαστικό δικαστήριο, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται. Κατ' εξαίρεση ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας θα γίνει με νόμο μεταγενέστερο εκείνου, αν ο τελευταίος έχει αναδρομική ισχύ και ορίζει ότι εφαρμόζεται και επί των τελεσιδίκως κριθέντων ή στις δίκες που είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δεν έγιναν αμετάκλητες, με την προϋπόθεση ότι η διάταξη για αναδρομική ισχύ δεν προσκρούει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, Σύνταγμα, ΕΣΔΑ κ.λπ. (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 1628/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ`, του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1055/2019).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίο είναι το αποδεικτικό μέσο, που με επίκληση προσκομίστηκε και το οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος πραγματικός ισχυρισμός, το βάσιμο ή το αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με αυτό και γ) η επίδραση που έχει ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1454/2017).

Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με τον Ν.4335/2015 αρχικά και τον Ν. 4842/2021 στην συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019).

Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013).

Περαιτέρω, στις διατάξεις των άρθρων 422 και 424 ΚΠοΛΔ, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου λήψης των κατωτέρω αναφερομένων ενόρκων βεβαιώσεων, αφού κατά τα άρθρα 12, 21 εδ. β' και 24 παρ. 1 α' του ΕισΝΚΠολΔ, που εκφράζουν γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, οι διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο, που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειάς τους, έστω και αν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας (ΑΠ 23/2022, ΑΠ 1175/2019), οριζόταν ότι "1.

Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.

Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση" (άρθρο 422) και "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" (άρθρο 424).

Την τήρηση των ανωτέρω αναγκαίων προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να την ερευνήσει, όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο(ΑΠ 31/2022, ΑΠ 977/2020, ΑΠ 1175/2019). Επομένως, για το ορισμένο του ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 11γ'λόγου αναίρεσης, στον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ένορκης βεβαίωσης, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, εκτός των ανωτέρω αναφερθέντων για το ορισμένο του λόγου, πρέπει να περιλαμβάνονται στον λόγο αναίρεσης και όλα τα στοιχεία του άρθρου 422 ΚΠολΔ, τα οποία καθιστούν την ένορκη βεβαίωση υπαρκτό αποδεικτικό μέσο, τέτοιο στοιχείο δε αποτελεί και η αναφορά, στην επιδιδόμενη στον αντίδικο του προσκομίσαντος την ένορκη βεβαίωση κλήση, του επαγγέλματος του μέλλοντος να εξετασθεί μάρτυρα (ΑΠ 977/2020, ΑΠ 1175/2019).

Επακολούθησε ο Ν. 4842/13-10- 2021, ο οποίος, κατά την διάταξή του άρθρου 120 εδ. 2 αυτού, άρχισε να ισχύει για τις κατωτέρω τροποποιήσεις από 1/1/2022, και ο οποίος τροποποίησε τα ανωτέρω άρθρα, και ειδικότερα με το άρθρο 22 τροποποίησε το άρθρο 422 ΚΠολΔ και μείωσε τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που μπορούν να προσκομίσουν οι διάδικοι, με το άρθρο 23 τροποποίησε το άρθρο 424 ΚΠολΔ, ως ακολούθως: " Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν:

α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, και δ) όταν παραβιάζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 421.

Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου", ενώ με την διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β', όπως αυτή διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4871/10-12-2021, όρισε ότι οι διατάξεις των άρθρων 422 παρ. 3 και 424 εφαρμόζονται και για τις εκκρεμείς υποθέσεις.

Η ανωτέρω τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 424 έγινε γιατί, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 4842/2021 "η ισχύουσα ρύθμιση είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της ασφάλειας... με αποτέλεσμα οι διάδικοι να στερούνται ενός σημαντικού αποδεικτικού μέσου για κάποιο επουσιώδες διαδικαστικό σφάλμα, όταν το δικαστήριο θεωρεί (ενν.

λόγω αυτού) ότι η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη". Με την τροποποίηση δηλαδή του άρθρου 424 ΚΠολΔ περιορίστηκαν οι περιπτώσεις, που η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη, στην παραβίαση των περιοριστικά αναφερομένων στην διάταξη ουσιωδών παραβάσεων λήψης τους, ενώ για τις λοιπές παραβάσεις, που κρίνονται ως επουσιώδεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η παράλειψη αναφοράς, στην επιδιδόμενη στον αντίδικό του προσκομίσαντος την ένορκη βεβαίωση κλήση, του επαγγέλματος του μέλλοντος να εξετασθεί μάρτυρα, ορίζεται πλέον ότι η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν ο αντίδικος του προσκομίσαντος αυτήν επικαλεσθεί και αποδείξει δικονομική βλάβη του από την παράβαση αυτή.

Η μεταβατική αυτή διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β'Ν. 4842/2021 δεν εφαρμόζεται και επί των υποθέσεων, που έχει ασκηθεί αίτηση αναίρεσης, η οποία συζητείται μετά την 1/1/2022, γιατί κατά την σαφή αναφορά της αυτή εφαρμόζεται για τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή για τις υποθέσεις που υπάρχει εκκρεμοδικία, κατά την έννοια των άρθρων 221 και 222 ΚΠολΔ, δεν δημιουργείται δε εκκρεμοδικία με την άσκηση του εκτάκτου ενδίκου μέσου της αναίρεσης, η οποία δεν ανοίγει δίκη τρίτου ουσιαστικού βαθμού(ΑΠ 1127/2020), αφού η άσκηση της αναίρεσης και η επ` αυτής δίκη δεν καθιστά την αγωγή επίδικη, δεν ανοίγεται με το ένδικο αυτό μέσο νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, αλλ` ερευνάται το παραδεκτό και η βασιμότητα των προβαλλομένων με τους λόγους αναίρεσης νομικών πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 44/1996, ΟλΑΠ 38/1996) .

Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, αν και οι ίδιες με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του προτάσεις τους, προς απόκρουση της εναντίον τους αγωγής της αναιρεσίβλητης, είχαν νόμιμα επικαλεστεί στην σελίδα 92 των προτάσεων και προσκομίσει με αριθμούς σχετικών 33 α'β'και γ' 1) τις υπ.

αριθμ. 653 και 654/17-5-2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ο. Δ. και Π. Λ., αντιστοίχως, ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Παπιδά, οι οποίες λήφθηκαν μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης να παραστεί κατά την λήψη της, από τις οποίες αποδεικνυόταν ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός τους ότι με τις επίδικες απαλλοτριώσεις δεν είχαν πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης, απόδειξη η οποία θα επέφερε την απόρριψη της αγωγής της και 2) την 2368/12-5-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Αποστόλη Αποστόλου, από την οποία αποδεικνυόταν η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης να παραστεί κατά την λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων, όμως το Εφετείο δεν τις έλαβε υπόψη και δεν τις συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις, με αποτέλεσμα να κάνει δεκτή την εναντίον τους αγωγή.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί οι αναιρεσείουσες δεν προσδιορίζουν ολόκληρο το αναγκαίο, κατά το άρθρο 422 ΚΠολΔ περιεχόμενο της κλήσης, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη και ειδικότερα, αν σε αυτήν περιείχετο το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, που επρόκειτο να εξετασθούν.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση της ανωτέρω προσκομιζόμενης από τις αναιρεσείουσες έκθεσης επίδοσης και της περιεχομένης σε αυτήν από 11/5/2017 κλήσης των αναιρεσειουσών προς την αναιρεσίβλητη, για εξέταση των ανωτέρω μαρτύρων, προκύπτει ότι στην κλήση αυτή, που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη, δεν αναφερόταν, όπως απαιτεί το άρθρο 422 ΚΠολΔ, το επάγγελμα των μαρτύρων, που επρόκειτο να εξετασθούν κατά την αναφερόμενη στην κλήση ημερομηνία και συνεπώς, κατά την διάταξη του άρθρου 424 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε κατά τον χρόνο λήψης των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων (17/5/2017), νομίμως το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, για την λήψη των οποίων είχε γίνει επίκληση και προσκόμιση, με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιόν του προτάσεις των αναιρεσειουσών, τόσον των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων όσον και της ανωτέρω έκθεσης επίδοσης, αφού, όπως προκύπτει από τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε κατά την λήψη τους, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, δεν εφαρμόζεται για την συζητηθείσα μετά την 1/1/2022 ένδική αίτηση αναίρεσης η μεταβατική διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β'Ν. 4842/2021, καθόσον με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης δεν αναβίωσε η εκκρεμοδικία, που επήλθε με την άσκηση της ένδικης αγωγής και συνεπώς η υπόθεση δεν είναι εκκρεμής κατά τα οριζόμενα στην μεταβατική αυτή διάταξη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στις αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 14/12/2018 αίτηση των Χ., Π., Δ. και Κ. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 28/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ