Supreme Court partially allows appeal regarding abusive litigation but dismisses evidence sufficiency claim against lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. While the court rejected the argument that the lower court failed to consider specific documents regarding architectural plans, it found the lower court's dismissal of the contractor's claim for professional fees to be an abuse of litigation rights. Consequently, the appeal was allowed only regarding the contractor's fee claim, remanding the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11γ) and 281 of the Code of Civil Procedure; The court must examine all evidence to form a judicial conviction, but a finding of abuse of litigation rights justifies remanding the case for retrial by a different panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1905 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1905/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Αντωνόπουλο και Δημήτριο Τσικρικά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΡΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΔΙΑΡΧΩΝ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Παπαδημητρίου και Σταύρο Μανούσο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2006 αγωγή της πρώτης των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την ενώπιον του Δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση του δεύτερου των ήδη αναιρεσίβλητων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 254/2006 μη οριστική και 268/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 6383/2008 μη οριστική και 1193/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/7/2012 αίτησή της και τους από 27/8/2012 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 7/2/2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αντωνίου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης καθώς και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, και την απόρριψη όλων των λόγων των ανωτέρω δικογράφων της αναίρεσης, κύριου δικογράφου και δικογράφου προσθέτων λόγων, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα εκθέσεις επιδόσεως ... και ... του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Ν. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο α) της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου της 26-2-2013 και β) του από 27-8-2012 δικογράφου προσθέτων λόγων αναιρέσεως, αντιστοίχως, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, που είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, τόσο στην πρωτοβάθμια, όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη, υπέρ της αναιρεσείουσας, με κλήση να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως. Το τελευταίο, όμως, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η οποία ορίσθηκε μετ' αναβολή εκ της αρχικής δικασίμου της 26-2-2013 και για την οποία δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευσή του (αρθρ. 226 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση παραστάσεως. Επομένως, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθ.74, 80, 81 § 3 , 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στην δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός εάν κατά την δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα και κατέστη κατά τον τρόπο αυτό κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά στην πρόσθετη παρέμβαση, σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβάς καλείται στην συζήτηση της αναίρεσης. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης καθώς και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, καθόσον μέρος στρέφονται κατά του Τεχνικού Επιμελητήριου της Ελλάδος το οποίο είχε παρέμβει προσθέτως κατά την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια δίκη υπέρ της αναιρεσείουσας πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτα, διότι σ' αμφότερες τις περιπτώσεις το ως άνω προσθέτως παρεμβαίνον, στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό, δεν ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, ούτε οι λόγοι αναίρεσης του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αφορούν την παρέμβαση αυτή.
Η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης και η επίβλεψη οικοδομικού έργου φέρει το χαρακτήρα της μισθώσεως έργου, βάσει της οποίας ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη και επιβλέποντας τις οικοδομικές εργασίες (ΑΚ 681) και δικαιούται να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (ΑΚ 694), που δεν είναι δυνατό να είναι κατώτερη από τη νόμιμη.
Αν δεν συμφωνήθηκε αμοιβή δικαιούται τη νόμιμη την καθοριζόμενη από το Π.Δ. 696/1974, όπως μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε. Την αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 1 Π.Δ. 48/1994, δύναται να αξιώσει είτε το Τεχνικό Επιμελητήριο, ως υποκαθιστάμενο στα δικαιώματα του μηχανικού, κατά τις διατάξεις του Β.Δ. της 30/31.5.1956 και του άρθρου 2 παρ. 2 του ΠΔ 242/1984, είτε ο ίδιος ο μελετητής και επιβλέπων μηχανικός (ΑΕΔ 26 / 1993).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1, 2 παρ.1α, 3 παρ.1, 4, 6,80 παρ.1, 229 παρ. 2 και 230 παρ. 2 του π.δ. 696/1974, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με το π.δ. 515/1989, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 59 του ν.δ. της 17 Ιουλίου 1923 "περί σχεδίων πόλεως κ.λ.π.", προκύπτει ότι η αμοιβή ιδιωτικών μηχανικών για την εκπόνηση των αναφερομένων στο διάταγμα αυτό μελετών κτιριακών έργων καθορίζεται και σε ποσοστά επί τοις εκατό του προϋπολογισμού των μελετημένων έργων με βάση προβλεπόμενο τύπο.
Ο προϋπολογισμός, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αμοιβής κάθε έργου, είναι αυτός που εξάγεται από τις ποσότητες όλων των κονδυλίων, από την αναλυτική προμέτρηση και τις τιμές μονάδας των σχετικών εργασιών, που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων κατά το χρόνο συντάξεως του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης.
Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του διατάγματος αυτού έγκριση από τον εργοδότη του προϋπολογισμού αφορά τα κονδύλια, δηλαδή τις εργασίες αυτού, όπως αυτές αναφέρονται σε σχετικό προϋπολογισμό που συντάσσει ο μηχανικός, ως απαραίτητο στοιχείο της μελέτης του, και όχι τον ειδικό και αναλυτικό προϋπολογισμό που διαμορφώνεται με τα ως άνω αντικειμενικά στοιχεία.
Έγκριση από τον εργοδότη και των στοιχείων αυτών, που ορίζονται από το νόμο, δεν απαιτείται, ούτε ο αναλυτικός αυτός προϋπολογισμός πρέπει να υποβάλλεται και να παραδίδεται προηγουμένως στον εργοδότη προς έγκριση. Η εκδοχή, ότι για τη θεμελίωση της αξιώσεως του μηχανικού σχετικά με την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης, πρέπει να εγκρίνεται από τον εργοδότη και ο διαμορφούμενος κατά τα ανωτέρω, ειδικός και αναλυτικός προϋπολογισμός ως προς το ύψος των επιμέρους κονδυλίων ή το συνολικό ύψος του, θα οδηγούσε σε αποκλεισμό κάθε αξιώσεως του μηχανικού για την αμοιβή του, αφού ο εργοδότης θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι δεν εγκρίνει το ύψος του αναλυτικού προϋπολογισμού.
Δηλαδή για τη θεμελίωση και τον προσδιορισμό του δικαιώματος μελετητή μηχανικού για την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης με βάση ποσοστά του προϋπολογισμού, απαιτείται η έγκριση από τον εργοδότη μόνο του αρχικού προϋπολογισμού, που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των εργασιών του εκτελούμενου έργου και όχι του αναλυτικού προϋπολογισμού, ο οποίος συντάσσεται με βάση τα αναφερόμενα στο ίδιο άρθρο αντικειμενικά στοιχεία, που ισχύουν στο χρόνο συντάξεως του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης και λαμβάνεται υπόψη για τον ακριβή προϋπολογισμό της αμοιβής.
Ακόμη, ο κατά τον προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμός της αμοιβής του μελετητή μηχανικού ισχύει και για τα ενδιάμεσα στάδια μελέτης, δηλαδή και για την αρχιτεκτονική προμελέτη και οριστική αρχιτεκτονική μελέτη. Επιχείρημα υπέρ της αντίθετης εκδοχής δεν μπορεί να εξαχθεί από τη διατύπωση της παραγράφου 4 του άρθρου 3, κατά την οποία, "για ενδιάμεσα στάδια μελέτης ο προϋπολογισμός υπολογίζεται με την ακρίβεια που απαιτείται από τις αντίστοιχες προδιαγραφές", αφού στο επόμενο εδάφιο της ιδίας παραγράφου αναφέρεται ότι "για τον υπολογισμό της αμοιβής (προδήλως των ενδιάμεσων αυτών σταδίων), ο προϋπολογισμός Σ (δηλ.
αυτός που υπολογίζεται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 3), λαμβάνεται με τις ποσότητες του προωθημένου σταδίου της μελέτης που έχει ανατεθεί". Παραπομπή, για τον υπολογισμό της αμοιβής του μηχανικού, όσον αφορά τις μελέτες ενδιαμέσων σταδίων, στον προσεγγιστικό προϋπολογισμό, ο οποίος αποτελεί απλώς στοιχείο της αρχιτεκτονικής προμελέτης και αποβλέπει στη γενική ενημέρωση του εργοδότη σχετικά με τη δαπάνη του έργου δε γίνεται με τις ανωτέρω διατάξεις.
Τέλος, στο δικόγραφο της αγωγής με την οποία αξιώνεται η αμοιβή για τη σύνταξη μελετών για την έκδοση οικοδομικής άδειας για την αλλαγή χρήσης υφισταμένου βιομηχανικού κτιρίου και στη συνέχεια για την ανάπτυξη και σύνταξη μελέτης κτιριολογικού προγράμματος, πρέπει να εκτίθενται, σύμφωνα με τα άρθρα 118, 216 και 680 του ΚΠολΔ όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αγωγής και την ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ήτοι η κατάρτιση της σύμβασης, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, η εκτέλεση του έργου που ανατέθηκε (σύνταξη μελετών), η παράδοση του τελευταίου και η αμοιβή που συμφωνήθηκε ή που από το νόμο προκύπτει, και όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από το νόμο για τον προσδιορισμό της αμοιβής του και, εφόσον πρόκειται για περισσότερες εργασίες ή έργα που αμείβονται με διαφορετικό τρόπο το καθένα, να παρατίθεται πίνακας των επί μέρους εργασιών ή έργων με τη δικαιούμενη αμοιβή για κάθε εργασία ή έργο και με το άθροισμα των αμοιβών αυτών και να γίνεται επίκληση των στοιχείων που απαιτούνται για τον υπολογισμό κάθε αμοιβής.
Στη προκείμενη περίπτωση στην ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης τεχνικής εταιρείας, περιέχονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο αυτής. Συγκεκριμένα σ' αυτήν εκτίθεται, ότι στις 11-3-2002 η αναιρεσείουσα, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ανέθεσε εγγράφως στη πρώτη (αναιρεσίβλητη) με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού τη σύνταξη μελέτης για την έκδοση οικοδομικής άδειας για αλλαγή χρήσης υφισταμένου βιομηχανικού κτιρίου, καθώς και στη συνέχεια την ανάπτυξη και σύνταξη μελέτης καθώς και μελέτης παθητικής πυροπροστασίας, σε στάδιο προμελέτης αμφοτέρων για ολόκληρο το ανωτέρω κτίριο της ιδιοκτησίας της, έναντι της συμφωνηθείσας για την εκτέλεση της αμοιβής της πρώτης ως άνω εντολής, από 279.000 ευρώ.
Ότι, η αναιρεσίβλητη εκπόνησε όλες τις παραπάνω ανατεθείσες σ' αυτή μελέτες και η αναιρεσείουσα της κατέβαλε τη συμφωνηθείσα αμοιβή των 279.000 ευρώ, που υπελείπετο όμως της νόμιμης ελάχιστης αμοιβής που προβλέπεται από το ΠΔ 696/1974, σύμφωνα με τον παρατιθέμενο αναλυτικά στην αγωγή πίνακα των επί μέρους εργασιών (ή έργων) με τη δικαιούμενη αμοιβή για κάθε εργασία (ή έργο) και με το άθροισμα των αμοιβών αυτών και γίνεται επίκληση των στοιχείων που απαιτούνται για τον υπολογισμό κάθε αμοιβής.
Ζητήθηκε δε ακολούθως από την αναιρεσίβλητη να αναγνωρισθεί, ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα οφείλει να καταβάλει στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, του οποίου αυτή είναι μέλος, για λογαριασμό της, την προαναφερθείσα αμοιβή. Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη ως προς το αιτούμενο κονδύλιο των 2.065.277 ευρώ, που αφορά την αξίωση της αναιρεσίβλητης για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, δεν ασκεί δε επιρροή ως προς το ορισμένο αυτής το γεγονός, ότι η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τον τρόπο υπολογισμού του καταρτισθέντος από την αναιρεσίβλητη προϋπολογισμού, ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς της περιέχει εργασίες που δεν αναφέρονται στα τεύχη δημοπράτησης, ούτε προβλέπονται από την υπ' αριθμ. 2051/2002 οικοδομική άδεια.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει αυτήν ως αόριστη.
Συνεπώς ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ ιδρύεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά νόμο ή δύνανται να στηρίξουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, αντένσταση, ένδικο μέσο, ανακοπή κ.λ.π.), όχι δε και εκείνοι οι οποίοι συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται, ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του κατά τους όρους του νόμου ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.
Ειδικά, επί ανώνυμης εταιρείας ως τέτοιο όργανο ορίζεται το διοικητικό συμβούλιο, το οποίο είναι αρμόδιο σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 2190/1920 ν' αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας ή στη διαχείριση της περιουσίας της (με εξαίρεση τις αποφάσεις που υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης).
Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσώπησης της εταιρείας, εφόσον το επιτρέπει το καταστατικό της, μπορεί σύμφωνα με το αρθ. 18 § 2 του ν. 2190/1920 ν' ανατεθεί από το διοικητικό συμβούλιο και σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή σε άλλα πρόσωπα, τα οποία έτσι δικαιούνται ν' ασκήσουν τις ως άνω εξουσίες που ανήκουν στο διοικητικό συμβούλιο είτε εν όλω είτε εν μέρει, ανάλογα με την έκταση της επιτραπείσας υποκατάστασης.
Στην περίπτωση αυτή το μέλος του Δ.Σ. ή ο τρίτος, στον οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του Δ.Σ., είναι υποκατάστατο αυτού, ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας και εκφράζει πρωτογενώς την βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Από τα παραπάνω συνάγεται περαιτέρω, ότι σε αγωγή εναντίον νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση ανειλημμένης με σύμβαση υποχρέωσής του, δεν απαιτείται ν' αναφέρεται το όνομα του φυσικού προσώπου που σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό του εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά την κατάρτιση της σύμβασης, διότι το στοιχείο αυτό δεν ανάγεται στην νομιμοποίηση αλλά στο κύρος της σύμβασης, εάν όμως αμφισβητηθεί από το τελευταίο το κύρος της, λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, ο ενάγων πρέπει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση να προτείνει και ν' αποδείξει την συνδρομή των στοιχείων, στα οποία θεμελιώνεται η εξουσία του ενεργήσαντος ως αντιπροσώπου του, το δε δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφαση του το φυσικό πρόσωπο που ανέλαβε για λογαριασμό του νομικού προσώπου και εκπροσώπησε αυτό νόμιμα στην συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων.
Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλ. παρά την ρητή αυτή αμφισβήτηση ο μεν ενάγων δεν προβεί στην σχετική συμπλήρωση και διευκρίνιση της αγωγής με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις, κατ' άρθρ. 224 εδ. β' ΚΠολΔ, η αγωγή καθίσταται απαράδεκτη λόγω αοριστίας και δημιουργείται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 14 του αρ. 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 361/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της ένδικης υπόθεσης, η ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) εταιρεία με την αγωγή της ισχυρίσθηκε, ότι η καταρτισθείσα τον Ιούνιο του 2002 προφορικώς επί μέρους σύμβαση, με την οποία η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ανέθεσε σ' αυτήν τον Ιούνιο του 2002 να εκπονήσει την ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική μελέτη όλου του κτιρίου της ιδιοκτησίας της, σε στάδιο προμελέτης καθώς και τη μελέτη παθητικής πυροπροστασίας σε στάδιο επίσης προμελέτης, καταρτίσθηκε με αυτή (εναγόμενη - ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία τον Ιούνιο του 2002, συμβληθείσα με τους νομίμους εκπρόσωπους αυτής.
Η εναγομένη με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις της αμφισβήτησε μόνο την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης (σελ. 29-31), όχι όμως και την ύπαρξη της εξουσίας των νομίμων εκπροσώπων της να την εκπροσωπούν και να την δεσμεύουν στην κατάρτιση της άνω σύμβασης και συνακόλουθα και το κύρος αυτής.
Συνεπώς, δεν είχε υποχρέωση η αναιρεσίβλητη να συμπληρώσει την ένδικη αγωγή της δια των προτάσεων που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 224 εδ.β ΚΠολΔ, προτείνοντας και αποδεικνύοντας την συνδρομή των στοιχείων, στα οποία θεμελιώνεται η εξουσία του ενεργήσαντος ως αντιπροσώπου της και ως εκ τούτου η ένδικη αγωγή δεν ήταν αόριστη ως προς τη σύμβαση αυτή του Ιουνίου 2002 και των συναφών με αυτή αξιώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά το μέρος του από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής, κατά το προεκτεθέν τμήμα της. Περαιτέρω, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθμό 8α του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα δέχθηκε ότι αμφισβητήθηκε από την αναιρεσείουσα η κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων της από 1-3-2002 σύμβασης έργου, ενώ κάτι τέτοιο δεν προτάθηκε από αυτή, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" αλλά άρνηση της ένδικης αγωγής, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης.
Οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή ή εσφαλμένη μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο δε δεύτερος (έλλειψη νόμιμης βάσης), όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή, αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι, όμως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το Σύνταγμα, που ορίζει στο άρθρο 26 παρ.1 ότι η νομοθετική λειτουργία ασκείται από την Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, επιτρέπει, με το άρθρο 43 παρ.2, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, κατόπιν προτάσεως του αρμοδίου Υπουργού βάσει ειδικής εξουσιοδοτήσεως νόμου και μέσα στα όριά της (εδαφ.
α'), ορίζοντας περαιτέρω, στο εδάφιο β, ότι εξουσιοδότηση (νόμου) προς έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως επιτρέπεται σε συγκεκριμένως οριζόμενες περιπτώσεις (επί ρυθμίσεως ειδικοτέρων θεμάτων, ή θεμάτων τοπικού ενδιαφέροντος ή τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα).
Εξ άλλου, το άρθρο 59 παρ.1 του ΝΔ της 7.7.1923 (φ.228) ορίζει ότι "Δια Β. διαταγμάτων εκδιδομένων μετά γνώμην του Συμβουλίου των Δημοσίων 'Εργων, κανονίζεται η δι' εκάστην περίπτωσιν πληρωτέα υπό των εργοδοτών αμοιβή εις τους μηχανικούς εν γένει και αρχιτέκτονας τους εκπονούντας μελέτας οιωνδήποτε έργων και τους αναλαμβάνοντας την εφαρμογήν των μελετών και την εποπτείαν εκτελέσεως των έργων τούτων....", το δε άρθρο μόνο του ΝΔ 2726/1953 (φ.325) ορίζει ότι "1.
Ο κατά το άρθρον 59 παραγρ.1 του από 17.7/16.8.23 ΝΔ "περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών" κανονισμός των ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών εν γένει και αρχιτεκτόνων εφαρμόζεται δι' όλας τα ειδικότητας των μηχανικών - μελών του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών, καθώς και δια τους βάσει ειδικών διατάξεων Νόμων ασκούντας τα επαγγέλματα ταύτα εν όλω ή εν μέρει.
Τα ως άνω ελάχιστα όρια αμοιβών αποτελούν κατωτέραν διατίμησιν υποχρεωτικήν δι' αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, καταργουμένης κατά τα λοιπά της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου. 2. Ο κανονισμός ούτος των αμοιβών εκτείνεται εις την μελέτην, εφαρμογήν, επίβλεψιν εποπτείαν ή έλεγχον και παραλαβήν πάσης φύσεως έργων ή εγκαταστάσεων, καθώς και εις πάσης φύσεως τεχνικάς εν γένει εργασίας και υπηρεσίας, σχεδιαγράμματα, καταμετρήσεις, γνωμοδοτήσεις, πραγματογνωμοσύνας κ.λπ.
ή αμοιβάς καταβαλλομένας εις τους μετέχοντας αρχιτεκτονικών διαγωνισμών και τους κριτάς των". Κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων αυτών εκδόθηκε το ΠΔ 696/1974 (φ.301),το οποίο, στο μεν άρθρο 1 παρ.1 ορίζει ότι "αι δια του παρόντος καθοριζόμεναι αμοιβαί αποτελούν τα υποχρεωτικώς εφαρμοζόμενα κατώτατα όρια αποζημιώσεως δια την εκπόνησιν μελετών και διενέργειαν επιβλέψεων, παραλαβών και εκτιμήσεων" διαφόρων κατηγοριών έργων, στο άρθρο 2, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ΠΔ 515/1989 (φ. 219), ότι η αμοιβή για την εκπόνηση μελετών καθορίζεται, μεταξύ άλλων, σε ποσοστά επί τοις εκατό του προϋπολογισμού των μελετωμένων έργων που υπολογίζονται βάσει τύπου (παραγρ.1 στοιχ.
α) και στο άρθρο 3, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ΠΔ 515/ 1989, ότι "1.Ο προϋπολογισμός με τον οποίο υπολογίζεται η αμοιβή κάθε έργου είναι αυτός που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των κονδυλίων αυτού, όπως αυτός εγκρίνεται από τον Εργοδότη, ...." και ότι "6. Ειδικά για την έκδοση οικοδομικών αδειών, ο προϋπολογισμός εξάγεται είτε βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού, είτε σύμφωνα με τιμές μονάδος που καθορίζονται με υπουργική απόφαση, η οποία λαμβάνει υπόψη το κόστος κατασκευής όπως εξάγεται από τον αντικειμενικό προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων (άρθρο 41 του Ν. 1249/1982 ,όπως κάθε φορά ισχύει)".
Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως εκδόθηκε αρχικά η απόφαση 7870/5724/17.11.1989 του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημ. 'Εργων (Β' 863) και ακολούθως, η απόφαση 81304/6083/6.12.1989 του ιδίου Υπουργού (Β' 886), που την αντικατέστησε. Η απόφαση αυτή θέσπισε ένα ολόκληρο σύστημα καθορισμού των τιμών μονάδος επιφανείας των οικοδομικών έργων, το οποίο, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει τρόπο υπολογισμού της "τιμής αφετηρίας" (ΤΑ) για κάθε περιφερειακό διαμέρισμα της Χώρας επί τη βάσει στοιχείων των πινάκων τιμών του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων του Υπουργείου Οικονομικών και διαφόρων συντελεστών (άρθρο 1 παρ.1), θέτει δε τον κανόνα ότι οι τιμές αυτές, υπολογιζόμενες βάσει των πινάκων τιμών του Υπουργείου Οικονομικών της 31 Δεκεμβρίου του προηγουμένου έτους, ανακοινώνονται κάθε Ιανουάριο με πράξη του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημ.
Έργων μετά γνώμη του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και ισχύουν για ένα χρόνο (άρθρο 1 παρ.11), και ορίζει ότι για την σύνταξη του προϋπολογισμού των ιδιωτικών οικοδομικών έργων οι διάφοροι συντελεστές που θεσπίζει, εφαρμόζονται επί μιας "ενιαίας τιμής αφετηρίας" (ΕΤΑ) για όλη την χώρα, ήτοι αριθμητικού μέσου όρου των τιμών αφετηρίας ανά περιφερειακό διαμέρισμα (άρθρο 4 παρ. 1), με βάση την οποία υπολογίζεται η τιμή μονάδος επιφανείας των κατοικιών καταστημάτων, γραφείων κλπ (άρθρο 1 παρ.2,3,4 κλπ).
Για την πρώτη περίοδο εφαρμογής της αποφάσεως αυτής και ειδικότερα για το διάστημα από 6.12.1989 ως 31.1.1991, με το μεν άρθρο 3 παρ.1 καθορίσθηκαν οι τιμές αφετηρίας κατά περιφερειακό διαμέρισμα, με το δε άρθρο 4 παρ.3 προσδιορίσθηκε η ενιαία τιμή αφετηρίας (ΕΤΑ) σε 15.000 δρχ. Στη συνέχεια, όμως, αντί να εκδίδονται κατ' έτος μετά την θέσπιση του συστήματος αυτού και κατ' εφαρμογήν του, υπουργικές αποφάσεις περί τιμών αφετηρίας για κάθε περιφερειακό διαμέρισμα, με βάση τις εκάστοτε τιμές του Υπουργείου Οικονομικών και να αναπροσαρμόζεται η ΕΤΑ, εκδόθηκαν, κατ'επίκληση του άρθρου 3 παρ.6 του ΠΔ 696/1974 όπως ισχύει, διαδοχικές υπουργικές αποφάσεις περί παρατάσεως για ένα εξάμηνο, κάθε φορά, της εφαρμογής της υπουργικής αποφάσεως 81304/ 6083/6.12.1989 (Β'886) με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να ισχύει η αρχικώς καθορισθείσα ΕΤΑ των 15.000 δρχ.
Επειδή, εν όψει των αναφερθέντων περί του άρθρου 43 παρ.2 εδαφ. β' του Συντάγματος το οποίο μόνο κατόπιν εξουσιοδοτήσεως νόμου και σε ειδικά οριζόμενες περιπτώσεις επιτρέπει την έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλο, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, διοικητικό όργανο, η διάταξη του άρθρου 3 παρ.6 του ΠΔ 696/1974, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ΠΔ 515/1989, κατά το μέρος που επιτρέπει τον καθορισμό με υπουργική απόφαση τιμών μονάδων επί τη βάσει του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων καθώς και άλλων, μη προσδιοριζομένων, παραγόντων, συνιστά ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση.
Συνεπώς, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει νόμιμο έρεισμα της υπουργικής αποφάσεως 81304/6083/6. 12.1989 (Β'886) της οποίας, ως κανονιστικής το κύρος κρίνεται παρεμπιπτόντως με αποτέλεσμα η απόφαση αυτή να ελέγχεται ως μη νόμιμη. Στη προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του κύριου δικογράφου της αναίρεσης, προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι με το να επιδικάσει στη πρώτη αναιρεσίβλητη την αξίωσή της για τις μελέτες που εκπόνησε προκειμένου να εκδοθεί η οικοδομική άδεια, της οποίας το υπόλοιπο ανέρχονταν σε 2.065.277,05 ευρώ και αποτελούσε την υποχρεωτικώς κατώτατη αμοιβή που προβλέπεται από το ΠΔ 696/1974, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ.1α, 3 παρ.1, 4,6, 80 παρ.1, 229 παρ. 2 και 230 παρ.2 ΠΔ 696/1974, όπως αυτά τροποποιήθηκαν από το ΠΔ 515/1989 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 59 του ν.δ.
της 17 Ιουλίου 1923 "περί σχεδίου πόλεων κ.λ.π." με την εφαρμογή τους, ενώ αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον ο προϋπολογισμός που συνέταξε και κατέθεσε αυτή (πρώτη αναιρεσίβλητη) και ήταν αναγκαίος για την έκδοση της άνω οικοδομικής άδειας, δεν ήταν νόμιμος ενόψει του ότι είχε εκδοθεί με βάση τα στοιχεία της υπ' αριθμ. 81304/6083/6.12.1989 απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία ήταν ανίσχυρη γιατί είχε εκδοθεί χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι μελέτες που εκπόνησε η αναιρεσίβλητη για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, δεν πληρούσαν τις απαιτήσεις του νόμου ως προς το περιεχόμενο τους προκειμένου να εκδοθεί η άνω άδεια, όπως προκύπτει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν οι ορισθέντες από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, Θ.
Κ. και Μ. Π., αλλά και εκ πλαγίου γιατί δεν προκύπτουν από τις παραδοχές της σαφώς τα περιστατικά και συγκεκριμένα, εάν οι μελέτες που εκπόνησε η άνω πρώτη αναιρεσίβλητη ήταν σύμφωνες και πληρούσαν τις προδιαγραφές που τάσσουν οι διατάξεις του ΠΔ 696/ 1974. Επί των ανωτέρω ζητημάτων το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα σε εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτή παραπάνω συμβάσεως - εντολής εκπόνησε σύμφωνα με τις προδιαγραφές του ΠΔ 696/1974 και παρέδωσε στην εναγομένη εργοδότρια και η τελευταία παρέλαβε ανεπιφύλακτα, εγκρίνοντας τις παραδοθείσες σ' αυτήν μελέτες και τα τεύχη που στη συνέχεια υποβλήθηκαν στην αρμόδια Πολεοδομία Παλλήνης για λογαριασμό της εναγομένης προς έκδοση της οικοδομικής άδειας.
Συγκεκριμένα, η ενάγουσα παρέδωσε στην εναγομένη σε δύο σειρές αντιγράφων, καθώς και σε ηλεκτρονική μορφή (όπως προβλεπόταν στο άρθρο 3 περ. 6 του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού), τις παρακάτω μελέτες:1) την αρχιτεκτονική μελέτη (με τοπογραφικό διάγραμμα, διάγραμμα καλύψεως, κάτοψη παραβάλλοντος χώρου, κάτοψη υπογείου, κάτοψη ισογείου, κάτοψη Α' ορόφου, κάτοψη Β' ορόφου, κάτοψη Γ' ορόφου, τομή Τ1 -Τ1, τομή Τ2-Τ2, όψη από οδό ..., όψη από ..., όψη από οδό ...), 2) τη μελέτη παθητικής πυροπροστασίας με τοπογραφικό διάγραμμα κάτοψη υπογείου, κάτοψη ισογείου, κάτοψη Α' ορόφου, κάτοψη Β' ορόφου, κάτοψη Γ' ορόφου, τομή Τ1-Τ1, και τομή Τ2-τ2), 3) τη μελέτη φέρουσας κατασκευής (με ξυλότυπο υπογείου, ξυλότυπο ισογείου, ξυλότυπο Α' ορόφου, ξυλότυπο Β' ορόφου και ξυλότυπο Γ' ορόφου) καθώς και τα τεύχη χρονικού προγραμματισμού και τεχνικής περιγραφής και προϋπολογισμού, δηλαδή η ενάγουσα παρέδωσε στην εναγομένη όλες τις συμφωνημένες μεταξύ τους εργασίες.
Βάσει των παραπάνω μελετών και τευχών εγκριθέντος από την εναγομένη του σχετικού αρχικού προϋπολογισμού του επιδίκου έργου και μάλιστα το ελάχιστο μέρος των εργασιών που απαιτείται από την Πολεοδομία, υπέβαλε σχετική αίτηση σ' αυτή (Πολεοδομία) υπογραφομένη από τα αρμόδια στελέχη της (Γ. Τ. και Γ. Κ.) και με τη στρογγυλή σφραγίδα της, ως είχε αποκλειστική ευθύνη και δικαίωμα για την έκδοση οικοδομικής άδειας, και πράγματι στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμό ...
οικοδομική άδεια για "αλλαγή χρήσης του εργοστασίου επιπλοποιϊας Χρ. Κ. σε μηχανογραφικό κέντρο της ΕΤΕ και εργασίες διαρρυθμίσεων από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος". Ακολούθως το Εφετείο διέλαβε στη προσβαλλομένη απόφαση και αναλυτικό πίνακα, από τον οποίο προκύπτει, τόσο το τελικό ύψος του προϋπολογισμού του επιδίκου έργου, όσον και η αμοιβή της ενάγουσας και οι εργασίες αυτής και οι ποσότητες αυτών, σύμφωνα δε με τον αναλυτικό προϋπολογισμό του ως άνω έργου, όπως αυτός αναφέρεται στη προσβαλλομένη απόφαση, η αμοιβή της πρώτης αναιρεσίβλητης για την εκπόνηση των προαναφερθεισών μελετών εκ μέρους αυτής (πρώτης αναιρεσίβλητης), θα καθορισθεί με βάση τις διατάξεις του ΠΔ 696/1974 σε ποσοστά επί τοις εκατό του προϋπολογισμού αυτού και σύμφωνα με τον προβλεπόμενο τύπο στον εν λόγω διάταγμα και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της υπ' αριθμ.81304/8033/6-12-1989 απόφασης του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ.
Με βάση την πιο πάνω κρίση του Εφετείου, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του κύριου δικογράφου (τρίτος), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η οικοδομική άδεια εκδόθηκε με βάση προϋπολογισμό, ο οποίος συνετάγη με βάση στοιχεία της υπ' αριθμ. 81304/6-12-1989 Α ΥΠΕΧΩΔΕ, αλλά με βάση αναλυτικό προϋπολογισμό και όχι με βάση τα δεδομένα της Υπουργικής απόφασης 81304 και μάλλον 8033 / 6-12-1989, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπάρχει πλήρης αιτιολογία ως προς το προεκτεθέν ζήτημα, εάν οι εκπονηθείσες από την πρώτη αναιρεσίβλητη μελέτες είναι σύμφωνες με τις προδιαγραφές του ΠΔ 696/1974.
Όλες δε οι λοιπές αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στον λόγο αυτό και κατά τα δύο μέρη του, είναι απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίκληση της πλημμέλειας των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους. Εξάλλου από τα άρθρα 591 παρ.1 β, 666 παρ.1, 115 παρ. 3 και 256 παρ.1δ' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά.
Από τη δεύτερη δε των άνω διατάξεων συνάγεται, ότι η κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005).
Περαιτέρω, αυτοτελείς ισχυρισμοί οι οποίοι, για να είναι παραδεκτοί, πρέπει να προτείνονται με τον ανωτέρω τρόπο, είναι εκείνοι που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η ένσταση της απαλλαγής του εργοδότη από την υποχρέωση να καταβάλει την αμοιβή του εργολάβου, λόγω δήλωσης υπαναχώρησης του πρώτου από τη σύμβαση έργου, εξαιτίας ουσιωδών ελαττωμάτων αυτού (έργου), σύμφωνα με το άρθρο 389 ΑΚ, η οποία, αν δεν προβληθεί στον πρώτο βαθμό, όπως προαναφέρθηκε, απαράδεκτα προβάλλεται στο Εφετείο ως λόγος εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στα άρθρα 527 και 269 ΚΠολΔ περιπτώσεις, γίνεται επίκληση του λόγου της βραδείας προβολής και εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής.
Επίσης, για την ίδρυση του από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθ.8 β λόγου αναίρεσης, εφόσον για την εφαρμογή του νόμου απαιτείται η υποβολή στο δικαστήριο της ουσίας ένστασης, πρέπει η ένσταση αυτή να έχει υποβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ.8β αρθρ.559 ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.8β ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τη πλημμέλεια ότι αν και πρότεινε πρωτοδίκως και κατ' έφεση με σχετικό λόγο (τρίτο) ότι οι εκπονηθείσες από τη πρώτη αναιρεσίβλητη μελέτες ήσαν παντελώς άχρηστες και ανεφάρμοστες με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η παροχή της, από υπαιτιότητά της, και συνακόλουθα την απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής της αμοιβής που αξίωνε η δεύτερη (πρώτη αναιρεσίβλητη), σύμφωνα με τα άρθρα 380 και 382 ΑΚ, το ως άνω δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό, που συνιστά "πράγμα".
Πλην όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομισθέντων διαδικαστικών εγγράφων και συγκεκριμένα από τις πρωτόδικες προτάσεις, το δικόγραφο της έφεσης της αναιρεσείουσας, καθώς και από το επίσημο αντίγραφο των πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αποδεικνύεται μεν ότι ο εν λόγω ισχυρισμός (ένσταση), είχε μεν διατυπωθεί στις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσείουσας, προς απόκρουση της αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία δικάσθηκε με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, και επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης στο Εφετείο, χωρίς όμως να προκύπτει από τα προαναφερθέντα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι έλαβε χώρα και προφορική πρόταση αυτής στο ακροατήριο του άνω δικαστηρίου και ως εκ τούτου θεωρείται ότι δεν προβλήθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό.
Για το παραδεκτό δε της προβολής της στο Εφετείο, έπρεπε να γίνεται επίκληση των λόγων της βραδείας προβολής για να είναι δυνατόν να κριθεί, αν οι λόγοι αυτοί εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ.2 και 527 ΚΠολΔ. Τέτοια, όμως, επίκληση, δεν προκύπτει από την επισκόπηση των ως άνω διαδικαστικών εγγράφων ότι υπάρχει στην έφεση που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα το απαράδεκτο της προβολής της ανωτέρω ένστασης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Πέραν όμως αυτών, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, εφόσον αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος (δεύτερο αναιρεσίβλητο), για λογαριασμό της πρώτης αναιρεσίβλητης, την αξιούμενη απ' αυτή αμοιβή, χωρίς να εξετάζεται ο λόγος της απορριπτικής του κρίσης.
Η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο του κύριου δικογράφου της αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 6, 83 παρ. 9, 11, 229, 230, 231 του ΠΔ 696/1974, με το να δεχθεί ότι για τον υπολογισμό της αμοιβής της πρώτης αναιρεσίβλητης πρέπει να εφαρμοσθεί ο αναλυτικός προϋπολογισμός, τον οποίον όμως ο νόμος καθορίζει ως βάση για την αμοιβή της πλήρους μελέτης, δηλαδή της μελέτης εφαρμογής (3ο στάδιο), την οποία δεν συνέταξε η ως άνω πρώτη αναιρεσίβλητη, αλλά άλλος μελετητής, η τελευταία δε εκπόνησε μόνο την αρχιτεκτονική προμελέτη την οποία εμφάνισε στην Πολεοδομία ως οριστική μελέτη προκειμένου να εκδοθεί η οικοδομική άδεια, ενώ από τη γνωμοδότηση του ΤΕΕ προέκυπτε ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο περί προμελέτης, που αντιστοιχούσε στο 1ο στάδιο από πλευράς κατηγορίας και αμοιβής και όχι στα λοιπά δύο στάδια, οριστικής μελέτης και μελέτης εφαρμογής.
Ο λόγος, όμως, αυτός και κατά τα δύο μέρη του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίκληση των ανωτέρω πλημμελειών πλήττεται στη πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει, όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου, υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση, ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη άσκησή του, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις.
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ανακοπή ή την ένσταση ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 451/96), χωρίς να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα. Στη προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο έφεσης την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, ισχυριζομένη τα εξής: 1) Ότι κατά το χρόνο σύνταξης και υποβολής των αναφερομένων σ' αυτή (αγωγή) μελετών γνώριζε άριστα η αναιρεσίβλητη τα δικαιώματα της επί των αμοιβών αυτών και ειδικότερα τον τρόπο υπολογισμού των αμοιβών μηχανικών, η ίδια δε πριν την υπογραφή του από 11.3.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού προσδιόρισε σε έγγραφο της προς την αναιρεσείουσα εναγομένη το ύψος της αμοιβής της σε 279.000 ευρώ, δίχως προηγουμένως να υπάρξει περί τούτου οποιαδήποτε διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, 2) ότι αδράνησε και δεν διαμαρτυρήθηκε σ' αυτή για τις επίδικες αξιώσεις της, τόσο κατά το χρόνο σύνταξης της σχετικής συμφωνίας για το ύψος της αμοιβής της (11.3.2002), όσο και κατά τον χρόνο υποβολής στην Πολεοδομία της αίτησης εκδόσεως της οικοδομικής άδειας, 3) ότι η ίδια δεν εναντιώθηκε επίσης στην καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής κατά την έκδοση της οικοδομικής άδειας, 4) ότι συνέχισε τη συνεργασία της με την τράπεζα παρά τη καταβολή της μειωμένης αμοιβής, 5) ότι η αποσιώπηση τον επιδίκων αξιώσεων εγένετο για να αποσπάσει η αναιρεσίβλητη από την αναιρεσείουσα και άλλες αναθέσεις μελετών, 6) ότι ουδέποτε οχλήθηκε από την αναιρεσίβλητη κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, ούτε έκανε αυτή χρήση της δυνατότητας του άρθρου 11 του παραπάνω από 11.3.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού που προβλέπει την άσκηση εγγράφως ενστάσεως ή διαφωνίας στις ενέργειες του εργοδότη, μέσα σε δεσμευτική προθεσμία 10 ημερών από τη διαπίστωση της διαφοράς, όχλησε δε για πρώτη φορά την αναιρεσείουσα με την άσκηση της από 3.5.2006 ένδικης αγωγής της, δηλαδή μετά πάροδο τεσσάρων και πλέον ετών από τη γέννηση του δικαιώματός της προς λήψη της αμοιβής της, και 7) ότι συνεπεία της προεκτεθείσας εν γένει συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης και της πραγματικής κατάστασης που διαμορφώθηκε δημιουργήθηκε ευλόγως σ'αυτή (αναιρεσείουσα) η πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το αγωγικό δικαίωμα και έτσι η επιδιωκόμενη με την αγωγή ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
Υπό τα ως άνω πραγματικά περιστατικά ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσίβλητης εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, για τη θεμελίωση του οποίου η αναιρεσίβλητη δεν περιορίστηκε στην επίκληση της μακράς αδρανείας της ενάγουσας για την ενάσκηση του ενοχικού δικαιώματος της, αλλά και στην προηγηθείσα της ασκήσεως του δικαιώματος εν γένει συμπεριφορά της (ανωτέρω υπ' αριθ. 2-6 πραγματικά περιστατικά), είναι νόμιμος, στηριζόμενος στην προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την ένσταση αυτή ως μη νόμιμη και δεν εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εκτιμώντας εσφαλμένα ότι στον οικείο από το άρθρο αυτό πραγματικό ισχυρισμό εμπεριεχόταν πέραν της αδρανείας μόνο το προαναφερόμενο υπ' αριθ. 6 πραγματικό περιστατικό, παραβίασε ευθέως τη διάταξη αυτή και κατά συνέπεια ο έκτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του ως άνω αρθρ. 559ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, με το να απορρίψει την εκτεθείσα ένσταση ως μη νόμιμη, δεν διετύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ως προς αυτή.
Ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, (άρθρο 340 ΚΠολΔ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τέταρτο από τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως, προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην παραπάνω πλημμέλεια, διότι δεν προσέδωσε στην από 5-9-2011 πραγματογνωμοσύνη του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, η οποία συντάχθηκε, ύστερα από αίτηση αυτής, από τους ορισθέντες από τον Πρόεδρο της διοικούσας επιτροπής του ΤΕΕ, Θ.
Κ. και Μ. Π., δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 298 της προϊσχύσασας Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 2 του πδ 10/16.1.1935, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 48 του Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. σε σχέση με τις αξιώσεις της αναιρεσίβλητης για σύνταξη μελετών για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, αλλά και σε σχέση με την εκπόνηση αρχιτεκτονικών προμελετών και μελετών παθητικής πυροπροστασίας, αντίστοιχα.
Οι λόγοι όμως αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθόσον, ναι μεν διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Κώδικα Πολιτικής οι ειδικές διατάξεις που προβλέπουν τη διεξαγωγή εξώδικης πραγματογνωμοσύνης, όπως οι διατάξεις του άρθρου 2 του πδ 10/16-1-1935 για τους πραγματογνώμονες που διορίζονται από το τεχνικό επιμελητήριο, πλην οι σχετικές γνωμοδοτήσεις τους εκτιμώνται πλέον ελευθέρως, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του Εισ.Ν.
Κ.Πολ.Δ.
Η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, ότι με το να δεχθεί ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη συνέταξε και παρέδωσε σ' αυτή τις αρχιτεκτονικές προμελέτες και τις προμελέτες παθητικής πυροπροστασίας και συνακόλουθα ότι έχει η πρώτη (πρώτη αναιρεσίβλητη) έναντι της δεύτερης αξίωση για την κατώτατη νόμιμη αμοιβή, εκ 2.836.832,30 ευρώ, παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1παρ.1, 2 παρ.1α, 3 παρ.1, 4, 6, 80 παρ.1 και 229 παρ.2 του ΠΔ 696/1974, όπως τροποποιήθηκε με ΠΔ 515/1989, καθόσον οι ως άνω μελέτες δεν πληρούν τις προδιαγραφές του άνω ΠΔ 696/1974, όπως αυτό προκύπτει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ΤΕΕ και από τις απαντήσεις των διορισθέντων από το ΤΕΕ πραγματογνωμόνων, που περιέχονται στην ως άνω έκθεση, δεν προκύπτουν δε από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωση της ανωτέρω αξίωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα εάν οι μελέτες που εκπόνησε αυτή ήταν σύμφωνες με τις προδιαγραφές που τάσσει η διάταξη του άρθρου 229 του άνω ΠΔ 696/1974.
Πλην ο λόγος αυτός της αναίρεσης και ως προς τα δύο μέρη του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα με αυτόν και υπό την επίκληση των ανωτέρω πλημμελειών, στην πραγματικότητα πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559, αριθμ.8, του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν ανακύπτει η πλημμέλεια αυτή, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. "Πράγμα", υπό την ανωτέρω έννοια, είναι και ο λόγος της εφέσεως.
Στη προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναίρεσης, από τον αριθ.8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το Εφετείο δεν απάντησε στον όγδοο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο ζητούσε την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης σε σχέση με την αξιούμενη από την αναιρεσίβλητη αμοιβή για την εκπόνηση αρχιτεκτονικών προμελετών και μελετών παθητικής πυροπροστασίας, διότι η τελευταία ουδέποτε παρέδωσε στη πρώτη τέτοιες αρχιτεκτονικές μελέτες.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης του Εφετείου, που εκδόθηκε επί της προκειμένης διαφοράς, ο πιο πάνω λόγος της έφεσης της αναιρεσείουσας εξετάστηκε από το ως άνω δικαστήριο και απορρίφθηκε εκ του πράγματος ως αβάσιμος, εφόσον το δικαστήριο αυτό δέχθηκε το ακριβώς αντίθετο και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης αμοιβή και για την παραπάνω αιτία.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος δεν λήφθηκαν υπόψη, ούτε συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα, αναφορικά με τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης για την υπ' αυτής εκπόνηση και παράδοση στην αναιρεσείουσα, αρχιτεκτονικών προμελετών και μελετών παθητικής πυροπροστασίας, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ο Εφετείο, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων έλαβε υπόψη και εκτίμησε τα αναφερόμενα στον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης τέσσερα (4) έγγραφα, ήτοι τα υπ' αριθ.
πρωτ.1288/Α00/18-10-2002, 404//Α00/4-3-2003, 526/Α00/24-3-2003 και 947/Α00/17-6-2003 έγγραφα της αναιρεσίβλητης, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα στο Εφετείο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης που θεμελιώνεται στον αριθμ.11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο έκτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το μέρος με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ένσταση της αναιρεσείουσας (εναγομένης), εκ του άρθρου 281 ΑΚ, περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής σε σχέση με το δικαίωμα της πρώτης αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) για καταβολή της αμοιβής της ως μηχανικού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Λόγω της μερικής ήττας της πρώτης αναιρεσίβλητης, πρέπει αυτή να καταδικαστεί σε ανάλογο μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρ. 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-7-2012 αίτηση αναιρέσεως και το από 28-8-2012 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος.
Αναιρεί την 1193/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ